Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Σάββατο, 28 Μαΐου 2011

ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΤΗ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ, ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΔΡΟΜΟΣ…


Θα θυμάστε, βεβαίως, τον διαβόητο Στρως Καν να μιλάει «στο πόπολο σαν τον ναυαγοσώστη» που έλεγε παλιά και ο Σαββόπουλος (πριν αναλάβει ο ίδιος την άσκηση της ναυαγοσωστικής). Μιλούσε ως θεράπων ιατρός, δίνοντας απλόχερα αλάνθαστες συνταγές, εκτελώντας ακριβείς (και ακριβούς) ακρωτηριασμούς, κόβοντας τούτο και ράβοντας το άλλο. Τότε τον είχα πει τσαρλατάνο: οι «συνταγές» του δεν έβγαιναν από την επιστημονική γνώση των οικονομικών, αλλά από βιβλία μεσαιωνικής αλχημείας.
            Να που οι εξελίξεις μας αναγκάζουν να αλλάξουμε την ιατρική ρόμπα με το σκούφο του μάγειρου. Όχι μόνον γιατί η πολιτική σκηνή έχει γίνει μια προφανής κουζίνα και τα μαγειρέματα δίνουν και παίρνουν. Αλλά γιατί η απόλυτη αποτυχία του Μνημονίου, ως προς τους ρητά δηλωμένους στόχους του, εύκολα μπορεί να μεταφερθεί στο χώρο της μαγειρικής: από τη μαγγανεία στα μαγειρεία, μια ανάσα δρόμος.
            Ό,τι απέτυχε το μνημόνιο ως προς την επίτευξη των στόχων που ρητά έθεσε, δεν αμφιβάλει κανένας πια, ούτε οι θερμότεροι και οι ανοητότεροι των υποστηρικτών του. Και επειδή, ως γνωστόν, η επιτυχία έχει πολλούς πρόθυμους πατεράδες, αλλά η αποτυχία κανέναν πρόθυμο να αποδεχθεί την πατρότητα, η κυβέρνηση συγκλονίζεται από το καταλυτικό δίλημμα: Ήταν λάθος η πολιτική ή λάθος η εφαρμογή της; Με άλλα λόγια, φταίει η συνταγή ή ο μάγειρος;
            Νομίζω ότι η αναλογία είναι και ακριβής και χρήσιμη. Διότι η κυβέρνηση (και όχι μόνον) σπαράσσεται κυριολεκτικά από το δίλημμα: Από τη μια οι Χρυσοχοίδης, Διαμαντοπούλου, Λοβέρδος και λοιπές ακραίες νεοφιλελεύθερες φιλοδοξίες, από την άλλη η Κατσέλη – Αρσένη, Ρέππας και Καστανίδης, με τον Βενιζέλο να επιδεικνύει τον αδυναμία του και αντάρτικο να οργανώσει με επιτυχείς ελιγμούς, αλλά ούτε σε τακτικό στρατό να ηγηθεί.
