Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΚΑΡΤΑ

Ο σταθμός που αγαπώ, που με συντροφεύει στις ώρες της δουλειάς και της μοναξιάς, που με διασκεδάζει και, ενίοτε, με κάνει να αγανακτώ, είναι ο 105,5 στο κόκκινο. Τίποτε περίεργο.
            Ο αγαπημένος μου σταθμός, λοιπόν, προσπαθεί να διορθώσει τα οικονομικά του προωθώντας μιαν εκπτωτική κάρτα, έχοντας συμβληθεί με επιχειρήσεις, κυρίως θέατρα, κινηματογράφους, βιβλιοπωλεία και δισκοπωλεία. Ενδιαφέρουσα προσπάθεια και εύχομαι να είναι επιτυχής.
            Μόνο που αυτή η καμπάνια μου θύμισε μια παλιά εποχή, όταν ήμουν νέος, 19 χρονών, το 1971, φοιτητής που το καλοκαίρι έψαχνε να βρει τρόπο να βγάλει το χαρτζιλίκι του.
            Είχα δει μιαν αγγελία σε μια εφημερίδα που μου κίνησε το ενδιαφέρον και απευθύνθηκα στην εταιρεία για τα σχετικά. Η δουλειά ήταν να προωθήσουμε στην ελληνική αγορά μιαν κάρτα, η οποία εξασφάλιζε εκπτώσεις σε έναν αριθμό καταστημάτων της Αθήνας και του Πειραιά, κάτι σαν την κάρτα του Κόκκινου, έναντι μιας ετήσιας συνδρομής.
            Πέντε – έξι σαν και μένα, αγόρια και κορίτσια, φοιτητές και φοιτήτριες, βρεθήκαμε στο σύντομο σεμινάριο και, μετά, στο «πεδίο μάχης». Κερατσίνι. Φτωχογειτονιά, εκείνη την εποχή, πολλοί ναυτικοί, μονοκατοικίες και λίγες πολυκατοικίες.  
            Χωρίσαμε δρόμους και αρχίσαμε να κτυπάμε κουδούνια, καλοκαιρινά απογεύματα. Λέγαμε το στόρυ, άλλοι μας έκλειναν την πόρτα, άλλοι μας έκλειναν το μάτι, άλλοι τσιμπούσαν και αποκτούσαν την πολυπόθητη κάρτα, τα χαρτιά συμπληρώνονταν, οι υπογραφές έπεφταν, μαζί και η προκαταβολή.
            Προς το τέλος της εβδομάδας, μάλλον Παρασκευή θα ήταν, κτύπησα την πόρτα μιας μονοκατοικίας, φτωχικής απ’ έξω, με τη σιδερένια πόρτα και το ημιαδιαφανές γυαλί. Μου άνοιξε ένας μικρόσωμος γέροντας, γύρω στα 70 – 75.
            «Έλα, παιδί μου» φώναξε, σχεδόν, με ακατανόητο ενθουσιασμό. «Αχ! Όπως σε είδα πίσω από το τζάμι της πόρτας νόμισα πως ήσουν ο γιος μου που έχει μπαρκάρει μήνες τώρα. Έλα, έλα να σου κάνω καφέ».
            Μπήκα παραζαλισμένος. Κάθισα στο ταπεινό δωμάτιο, σαλόνι, υπνοδωμάτιο και κουζίνα μαζί, έφτιαξε καφεδάκια στο μπρίκι, μου μίλαγε για ταξίδια που έκανε στα νιάτα του με φορτηγά και το γιό του που μπήκε στο πόδι του.
            Δε με ρώτησε τι ήθελα. Δεν τόλμησα να του πω. Μια ώρα μετά, τον χαιρέτησα και έφυγα, ενώ με ξεπροβοδούσε με ευχές και παινέματα.
            Την άλλη μέρα παραιτήθηκα.

1 σχόλιο:

ΗΡΑΚΛΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ είπε...

Κι εγώ στην ίδια κάρτα δούλευα Δεδουσόπουλε. Το ίδιο καλοκαίρι. Μόνο που εμένα με είχαν ρίξει Φάληρο / Αμφιθέα.
Έπρεπε όμως να πεις πως η δουλειά είχε και τα τυχερά της...