Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Πέμπτη, 30 Δεκεμβρίου 2010

ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΦΤΩΧΕΙΑ - Εισήγηση στην εκδήλωση του ΕΚ Αθηνών 29/12/10

Η έρευνα των συναδέλφων Χρήστου Παπαθεοδώρου και Γιάννη Δαφέρμου επιβεβαιώνει, για άλλη μία φορά, τα εμπειρικά ευρήματα μιας πληθώρας πρόσφατων ερευνών που δείχνουν ότι η φτώχεια και η οικονομική αποστέρηση δεν αποτελούν «προνόμιο» των αποκλεισμένων από την αγορά εργασίας: των άνεργων, των αδύναμων να ενταχθούν εξ αιτίας σωματικών, πνευματικών ή εργασιακών μειονεκτημάτων, ή των ομάδων που λόγω ηλικίας ευρίσκονται σε μια οριακή θέση έναντι της δομής απασχόλησης, δηλαδή, των συνταξιούχων ή των νέων χωρίς εργασιακή εμπειρία, ή ακόμη ομάδων του πληθυσμού που αντιμετωπίζονται με δυσπιστία ως προς τις εργασιακές τους ικανότητες (γυναίκες) ή με ανοικτή προκατάληψη (μετανάστες). Η φτώχεια διευρύνεται μεταξύ των κοινωνικών ομάδων που είναι ενταγμένες στην αγορά εργασίας και στη δομή της απασχόλησης και η διεύρυνσή της στα στρώματα των «νέων πτωχών» συνδέεται με την αύξηση της ανισότητας στην ατομική – οικογενειακή και λειτουργική διανομή του εισοδήματος που παρατηρείται στο τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα και συνεχίζεται στον τρέχοντα.
            Όποιος παρακολουθεί τη διαδρομή της έννοιας της φτώχειας από τον 19ο αιώνα ως τις ημέρες μας αντιλαμβάνεται ότι η έννοια της μεταβάλλεται διαχρονικά. Οι μεταβολές στην έννοια της φτώχειας και τις αλλαγές στο περιεχόμενό της σχετίζονται με μετατοπίσεις που εμφανίζονται σε αναφορά στο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον και στις κυρίαρχες εκάστοτε ιδεολογικές και πολιτικές (και κοινωνικο-φιλοσοφικές) σχηματοποιήσεις. Ο Merrien το διατυπώνει με πλήρη επάρκεια: «Το ζήτημα της φτώχειας δεν τίθεται ποτέ με αυστηρά τεχνικούς όρους. Συνδέεται πάντοτε με ερμηνείες, με συστήματα αξιών και αναφορών, άρα με συγκρούσεις» (1996, 33). Το πραγματολογικό υλικό, τα στατιστικά στοιχεία, μόνα τους δεν ερμηνεύουν, δεν αφηγούνται την ιστορία της φτώχειας και την ιστορία των φτωχών. Χρειάζονται να δανεισθούν την αφηγηματική πληρότητα της θεωρίας, να ενταχθούν σ’ ένα, λίγο ή πολύ, συνεκτικό πλαίσιο, ώστε να μας επιτρέψουν να σηκώσουμε το πέπλο του προφανούς και να δούμε πίσω από στατιστικές, ανεκδοτολογικές καταγραφές, ατομικές ιστορίες, τους κοινωνικούς μηχανισμούς.
            Εκτός, όμως, από τις αλλαγές στο νόημα της φτώχειας ένα δεύτερο στοιχείο είναι οι μεγάλες επιστροφές, μια την ύπαρξη κυκλικότητας στον τρόπο που γίνεται κατανοητή η φτώχεια, στις κοινωνικές κατηγορίες που εντάσσονται στην κατηγορία των φτωχών. Ο τρόπος που κατανοούμε σήμερα την φτώχεια και τους φτωχούς δεν διαφέρει σημαντικά από τις αντιλήψεις του 19ου αιώνα.
            Η φτώχεια του 19ου αιώνα περιλάμβανε τόσο τους εξαθλιωμένους (paupers), όσο και τους μισθωτούς (working poor). Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και με την εμπέδωση του Κράτους Πρόνοιας το ζήτημα της φτώχειας αντικαταστάθηκε από το ζήτημα της ανισότητας της διανομής του εισοδήματος, στις αναπτυγμένες χώρες, και έμεινε ως κοινωνικό πρόβλημα που αφορούσε ουσιαστικά τις λιγότερο αναπτυγμένες, αγροτικές, οικονομίες. Η μαζική ανεργία του τέλους του 20ου αιώνα συνδέθηκε με την εμφάνιση του νεολογισμού του «κοινωνικού αποκλεισμού» ως έννοιας που φιλοδόξησε να αντικαταστήσει την έννοια της φτώχειας, αλλά, ταυτοχρόνως, να προκαταλάβει την ερμηνεία της. Αν και γενικότερη ως έννοια από εκείνη της φτώχειας, ενίσχυσε πρακτικά τη διχοτομική κατηγοριοποίηση ταυτίζοντας τον άνεργο με τον κοινωνικά αποκλεισμένο και τον εργαζόμενο με τον κοινωνικά ενταγμένο. Η πρόσφατη εξέλιξη, η εμφάνιση της νέας φτώχειας και των «νέων φτωχών» μας επαναφέρει στην έννοια των working poor, των φτωχών, που η εργασία τους δεν τους εξασφαλίζει το κοινωνικά αποδεκτό επίπεδο διαβίωσης.
            Η επιστροφή της φτώχειας του τέλους του 20ου – αρχών 21ου αιώνα στις έννοιες που κυριαρχούσαν έναν αιώνα και περισσότερο πριν είναι ενδεικτική μιας διαμορφωμένης κοινωνικής κατάστασης, η οποία, όμως, φαίνεται να διαφεύγει από τα τρέχοντα αναλυτικά εργαλεία και συστήματα θεωρήσεων. Η εμφάνιση της νέας φτώχειας και των νέων φτωχών σε περιόδους οικονομικής ευμάρειας και μεγάλης κλίμακας συσσώρευσης πλούτου επαναφέρει έννοιες και αναλύσεις που έμοιαζαν μέχρι πρότινος παλαιωμένες και ανυπόληπτες. Αναφέρομαι στην ανάλυση του Μαρξ για τη διαλεκτική πενίας – πλούτου, στην έννοια των εργαζόμενων πτωχών του 19ου αιώνα, μια έννοια που ταύτιζε τον φτωχό με τον μισθωτό εργαζόμενο σε μια κοινωνία έντονης εκβιομηχάνισης, αλλά γενικευμένης πενίας.       Επαναφέρει, επίσης, στο προσκήνιο την ανάλυση του Myrdal για το φαύλο κύκλο αναπαραγωγής της φτώχειας, ιδιαίτερα επίκαιρη σ’ ένα κοινωνικό περιβάλλον, όπου οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Ακόμη, ίσως, και το δημογραφικό πρότυπο της φτώχειας του Rowntree, που επισημαίνει την ένταση της φτώχειας στην αρχική περίοδο ένταξης των ατόμων στην αγορά εργασίας (νέοι σε ηλικία) και στους απόμαχους.  
            Οι έννοιες και οι αναλύσεις, ακόμη και οι εμπειρικές έρευνες, παλαιότερων εποχών μπορεί να γίνουν πολύτιμα εργαλεία για την κατανόηση των σύγχρονων φαινομένων, αλλά και για την υπόδειξη των αναγκαίων ριζικών μετασχηματισμών στο επίπεδο της ασκούμενης πολιτικής. Καθώς η ακαδημαϊκή κοινότητα μοιάζει μαγεμένη από τις «μαγγανείες» της νεοκλασικής θεώρησης, καθώς η επιστημονική σκέψη μοιάζει ρευστοποιημένη, κατακερματισμένη και ανίκανη να δει κριτικά την περιρρέουσα πραγματικότητα, εργαλειοποιημένη και νομιμοποιούσα τις κυρίαρχες πολιτικές, η αποκατάσταση της ιστορικής της μνήμης, των μεγάλων σχολών σκέψης, των μεγάλων αφηγήσεων και των κοινωνικών προοπτικών, αποτελεί αναγκαιότητα, η σημασία της οποίας δεν μπορεί να υποτιμηθεί.
            Τι γνώση μας φέρνει το παρελθόν, γνώση χρήσιμη για την κατανόηση της σημερινής πραγματικότητας και, ταυτοχρόνως, πρακτική, με την έννοια ότι δείχνει τα όρια και τις ανεπάρκειες των εφαρμοζόμενων πολιτικών;

