Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Παρασκευή, 8 Ιουλίου 2016

MYRDAL: Ο ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ

Δολοφονίες μαύρων από αστυνομικούς στις ΗΠΑ - δολοφονίες αστυνομικών από (ποιούς άραγε;) στις ΗΠΑ.

Ο κύκλος του αίματος ανοίγει ξανά - όχι ότι είχε κλείσει ποτέ. Πριν 70 χρόνια ο  Gunnar Myrdal έγραφε ότι το ζήτημα των φυλετικών προβλημάτων οφείλεται στη συμπεριφορά των λευκών, όχι στις φυλετικές μειονότητες. Σήμερα είναι καιρός να τον επαναφέρουμε τον  Gunnar Myrdal και την ανάλυση του στην επικαιρότητα, καθώς ο ρατσιστικός λόγος γίνεται όλο και πιο ισχυρός σε ΗΠΑ και Ευρώπη. 
Από το βιβλίο μου Η Πολιτική Οικονομία της Αγοράς Εργασίας, 2014.

MYRDAL: Ο ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ

Το 1944 ο Σουηδός οικονομολόγος Gunnar Myrdal δημοσιεύει τα αποτελέσματα μιας εξαετούς εκτεταμένης κοινωνιολογικής έρευνας με τίτλο «An American Dilemma: The Negro Problem and Modern Democracy». Σε δύο τόμους, με περισσότερες από 1.500 σελίδες κυρίως κείμενο και παραρτήματα, αποτέλεσε την πρώτη συστηματική μελέτη, η οποία περιλαμβάνει και εκτεταμένη εμπειρική διερεύνηση, των σχέσεων μεταξύ μαύρων και λευκών στις ΗΠΑ.
            Το βασικό επιχείρημα που αναδεικνύεται από τον Myrdal είναι ότι «πολύ λίγα ερμηνεύονται όταν υποστηρίζουμε ότι ‘οι διακρίσεις οφείλονται στην προκατάληψη‘»[1].  Η προκατάληψη με τη σειρά της δημιουργείται από τις διακρίσεις.
            Ο Myrdal επισημαίνει τη λειτουργία ενός μηχανισμού που αυτοαναπαράγεται, ένα φαύλο κύκλο μεταξύ προκαταλήψεων και διακρίσεων. Οι προκαταλήψεις σε βάρος των μαύρων της Αμερικής οδηγούν στην εμφάνιση διακρίσεων στην κοινωνική ζωή, στην εκπαίδευση και στην αγορά εργασίας, διακρίσεων που επηρεάζουν τον τρόπο ζωής, τις φιλοδοξίες και τα εργασιακά προσόντα των μαύρων. Αποτέλεσμα είναι οι προκαταλήψεις να αυτο-επιβεβαιώνονται, να δείχνουν στους λευκούς ότι η εικόνα που είχαν για τους μαύρους και τις εργασιακές τους ικανότητες (σε ό,τι μας αφορά και περιοριζόμενοι στην αγορά εργασίας) ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Με αυτόν τον τρόπο, οι προκαταλήψεις εμμένουν και οδηγούν σε διακρίσεις εκ νέου.
            Ο Myrdal επισημαίνει ότι στον φαύλο κύκλο των διακρίσεων υπάρχουν τρεις κατηγορίες παραγόντων που συμβάλλουν καθοριστικά στην εμπέδωσή του: οι γενικές οικονομικές συνθήκες, τα πρότυπα και οι τρόποι συμπεριφοράς των μαύρων, και οι διακρίσεις. Οι παράγοντες αυτοί λειτουργούν σε σχέση αλληλεξάρτησης μεταξύ τους και συγκαθορίζουν την κατάσταση των μαύρων και τις σχέσεις μεταξύ των μαύρων και των λευκών. Ο Myrdal ονόμασε αυτόν τον συγκαθορισμό ως σωρευτική αιτιότητα (cumulative causation), ακριβώς για να δείξει τόσο την ύπαρξη σχέσεων αλληλοσυσχέτισης, όσο την κοινή συνισταμένη. Ακριβώς επειδή οι σχέσεις μεταξύ των τριών αυτών κατηγοριών παραγόντων είναι στενές, ο Myrdal είχε την ελπίδα ότι η μεταβολή σε μια κατηγορία, μέσω πολιτικής παρέμβασης, θα οδηγούσε σε ανατροπές και στις λοιπές, με τελικό αποτέλεσμα τη βελτίωση της θέσης των μαύρων και την άμβλυνση των διακρίσεων.
            Το ερώτημα του Myrdal δεν αφορούσε ευθέως τη θέση των μαύρων στην αγορά εργασίας. Ήταν ένα ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό ερώτημα: Πώς είναι συμβατή η πίστη των λευκών Αμερικανών στην ισότητα των ευκαιριών και στο σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων με την αντίληψη της εγγενούς ανισότητας μεταξύ των φυλών; Το Αμερικάνικο αυτό δίλημμα ο Myrdal θεωρούσε ότι είναι βαθειά πολιτικό, καθώς συνεπαγόταν τη σύγκρουση δύο διαφορετικών αξιακών συστημάτων: το αξιακό σύστημα της ισότητας και της δημοκρατίας ήταν σε σύγκρουση με το αξιακό σύστημα της φυλετικής υπεροχής. Από αυτήν την οπτική, το πρόβλημα των μαύρων, ήταν αποκλειστικά πρόβλημα των λευκών.
«Ο (Myrdal) τόνισε με έμφαση ότι “πολύ λίγα μπορούν να ερμηνευθούν με επιστημονικό τρόπο σε όρους των ιδιαιτεροτήτων των ίδιων των μαύρων … το πρόβλημα οφείλεται στους λευκούς”. Οι λευκοί διαθέτουν όλη την εξουσία, έχουν τη θέληση και τη δύναμη να περιορίσουν τις ευκαιρίες και τους πόρους που είναι διαθέσιμοι στους μαύρους. Στο βαθμό που η συμπεριφορά των μαύρων αποκλίνει από το σύνηθες, αυτή η αποκλίνουσα συμπεριφορά ήταν αποτέλεσμα των προνομίων των λευκών. Οι πράξεις των λευκών ήταν η κύρια αιτία για το φυλετικό ζήτημα, και αυτές οι πράξεις οφείλονταν σε ορισμένες πεποιθήσεις»[2].

