Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

Προσαρμογή και Αντίσταση: Οι Νεανικές Υποκουλτούρες (Απόσπασμα από ένα βιβλίο που καρκινοβατεί)

Οι θεωρίες του εκκοινωνισμού που παρουσιάσαμε πιο πάνω (οι διάφορες εκδοχές του διμοσμού) αντιλαμβάνονται τη μετάβαση από το εκπαιδευτικό σύστημα ως μια διαδικασία διαφοροποιημένης ομοιομορφίας. Η διαφοροποίηση ήταν αποτέλεσμα του εκπαιδευτικού συστήματος και της οικογένειας. Η αντίδραση των νέων, ο τρόπος πρόσληψης των γνώσεων, στάσεων, συμπεριφορών, γλωσσικών κωδίκων κλπ., από τα αντικείμενα της ιδεολογικής «εγχάραξης» που μέσω αυτής μετατρέπονται σε υποκείμενα, δεν αποτέλεσε ιδιαίτερο θέμα εξέτασης.
            Θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι, τουλάχιστον οι προσεγγίσεις του Althusser και των συνεργατών – μαθητών του άφηναν ένα περιθώριο εναλλακτικών εκβάσεων. Έχοντας ορίσει το εκπαιδευτικό σύστημα ως κρατικό ιδεολογικό μηχανισμό και έχοντας υποστηρίξει ότι η ταξική διαμάχη δεν περιορίζεται μόνο στα πλαίσια της οικονομικής δομής, αλλά διαπερνά το σύνολο του κοινωνικού σχηματισμού, η σχολή αυτή επέτρεψε, θεωρητικά τουλάχιστον, την πιθανότητα σημαντικών ρήξεων, που θα έθεταν σε αμφισβήτηση τη συμβολή του εκπαιδευτικού συστήματος στη διαδικασία της κοινωνικής αναπαραγωγής. Μια τέτοια δυνατότητα αναγνωρίζεται ρητά από τον Ν. Πουλαντζά, ιδιαίτερα στο τελευταίο βιβλίο του[1]. Σε κάθε περίπτωση αυτή η αναγνώριση δεν έφθανε για να περιλάβει τις πρακτικές μορφές αντίδρασης των νέων στις διαδικασίες εκκοινωνισμού. Τα υποδείγματα κοινωνικής αναπαραγωγής «επικεντρώθηκαν περισσότερο στην υποταγή των νέων στις κυρίαρχες δομές παρά στις αντίδραση των νέων»[2].
            Εμπειρικές έρευνες[3] στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στη δεκαετία του 1980 έδειξαν ότι οι νέοι ανέπτυσσαν αμυντικούς μηχανισμούς στις διαδικασίες εκκοινωνισμού, είτε απορρίπτοντάς τες είτε τροποποιώντας και προσαρμόζοντάς τες, ώστε να περιλάβουν και τις ατομικές τους επιδιώξεις (accommodation).
            Κατά παράδοξο τρόπο, το πρόβλημα δεν συνδέθηκε με τη δραματική επιδείνωση της θέσης των νέων στην αγορά εργασίας, αλλά με την εμφάνιση πολιτιστικών προτύπων και ποικίλων μορφών νεανικής υπο-κουλτούρας. Ο P. Willis[4] επεσήμανε ότι η αντίθεση των νέων, που προέρχονταν από την εργατική τάξη και τους οποίους παρακολούθησε στην έρευνά του, βασίστηκε σε μια κουλτούρα που απόρριπτε το σχολικό σύστημα και περιλάμβανε «αντίθεση στην εξουσία και απόρριψη των συμμαθητών τους που έδειχναν προσαρμογή»[5]. Περαιτέρω εντόπισε στοιχεία ρατσισμού και σεξισμού, τα οποία θεώρησε ως προερχόμενα από τις εργατικές γειτονιές και τους χώρους εργασίας.
            Το βασικό επιχείρημα – συμπέρασμα του Willis ήταν ότι οι νέοι δεν «ωθούνται» σε θέσεις εργασίας που δεν επιθυμούν, αλλά χρησιμοποιούν στοιχεία της κουλτούρας που αναπτύσσουν για να διαμορφώσουν τις ειδικές συνθήκες κοινωνικής ένταξης. Η κουλτούρα κατά της εκπαίδευσης ουσιαστικά συνεπάγεται την πρόωρη διακοπή των σπουδών – δηλαδή, αυτό που θα θεωρούσαν οι εκπρόσωποι της οπτικής του εκκοινωνισμού ως «αποτυχία». Οι προοπτικές για την αγορά εργασίας των νέων αυτών ήταν προκαθορισμένες: ανειδίκευτη εργασία και ανεργία. Η ανάλυση του Willis, αντί να αντικρούει τα συμπεράσματα των αναλύσεων της κοινωνικής αναπαραγωγής, υποδείκνυε την ύπαρξη επιμέρους μηχανισμών ενδοταξικών διαφοροποιήσεων. Ωστόσο, εισήγαγε στη συζήτηση για τη μετάβαση από το σχολείο στην αγορά εργασίας την έννοια της κουλτούρας των νέων και τις πρακτικές αντίθεσης και προσαρμογής στις κεντρικές διαδικασίες εκκοινωνισμού.
Παρά το γεγονός ότι τα συμπεράσματα του Willis επικρίθηκαν, ιδιαίτερα για τη σύνδεση που δημιούργησε μεταξύ στοιχείων ρατσιστικής και σεξιστικής ιδεολογίας και του άμεσου κοινωνικού περιβάλλοντος των νέων, η μεθοδολογική του προσέγγιση και ο τρόπος ανάλυσης (η ανίχνευση αντιστάσεων και προσαρμογών στις κύριες διαδικασίες εκκοινωνισμού) ακολουθήθηκαν ευρέως.  
Τα ζητήματα που σχετίζονται με τις νεανικές κουλτούρες απόκτησαν κεντρική θέση στις αναλύσεις για τους νέους, καθώς οι διάφορες μορφές νεανικών υπο-κουλτουρών θεωρήθηκαν ως κομβικές στον καθορισμό της κοινωνικής ταυτότητας των νέων. Είναι, όμως, άξιας παρατήρησης το γεγονός ότι οι «μεγάλοι» δομικοί καθορισμοί, της κοινωνικής τάξης, του φύλου, της φυλής ή της εθνότητας, παρέμειναν ισχυροί, οριοθετώντας το πεδίο εντός του οποίου οι ατομικές επιλογές, οι στρατηγικές και οι επιδιώξεις – φιλοδοξίες μπορούσαν να διατυπωθούν[6].
            Είναι, επίσης, άξιο παρατήρησης ότι, ενώ το ζήτημα της κοινωνικής ταυτότητας των νέων προσεγγίσθηκε μέσω της νεανικής υπο-κουλτούρας, δηλαδή της οργάνωσης πολιτισμικών προτύπων, αξιακών συστημάτων, στάσεων ζωής, τρόπου συμπεριφοράς, μουσικών προτιμήσεων και τρόπου ενδυμασίας σε ομάδες νέων, οι νεανικές υποκουλτούρες δεν θεωρήθηκαν ότι αποτελούσαν την οργάνωση μιας, προσωρινής ή μονιμότερης, διαδικασίας εκκοινωνισμού, διακριτής και συχνά σε απόλυτη αντίθεση με την κυρίαρχη, υπό την επίδραση μηχανισμών διαφορετικών από τους μηχανισμούς της οικογένειας και του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά ως απόδειξη της αποτελεσματικής και αυτόνομης παρουσίας των δρώντων υποκειμένων (agents) και της ελεύθερης επιλογής από αυτά[7].  