Οι έρευνες πεδίου για τη φτώχεια είναι η μεγάλη καινοτομία του τελευταίου τέταρτου του 19ου αιώνα. Στο Λονδίνο ο Booth, στο βιομηχανικό βορρά της Αγγλίας ο Rowntree έρχονται να ανανεώσουν το ενδιαφέρον για τη φτώχεια και τους παράγοντες που την επηρεάζουν, όπως αυτό είχε αρχικά εμφανισθεί στη Γαλλία με τον Villerme και τον Fregier, ήδη από το 1840.
            Αν οι Villerme και Fregier επισημαίνουν την εγγενή ανασφάλεια που συνεπιφέρει η άνοδος του βιομηχανικού καπιταλισμού για τη ζωή των γάλλων εργαζομένων, ο Booth παρακινείται από την συνύπαρξη του πλούτου και της πενίας, από την εμμονή μιας μεγάλης μάζας φτωχών, που ξεπερνούσε το 25% του πληθυσμού του Λονδίνου, σε μια περίοδο οικονομικής ευμάρειας, όπως εκείνη του τέλους του 19ου αιώνα. Η προσέγγισή του διαφωτίζει τους διαχωρισμούς στην τάξη των μισθωτών, αν και το κριτήριο των διαιρέσεων που χρησιμοποιεί αντανακλά τα ήθη και την ηθική της βικτοριανής εποχής: Τα κριτήριά του είναι ηθικά, αλλά αυτά τα ηθικά κριτήρια κατανέμουν τους μισθωτούς σε θέσεις εργασίας που χαρακτηρίζονται από διαφορετικούς βαθμούς επισφάλειας.
Την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα ο Beveridge και λίγο αργότερα ο Marshall αποδίδουν την ανεργία και τη φτώχεια στην αστάθεια της απασχόλησης, που, όμως, δεν οφείλεται στα ηθικά χαρακτηριστικά των μισθωτών, αλλά στην «αρχαϊκή» δομή της τότε βρετανικής οικονομίας. Θεσμοί όπως τα δημόσια γραφεία εργασίας και τα επιδόματα ανεργίας εισάγονται, με την προτροπή του Beveridge, από τον Winston Churchill, σε αντικατάσταση των διαβόητων Νόμων για τους Φτωχούς, με στόχο να διευκολύνουν το πέρασμα από την αστάθεια της απασχόλησης στη μονιμότητα και σταθερότητα της εργασιακής σχέσης.
            Αυτό που ήταν η κατάρα, που έπρεπε να αντιμετωπισθεί με τη δημιουργία νέων θεσμών, θεσμών κοινωνικής πολιτικής, στις αρχές του 20ου αιώνα έγινε η πανάκεια επίλυσης των προβλημάτων του τέλους του 20ου και των αρχών του 21ου αιώνα. Η επισφάλεια της εργασίας, η μερική απασχόληση, η εργασία ορισμένου χρόνου, οι συμβάσεις έργου, η εκ περιτροπής εργασία θεωρούνται ως σύγχρονες μορφές εργασίας, ικανές, κατά περίπτωση, να διασφαλίσουν τα επίπεδα απασχόλησης, την αυξημένη παραγωγικότητα, την κερδοφορία, τη διεθνή ανταγωνιστικότητα, ακόμη και τη συμφιλίωση προσωπικής και οικογενειακής ζωής με την εργασία.
Η εργασία έχει παύσει να αντιμετωπίζεται ως παραγωγός αξιών και πλούτου, όπως ήταν στο κλασικό σύστημα πολιτικής οικονομίας, ως πηγή κατανάλωσης και σταθεροποίησης της συνολικής οικονομίας, όπως ήταν στο σύστημα του Keynes, και αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως στοιχείο του κόστους, και μάλιστα ως το στοιχείο του κόστους που μόνο θα αναλάβει να απορροφήσει τις διαταραχές το οικονομικού περιβάλλοντος: από τις τεχνολογικές καινοτομίες, την πληροφορική και τη ρομποτική, ως τα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού και του εξωτερικού εμπορίου, από την ύφεση και την ανοικτή ανεργία ως την εμπέδωση των νέων καταναλωτικών προτύπων.
            Η αντιμετώπιση της εργασίας αποκλειστικά ως στοιχείου του κόστους έχει συγκεκριμένες συνέπειες.
Πρώτον, οδηγεί στην διαχείριση της εργασίας σαν να ήταν ένας απανθρωπισμένος συντελεστής παραγωγής. Πρέπει να είναι διαθέσιμος, όταν χρειάζεται, και να αποσύρεται, όταν δεν χρειάζεται. Τα ευέλικτα ωράρια, η ευελιξία του ετήσιου χρόνου εργασίας, η κατάργηση της υπερωριακής αποζημίωσης είναι τα αιτούμενα, και, κυρίως, η ελευθερία των απολύσεων. Αυτό είναι το πρόγραμμα της «αριθμητικής» ευελιξίας και της ευελιξίας του χρόνου, η δυνατότητα των επιχειρήσεων να προσαρμόζουν τον αριθμό των εργαζομένων και τον χρόνο εργασίας στις επιδιώξεις του μέγιστου κέρδους.
Δεύτερον, το άμεσο κόστος της εργασίας (μισθός), όπως και το μη μισθολογικό κόστος οφείλει να μειωθεί. Ο ασφαλέστερος τρόπος μείωσης δεν είναι παρά η εξατομίκευση των συμβάσεων εργασίας, ιδιαίτερα σε συνθήκες ανεργίας.  
Τρίτον, ταυτοχρόνως, η εργασία πρέπει να διατηρεί την ικανότητά της να συμβάλει στην παραγωγή, όταν χρειάζεται βεβαίως. Η διατήρηση της ικανότητας προς εργασία και η προσαρμογή αυτής της ικανότητας σ’ ένα μεταβαλλόμενο τεχνολογικά και οργανωτικά περιβάλλον, συνεπάγεται ένα υψηλό κόστος. Κόστος όχι μόνον συντήρησης της υλικής οντότητας των εργαζομένων, αλλά και προσαρμογής των ειδικών εργασιακών τους ικανοτήτων. Το κόστος αυτής της προσαρμογής ανακατανέμεται εις βάρος των μισθωτών. Οι εργαζόμενοι καλούνται να μεταβληθούν σε επενδυτές, να επενδύσουν σε ανθρώπινο κεφάλαιο, σε εκπαίδευση, κατάρτιση και εργασιακή εμπειρία, σε τεχνικές και, πολύτιμές, κοινωνικές δεξιότητες, αναλαμβάνοντας, ταυτοχρόνως, τον κίνδυνο η επένδυση να αποβεί άγονη, το προϊόν να μη βρει αγοραστή. Στο πλαίσιο αυτό μιας μυθικής «λειτουργικής ευελιξίας» οι επαγγελματικές κατηγορίες και οι ειδικεύσεις διαλύονται και αντικαθίστανται από την έννοια της «δεξιότητας».
Τρίτον, το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας μεταλλάσσεται, καθώς ενισχύεται το διευθυντικό δικαίωμα, ενώ περιστέλλονται κοινωνικά και, συχνά, ατομικά δικαιώματα.
Το σύνολο αυτών των μεταβολών έχουν καλυφθεί πίσω από τον όρο «ευελιξία» της αγοράς εργασίας. Η λέξη «ευελιξία» είναι απλώς ένας κλασικός ευφημισμός, υποκρύπτοντας την πραγματική έννοια της απορρύθμισης του θεσμικού πλαισίου και της μετατροπής της εργασίας σε επισφαλή εργασία.
Επισφαλής εργασία. Ο κύκλος έκλεισε. Η επιστροφή των εργασιακών σχέσεων στον 19ο αιώνα, πριν οι Beveridge και Marshall διαγνώσουν στην επισφάλεια τα αίτια της φτώχειας και της εκτεταμένης ανεργίας των αρχών του 20ου αιώνα. Η φτώχεια των σύγχρονων μισθωτών έχει πολλά κοινά στοιχεία με τη φτώχεια των προ-προπαπούδων μας. Δυστυχώς για τους σύγχρονους, καθώς γιατί εκείνοι ήταν σ’ έναν αγώνα για να κερδίσουν, ενώ σήμερα αγωνιζόμαστε να μην χάσουμε αυτά που χθες ήταν απολύτως αυτονόητα.
  