Τα διαφορετικά συστήματα αξιών αποτυπώνονται στη διαφορετική ιεράρχηση των αντιληπτών προβλημάτων. Για τους λευκούς το μεγαλύτερο πρόβλημα θεωρήθηκε ότι είναι το πρόβλημα του συγχρωτισμού και, κυρίως, των μικτών γάμων. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας από τους μεγαλύτερους – ρητά ή άρρητα ομολογούμενος – φόβος των λευκών ήταν ο αριθμός των μαύρων, η προοπτική διόγκωσης του πληθυσμού τους. Αντίθετα, στους μαύρους τα προβλήματα διακρίσεων στην αγορά εργασίας κατείχαν την πρώτη θέση. Για τους λευκούς το πρόβλημα της εργασίας ήταν χαμηλά ιεραρχημένο, καθώς η θέση τους – και οι διαφοροποιημένες αμοιβές τους – ήταν σχετικά ασφαλείς. Όμως, για τους μαύρους, το πρόβλημα της ισότητας στην αγορά ήταν ιδιαίτερα πιεστικό, καθώς ήταν η κοινωνική ομάδα που υφίστατο τις διακρίσεις.
            Ο Myrdal, αξιοποιώντας μια διεπιστημονική προσέγγιση του φαινομένου του ρατσισμού μπορεί να αναγνωρίσει και να ερμηνεύσει τους βασικούς κοινωνικούς μηχανισμούς που δημιουργούν και αναπαράγουν τις κοινωνικές διακρίσεις. Το έργο του προκάλεσε ένα σοκ στην κοινωνία των ΗΠΑ και πολλές πολιτικές που εφαρμόσθηκαν, ιδιαίτερα στην πολιτική του Προέδρου Johnson Πόλεμος κατά της Φτώχειας στα μέσα της δεκαετίας του 1960, είχαν αναφορά, έστω και διαθλαστικά, στο An American Dilemma
             Ωστόσο, η ενασχόλησή του με την λειτουργία του ρατσισμού στην αγορά εργασίας ήταν περιορισμένη. Ουσιαστικά, η θέση των μαύρων στην αγορά εργασίας μοιάζει καθορισμένη από το γενικό πλαίσιο λειτουργίας της ρατσιστικής ιδεολογίας. Όμως, η αγορά εργασίας διαδραματίζει, έστω και ελλειπτικά, τον κρίσιμο ρόλο στην εμπέδωση και αναπαραγωγή της ιδεολογίας της φυλετικής υπεροχής. Γιατί η αγορά εργασίας αποτελεί, στο σχήμα του Myrdal, τη λυδία λίθο όπου κρίνονται τα εργασιακά μειονεκτήματα που έχουν συσσωρεύσει στους μαύρους οι διακρίσεις που ενεργοποιούνται πριν από την αγορά εργασίας. Οι διακρίσεις που εμφανίζονται πριν από την αγορά εργασίας ενισχύουν τις διακρίσεις στην αγορά εργασίας και αυτές, με τη σειρά τους, επιβεβαιώνουν τις διακρίσεις πριν από την αγορά εργασίας.
            Ο Myrdal θεωρούσε ότι οι γενικές αρχές της θεώρησης των διακρίσεων κατά των μαύρων μπορούν να επεκταθούν, ώστε να εφαρμοσθούν και στην περίπτωση άλλων ομάδων που αντιμετωπίζουν διακρίσεις. Σε ένα παράρτημα του An American Dilemma αποπειράται μια ανάδειξη των προβλημάτων που συνεπάγεται η μεροληπτική αντιμετώπιση των γυναικών, χωρίς όμως να προχωρήσει σε μια συγκροτημένη αντιμετώπιση του θέματος. Ωστόσο, η συνεισφορά του Myrdal παραμένει, ακόμα και σήμερα, ως θεμελιώδης μεθοδολογική και θεωρητική προσέγγιση, καθώς ανέδειξε την αλληλοτροφοδότηση των διακρίσεων που εμφανίζονται πριν και στην αγορά εργασίας.