            Οι μεν υποστηρίζουν τη συνταγή και ρίχνουν το βάρος στην εκτέλεση: οι πατάτες παράβρασαν, το ψητό βγήκε ωμό, η σάλτσα έκοψε, ο μάγειρας-Παπακωνσταντίνου τα έκανε μαντάρα, αλλά φταίνε και τα υλικά και τα σκεύη: η κουζίνα δεν κάνει σωστή θερμοκρασία, το ψυγείο τα μαράγκιασε, η μελιτζάνες πικρές και οι ντομάτες νερουλές: φταίει η δημόσια διοίκηση, φταίει η αντιπολίτευση που τυπικά υπάρχει και δεν έχει πλήρως συνθηκολογήσει, φταίνε αυτοί που τους ψήφισαν και έδωσαν πολιτική οντότητα σ' αυτές τις διαπρεπείς προσωπικότητες της επιστήμης και του επαγγέλματος (στις συντεχνίες αναφέρονται – σ’ αυτό μάλλον θα συμφωνήσω), και, κυρίως, η «ηγεμονία της αριστεράς». Μάλιστα. Η παροιμία λέει εύγλωττα «της κοντής ψωλής της φταίνε οι τρίχες» και από τρίχες, άλλο τίποτα.
            Βεβαίως, η πλέον απολαυστική εξ όλων αυτών είναι η Πανορίτη. Γι’ αυτήν φταίει απλώς το στομάχι του πελάτη, του ελληνικού λαού, δηλαδή. Σε πέντε-επτά χρόνια θα αποδώσουν τα μέτρα, είπε σοβαρά και παγκοσμιοτραπεζικά, δηλαδή θα συνηθίσετε στην αηδία που σας ταϊζουμε, εκτός και αν προλάβετε και πεθάνετε, σα το γαϊδούρι του Χότζα, μόνο που στη λογοκριμένη ιστορία που μας παρεδόθη έχει παραληφθεί η σκηνή που ο έξαλλος από την αναγκαστική δίαιτα και ημιθανής γάιδαρος πρόλαβε να στείλει στον αγύριστο τον οικονόμο αφέντη του με κλωτσιά αντάξια 5 εκατομμυρίων ευρώ στο χρηματιστήριο της κλωτσοπατινάδας. Υψηλή πολιτική στον μαυροπίνακα και στου κασίδη την κεφάλα.
            Φταίει ο μάγειρος, φταίει ο εξοπλισμός, φταίνε τα υλικά, φταίει και ο πελάτης που πληρώνει, αλλά δεν τρώει. Πάει καλά.
            Το άλλο μέτωπο τώρα: Φταίει η συνταγή, σιγοψιθυρίζουν. Καλοί κι αυτοί. Όταν τους λέγαμε ότι η συνταγή είναι μάπα, αυτοί δήλωναν την εμπιστοσύνη τους στο μάγειρο και τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού και ανέλαβαν ασμένως τη λάντζα. Τώρα οι άλλοι τους κατηγορούν ότι δεν ξεπλένουν επαρκώς και με την απαιτούμενη ταχύτητα.
            Βεβαίως, σιγοψιθυρίζουν. Φοβούνται μήπως και ταράξουν το θεόσταλτο στις συνεχείς μεταπτώσεις που χαρακτηρίζουν τις απανταχού θεότητες: από τον τρόμο στη νιρβάνα, χωρίς ενδιάμεσο στάδιο.
            Κάθε «μαγαζί» μπορεί να έχει την κουζίνα που του αξίζει. Και αν η πελατεία δεν γουστάρει, πάει πιο κάτω: Και ο κάθε αποτυχημένος μάγειρος μπορεί να αισθάνεται περήφανος: Στο κάτω-κάτω δε μαγειρεύει για μας, αλλά για τους πέντε-δέκα φίλους του. Μόνο μη μας ζητήσει να πληρώσουμε το λογαριασμό.