ΝΕΑΝΙΚΕΣ ΥΠΟΚΟΥΛΤΟΥΡΕΣ
Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ PUNKS
Η έκδοση του βιβλίου του Willis (1977) συνέπεσε με την εξάπλωση της punk νεανικής κουλτούρας. Αν τα κινήματα των νέων στο τέλος της δεκαετίας του 1960 αμφισβητούσαν την ικανότητα του κράτους πρόνοιας να εξασφαλίσει κοινωνική ισότητα και επιζητούσαν τη δομική μεταβολή της κοινωνίας, με την υιοθέτηση νέων αξιών και μέσω του μαζικού κινήματος, το κίνημα των punks (=αλήτες) χαρακτηρίζεται από μηδενισμό, άρνηση κάθε εξουσίας και μια κουλτούρα ατομικής αυτάρκειας (do it yourself). Αν τα αιτήματα του Μάη του 1968 στη Γαλλία, αλλά και σε πολλές άλλες χώρες, ήταν ευθέως πολιτικά και επιζητούσαν ένα νέο μέλλον για τους νέους, η στάση των punks προκύπτει από τη διαπίστωση της ανυπαρξίας κάθε μέλλοντος:
There is no future in England’s dreaming
Don’t be told what you want, don’t be told what you need
There’s no future no future no future for you
τραγουδούσαν οι Sex Pistols, αντιπροσωπευτικό συγκρότημα των punks, εκφράζοντας την απόγνωση σε μια κοινωνία που η ανεργία αυξανόταν και το μέλλον έχανε τις βεβαιότητες του παρελθόντος.
Η απόγνωση στους punks συνοδευόταν από την επιθετικότητα και τάσεις αυτοκαταστροφής. Στο ίδιο τραγούδι καταλύονται οι ηθικές δεσμεύσεις  

            Όταν δεν υπάρχει μέλλον, πώς μπορεί να υπάρχει αμαρτία
            Είμαστε τα λουλούδια στον σκουπιδοτενεκέ
            Είμαστε το δηλητήριο στην ανθρώπινη μηχανή 
            Είμαστε το μέλλον, το δικό σου μέλλον
‘Η πάλι στο τραγούδι των Pogues “Dirty Old Town”

            Θα φτιάξω μόνος μου ένα καλό κοφτερό τσεκούρι
            Από λαμπερό ατσάλι δοκιμασμένο στη φωτιά
            Θα σε πελεκίσω σα γέρικο νεκρό δέντρο
            Βρωμιάρα γριά πόλη