[1]               Αναφέρεται από τον S. Shulman, “Metaphors of Discrimination: A Comparison of Gunnar Myrdal and Gary Becker”, 1992, Review of Social Economy, σ. 436.
[2]               S. Shulman, “Metaphors of Discrimination: A Comparison of Gunnar Myrdal and Gary Becker”, 1992, Review of Social Economy, σ. 436.

Κυριακή, 29 Μαΐου 2016

ΤΑ "ΜΕΓΑΛΑ ΚΥΜΑΤΑ" ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ERNEST MANDEL



Με τίμησαν οι παλιοί και αγαπημένοι φίλοι Κώστας και Γιάννα με την πρόσκλησή τους να μιλήσω στο Συνέδριο του Ινστιτούτου Πολιτικών και Κοινωνικών Ερευνών Παντελής Πουλιόπουλος για τον Ernest Mandel και τα Μεγάλα Κύματα της Καπιταλιστικής Ανάπτυξης (και ύφεσης).
Ομολογώ ότι παρασύρθηκα. Το θέμα είναι πολύ προκλητικό - τουλάχιστον για μένα.
Έγραψα πολλά, ήθελα να γράψω πολύ περισσότερα, για τη σχέση του Mandel με τις λοιπές προσεγγίσεις, τη Σχολή της Ρύθμισης, τις Κοινωνικές Δομές Συσσώρευσης,κυρίως, όμως, για το σήμερα. Είπα, βέβαια, πολύ λιγότερα.
Μια άλλη φορά, θα το συνεχίσω ...