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

ΜΙΑ ΣΤΟ ΚΑΡΦΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΤΟ ΠΕΤΑΛΟ

Η ΚΑΤΑ ΚΑΛΥΒΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Υπάρχουν κείμενα που είναι αποκαλυπτικά της ιδεολογικής ανάγνωσης του αντικειμένου τους, ώστε να επιτρέπουν τη συζήτηση και, ενδεχομένως, την αντιπαράθεση χωρίς τα προσχήματα μιας δήθεν «αντικειμενικότητας» ή, ακόμη, και της επιχειρηματολογίας.
            Το άρθρο του Στάθη Καλύβα στην Καθημερινή της (θεωρητικά Κυριακής) 17 Δεκεμβρίου, σελίδα 21,με τίτλο «Η ελληνική περεστρόικα», διαθέτει αυτό το χαρακτηριστικό. Εκ πρώτης όψεως, το κείμενο δεν διεκδικεί ούτε πρωτοτυπία, ούτε καν συνεκτικότητα των επιχειρημάτων. Αλλά τον Καλύβα δεν τον ενδιαφέρουν αυτά. Μέσα σε κάτι λιγότερο από 800 λέξεις ο συγγραφέας του καταφέρνει να αναμίξει την κατάρρευση του Σοβιετικού μοντέλου με το ελληνικό μνημόνιο και το ελληνικό πανεπιστήμιο. Από την περεστρόικα του Γκορμπατζώφ στην ελληνική οικονομία και από την ελληνική οικονομία στην ελληνική κοινωνία των συντεχνιών και από τις συντεχνίες στους πρυτάνεις. Θα μου επιτρέψετε, λοιπόν, πριν το σχολιασμό, να προσπαθήσω να ανασυνθέσω το κείμενο, ώστε να αποκτήσει τη στοιχειώδη νοηματική συνέχεια – ή, τουλάχιστον, να την αποκτήσει για μένα.
            Τι μας λέει ο Καλύβας; Πρώτον, ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια (δηλαδή από την κατάρρευση της Χούντας και εντεύθεν) υπήρξε στην Ελλάδα ένα «σύστημα», ένα «παλαιό καθεστώς» (sic), το οποίο είναι «άρρωστο», έχει «στρεβλώσεις». Είναι τόσο άρρωστο και έχει τόσες στρεβλώσεις που «μια υγιής κοινωνία θα επεδίωκε την άμεση και ριζική αλλαγή του ξεπεσμένου αυτού συστήματος». Άλλωστε «το υπάρχον καθεστώς έχει ξοφλήσει οριστικά».
            Δεύτερον, «η προσαρμογή η καλύτερα διόρθωση της ελληνικής οικονομίας μέσω του Μνημονίου αποτελεί … μια απόπειρα … συνολικής και ριζικής μεταρρύθμισης ενός ολόκληρου άρρωστου συστήματος, κυριολεκτικά στο παρά πέντε». (κράτησα τη στίξη του δημοσιευμένου κειμένου και το άτονο στο πρωτότυπο του προφανώς διαζευκτικού «η»).
            Τρίτον, «οι στρεβλώσεις του ‘παλαιού καθεστώτος’ … έχουν ταυτιστεί στη χώρα μας με μια μακρά περίοδο αδιάκοπης ευημερίας».
            Τέταρτον, εξ αιτίας αυτής της μακράς περιόδου ευημερίας «είναι, επομένως, εντελώς φυσικό το Μνημόνιο να συναντά ισχυρές αντιδράσεις, ιδιαίτερα από την πλευρά των οργανωμένων συντεχνιών του ευρύτερου δημόσιου τομέα που ωφελήθηκαν ιδιαίτερα και που έχουν να χάσουν κάτι πολύ παραπάνω από τις αλυσίδες τους».
            Πέμπτον, «οι συντεχνίες αυτές αποτελούν κεντρικό στοιχείο του ευρύτερου πολιτικού συστήματος, το οποίο εξακολουθεί να διαχειρίζεται τις τύχες της χώρας παρότι την οδήγησε στη χρεοκοπία».
            Έκτον, αν αποτύχει το Μνημόνιο, μαύρο φίδι που μας έφαγε. Θα ανακαλύψουμε «τι ακριβώς σημαίνει βίαιη προσαρμογή».

            Ας πάρουμε μιαν ανάσα. Τι καινούργιο φέρνει ο διακεκριμένος καθηγητής του Yale στην επιχειρηματολογία για το Μνημόνιο; Ουσιαστικά τίποτε. Μάλλον πρόκειται για ανούσιες επαναλήψεις των όσων καταιγιστικά εκτοξεύουν οι υπουργοί, ο Στρως Καν (γιατροί και θεραπείες), ο Πάγκαλος (μαζί τα φάγαμε), τα κανάλια και οι σχετικές εφημερίδες. Πόσο πειστικά είναι αυτά; Ελάχιστα και η αξιοπιστία τους μειώνεται με ταχείς ρυθμούς, καθώς οι αντιρρήσεις που εκφράστηκαν στην πολιτική του Μνημονίου αποδεικνύονται πλέον διορατικές από το χαζοχαρούμενο τρομοκρατισμό των ιδαλγών του.
Μόνον το πρώτο σημείο διεκδικεί κάποιο βαθμό πρωτοτυπίας, τουλάχιστον ως προερχόμενο από την δεξιά παράταξη, στην οποία ανήκει ο Καλύβας. Να το πω ξανά: το μεταπολεμικό – όχι μόνο το μεταπολιτευτικό – πρότυπο ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας είναι στην εντατική και οι εργολάβοι κηδειών συνωστίζονται στον διάδρομο.
            Θα συμφωνήσω ασμένως στο σημείο αυτό και θα απορρίψω τα υπόλοιπα πέντε. Ήδη από το 1985 υποστηρίζω την άποψη ότι η ελληνική οικονομία (και κοινωνία) αντιμετωπίζει μια βαθειά κρίση, που γίνεται οδυνηρότερη και λαμβάνει, εξελισσόμενη, ποικιλία εκφάνσεων (φαινομένων) λόγω της αδυναμίας να σχηματιστεί μια γνήσια ηγεμονική πρόταση. Ανεκδοτολογικά, θυμάμαι μια, ίσως τη μοναδική, κοινή εκδήλωση του Κέντρου Μαρξιστικών Σπουδών (ΚΜΑΣ) με το Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών (ΚΜΕ) και το αντίστοιχο του ΠΑΣΟΚ εκεί το 1985 ή 1986, όταν άρχισα την εισήγησή μου με τη φράση (περίπου): «Στην ελληνική κοινωνία ταιριάζει η φράση του Γκράμσι ότι το παλαιό έχει πεθάνει, αλλά το καινούργιο δεν έχει γεννηθεί», φράση που έκανε τον παριστάμενο εκπρόσωπο της μεγάλης βιομηχανίας να πηδήξει στον ουρανό.
            Αλλά, και ας με συγχωρέσει ο Καλύβας, αυτά είναι λόγια του αέρα, αν δεν τεκμηριώνονται. Και η απόδοση της ελληνικής κακομοιριάς στις συντεχνίες του δημόσιου τομέα δεν αποτελεί τεκμηρίωση, αλλά κουβέντα καφενείου – και μάλιστα περασμένης εποχής. Γι’ αυτό ο Καλύβας προτιμά να τοποθετηθεί με αξιώματα, δηλαδή δογματικά, παρά με επιχειρήματα. Γιατί το όποιο σχετικό επιχείρημα δεν μπορεί να παραγνωρίσει τις ευθύνες των κυρίαρχων κοινωνικών, και όχι μόνον πολιτικών, δυνάμεων, της κυρίαρχης ελληνικής αστικής τάξης, όπως αυτή μορφοποιήθηκε ιστορικά μέσα στην κατοχή και στον εμφύλιο και στο παρατεταμένο καθεστώς εκτάκτου ανάγκης. Περί μαυραγοριτών και δοσίλογων ο λόγος και οι λαμπρές εξαιρέσεις δεν ακυρώνουν τη γενική εικόνα.
            Στην Ελλάδα των παντοδύναμων συντεχνιών και των αδύναμων επιχειρηματιών, κατά τον Καλύβα, η πανεπιστημιακή κοινότητα όχι μόνον είναι μια άλλη αισχρή συντεχνία που αρνείται την οδυνηρή, πλην αναγκαία, θεραπεία, αλλά αποτελεί την εστία μόλυνσης ολόκληρης της κοινωνίας. Αντιγράφω:
«Η δυσλειτουργία των ΑΕΙ δηλητηριάζει ολόκληρη την κοινωνία … Το πανεπιστήμιο φέρει τεράστια ευθύνη για τη διάχυση μιας κουλτούρας μετριότητας και ανορθολογισμού. Τα τηλεοπτικά παράθυρα, για παράδειγμα, αποτελούν μετεξέλιξη σε ύφος και ήθος των φοιτητικών συνελεύσεων. Εξακολουθεί, επίσης, να ειδικεύεται στην παραγωγή ενός ανθρωπότυπου, του ‘επαγγελματία’ συνδικαλιστή που κυριαρχεί στα κόμματα και όχι μόνο, ενώ συμβάλλει ακόμα και στην υποβάθμιση του κέντρου της πρωτεύουσας μέσω των επιπτώσεων που έχει πάνω σ’ αυτό ο χρεοκοπημένος θεσμός του ‘πανεπιστημιακού άσυλου’».
            Τι να πει κανείς, παρά έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε, όπως απαντάμε σε ανθρώπους που ούτε καν μια απάντηση δεν αξίζουν. Προφανώς ο άνθρωπος νομίζει ότι επιχειρηματολογεί με αφορισμούς, γενικεύσεις και αβαθείς συσχετισμούς. Το δικαίωμα στην άγνοια είναι αναφαίρετο δικαίωμα, παρά τις επιταγές του Διαφωτισμού. Και ο Καλύβας έχει πλήρη άγνοια για το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο και για τα προβλήματα – πολύ σοβαρά, δυστυχώς, - που το κατατρέχουν.
           