Μπορεί εύκολα να διακριθεί η διαφορά από το ειρηνιστικό «Imagine» του John Lennon, το «Revolution» των Beatles, ή την κριτική στην οργάνωση του εκκοινωνισμού από τον Lennon πάλι στο «Working Class Hero»
.
Η ιδεολογία των punks ήταν στον κύριο κορμό της αντι-καπιταλιστική, κατά των φυλετικών διακρίσεων, υπέρ της ισότητας των φύλων και με τόνους οικολογικής συνείδησης. Ωστόσο, υπήρξαν ομάδες punks με νέο-ναζιστική ιδεολογία. Η ενδυματολογική μόδα των punks, με τα φθαρμένα ρούχα, τις παραμάνες και τα σκισίματα, υποδήλωνε τον αντι-καταναλωτισμό, αλλά και τις «χαρακιές» που επέφερε η κοινωνία στο σώμα των νέων.
Η ανίχνευση της ιδεολογίας των νεανικών κινημάτων στη μουσική, στους ρυθμούς, τον τρόπο παιξίματος και στους στίχους δεν πρέπει να ξαφνιάζει. Τα νεανικά κινήματα ή οι νεανικές ομάδες μεταπολεμικά ορίσθηκαν σε σχέση με μουσικά ιδιώματα και γι’ αυτό έγιναν ευάλωτες στην εμπορευματοποίηση που επέβαλε η πολιτιστική βιομηχανία.





[1]               Ν. Πουλαντζάς, Το Κράτος, η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός, 1982, Θεμέλιο.
[2]               C. Wallace, “Social Reproduction and School Leavers: A Longitudinal Perspective” στο K. Hurrelmamm and U. Engel, (eds), The Social World of Adolescents: International Perspectives, 1989, Walter de Gruyter. Αναφέρεται από τον P. Rudd, op. cit., σ. 260.
[3]               Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι έρευνες πεδίου που έχουν γίνει περιλαμβάνουν εξαιρετικά μικρά σε αριθμό δείγματα νέων. Δες P. Rudd, op. cit., σ. 260 κ.ε.
[4]               P. Willis, Learning to Labour: How Working Class Kids get Working Class Jobs, 1977, Grower.
[5]               P. Rudd, op. cit., σ. 260.
[6]               Παρέβαλε και τη θεωρία της structuration του A. Giddens. Δες επίσης G. Jones and C. Wallace, Youth, Family and Citizenship, 1992, Open University Press, και K. Roberts, Youth and Employment in Modern Britain, 1995, Oxford Un. Press.
[7]               Η ανάγνωση που επιχειρεί ο Rudd είναι χαρακτηριστική. Η διαμάχη μεταξύ εκείνων που ερμηνεύουν τα κοινωνικά φαινόμενα με αναφορά στις κοινωνικές δομές (structuralism) και εκείνων που πρεσβεύουν την αυτόνομη δράση των υποκειμένων είναι παλαιά στις κοινωνικές επιστήμες.

Πέμπτη, 25 Νοεμβρίου 2010

ΜΠΟΛΙΒΑΡ - ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ (ΓΙΑΤΙ ΧΡΕΙΑΖΟΜΑΣΤΕ ΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ)



Για τους μεγάλους, για τους ελεύθερους,
για τους γενναίους, τους δυνατούς,
Αρμόζουν τα λόγια τα μεγάλα, τα ελεύθερα,
τα γενναία, τα δυνατά,
Γι’ αυτούς η απόλυτη υποταγή κάθε στοιχείου, η σιγή,
γι’ αυτούς τα δάκρυα, γι’ αυτούς οι φάροι,
κι οι κλάδοι ελιάς, και τα φανάρια
Όπου χοροπηδούνε με το λίκνισμα των καραβιών και
γράφουνε στους σκοτεινούς ορίζοντες των λιμανιών,
Γι’ αυτούς είναι τ’ άδεια βαρέλια που σωριαστήκανε στο
πιο στενό, πάλι του λιμανιού, σοκάκι,
Γι’ αυτούς οι κουλούρες τ’ άσπρα σκοινιά, κι οι αλυσίδες,
οι άγκυρες, τ’ άλλα μανόμετρα,
Μέσα στην εκνευριστικιάν οσμή του πετρελαίου,
Για ν’ αρματώσουνε καράβι, ν’ ανοιχτούν, να φύγουνε,
Όμοιοι με τραμ που ξεκινάει, άδειο κι ολόφωτο μέσ’ στη
νυχτερινή γαλήνη των μπαχτσέδων,
Μ’ ένα σκοπό του ταξειδιού: προς τ’ άστρα.

Τετάρτη, 24 Νοεμβρίου 2010

ΟΙ ΕΠΙΦΥΛΑΞΕΙΣ ΜΟΥ ΓΙΑ ΤΟ ΗΘΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ ΤΟΥ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΟΥ ΑΝΕΚΔΟΤΟΥ

Πρώτον, η παγίδευση των κακών συναισθημάτων και της ανασφάλειας (λύκος και αλεπού) δεν θα μπορούσε να γίνει, αν ο τίτλος της διατριβής δεν ήταν "πιασάρικος".

Δεύτερον, ακόμα και αν ο τίτλος ήταν "πιασάρικος", η παγίδευση δεν θα είχε επιτυχία, αν ο/η υποψήφιος/α διδάκτορας δεν διατηρούσε τη ψυχραιμία του/ης και δεν ασκούσε στο μέγιστο τις ικανότητες πειθούς (περιεχόμενο διατριβής)

Τρίτο, τα αποτελέσματα της έρευνας αποδεικνύονται παραχρήμα ικανοποιητικά, γιατί εν τέλει η υπόθεση εργασίας επιβεβαιώνεται (το κουνέλι αποδεικνύεται ανώτερο από το λύκο και την αλεπού.  