  


Πέμπτη, 26 Μαΐου 2016

ΜΝΗΜΟΝΙΑ: ΑΠΟ ΤΗΝ "ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ" ΣΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ(;) ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ


Η ελληνική εμπειρία των Μνημονίων
Μορφοποίηση πολιτικής και επιπτώσεις

Power Point Presentation

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ, ΔΗΜΩΔΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΚΛΟΓΙΚΕΥΣΕΙΣ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ



Δεν υπάρχει τίποτε πιο αντιδραστικό και περισσότερο απάνθρωπο από το να ενοχοποιούνται τα θύματα.
Δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο αντιεπιστημονικό να κατασκευάζουμε απόψεις από μεμονωμένα παραδείγματα.
Εδώ, μια πρώτη προσπάθεια, του 1993 δημοσιευμένη.
Ακολούθησε ένα βιβλίο το 2000.






ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΣΑΚΗ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΑ 1993

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ - ΝΙΚΗΤΑ ΑΛΙΠΡΑΝΤΗ - ΑΝΕΛΕΥΘΕΡΟΣ Ο 21ος ΑΙΩΝΑΣ;


Χθες βράδυ έγινε η παρουσίαση του νέου βιβλίου του ομότιμου καθηγητή Νικήτα Αλιπράντη. Ο συγγραφέας με τίμησε ζητώντας να συμμετάσχω στην εκδήλωση και να σχολιάσω το βιβλίο του. Μαζί ήταν και οι συνάδελφοι Ανδρέας Λύτρας, Χριστίνα Καρακιουλάφη και Δημοσθένης Δασκαλάκης. 

Κάθε παρουσίαση είναι μεροληπτική, Αθώα ανάγνωση δεν υπάρχει. Καμία βιβλιοκριτική δεν μπορεί να αναπληρώσει την πρωτογενή σχέση του αναγνώστη με το κείμενο.

Κι αφού σας προειδοποίησα, ιδού τι - περίπου - είπα: 


ΑΝΕΛΕΥΘΕΡΟΣ Ο 21ος ΑΙΩΝΑΣ;

ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΥΣ


ΝΙΚΗΤΑ ΑΛΙΠΡΑΝΤΗ

Θα πρέπει να ζητήσω ένα διπλό συγγνώμη και από εσάς και από τον καθηγητή Αλιπράντη γιατί η ανάγνωσή μου είναι περιορισμένη και επιλεκτική. Τόσο ο σύντομος χρόνος που έχει μεσολαβήσει από την έκδοση του βιβλίου, όσο και λοιπές υποχρεώσεις, που δεν μπορούσαν να αναβληθούν, δεν μου επέτρεψαν μια πληρέστερη ανάγνωση και αποτίμηση του έργου του.

Κατά παράδοξο τρόπο, όμως, οι δυσκολίες ανάγνωσης, κατανόησης και αποτίμησης του βιβλίου προέρχονται από το ίδιο το βιβλίο. Ο συγγραφέας του, αν και με γλώσσα σαφή και με αρτιότητα στη συγκρότηση του επιχειρήματος, ή, μάλλον, των επιχειρημάτων του, αναμετράται με μια πλούσια και πολυεπίπεδη βιβλιογραφία, και προκαλεί τον αναγνώστη να διαβάσει ή να ξαναδιαβάσει κείμενα κλασικά και σύγχρονα, κείμενα κοινωνιολογίας, κοινωνικής ανθρωπολογίας, φιλοσοφίας, οικονομίας, δικαίου και εργασιακών σχέσεων. Το σύνολο των κοινωνικών επιστημών ενεργοποιείται από τον συγγραφέα, κατά κανόνα με γόνιμο και δημιουργικό τρόπο, αλλά η πρόσβαση στο υλικό που επεξεργάζεται, η πλήρης κατανόηση των επιχειρημάτων και των προεκτάσεων, απαιτεί συστηματική δουλειά από τον αναγνώστη. Ο καθηγητής Αλιπράντης πιστοποιεί αυτό που είχε πει ο Μαρξ, ότι δεν υπάρχει βασιλική οδός για την επιστήμη, ο δρόμος είναι δύσκολος και γεμάτος ατραπούς και μονοπάτια που μπορεί να ξεγελάσουν: Όσοι επιλέγουν τον εύκολο και σύντομο δρόμο μπορεί να οδηγηθούν στο αδιέξοδο ή απλώς στο σημείο εκκίνησης έχοντας κάνει μια κυκλική, άνευ αποτελέσματος, περιπλάνηση. Έχουμε ένα απαιτητικό βιβλίο για έναν απαιτητικό αναγνώστη.