            Α, και η περεστρόικα; Η περεστρόικα είναι το «εύρημα», η γκλαμουριά του ρηχού αυτού κειμένου. Ο Καλύβας επικαλείται την περεστρόικα και την αποτυχία της για να υπογραμμίσει το τι μας περιμένει, αν αποτύχει το Μνημόνιο: η κατάρρευση, όπως κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση. Να ενισχύσει, δηλαδή, τα δραματικά εφέ.
            Γράφει: «Η αναλογία με τη σοβιετική περεστρόικα έχει βέβαια μεταφορικό χαρακτήρα». Εξ όσων γνωρίζω, η χρήση των μεταφορών ανήκει σε άλλο είδους του γραπτού λόγου και όχι σε αυτό που ασκεί ο Καλύβας. Αλλά και ως αναλογία (και όχι ως μεταφορά) υποσκάπτεται από τον ίδιο: Υποστηρίζει ότι εκεί κανένας δεν κόπιασε να υποστηρίξει το παλαιό καθεστώς, ενώ εδώ μάχονται λυσσωδώς κραταιές συντεχνίες.
            Και μια και ο Καλύβας ειδικεύεται στη βία των εμφυλίων πολέμων και αφού μας είπε τον εχθρό (τις συντεχνίες, τα πανεπιστήμια, τους πολιτικούς, τα κόμματα, τους φοιτητές, κλπ.) δεν μπαίνει στον κόπο να μας ονοματίσει τις φίλιες δυνάμεις; Μπας και έχω ελπίδα σωτηρίας δηλαδή.           

Πέμπτη, 16 Δεκεμβρίου 2010

Η ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ

Ας πούμε το αυτονόητο, για να δούμε μετά τα λιγότερο προφανή. Το Δημόσιο Πανεπιστήμιο αντιμετωπίζει για άλλη μια φορά τα τελευταία χρόνια μια πρωτοφανή επίθεση. Αυτά είναι γνωστά σε όλους μας – τουλάχιστον τόσο γνωστά, ώστε να μην υπάρχει λόγος επιχειρηματολογίας εδώ, χωρίς να σημαίνει ότι στα πολλά που ήδη έχουν ειπωθεί δεν υπάρχει κάτι που να ειπωθεί ακόμα. Εννοώ τη σχέση πανεπιστήμιου και αγοράς εργασίας, η οποία παραμένει εν πολλοίς ως εάν να ήταν μια απλή γραμμική εξάρτηση του πρώτου από τη δεύτερη.
            Δεν θα μιλήσω γι’ αυτό. Θα επαναλάβω ότι δέχομαι χωρίς συζήτηση ότι το Δημόσιο Πανεπιστήμιο δέχεται επίθεση. Και η επίθεση αυτή περιλαμβάνει και το διασυρμό του πανεπιστημίου ως θεσμού και των πανεπιστημιακών ως λειτουργών του θεσμού. Και δέχομαι χωρίς συζήτηση ότι καθήκον, ναι καθήκον, των πανεπιστημιακών είναι να προστατεύσουν τόσο το θεσμό του Δημόσιου Πανεπιστημίου, όσο και την αξιοπρέπειά τους, την ατομική και τη συλλογική.
            Αυτά είναι αυτονόητα σε μένα και θέλω να ελπίζω ότι είναι αυτονόητα και σε πολλούς άλλους, στη συντριπτική πλειοψηφία των συναδέλφων, των φοιτητών και του λαού. Αυτό που δεν είναι αυτονόητο είναι ο τρόπος που, αρκετοί από εκείνους με τους οποίους συμμερίζομαι τα πιο πάνω, αντιλαμβάνονται την υπεράσπιση του Δημόσιου Πανεπιστημίου.
            Αφορμή αποτέλεσε η εκπομπή του Βαξεβάνη «Κουτί της Πανδώρας» για το Πανεπιστήμιο και τους Πανεπιστημιακούς. Πρώτη από τρεις, όπως τουλάχιστον έχει εξαγγελθεί, και η πρώτη προβλήθηκε ήδη δύο φορές. Πολλοί, λοιπόν, θεωρούν ότι οι εκπομπές του κ. Βαξεβάνη εντάσσονται στην ενορχηστρωμένη προσπάθεια δυσφήμησης του Πανεπιστημίου.
            Πιθανόν να είναι έτσι. Δεν γνωρίζω τον άνθρωπο, έχω δει στο παρελθόν εκπομπές του, κάτι σαν το γάλα μέσα στη μύγα τον θεωρώ. Καλά διαβάσατε, άσπρο μέσα στη μαυρίλα των ΜΜΕ. Αλλά όρκο για τις σκοπιμότητες και τι έχει καθένας στο μυαλό του δεν παίρνω, καθότι στην ηλικία μου έχω δει πολλά…
            Λοιπόν. Τι έδειξε η εκπομπή; Περιπτώσεις συναλλαγής μεταξύ συγκεκριμένων καθηγητών με πολιτικές νεολαίες και φοιτητικές παρατάξεις. Από τις «μεγάλες», βεβαίως, βεβαίως. Και μία εν παρόδω αναφορά στην μη εκλογή του καθηγητή Νανόπουλου, χωρίς να αναφέρει τους λόγους της φαινομενικά παράδοξης αυτής απόφασης. Κακώς, κάκιστα, αλλά όταν γινόταν ο ντόρος, πριν πολλά χρόνια, δεν ενθυμούμαι να υπερασπίστηκε δημόσια το εκλεκτορικό σώμα τη νομιμότητα της απόφασής του, αφού ο Νόμος απαγόρευε ρητά την κατοχή θέσης σε ίδρυμα του εξωτερικού.
            Τι να πούμε; Η υπεράσπιση του δημόσιου πανεπιστημίου περιλαμβάνει και την υπεράσπιση αχρείων συναλλαγών που ευτελίζουν θεσμούς (πρυτανικές αρχές και προέδρους τμημάτων), κινήματα (φοιτητές), διαδικασίες (εκλογής και επιλογής) και πρόσωπα; Ή μήπως πάντα, ως αριστεροί και όχι μόνον ως συνδικαλιστές, δεν αντιταχθήκαμε σ’ αυτά; Μήπως δεν πρωτοστατήσαμε στις καταγγελίες; Ποιοι υπερασπίστηκαν τον μακαρίτη Αλεξανδρόπουλο στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης της Κρήτης και σε ποιον πολιτικό χώρο ανήκουν οι διώκτες του; Μέλη ΔΕΠ του Παντείου, που τιμούν την παράταξη της Συσπείρωσης, δε σήκωσαν το βάρος μιας υπόθεσης που ρήμαξε το Πανεπιστήμιο και εξακολουθεί να το συνθλίβει; Το ίδιο δεν ισχύει για την άλλη περίπτωση που παρουσίασε ο Βαξεβάνης στη Θεσσαλονίκη;
            Το Δημόσιο Πανεπιστήμιο δεν είναι η κολυμπήθρα του Σιλωάμ, ώστε στο όνομά του να εξαγνίζονται όλ’ αυτά. Οι εκβιασμοί δεν είναι άγνωστοι, ούτε οι συναλλαγές. Οι αναπομπές των εκλογών των μη αρεστών (δες ΠΑΜΑΚ) και οι εσπευσμένες νομιμοποιήσεις παράτυπων και παράνομων εκλογών των αρεστών από ορισμένους Πρυτάνεις εξαπλώνονται ταχύτερα από επιδημία. Η αδιαφορία συναδέλφων για τα διδακτικά τους καθήκοντα, η χρήση του Πανεπιστημίου ως εφαλτηρίου για big business ή για πολιτική σταδιοδρομία (με αμφίδρομες διαδρομές), η μετατροπή του δημόσιου σε ιδιωτικό δεν μας είναι άγνωστα, ούτε η εκμετάλλευση του έργου των υποψηφίων διδακτόρων ή η ομηρεία των συναδέλφων του ΠΔ 407/80. Και παλιότερα τον εκμαυλισμό των «σεμιναρίων κατάρτισης».
            «Μα τι τσαμπουνάει αυτός», ακούω πολλούς να λένε. «Τα γνωρίζουμε όλα αυτά». Τα γνωρίζουμε, αλλά δεν τα αξιοποιούμε. Μπροστά στη σφοδρότητα της επίθεσης, μοιάζουμε να σκεφτόμαστε να υπερασπιστούμε και αυτά στα οποία αντιταχθήκαμε. Αυτή είναι η περιουσία μας, αυτό που κερδίσαμε με κόπο και προσωπικές θυσίες  Το δικαίωμα να κοιτάζουμε τους συναδέλφους στα μάτια, την αναγνώριση του ήθους και της εντιμότητάς μας, ακόμα και όταν διαφωνούν. Αυτά που λέει – μισά και μεροληπτικά, έστω – ο Βαξεβάνης, θα έπρεπε να ήταν η σημαία μας, το όπλο επίθεσης, ο πολιορκητικός κρυός. Οι αριστεροί, όταν είναι αριστεροί, δεν φοβούνται ούτε την κριτική, ούτε τις συνέπειές της.
            Γιατί αυτό το Πανεπιστήμιο δεν είναι συλλήβδην καλό, όπως δεν είναι συλλήβδην κακό. Και γιατί θέλουμε ένα «άλλο» Πανεπιστήμιο. Ένα Πανεπιστήμιο που να μας αξίζει και που να του αξίζουμε. Και κυρίως, να αξίζει στους φοιτητές μας.