Τέταρτο, να μην πιστέψει κανείς ότι αρκεί ένας ικανοποιητικός επιβλέπων καθηγητής για να κάνει ένα καλό διδακτορικό. Η Ράνια δούλεψε σκληρά και σε δύσκολες προσωπικές της στιγμές.

ΑΝΕΚΔΟΤΟΝ - ΜΕΡΙΚΩΣ ΜΟΝΟΝ ΑΛΗΘΕΣ ΩΣ ΠΡΟΣ ΤΟ ΗΘΙΚΟ ΔΙΔΑΓΜΑ

ΤΟ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΕΙΝΑΙ ΠΡΟΣΦΟΡΑ ΤΗΣ ΡΑΝΙΑΣ
Είναι ένα κουνελάκι που χαίρεται τη ζωή του, έχει βγει έξω να ξεκουραστεί και όπως δεν πρόσεξε, πλησιάζει μια αλεπού και του ορμάει.
- Χα χα χα! Θα γίνεις ωραίο γεύμα!
- Δεν γίνεται να με φας! Όχι τώρα! Πρέπει να περιμένεις μερικές μέρες τουλάχιστον!
- Καλά, είσαι σοβαρός; Τώρα θα σε φάω!
- Μα σε λίγες μέρες τελειώνω τη διατριβή μου με τίτλο "Η Υπεροχή των κουνελιών σε σχέση με τις Αλεπούδες και τους Λύκους"
- Α, δεν πας καλά, όλοι ξέρουν ότι τα κουνέλια δεν έχουν καμία τύχη απέναντι στις αλεπούδες!
- Ε, αν δεν πιστεύεις, έλα στη φωλιά μου να τη διαβάσεις και να πειστείς. Αν δεν πειστείς, να με φας. Πείθεται η αλεπού, πάει στη φωλιά του κουνελιού..... και δεν ξαναβγαίνει ποτέ... Επαναλαμβάνεται το ίδιο σκηνικό, μόνο που ο κυνηγός αυτή τη φορά
είναι ένας λύκος που καταφέρνει και στριμώχνει εύκολα το κουνέλι σε μια γωνιά (Οξιάς και Πλατάνου γωνία, στο άνω Δάσος).
- Μμμμ, τι ζουμερό μεσημεριανό είσαι εσύ!
- Κάτσε, περίμενε, δεν μπορείς να με φας! Περίμενε μερικές μέρες!
- Πως δεν πρέπει να σε φάω; Φαίνεσαι πειραγμένος στο κεφάλι! Με δουλεύεις;
- Όχι, σε μερικές μέρες τελειώνω τη διατριβή μου  "Η Υπεροχή των κουνελιών σε σχέση με τις Αλεπούδες και τους Λύκους" και είναι κρίμα!
- Μα καλά, υπάρχουν εκτός από τρελές αγελάδες και τρελά κουνέλια; Ετοιμάσου, σου 'ρχομαι!
- Περίμενε! Περίμενε! Αν δε με πιστεύεις, έλα στη φωλιά μου να τη διαβάσεις και να πειστείς. Αν δεν πειστείς, να με φας.  Όπως και οι πιο μικροί μας φίλοι έχουν καταλάβει τι θα γίνει παρακάτω, πάνε στη φωλιά του κουνελιού μπαίνουν μέσα και πάει ο λύκος, δεν ξαναβγήκε ποτέ...
Σε κάποια άλλη χαζοχαρούμενη στιγμή του κουνελιού, περνάει μια φίλη του κουνέλα
- Τι νέα; Φαίνεσαι χαρούμενος!
- Καλά μωρέ, τέλειωσα τη διατριβή μου και ξελασκάρισα λίγο. Ήταν πολύ επιτυχημένη!
- Μπράβο! Τι θέμα είχε;
- «Η Υπεροχή των Κουνελιών σε σχέση με τις Αλεπούδες και τους Λύκους»!
- Εεεχμμμ.... είσαι σίγουρος;  Δεν μου ακούγεται πολύ σωστό αυτό!
- Ναι σου λέω! Αν θες έλα να τη διαβάσεις!  Πηγαίνουν στη φωλιά του κουνελιού, κατεβαίνουν, ήταν λίγο ακατάστατα βέβαια, αλλά ήταν μια γεμάτη εβδομάδα με την παρουσίαση κι όλα αυτά, οπότε κατά σειρά εμφανίσεως βλέπει η κουνέλα ένα κρεβάτι άνω-κάτω, έναν υπολογιστή ταλαιπωρημένο, χαρτιά παντού, ένα σωρό από κοκάλα αλεπούς, ένα σωρό από κόκαλα λύκου και ένα θεόρατο χορτασμένο λιοντάρι!
Ηθικόν Δίδαγμα της ιστορίας - Ο τίτλος του Διδακτορικού σου δεν έχει σημασία.
- Το αντικείμενο του Διδακτορικού σου δεν έχει σημασία.
- Τα αποτελέσματα της έρευνας του Διδακτορικού σου δεν έχουν σημασία.
- Αυτό που έχει σημασία είναι ο Επιβλέπων Καθηγητής...