ΔΥΟ, ΤΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΜΑΘΑ ΑΠΟ ΕΚΕΙΝΟΝ


Γνώρισα τον Άγγελο Ελεφάντη γύρω στα 1980. Θυμάμαι τη μορφή του πάνω από τη μονταζιέρα του ΠΟΛΙΤΗ να με κοιτά διερευνητικά πάνω από τα γυαλιά που καθόντουσαν χαμηλά στη μύτη. Με κάποια διαλείμματα παρακολούθησα την περιπέτεια ως το 1994 περίπου. Και έμαθα εκεί πράγματα που κανένα πανεπιστήμιο δεν προσφέρει. Πολλά, πάρα πολλά, αλλά θα αρκεσθώ να σας πω σήμερα μόνο δύο ή τρία.
            Το πρώτο πράγμα που έμαθα και προσπάθησα έκτοτε να εφαρμόσω – άλλοτε επιτυχώς και συχνά με πλήρη αποτυχία – ήταν μια ρητή εντολή – παραίνεση: Όταν γράφεις να έχεις πάντα στο μυαλό σου τον αναγνώστη. Να έχουμε πάντα τον αναγνώστη στο μυαλό μας όταν γράφουμε. Δηλαδή να μπούμε σ’ ένα κρυφό διάλογο μαζί του, να προλάβουμε τις απορίες και ενστάσεις του, να δούμε, ακόμα, και τις γκριμάτσες και τα χαμόγελα, να διατυπώσουμε τις απόψεις μας απλά και εύληπτα. Μ’ αυτό τον τρόπο να αποκαλύψουμε στον αναγνώστη τη σκέψη μας τη μύχια, τους κρυφούς συλλογισμούς. Να καταστούμε διάφανοι στα μάτια και στο μυαλό του άλλου, δηλαδή στα μάτια και στο μυαλό το δικό μας.
Το γράψιμο του Άγγελου ήταν πάντα έτσι. Ένας ζωντανός διάλογος με έναν πραγματικό ή φανταστικό συνομιλητή, γι’ αυτό επιθετικός και αγαπησιάρικος ταυτόχρονα, δομημένος με αυστηρότητα, σαν να απαντούσε σε διατυπωμένα αντεπιχειρήματα. Αλλά και προσιτός, απλός και κατανοητός, χωρίς να καταφεύγει σε εντυπωσιασμούς και φτηνά κόλπα. Λόγος τετράγωνος και οξύς, διεισδυτικός, όπως αρμόζει σε ισότιμους συνομιλητές. Λόγος αποκαλυπτικός του ίδιου του Άγγελου, μια διαρκής και σε βάθος εξομολόγηση.
            Το δεύτερο πράγμα που έμαθα ήταν ότι δεν υπάρχουν μικρά και μεγάλα πράγματα, μικρά και μεγάλα γεγονότα. Ο σχολιασμός της οικονομικής πολιτικής ή ενός βαρυσήμαντου λόγου του πρωθυπουργού ή άλλου πολιτικού ηγέτη είχε την ίδια σημασία με εκείνον για ένα απλό γεγονός της καθημερινότητας, μια σύντομη είδηση, μια φράση, αρκεί να είχε ο σχολιαστής την ικανότητα να δει πίσω από την επιφάνεια το κρυμμένο υπόβαθρο, τις κοινωνικές παραμέτρους, διαστάσεις και αναφορές, την ιστορικότητά του κοντολογίς. Δείγμα τρανό το αφήγημα «Η Ιστορία του Παππού μου» που μας διηγήθηκε ένα μεσημέρι στον Τσάρο σαν παραμύθι καθηλωτικό με το μοναδικό τρόπο που είχε να αφηγείται. Μετά από χρόνια το παραμυθένιο αφήγημα έγινε ιστορική πραγματεία για ανθρώπους, τόπους και καταστάσεις. Το απλό γεγονός απόκτησε ρίζες και κλαδιά, περιέλαβε ολόκληρες εποχές, το ανέκδοτο έγινε ιστορία.
            Το τρίτο πράγμα που έμαθα και το οποίο συνδέεται απόλυτα με το προηγούμενο είναι η πολεμική ιαχή του Άγγελου: «Βουρ στο εποικοδόμημα». Ο χώρος της ιδεολογίας, οι ιδεολογικοί μηχανισμοί, οι ιδεολογικές διεργασίες, τα ελάχιστα με τις σοβαρές συνέπειες, τα μικρά που αποκαλύπτουν τα μεγάλα, δεν ήταν μόνο το προνομιακό πεδίο του αγώνα ενός πολύπτυχου διανοούμενου. Αποτελούσε για τον Άγγελο το στρατηγικό πεδίο αντιπαράθεσης, το πεδίο στο οποίο όφειλε η αριστερά να αναμετρηθεί και να συγκροτηθεί μέσα από αυτήν την αναμέτρηση. Το πεδίο που το διατήρησε, όσο μπορούσε, ως το τέλος ανοικτό.
            Αυτά κέρδισα από τον Άγγελο. Μια οπτική διαφορετική από αυτή που είχα πριν το γνωρίσω, ένα διαφορετικό τρόπο να βλέπω τα πράγματα, να τα αναγνωρίζω, να τα ανιχνεύω και να τα εκφράζω. Και αυτό είναι για μένα μια μόνιμη οφειλή.      