Παρασκευή, 10 Δεκεμβρίου 2010

Δυσκολίες πολιτευόμενου T. S. Eliot


ΦΩΝΑΞΕ τί νὰ φωνάξω;

Χορτάρι ἡ κάθε σάρκα; συμπεριλαμβανομένων

Τῶν Ἑταίρων τὸν Λουτροῦ, τῶν Ἱπποτῶν τῆς Βρεταννικῆς Αὐτοκρατορίας, τῶν Ἱπποτῶν,

Ὢ Ἱππότες! τῆς Λεγεῶνος τῆς Τιμῆς,
Τοῦ Τάγματος τὸν Μέλανος Ἀετοῦ (α'καὶ β'τάξεως). Καὶ τοῦ Τάγματος τοῦ Ἀνατέλλοντος Ἡλίου.

Φώναξε φώναξε τί νὰ φωνάξω;

Ἐκεῖνο ποὺ πρέπει νὰ γίνει πρῶτα εἶναι νὰ σχηματιστοῦν οἱ ἐπιτροπές:

Τὰ γνωμοδοτικὰ συμβούλια, διαρκεῖς ἐπιτροπές, εἰδικὲς ἐπιτροπὲς καὶ ὑποεπιτροπές.

Ἕνας γραμματέας φτάνει γιὰ πολλὲς ἐπιτροπές.

Τί νὰ φωνάξω;

Ὁ Ἄρθουρ Ἔντουαρ Κύριλ Πάρκερ διορίστηκε τηλεφωνητής.

Μὲ μισθὸ μιάμιση λίρα τὴ βδομάδα ποὺ μὲ πέντε σελίνια ἐτήσια αὔξηση

Γίνεται δυόμιση λίρες τὴ βδομάδα•

Κι ἕνα ἐπίδομα τριάντα σελίνια τὰ Χριστούγεννα

Καὶ μιὰ βδομάδα τὸ χρόνο ἄδεια.

Μιὰ ἐπιτροπὴ ἔχει διοριστεῖ γιὰ νὰ ὑποδείξει ἕνα συμβούλιο μηχανικῶν

Νὰ ἐξετάσει τὴν Ὕδρευση.

Μιὰ ἐπιτροπὴ ἔχει διοριστεῖ

Γιὰ τὰ Δημόσια Ἔργα, πρωτίστως γιὰ τὴν ἀνοικοδόμηση τῶν ὀχυρωματικῶν.

Μιὰ ἐπιτροπὴ ἔχει διοριστεῖ

Νὰ διαπραγματευθεῖ μὲ μιὰ Βολσκιανὴ ἐπιτροπὴ

Τὴν αἰωνία εἰρήνη• οἱ βιομήχανοι βελῶν καὶ ἀκοντίων καὶ οἱ σιδηρουργοὶ

Ὅρισαν μιὰ μικτὴ ἐπιτροπὴ νὰ διαμαρτυρηθεῖ γιὰ τὴ μείωση τῶν παραγγελιῶν.

Ὡστόσο οἱ φυλακὲς στὰ σύνορα παίζουνε ζάρια Καὶ στοὺς βάλτους (ὢ Μαντοβάνε) κοάζουν τὰ βατράχια.

Πυγολαμπίδες λάμπουν στὶς ἀνήμπορες πάνω ἀστραπὲς τῆς νύχτας τοῦ Ἰουλίου.

Τί νὰ φωνάξω;

Μάνα, μάνα

Νὰ τὰ οἰκογενειακὰ πορτραῖτα γραμμή, σκοῦρες προτομές, ὅλες μὲ ὕφος ἀξιοπρόσεχτα ρωμαϊκό.

Ὅλες ἀξιοπρόσεχτα ἴδιες φωτισμένες διαδοχικὰ ἀπ' τὴν ἀνταύγεια

Ἑνὸς ἱδρωμένου λαμπαδοφόρου ποὺ χασμουριέται.

Ὢ χωμένοι κάτω ἀπό... Χωμένοι κάτω ἀπό... Ἐκεῖ ποὺ τὸ πόδι τοῦ περιστεριοῦ πάτησε μὲ μιὰ σύσπαση μιὰ στιγμή,

Μιὰ ἀκίνητη στιγμή, μεσημερνὴ ἀνάπαυλα, βολεμένη κάτω ἀπὸ τὰ ψηλότερα κλαδιὰ τοῦ πλατύτερου δέντρου τοῦ μεσημεριοῦ.