Τετάρτη, 17 Νοεμβρίου 2010

ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ 2002 - ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΑ

ΔΙΑΣΗΜΟΣ ΚΑΙ ΠΕΝΗΝΤΑΡΗΣ

Το καράβι μου βούλιαξε κοντά στην ακτή αυτή
Πριν από χρόνια πολλά – πόσα δε θυμάμαι ακριβώς.
Ίσως και να βυθίστηκε στο λιμάνι, στον παρθενικό του απόπλου
Και όσα ακολούθησαν κατασκευές να είναι του μυαλού μου
Φαντάσματα της σκέψης μου, εφιάλτες του ύπνου
Που μέσα τον αξύπνητος ανασαίνω.
Επιθυμίες μιας άλλης ηλικίας, παραμύθια που κάπου άκουσα
Σα ζωές άλλων, μα τίποτα δικό μου.

Τον φρικτό το γίγαντα που σκότωσε τους συντρόφους μου
Ίσως ποτέ να μην τον τύφλωσα,
να μην τον παράδωσα ποτέ περίγελο στους ομοίους του
Αν και τη βρωμερή αποφορά του ακόμα και τούτη τη στιγμή
Στο σβέρκο μου αισθάνομαι.

Τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη, τα θέλω και τα πρέπει μου,
Ποτέ δε νίκησα και από το στενό τους ακέραιος δεν πέρασα.
Παρά έξω, στ’ ανοικτά αρμένιζα,
κύκλους κάνοντας στην ασφάλεια της απόστασης,
Θάρρος μαζεύοντας σε τρύπιους ασκούς.
Πάντα λειψό το ‘βρισκα τα στοιχειά για να παλέψω.
Αφέθηκα στον άνεμο και στα ρεύματα να διαλέξουν εκείνα την πορεία.

Τα θέλγητρα της Κίρκης και της Καλυψώς;
- Ονειροφαντασίες μήπως; -
Με ‘ζωναν όταν ο ύπνος τα βλέφαρά μου έκλεινε βαριά
Κι ο πόθος με κυρίευε για να κάνει το ξύπνημά μου ανυπόφορο
Τη μοναξιά μου πιο μοναχική.
Τ’ αγκαλιάσματά μας στις θαλασσινές σπηλιές και στα μαγικά παλάτια
Τα χάιδια τα ηδονικά και οι αναστεναγμοί τους
Κατέληγαν αλάθευτα σε γοερό πρωινό θρήνο
Που μόνος μου τον άκουγα να ηχεί στα σωθικά μου.

Εχθρούς πολλούς ενίκησα, τους Τρώες και τον Ποσειδώνα,
Τους ίδιους τους συντρόφους μου, τους χειρότερους απ’ όλους
Με τεχνάσματα περίτεχνα και λόγια φλογερά παγίδεψα 
– ή έτσι μου φάνηκε μόνο;
Κι αν τους νίκησα γιατί δεν τολμώ στα μάτια να κοιτάξω,
λες και η καταφρόνια τους
σκληρότερη από το δόρυ που το στέρνο τους τσάκισε,
πικρότερη από τη θάλασσα που τους κρατά στα βάθη. …
Γιατί σαν τους συναντώ τρέμω μη μου ζητήσουν
Το τρόπαιο να δείξω που μαζί κερδίσαμε, με το δικό τους αίμα,
Μόνο που αντάλλαξα τη δάφνη του με φήμη, πλούτη και δικαίωμα
Στο πρυτανείο να σιτίζομαι  

Δεν ξέρω τι έζησα και τι όχι.
Μοιάζουν όλα, αλήθειες και ψέματα, ένα:
Η πραγματικότητα ίδια με το όνειρο, η δειλία και η αντρεία απαράλλακτες,
η σοφία και η μωρία σιαμαίες αδελφές.
Το ίδιο μοιάζει η περηφάνια με τη χαμέρπεια,
Τα αντίθετα ενώνονται
Και το λογικό μου παραλογίζεται.

Ίσως γιατί η μόνη μου διαδρομή ήταν εκεί στο Νότο
Και το μόνο μου κατόρθωμα ήταν που γεύτηκα τον καρπό,
γρήγορα τον εντόπισα στο δέντρο του αφύλακτο
– ή μήπως εσκεμμένα ήταν έτσι;
Τον καρπό τον γλυκό
Που θολώνει την κρίση, εξασθενίζει τη μνήμη, γαληνεύει την οργή,
Αμβλύνει τη συνείδηση, επιτήδεια ιδιοποιήθηκα,
αόρατος μπροστά σε όλους
Χωρίς ντροπή.
Επίπλαστος και πλαστικός βρέθηκα στο κανάλι αυτό
– δεν ξέρω πώς, αλλά κόπιασα πολύ
την επεξεργασμένη εικόνα μου να δω πολλαπλασιασμένη στην οθόνη -
Διηγούμενος ποιος ξέρει τίνος άθλους,
μοιράζοντας απλόχερα ψιχία του καρπού της λήθης,
διακονευτής και διακονιάρης
της αιώνιας ανίας της στιγμής αυτών που κολακεύω
ενώ βαθιά περιφρονώ,
διατηρώντας μύχια τον καθωσπρεπισμό μου
και τη ξεθωριασμένη ανάμνηση του άλλου εαυτού μου. 