Ή μήπως όχι μόνο;

Θα μπορούσε να αποτελέσει και έναν οδηγό για τον λιγότερο απαιτητικό αναγνώστη, χωρίς αμφιβολία. Ίσως αυτή η λειτουργία του βιβλίου – ορισμένων, τουλάχιστον, τμημάτων του – να είναι περισσότερο προφανής. Οφείλεται στην επιλογή του συγγραφέα να αποτυπώσει θέσεις σχεδόν για το σύνολο των προβλημάτων του σύγχρονου κόσμου, από το ζήτημα του ισλαμισμού και των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων ως τα προβλήματα της εργασίας και της ευρωπαϊκής κοινωνικής πολιτικής σήμερα και στη διαχρονική τους εξέλιξη. Κάθε θέμα, από τις εισαγωγικές σημειώσεις ως τα συμπεράσματα, θα μπορούσε να αποτελέσει τον κορμό ενός ξεχωριστού βιβλίου ή μιας πολυσέλιδης μελέτης, αντί της σύντομης, επιγραμματικής, πολλές φορές, διατύπωσης θέσεων που επιλέγει ο συγγραφέας. Εδώ υποκρύπτεται ο κίνδυνος: να επιμεριστεί το βιβλίο σε θέσεις «βολικές» και σε θέσεις «άβολες», σε θέσεις συμφωνίας και σε θέσεις διαφωνίας, παραγνωρίζοντας τις ενοποιητικές αρχές του.

Ο κίνδυνος αυτός μεγεθύνεται με τη συμπερίληψη στο τρίτο και μεγαλύτερο σε όγκο μέρος, που αναφέρεται στην κοινωνιολογία της εργασίας, αποσπασμάτων μελετών, άρθρων και εισηγήσεων, γεγονός που δημιουργεί την αίσθηση ενός κατακερματισμού ή ενός βιβλίου αναλέκτων. Μια καλύτερη οργάνωση του τρίτου μέρους και η μετάφραση στα ελληνικά των ξενόγλωσσων κειμένων θα επέτρεπε στο ευρύ κοινό να αποκτήσει πρόσβαση σε σημαντικές αναλύσεις και σε γόνιμους προβληματισμούς. Ελπίζω ότι μια επόμενη έκδοση θα δώσει λύση στα προβλήματα αυτά.

Θα ήθελα να αναφέρω ένα παράδειγμα, κλείνοντας το τμήμα αυτό των παρατηρήσεων στη μορφή και στο ύφος. Στη σ. 154 ο συγγραφέας γράφει αναφερόμενος στη συλλογή άρθρων των Kl. Dörre et al.:
«Αν είναι δυνατόν να συμπυκνωθούν τα συμπεράσματα του έργου, θα αναφερθεί η τελική διαπίστωση του Kl. Dörre ότι στον σημερινό καπιταλισμό η αποδοτική (παραγωγική) εργασία αντικαθίσταται από αναπαραγωγικές δραστηριότητες».