Δευτέρα, 23 Μαΐου 2011

ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Το κείμενο που ακολουθεί έτυχε της τιμής να δημοσιευτεί δύο φορές στον ΠΟΛΙΤΗ. Πρώτα σε συνέχειες στον Δεκαπενθήμερο Πολίτη (τ. 53 και 54 το 1985) και μετά στον Πολίτη (τ. 75.(3) το 1987).
Όπως κάθε κείμενο, έχει το δική του ιστορία.
Το 1984 η αμφισβήτηση του Γιάννη Μπανιά στη θέση του Γραμματέα του ΚΚΕεσ., και, κυρίως, της πολιτικής στροφής που επιχειρούσε η πλειοψηφία του κόμματος μετά τις ολέθριες επιλογές της περιόδου 1973-81, οδηγούσαν στη σύγκληση συνεδρίου. Το συνέδριο ορίσθηκε, αλλά ακυρώθηκε. Λάθος μεγάλο, που το πλήρωσε όλη η αριστερά, αλλά δεν είναι το θέμα μας αυτό.
Εν όψει του συνεδρίου, οι αριστεροί του ΚΚΕεσ αποφασίσαμε να επεξεργασθούμε πολιτική πρόταση που να συνιστά μια μεγάλη τομή στα μέχρι τότε. Οι αγαπημένοι σύντροφοι Θανάσης Αθανασίου, Παύλος Κλαυδιανός και ο υποφαινόμενος αναλάβαμε να ετοιμάσουμε κάτι για τα οικονομικά. Ετοίμασα ένα σχέδιο, αυτό πιο κάτω, αλλά δεν προχώρησε η συζήτηση, μιας και το συνέδριο ακυρώθηκε.
Αυτό δημοσιεύτηκε τότε στον ΠΟΛΙΤΗ. Μερικές αλλαγές έγιναν αργότερα, το 1992, κυρίως βγήκαν ορισμένα τμήματα, έγιναν μερικές μικρές φραστικές επεμβάσεις και εμφανίστηκε η βιβλιογραφία.
Έγραφα τότε σ' ένα σημείο που δεν θα το δείτε εδώ:
"Η Αριστερά είναι Αριστερά όχι επειδή νοιάζεται να βγάλει την 'κοινωνία' χωρίς αμυχές από την κρίση της, αλλά ακριβώς επειδή αποβλέπει στο μετασχηματισμό των κοινωνικών δομών. Δεν προτίθεται συνεπώς να δώσει συνταγές οικονομικής πολιτικής. Προτίθεται να αλλάξει την κοινωνία".
Ρομαντισμοί μιας νεότητας, θα πούνε κάποιοι. Πιθανόν. Ανεξάρτητα τούτου, υποστηρίζω ότι η διάγνωση της κρίσης, στις γενικές τουλάχιστον γραμμές, που επιχειρήθηκε τότε, ήταν ορθή. Και η διάγνωση ήταν ότι το παλιό πέθαινε, γιατί ήταν θνησιγενές, ενώ το νέο δεν είχε γεννηθεί, και σ' αυτό η ευθύνη της Αριστεράς ήταν τεράστια.
Σχεδόν 30 χρόνια μετά, έχουμε βιώσει τις αλλεπάλληλες προσπάθειες για την αναβίωση του παλιού. Τη μία γενιά των εξαρτημένων από το κράτος "επιχειρηματιών" τη διαδέχθηκε μια άλλη και μια άλλη. Από τους κρατικοδίαιτους βιομήχανους, στους κρατικοδίαιτους προμηθευτές, κατασκευαστές, καναλάρχες. Μια συνεχής αιμορραγία, μια σπατάλη πόρων, ανθρώπων, προοπτικών. Και μια αριστερά, τμήμα της οποίας εξακολουθεί να διακατέχεται, με το σύνδρομο του εμφυλίου, την ανάγκη αναγνώρισης από τον αντίπαλο, φοβισμένη και αυτοαναιρούμενη.
Όταν σήμερα διαβάζω σε "έγκριτες" εφημερίδες από "έγκριτους" αναλυτές για τη μεταπολιτευτική ηγεμονία της αριστεράς, δεν ξέρω αν πρέπει να γελάσω ή να κλάψω. Απλώς να πω ότι αν η αριστερά ήταν ηγεμονική στη μεταπολίτευση, η "ηγεμονία" που πρεσβεύουν είναι η επιστροφή στο κράτος του εμφύλιου, το κράτος των μαυραγοριτών και των δοσιλόγων. Γιατί αυτό είναι το πρότυπο επιχειρηματικής δραστηριότητας που γνωρίζουν, το μόνο που καταλαβαίνουν, το μόνο που προωθούν.
Αυτά, ως επικαιροποίηση. Κατά τα άλλα δεν αλλάζω τίποτα απ' όσα γράφτηκαν τότε. Και ελπίζω, εσύ, ο προσεκτικός αναγνώστης, να συμφωνήσεις μαζί μου.
 
http://dl.dropbox.com/u/16235601/%CE%94%CE%9F%CE%9A%CE%99%CE%9C%CE%99%CE%9F%20%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%97%CE%9D%20%CE%9A%CE%A1%CE%99%CE%A3%CE%97.pdf