Κάτω ἀπ' τὰ φτερὰ τὸν στήθους ποὺ ἔπαιζαν μὲ τ' ἀγεράκι τ' ἀπογευματινὸ

Ἡ κυκλαμιὰ ἐκεῖ πέρα ἀνοίγει τὰ φτερούγια, ἐκεῖ τ' ἁγιόκλημα σκύβει στ' ἀνώφλι.

Ὢ μάνα (ὄχι κάποια προτομὴ ἀπὸ τοῦτες μ' ἐπιγραφὴ ἀξιοπρεπή)

Ἐγώ ἕνα κουρασμένο κεφάλι ἀνάμεσα σὲ τοῦτα τὰ κεφάλια

Γεροὶ τράχηλοι γιὰ νὰ τὰ βαστάζουν

Γερὲς μύτες γιὰ νὰ σκίζουν τὸν ἄνεμο

Μάνα

Δὲ θὰ μπορούσαμε κάποτε, ἴσως τώρα, νὰ εἴμασταν μαζί.

Ἂν οἱ θυσίες, παιδεμοί, ἀσκητισμοί, ἐξιλασμοὶ

Ἔχουνε τώρα τηρηθεῖ

Δὲ θὰ μπορούσαμε τάχα νὰ εἴμασταν χωμένοι

Χωμένοι μέσα στὴ γαλήνη τοῦ μεσημεριοῦ, μέσα στὴ σιωπὴ τῆς νύχτας ποὺ κοάζει.

Ἔλα μὲ τὸ φτερούγισμα τῆς μικρῆς νυχτερίδας, μὲ τὸ μικρὸ λαμπύρισμα τῆς πυγολαμπίδας ἢ κωλοφωτιᾶς

Πετώντας, πέφτοντας, στεφανωμένα σκόνη, τὰ μικρὰ πλάσματα.

Τὰ μικρὰ πλάσματα τσιρίζουν ἀχαμνὰ μέσα στὴ σκόνη, μέσα στὴ νύχτα,

Ὢ μάνα

Τί νὰ φωνάξω;

Ἀπαιτοῦμεν μίαν ἐπιτροπήν, μίαν ἀντιπροσωπευτικὴν ἐπιτροπήν, μίαν ἐπιτροπὴν ἐλέγχου

ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ! ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ! ΠΑΡΑΙΤΗΣΙΣ!


(Ἀπὸ τὴν Νέα Παγκόσμια Ποιητικὴ Ἀνθολογία, μετάφραση Γιώργου Σεφέρη)