Τετάρτη, 10 Νοεμβρίου 2010

ΜΙΑ ΧΑΡΑ ΘΑ ΜΑΣ ΤΑ ΠΕΙ Ο ΑΝΤΟΡΝΟ

«Πόσο άρρωστα όμως δείχνουν όλα τα γιγνόμενα. Η διαλεκτική σκέψη αντιτίθεται στην εκπραγμάτιση και υπό την έννοια ότι αρνείται να επιβεβαιώσει το επιμέρους στην εκάστοτε απομονωμένη και αποχωρισμένη ύπαρξή του. Ορίζει ακριβώς την απομόνωση ως προϊόν του γενικού. Έτσι δρα ως διορθωτικός παράγων έναντι της μανιακής προσκόλλησης καθώς και έναντι της απουσίας αντίστασης και του κενού του παρανοειδούς πνεύματος, το οποίο πληρώνει την απόλυτη κρίση με την απώλεια της εμπειρίας του πράγματοςMinima Moralia, σ. 146-7.

 Αν θέλει κάποιος να «μεταφράσει» τον Αντόρνο στα καθ’ ημάς, ας μπει στον κόπο να διαβάσει αυτές τις ελάχιστες σελίδες (δύο και τέσσαρες γραμμές για την ακρίβεια) και ας αποφασίσει στη συνέχεια για το τι θα ψηφίσει στον δεύτερο γύρο.
            Εγώ κατάλαβα, και αν κάνω λάθος διορθώστε με, ότι δεν μπορούμε να απομονώνουμε το ειδικό από το γενικό, Το ειδικό – εξαίρεση δεν είναι παρά η επιβεβαίωση του όλου. Δεν μπορούμε να διαχωρίσουμε τον Καμίνη από το ΠΑΣΟΚ, λόγου χάρη. Το ΠΑΣΟΚ από το Σημίτη. Τον Παπανδρέου από το Σημίτη. Το Μνημόνιο από τον Παπανδρέου.
            Μόνο όσοι πάσχουν από μανιακή προσκόλληση, όσοι αρνούνται να αντισταθούν, όσοι μέσα στην κρίση χάνουν την ιστορική μνήμη (την εμπειρία του πράγματος) μπορούν να τεμαχίζουν την αξιολόγηση της πραγματικότητας σε μη συνθέσιμα επιμέρους.
            Μανιακή προσκόλληση: η ρητορεία των «προοδευτικών και δημοκρατικών δυνάμεων» που ρητά διατρέχει την ανακοίνωση της Δημοκρατικής Αριστεράς για το δεύτερο γύρο. Προσκόλληση σε ένα φαντασιακό παρελθόν, καθώς η πραγματικότητα μιας διακυβέρνησης τριών δεκαετιών αδυνατεί να προσπελάσει δογματισμούς και κοινοτυπίες, αγκυλώσεις του νου. Τι σχέση έχει το ΠΑΣΟΚ σήμερα με το ΠΑΣΟΚ της αντιπολίτευσης της δεκαετίας του 1970; Ούτε οι ίδιοι οι ΠΑΣΟΚοι δεν τολμούν τις αναλογίες και τις αναφορές και μόνον η Δημοκρατική Αριστερά απλόχερα έρχεται να τους δώσει τίτλους προοδευτικότητας και να μας εγκαλέσει, εμάς που αρνούμαστε το επιμέρους και αναφερόμαστε με εμμονή στο γενικό, να ψηφίσουμε τους «προοδευτικούς, τους εργατικούς, τους γνώστες», τα καλά παιδιά, για να κάνουν τι;
            Να σταματήσουν την ακροδεξιά και τη Χρυσή Αυγή, μας λένε. Μα αυτοί έφτιαξαν την ακροδεξιά. Το σύστημα ΠΑΣΟΚ δια της αμελείας δημιούργησε τα γκέτο στο κέντρο της Αθήνας, ποντάροντας στα real estate συμφέροντα που καραδοκούν. Το σύστημα ΠΑΣΟΚ καλλιέργησε την απαξία στη δημοκρατία και τη συμμετοχή, μεταχειρίζεται το Σύνταγμα σαν κουρελόχαρτο, υποθηκεύει το παρόν και το μέλλον μας, όλων εμών των κατοίκων αυτής της χώρας, όπως υποθήκευσε και στο παρελθόν. Το σύστημα ΠΑΣΟΚ έφτιαξε και νομιμοποίησε το ΛΑ.Ο.Σ. και τον Καρατζαφέρη, και τον Άδωνη και τη σύζυγό του, το Βορίδη και τον Πλεύρη, μέσα από τη συνεχή παρουσία τους στα δελτία ειδήσεων και στις εκπομπές των διάσημων political correct δημοσιογράφων. Το σύστημα ΠΑΣΟΚ άνοιξε την πόρτα στον λαϊκισμό της άκρας δεξιάς, στον απροκάλυπτο ρατσισμό, στην αυτοδικία των ροπαλοφόρων. Για να μη μιλήσουμε για τη διαφθορά.
            Μας εγκαλούν για να ψηφίσουμε την επιλογή τους, την απουσία αντίστασης. Όταν ο μεγάλος εταίρος χωρίς ενδοιασμό άφησε κατά μέρος τις καλλιγραφίες για την αυτοδιοίκηση και έδωσε δημοψηφισματικό χαρακτήρα στις εκλογές της περασμένης Κυριακής, δεν ακούσαμε τη Δημοκρατική Αριστερά να διαμαρτύρεται. Όταν μόλις το 18% του εκλογικού σώματος στην Περιφέρεια Αττικής υποστήριξε τον υποψήφιο της κυβέρνησης και του Μνημονίου, δεν ακούμε τη Δημοκρατική Αριστερά να μιλάει. Δεν θέλουν να καταλάβουν ότι είναι τμήμα του προβλήματος, ενώ θα έπρεπε να συμβάλουν στη λύση του.
            Ας με εγκαλούν. Εγώ την Κυριακή θα πάω στο εκλογικό τμήμα, θα πάρω τα ψηφοδέλτια και θα γράψω με μεγάλα, καθαρά γράμματα στο λευκό ψηφοδέλτιο: Ενωμένη Αριστερά. Και ζητώ και από σας να κάνετε το ίδιο. Να βγουν χιλιάδες άκυρα ψηφοδέλτια δηλωτικά της ανάγκης για την ανασύνθεση της αριστεράς. Γιατί τα αστεία πρέπει κάποτε να τελειώσουν.    
            Το μόνο παρήγορο είναι ότι επέλεξαν ως τίτλο το Δημοκρατική Αριστερά. Αν έβαζαν και το Ανανεωτική, ε, πολλά ψέματα σε δύο λέξεις.