Τετάρτη, 8 Δεκεμβρίου 2010

ΓΙΑΤΡΟΙ ΚΑΙ ΓΙΑΤΡΟΣΟΦΙΑ

Μια και ο αξιότιμος κύριος Κυριάκος Στρος Καν δήλωσε ότι εκτελεί χρέη ιατρού εντεταλμένου στην επιθανάτια κλίνη της ελληνικής οικονομίας (και κοινωνίας), μου θύμισε, - αφού δεν μπορώ να τιθασεύσω τους συνειρμούς – ένα μυθιστόρημα του 18ου αιώνα. Ένα μυθιστόρημα γραμμένο από έναν γάλλο, τον Alain René Lesage για τις περιπέτειες ενός ισπανού στην Ισπανία του 17ου αιώνα. Τίτλος του «Ιστορία του Ζιλ Μπλας ντε Σαντιλιάν». Οι περιπέτειές του καταλαμβάνουν 1021 σελίδες, μαζί με τις σημειώσεις, και άλλες 40 σελίδες μιας εξαιρετικής εισαγωγής από το Δημήτρη Αρμάο, και μας έγιναν γνωστές από την εξαιρετική σειρά Orbis Literae Editio Minor των εκδόσεων Gutenberg το 1996.
            Η ιστορία που μου ήρθε στο μυαλό – και οφείλω να ομολογήσω ότι συχνά – πυκνά μου έρχεται και την αφηγούμαι, καμιά φορά, στους φοιτητές μου που αγωνιούν για το πέρας του τούνελ – είναι μία από τις πολλές. Να την πω όσο δυνατόν πιο σύντομα:
            Ο ήρωας της ιστορίας, ο νεαρός Ζιλ Μπλας, φεύγει από το πατρικό του σπίτι στο Οβιέδο για το Πανεπιστήμιο της Σαλαμάνκας, όπου επιθυμούσε να σπουδάσει γιατρός. Νέος, άπειρος και εύπιστος, παρασύρεται, χάνει τα λεφτά του και αρχίζει μια περιπλάνηση, από πόλη σε πόλη, από συνάντηση σε συνάντηση, από περιπέτεια σε περιπέτεια. Κάποια στιγμή καταλήγει υπηρέτης ενός παπά «που ίσως και να ’ταν ο πιο μεγάλος φαγάς μέσα σ’ όλάκερο τον κλήρο». Κάποτε αρρώστησε ο παπάς και αμέσως κλήθηκε ο διάσημος γιατρός της περιοχής, ο οποίος, μάλλον θα μπορούσε να θεωρηθεί, με σημερινά κριτήρια, ως προπομπός του υγιεινισμού. Αφού δήλωσε «Όλα τα χημικά θεραπευτικά μέσα δεν έγιναν παρά για να βλάπτουν», ρώτησε τον ασθενή για τις διατροφικές του συνήθειες. Η απάντηση τον έκανε να φρίξει:
«Ζωμούς και εύχυμα κρεατικά! … ουδόλως με εκπλήττει το γεγονός που αρρωστήσατε. Τα νόστιμα εδέσματα είναι δηλητηριασμένες απολαύσεις, παγίδες είναι που η ηδυπάθεια στήνει στους ανθρώπους…».
            Μετά ρώτησε για το κρασί. «Πίνω λίγο νερωμένο» απάντησε με συστολή ο παπάς. Ο γιατρός απογειώθηκε από την οργή. «Τι παραφροσύνη! Τι φρικτή διατροφή! Είναι απορίας άξιον που είσθε ακόμη ζωντανός. Η ηλικία σας;» «Πάω στα εβδομήντα» είπε ο παπάς. «Ακριβώς» καμάρωσε ο γιατρός. «Το πρόωρο γήρας είναι πάντοτε ο καρπός της καταχρήσεως. Αν σ’ όλη σας τη ζωή πίνατε μοναχά σκέτο νεράκι και σας ήταν αρκετή μια απλή τροφή, πατάτες ψητές επιπαραδείγματι … Μολοντούτο, δεν απεμπολώ τη βεβαιότητα ότι θα σας ξανασηκώσω στο πόδι, φτάνει μοναχά ν’ ακολουθήσετε τις εντολές μου».
            Δεν σας ακούγονται οικεία όλ’ αυτά; Δεν είναι ο γιατρός, υγιεινιστής και υπέρ των φυσικών θεραπειών, τόσο όμοιος με την κυρίαρχη αντίληψη της τρόϊκας, της κυβέρνησης, του ΣΕΒ κ.ο.κ.;  Δεν μοιάζει η εμπιστοσύνη του γιατρού στη θαυματουργή συνταγή που αποκαθιστά τη φυσική ισορροπία του οργανισμού του φουκαρά και έκλυτου παπά τόσο κοντινή με εκείνη των υπουργών μας και των λοιπών που έχουν τόσο απόλυτα τυφλή εμπιστοσύνη στον «φυσικό» μηχανισμό της αγοράς να σώζει από κάθε νόσο – με απεριόριστη αύξηση, όμως, στη μαλακία;
            Αλλά ας δούμε τη συνταγή που έδωσε ο λαμπρός γιατρός: Αφαίμαξη και ζεστό νερό. Κάτι σαν φορολογία, κάτι σαν κόψιμο μισθών, κάτι σα διάλυση των κοινωνικών υπηρεσιών, κάτι σαν κατάργηση των εργασιακών και κοινωνικών δικαιωμάτων, κάτι σαν συνταγματικές παραβιάσεις. Διηγείται ο Ζιλ: «Εντέλει, καταγινόμενοι με τον άρρωστο, χύσαμε στο στομάχι του μια θάλασσα νερό. Και έχοντας, από την άλλη μεριά, και το χειρούργο να μας συντρέχει με το αίμα που του τράβαγε, σε λιγότερο από δύο μέρες φτάσαμε τον κληρικό στο αμήν».
            Η θαυμαστή συνταγή επιτάχυνε το θάνατο του παπά. Προς δικαίωση του γιατρού και της θεραπείας το shock treatment έφερε αποτελέσματα: Ο παπάς εγκατάλειψε τον μάταιο κόσμο αγόγγυστα, καθώς «… και τον πιο καπάτσο γιατρό του κόσμου να είχαμε, δεν θα ήξερε πώς να παρατείνει τις μέρες μου …». Αυτό που πέτυχε ο γιατρός ήταν να πιστέψει ο άρρωστος ότι είχε την ευθύνη του θανάτου του.
            Αντιλαμβάνομαι τις αντιρρήσεις: Πρώτον, δηλαδή, τι μας λες; Ο παπάς δεν είχε ευθύνη που έτρωγε σαν κτήνος, που δε φρόντιζε την υγεία του σώματός του; Προφανώς και είχε. Το θέμα είναι ότι η θεραπεία δεν θεράπευε, αλλά σκότωνε. Και, για δες συμπτώσεις, ότι η θεραπεία σκότωνε ήταν γνωστό στη μικρή εκείνη πόλη της νεωτερικής Ισπανίας. Όταν ο Ζιλ πηγαίνει στο συμβολαιογράφο και τον καλεί να σπεύσει ώστε ο ετοιμοθάνατος να συντάξει τη διαθήκη του, ο συμβολαιογράφος, μόλις ακούει το όνομα του θεράποντος ιατρού, φωνάζει:
«Για όνομα του Θεού! ας τρέξουμε τότε. Τούτος εδώ ο δόκτωρ είναι τόσο επιδέξιος που δεν αφήνει στους ασθενείς του τον καιρό να καλούν συμβολαιογράφους. Αυτός ο άνθρωπος μου ‘χει πάρει διαθήκες και διαθήκες μεσ’ απ’ τα χέρια».
            Αλλά και όταν, μετά λίγες μέρες που ο παπάς είχε πεθάνει, ο νεαρός Ζιλ γίνεται μαθητευόμενος ιατρός στο πλευρό του φημισμένου ιατρού, μετά από μια σύντομη, αλλά περιεκτική εκπαίδευση – κάτι σαν αυτό που έχει στο μυαλό της η Υπουργός Παιδείας (;) ότι πρέπει να προσφέρει το Πανεπιστήμιο – και η πελατεία των ασθενών μοιράζεται μεταξύ τους ανάλογα με το βαλάντιο (οι πλούσιοι στον διάσημο, οι φτωχοί στον Ζιλ) η θεραπεία θριαμβεύει: «… μέσα σε έξι εβδομάδες το πολύ άφησε τόσες χήρες και ορφανά, όσα όλη η πολιορκία της Τροίας».
            Αξίζει μια μικρή παρέκβαση: Ο Ζιλ διαθέτει όλα τα χαρακτηριστικά του ευέλικτου εργαζόμενου, το όνειρο κάθε σύγχρονου θιασώτη του νεοφιλελευθερισμού: Κάνει κάθε επάγγελμα από τα πιο ταπεινά και σκοτεινά ως τα πιο επιφανή και «λαμπερά» (όπως θα έλεγε και μια ψυχή που δεν έχει καλή σχέση με τις παροιμίες), σε οποιονδήποτε εργοδότη, μετακινείται συνεχώς, δουλεύει όσο του ζητάν να δουλέψει και επιβιώνει όπως – όπως. Η σύντομη μαθητεία του στην ιατρική συνοψίζεται στα εξής:
(Μιλάει ο διάσημος ιατρός) «… χωρίς να περιμένω να μου δουλέψεις για πολύν καιρό ακόμα, θα φροντίσω να κάμεις την τύχη σου. Θε να σ’ αποκαλύψω τώρα-δα αμέσως την κορωνίδα της τέχνης οπού τόσον καιρό την επαγγέλλομαι. Οι άλλοι οι γιατροί θεωρούν σωστό πως η τέχνη τούτη αποτελείται από χίλιες – δυο κουραστικές επιστήμες. Εγώ όμως θα σ’ το συντομέψω αυτό το μακρύ μονοπάτι και θα σ’ απαλλάξω από τον κόπο να μελετήσεις Φυσική, Φαρμακευτική, Βοτανική και Ανατομία. Ένα να ξέρεις φίλε μου: τράβα τους αίμα και βάζε τους να πίνουν ζεστό νερό. Ιδού το μυστικό της θεραπείας πασών των ασθενειών του κόσμου τούτου … αφαίμαξις και συνεχής υδροποσία. Τίποτ’ άλλο δεν υπάρχει να σε διδάξω».
            Τι περιεκτικό απόσπασμα! Οι ευέλικτες σχέσεις εργασίας (χωρίς να περιμένω να μου δουλέψεις για πολύν καιρό ακόμα) συνδυάζονται με πρακτικούς κανόνες, παρακάμπτοντας την επιστημονική γνώση (χίλιες – δυο κουραστικές επιστήμες) και βασίζονται σε μια φαντασιακή ισορροπία των σωματικών υγρών που οδηγεί σε μια θεραπεία – εισιτήριο για το θάνατο. Ο ευέλικτος εργαζόμενος, η γνώση ως πληροφορία, η άγνοια της επιστήμης και συνεπώς η απέχθεια για την επιστημονική γνώση, η δια βίου εκπαίδευση και το όραμα του Πανεπιστημίου σαν τεχνική σχολή ταχύρρυθμης εκπαίδευσης, μέσα σε μια παράγραφο γραμμένη πριν 300 σχεδόν χρόνια. Και μάλιστα, με προφανώς ειρωνική διάθεση από έναν συγγραφέα που μπορεί να σατιρίζει το σκοτεινό  παρελθόν από το βάθρο του Διαφωτισμού. Σήμερα, ο σκοταδισμός επανέρχεται.
            Αυτό είναι το δεύτερο σημείο, η δεύτερη αντίρρηση: Η ιατρική ήταν τότε στα σπάργανα θα πουν κάποιοι. Δεν ήταν όμως. Παρά ταύτα, η αναλογία μεταξύ της οικονομικής επιστήμης του σήμερα και της τότε ιατρικής του «διάσημου γιατρού» γίνεται περισσότερο προφανής και καταλυτική. Η οικονομική επιστήμη του ΔΝΤ είναι μια καρικατούρα, ένα άθλιο κατασκεύασμα που στηρίζεται στην απλή πρόταση ότι η πραγματικότητα θα πρέπει να μοιάσει με ένα απλουστευτικό θεωρητικό υπόδειγμα.
            Κύριε Κυριάκο Στρος και Καν (ή ξε-Στρος και Καν-την) οι γνώσεις σας στην οικονομική ιατρική ανήκουν στην Dark Age της επιστήμης.  

Παρασκευή, 3 Δεκεμβρίου 2010

Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΛΩΤΟΦΑΓΩΝ

Όταν ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του έφθασαν στις βόρειες ακτές της Αφρικής, «κωπηλατώντας με σπουδή» μέσα στην άγρια θύελλα, συνάντησαν τη φυλή των Λωτοφάγων. Φιλόξενοι και ολίγον χαβαλέδες, όπως φαίνεται και όπως αφηγείται ο Οδυσσέας στον Αλκίνοο στο Ι της Οδύσσειας:

«Κι αν δεν μελέτησαν οι Λωτοφάγοι ν’ αφανίσουν τους συντρόφους
τους δίνουν όμως να γευτούν λωτό.
Όποιος κι αν έφαγε λωτό, τον μελιστάλαχτο καρπό,
ξεχνούσε την αποστολή του, δεν ήθελε τον γυρισμό».

Έχω την αίσθηση, και όσο περνάει ο καιρός η αίσθηση μετατρέπεται σε πεποίθηση, ότι αυτός ο μυθικός καρπός που έσβηνε τη μνήμη έχει εισαχθεί και καταναλώνεται μαζικά στη χώρα της φαιδράς πορτοκαλέας. Μάλιστα είμαι βέβαιος ότι καλλιεργείται συστηματικά και με επιδόσεις αξιοπρόσεκτες.
            Μόνο έτσι μπορώ να καταλάβω πόσο φτωχή μνήμη έχει αποκτήσει αυτός ο λαός. Πώς επιτρέπει τα ψέματα του χθες να αντικαθίστανται με τα αντίθετά τους ψέματα του σήμερα. Πώς αυτό που ήταν λάθος πριν 6-7 μήνες, γίνεται ελπίδα του αύριο σήμερα. Πώς οι ίδιοι άνθρωποι μπορούν να λένε τα πιο αντιφατικά πράγματα χωρίς να παραδέχονται την προτέρα πλάνη τους, πώς μπορούν να γλύφουν εκεί που έφτυναν και να μουντζώνουν εκεί που βρήκαν καταφύγιο.
            Ας δώσω μερικά, καθόλου τρανταχτά, αλλά καθημερινά, παραδείγματα, σημαντικά και ασήμαντα:
            Η περίπτωση του νέου περιφερειάρχη Αττικής. Ο κύριος Σγουρός, αν δεν με απατά η μνήμη μου, υπήρξε γενικός αρχηγός της άρσης βαρών, μαζί με τον προπονητή κύριο Ιακώβου. Χάρη στις ενέργειές του η άρση βαρών απόκτησε, εν όψει Ολυμπιακών Αγώνων, παλατάκι πολυτελές και ακριβό, που προσφέρεται για εκθέσεις και κομματικές εκδηλώσεις. Βεβαίως, για το άθλημα της άρσης βαρών δεν γίνεται κουβέντα, μετά το παρατεταμένο και γενικευμένο σκάνδαλο ντόπινγκ, το οποίο, αν δεν με απατά η μνήμη μου (λόγω λωτοφαγίας προφανώς) εκκρεμεί (;) προς εκκαθάριση στη δικαιοσύνη. Το ότι ο περιφερειάρχης που εκλέχτηκε με κάτι λιγότερο από το 20% των ψήφων των πολιτών της Αττικής (μαζί με εκείνης της Δημοκρατικής Αριστεράς) υπήρξε επικεφαλής της άρσης βαρών, όταν οι ντόπες έδιναν και έπαιρναν, ξεχάστηκε. Δεν το θυμήθηκε κανείς: Ούτε από τους υποστηρικτές ούτε από τους αντιπάλους. Η λήθη ρούμπωσε, καλή επιτυχία κύριε Περιφερειάρχα.
            Παράδειγμα δεύτερο. Όταν το χειμώνα πέρυσι ο πρωθυπουργός της χώρας ανακάλυψε τα ελλείμματα και ξέχασε τις υποσχέσεις (πάγιο σύμπτωμα πολιτικής λωτοφαγίας)  ο χώρος του Συνασπισμού και του ΣΥΡΙΖΑ είπε δυο-τρία πράγματα, κατά βάση ορθά: Πρότεινε, μεταξύ άλλων, την έκδοση ευρωπαϊκού ομολόγου, το κοινό μέτωπο των χωρών του ευρωπαϊκού νότου, γιατί μοίρα κοινή – και κακή – μας ένωνε και μας ενώνει, πρότεινε μια ριζική αναδιανομή του εισοδήματος με αναπτυξιακούς στόχους. Οι προτάσεις αντιμετωπίστηκαν από την κυβέρνηση και τους λωτοπαραγωγούς (ναι, τα ΜΜΕ εννοώ) με υπεροψία και περιφρόνηση. Σήμερα οι λωτοπαραγωγοί εκθειάζουν την πρόταση (!) του Παπανδρέου για το ευρωπαϊκό ομόλογο και την ανακάλυψη των Pigies, ενώ η απόλυτη ένδεια ενός αυξανόμενου τμήματος του πληθυσμού συναντά την παραγωγική αποδιάρθρωση όποιας παραγωγικής υποδομής είχε απομείνει στον έρημο τούτο τόπο. Κανένας δεν μιλάει για τα ολέθρια σφάλματα και για το πως μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί.
            Ακόμα πιο οδυνηρό, το ξέχασαν, ή φαίνεται να το ξέχασαν, και οι ίδιο που το πρότειναν πρώτοι. Η λωτοφαγία της αριστεράς έχει να κάνει με την απώλεια της μνήμης του καθήκοντος και με την ενασχόληση με τα τρέχοντα: τον ενδοπαραταξιακό τσακωμό. Κλαδεύουμε το δέντρο, στο όνομα της υποτιθέμενης ιδεολογικής καθαρότητας ή και πιο ποταπών ζητημάτων, ξεχνώντας το φλεγόμενο δάσος.
            Παράδειγμα τρίτο. Με ποια λογική συνέπεια αρνούμαστε τον, προσχηματικό χωρίς αμφιβολία, διάλογο για τις, απαράδεκτες, προτάσεις Διαμαντοπούλου για τα ΑΕΙ, όταν ο Συνασπισμός έδινε πολιτική κάλυψη στην πρόσκληση της υπουργού Παιδείας και λοιπών αρμοδιοτήτων σε εκδήλωση της ΑΡΣΗ για τον Μιχάλη Παπαγιαννάκη; Ή δε γνωρίζαμε τι ερχόταν; Ή δε γνωρίζαμε τι ήδη είχε φθάσει – ο Καλλικράτης στη πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια, το νομοσχέδιο για την δια βίου εκπαίδευση που εξίσωνε τους τίτλους σπουδών με λίγα χρόνια εργασιακής εμπειρίας; Ή δεν ανήκε η Διαμαντοπούλου στο πολιτικό προσωπικό που είχε την κύρια ευθύνη για την κρίση νομιμοποίησης του ελληνικού πολιτικού συστήματος;
            Παράδειγμα τέταρτο. Η ΚΝΕ μας υπενθύμισε με αφίσες τις δύο εμβληματικές μορφές της: Τον Ζαχαριάδη και τον Καπετάνιο Άρη. Δίπλα – δίπλα, παραθετικά, στις κολώνες και στα ταμπλώ ο φονιάς και το θύμα αγκαλιά. Χωρίς μνήμη, παρά μόνο ως παραπέτασμα στη μνήμη.

            Βεβαίως, η λωτοφαγία δεν είναι ιδίωμα της πολιτικής μόνον. Οι ποδοσφαιρόφιλοι φωνάζουν για τις τρέχουσες διαιτητικές αδικίες ξεχνώντας τις περυσινές εύνοιες. Οι σύντροφοι ανακαλύπτουν ελαττώματα, ξεχνώντας περυσινές αρετές. Στα πανεπιστήμια η ενασχόληση και η διδασκαλία της ιστορίας της επιστήμης θεωρείται περίπου γραφικότητα. Το μυαλό μας μαθαίνει να λειτουργεί στιγμιαία. Το παρελθόν διαγράφεται, ο χρόνος ρευστοποιείται, και μαζί ρευστοποιείται ό,τι συγκροτεί τον άνθρωπο: από τον άνθρωπο – μάζα στον άνθρωπο – ρευστό, αυτό είναι το στοίχημα της μεταμοντέρνας εκδοχής της εξουσίας.
            Η μνήμη, όμως, ατομική και συλλογική, δεν σβήνεται. Απωθείται, αλλά δεν σβήνεται. Μένει εκεί στα υπόγεια της συνείδησης, μας εγκαλεί και μας τσιγκλάει, μας υπενθυμίζει το παρελθόν μας και ό,τι αυτό μας έδωσε. Το 70% των νεοελλήνων πάσχει από κατάθλιψη, νοιώθει οργή και αισθήματα ενοχής. Μια κοινωνία σε ντιβάνι ψυχιάτρου αγωνιά (;) να καταλάβει τι της λέει η κατακερματισμένη γλώσσα της μνήμης.
            Η αριστερά οφείλει να αποκαταστήσει τη μνήμη της. Την ατομική, ως αριστεροί έκαστος για τον εαυτό του, και, κυρίως, τη συλλογική. Διαδικασία σκληρή και επίπονη. Αναγκαία, όμως, για να γίνει η αριστερά, Αριστερά, άξια του ονόματός της, δύναμη ανατροπής. Γιατί αυτή είναι σήμερα, όπως και χθες, όπως και αύριο, η αδυσώπητη ανάγκη της κοινωνίας.