Πέμπτη, 4 Νοεμβρίου 2010

ΝΑ ΨΗΦΙΣΟΥΜΕ ΑΝΟΙΚΤΗ ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ ΠΟΡΤΑΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

ΝΑ ΨΗΦΙΣΟΥΜΕ ΑΝΟΙΚΤΗ ΠΟΛΗ ΚΑΙ ΕΛΕΝΗ ΠΟΡΤΑΛΙΟΥ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ

ΝΑ ΑΠΟΡΡΙΨΟΥΜΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ SHOCK TREATMENT ΣΕ ΟΛΗ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ


Φτάσαμε, λοιπόν, στο παρά πέντε των εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση. Οι επιλογές, οι στρατηγικές, οι τακτικές κινήσεις έχουν αποτυπωθεί με ακρίβεια πλέον, όπως και οι συμμαχίες, οι συγκρούσεις, οι συμπλεύσεις, τα επίδικα θέματα και τα διλήμματα, αυτής ή της άλλης μορφής.
            Το ΠΑΣΟΚ και η κυβέρνηση Παπανδρέου άλλαξε την τακτική του εδώ και λίγες μέρες, προσδοκώντας «ανάσταση νεκρών», ή, πολιτικότερα, ελαχιστοποίηση των απωλειών. Κίνηση που κρίθηκε ως βεβιασμένη, διλημματική ή και εκβιαστική από τα κόμματα της αντιπολίτευσης. Κατά τη γνώμη μου, η μεταστροφή στην εκλογική τακτική του ΠΑΣΟΚ – ή, ορθότερα, της κυβέρνησης, μιας και η λειτουργία του κόμματος ΠΑΣΟΚ μάλλον μοιάζει με εγκεφαλογράφημα νεκρού, -  ήταν απλώς καθυστερημένη. Και ήταν καθυστερημένη, γιατί ο Καλλικράτης δημιουργεί όλες τις προϋποθέσεις, ώστε να καθίσταται αναγκαία η απόλυτη πολιτική αντιπαράθεση στις εκλογές για την τοπική αυτοδιοίκηση, ακόμα και αν αυτές δεν γίνονταν σε συνθήκες έκτακτης ανάγκης (επ’ αυτού θα επανέλθω σε άλλο σημείωμα) και μνημονίου.
            Και τούτο γιατί οι συνενώσεις όμορων δήμων έχουν επιτείνει ακόμα περισσότερο την απόσταση πολίτη – δημοτικής αρχής. Ήδη υπάρχει μια εγγενής δυσλειτουργία, καθώς στις δημοτικές εκλογές καλούνται να ψηφίσουν οι εγγεγραμμένοι δημότες και όχι οι κάτοικοι ενός δήμου. Καλούνται, δηλαδή, να αποφασίσουν για τις λύσεις των τοπικών προβλημάτων και οι απόντες από την καθημερινή ζωή της τοπικής κοινωνίας, αυτοί που δεν έρχονται αντιμέτωποι με τα αποτελέσματα των πράξεων και των παραλείψεων των τοπικών «αρχόντων». Αυτό, όμως, είναι άλλης ώρας κουβέντα.
            Ο Καλλικράτης, επιτείνοντας τις αποστάσεις και ακυρώνοντας την αμεσότητα του ελέγχου οδηγεί στην πολιτικοποίηση των εκλογών για την τοπική αυτοδιοίκηση, καθώς το πρόσωπο των υποψηφίων, η συμμετοχή τους στη διαχείριση των κοινών, διαχέεται, ξεθωριάζει, διαλύεται, εν τέλει, στην αμορφία του σώματος των εκλογέων. Η πολιτική, με την έννοια της παραδοσιακής κομματικής ταυτότητας, αλλά και με την έννοια πώς αντιλαμβανόμαστε τις ευρύτερες κοινωνικές διεργασίες, καθίσταται ο μόνος παράγοντας αναγνώρισης και ταύτισης ή αποστασιοποίησης μεταξύ πολίτη-εκλογέα και αυτοδιοικητικής αρχής.
            Ταυτόχρονα, ο Καλλικράτης πολιτικοποιεί την αναμέτρηση εξ αιτίας του νέου περιεχομένου που, εξαγγελτικά τουλάχιστον, φαίνεται να αποδίδει στις τοπικές αρχές. Να θυμίσω ότι τομείς κοινωνικών υπηρεσιών, από την εκπαίδευση ως την υγεία, μεταφέρονται στην αρμοδιότητα των τοπικών αρχών. Από μόνη της αυτή η μεταφορά αρμοδιοτήτων μεταφέρει στο επίπεδο της αντιπαράθεσης για την αυτοδιοίκηση κρίσιμους τομείς κοινωνικής σύγκρουσης που προηγουμένως ρυθμίζονταν στο εθνικό επίπεδο. Και αυτό χωρίς να συνυπολογίσουμε την σοβαρή έλλειψη πόρων και την ακόμα μεγαλύτερη περιστολή των οικονομικών της τοπικής αυτοδιοίκησης.
            Η πολιτική αντιπαράθεση, συνεπώς, ήταν αυτονόητη. Μόνον όσοι αντιμετωπίζουν την τοπική αυτοδιοίκηση σε όρους της δεκαετίας του 1970 αδυνατούν να κατανοήσουν την πραγματικότητα και επιφυλάσσουν για τον εαυτό τους τον τίτλο των «λοιπών δημοκρατικών δυνάμεων» ή επί το ελληνικότερο της πολιτικής «τσόντας». Και αν σε άλλες εποχές το άδειασμα γινόταν το βράδυ των εκλογών κατά την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων, σ’ αυτές τις εκλογές το άδειασμα, σαφές, ηχηρό και αναμφισβήτητο, προηγείται. Ας πρόσεχαν.
            Η εκλογική αντιπαράθεση για την τοπική αυτοδιοίκηση προσλαμβάνει έντονα χαρακτηριστικά πολιτικής αντιπαράθεσης, ακόμα και αν δεν υπήρχε μνημόνιο. Όμως, το μνημόνιο υπάρχει και αποτελεί το πεδίο συμπύκνωσης της αντιπαράθεσης. Και εδώ εμφανίζεται η αμφισημία της κυβερνητικής πολιτικής.
            Πρώτον, σε πρώτο επίπεδο η κυβέρνηση, με την τακτική στροφή που επιχειρεί, φαίνεται να επιδιώκει τη νομιμοποίηση της πολιτικής της για την προηγούμενη περίοδο και για όσα σκοτεινά, αλλά ευδιάκριτα, έπονται. Ότι η πολιτική της δεν διαθέτει πολιτική νομιμοποίηση, ότι η συναίνεση των πολιτικών προς την κυβέρνηση στις βουλευτικές εκλογές του 2009 δεν ήταν συναίνεση για τα όσα ακολούθησαν, είναι γεγονός αυτονόητο και κοινά αποδεκτό.
            Δεύτερον, η κυβέρνηση, αναγνωρίζοντας την έλλειψη νομιμοποίησης, αλλά και το ανέφικτο να εξασφαλίσει την κοινωνική συναίνεση στο μνημόνιο, διαχέει στο εκλογικό σώμα δια των από αυτήν υποστηριζόμενων τοπικών «αρχόντων», αλλά και υπουργών, την αντίθεσή της στο μνημόνιο. Η φράση «και εμείς κατά του μνημονίου είμαστε», έχει γίνει η μόνιμη επωδός, προκειμένου να θολώσουν τα νερά και η όποια συζήτηση να τελειώσει πριν αρχίσει. Μόνο που αυτή η δήλωση δημιουργεί εύλογα ερωτήματα του τύπου «τότε γιατί το οργανώσατε, γιατί το ψηφίσατε, γιατί το στηρίζετε», «γιατί δεν αντιληφθήκατε τα αδιέξοδα και τις τραγικές οικονομικές και κοινωνικές του συνέπειες», «γιατί δεν ακούγατε, όταν σας υποδεικνύαμε την ανάγκη μιας ριζικά διαφορετικής προσέγγισης». Και οι απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά δεν είναι πειστικές, πολύ περισσότερο όταν η αξιοπιστία της κυβέρνησης έχει αποδειχθεί κάτι σαν τα λεφτά που υπήρχαν προεκλογικά και χάθηκαν στη συνέχεια.
            Η μάχη της Κυριακής είναι κρίσιμη και καθαρά πολιτική. Έχουμε τη δυνατότητα όχι μόνο να δείξουμε την απόστασή μας από τις κυβερνητικές μεθοδεύσεις, αλλά να κάνουμε ένα σημαντικό θετικό βήμα προς την κοινωνικά ορθή πολιτική λύση. Να αντισταθούμε αποτελεσματικά στο μεθοδευμένο αποπροσανατολισμό του shock therapy. Να διεκδικήσουμε αυτό που μας αξίζει ως υπεύθυνους Πολίτες και όχι ως φοβικά ανθρωπάρια. Να δώσουμε νέο νόημα στην πολιτική, να αποκαταστήσουμε τις παραδοσιακές αξίες της αριστεράς: τη συλλογικότητα, τη συμμετοχή, την αλληλεγγύη, το αφιλοκερδές, την αγωνιστικότητα, την κατανόηση της ανάγκης των ριζικών τομών και ανατροπών, την συστηματική αντίσταση.
            Δεν είναι τυχαίο που η Ελένη Πορτάλιου διαθέτει πλούσια αυτές τις αριστερές αρετές. Με γνώση και τόλμη, χωρίς ποτέ της να έχει φοβηθεί τη σύγκρουση με τις εξουσίες, χωρίς ίχνος ιδιοτέλειας. Η μάχη της Ανοικτής Πόλης και της Ελένης είναι η μάχη της σύγχρονης αριστεράς.