Αυτή η μικρή πρόταση των τριών σειρών στον μη ειδικό ηχεί ακατανόητη. Σε όλους όσοι είναι εξοικειωμένοι με τη σχετική βιβλιογραφία παραπέμπει στις προσεγγίσεις του I. Gough για το κράτος πρόνοιας, αλλά και στη διαμάχη για τη διάκριση μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας στον Μαρξ, για τη φύση του κεφαλαίου στην κυκλοφορία, αλλά και για την οικιακή εργασία, την απλήρωτη εργασία, κυρίως, των γυναικών στα οικιακά καθήκοντα, διαμάχη στην οποία είχε συμμετάσχει και ο ομιλών πριν πολλά χρόνια. Θέματα τα οποία έχουν επανέλθει και σχετίζονται με την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου στη σύγχρονη φάση του καπιταλισμού. Αλλά και, από την αντίθετη πολιτική προσέγγιση, στο βιβλίο των BaconEltis, Britains Economic Problem: Too Few Producers (1976) που αποτέλεσε σημαντική συνεισφορά στην ιδεολογική επικράτηση του Θατσερισμού στην Μεγάλη Βρετανία.
Ουδόλως υπαινίσσομαι ότι ο καθηγητής Αλιπράντης αγνοεί τα σχετικά ζητήματα. Απλώς σημειώνω ότι, στην επιτακτική ανάγκη που αισθάνεται να διατυπώσει τις θέσεις του, διατρέχει τεράστιους επιστημονικούς χώρους με επιγραμματικές διατυπώσεις αφήνοντας τις βιβλιογραφικές παραπομπές να αναλύσουν και να υποστηρίξουν το επιχείρημα. Φυσικά δεν πρόκειται για ένα διδακτικό εγχειρίδιο, αλλά για μια κατάθεση γνώσεων μιας ολόκληρης επιστημονικής σταδιοδρομίας. Κατάθεση γνώσεων που λαμβάνει συχνά πολεμικό χαρακτήρα. Άλλωστε, η πρόοδος της επιστήμης μέσω πολεμικών διαμαχών επέρχεται, όχι με την υιοθέτηση των σημαιών ευκαιρίας, όπως μας βολεύει και όπως συνηθίζεται στα καθ’ ημάς.

Αρκετά όμως σας κούρασα με αναφορές στο τρόπο γραφής και παρουσίασης, επισημάνσεις που θεωρώ σημαντικές για την κατανόηση της λειτουργίας του κειμένου. Θα περάσω στην ουσία, προσπαθώντας, μέσω του μερικού και αποσπασματικού διαβάσματός μου, να αναδείξω ορισμένες πτυχές του βιβλίου και σκέψεις που προκλήθηκαν από αυτό.

Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη και μία ενδιαφέρουσα εισαγωγή. Θεωρώ ως εξαιρετικά ενδιαφέροντα το πρώτο και το τρίτο μέρος (Θέματα Πολιτικής Κοινωνιολογίας, σσ. 29 – 90 και Η Κοινωνιολογία της Εργασίας – Χθες και Σήμερα σ. 145 και ε.). Στα μέρη αυτά θα επικεντρωθώ, επιλεκτικά πάντοτε.

Στον Πρόλογο του βιβλίου, πρόλογος που ουσιαστικά ανήκει στην Εισαγωγή, ο συγγραφέας καταθέτει την κεντρική ιδέα του έργου του: Οι τέσσαρες θεμελιώδεις ελευθερίες, όπως αυτές διακηρύχθηκαν από τον Roosevelt, η ελευθερία έκφρασης, η ελευθερία επιλογής θρησκεύματος, η ελευθερία από την ανάγκη και η ελευθερία από τον φόβο, ουδέποτε υλοποιήθηκαν, αν και συνιστούν ουσιώδη ατομικά (οι δύο πρώτες), κοινωνικά (η τρίτη) και πολιτικά (η τέταρτη) δικαιώματα. Ο συγγραφέας επιχειρεί να τεκμηριώσει αυτήν την αποτυχία και να φωτίσει τα αίτιά της στα τρία κύρια μέρη του βιβλίου, αφού προηγουμένως αποσαφηνίσει σε κάποιο βαθμό το θεωρητικό του πλαίσιο (Εισαγωγή).

Μπορώ να συμφωνήσω σε δύο θέματα που αναπτύσσει στην Εισαγωγή: Πρώτον, στην ανάγκη διεπιστημονικής προσέγγισης στα ζητήματα που εξετάζει. Η διεπιστημονική προσέγγιση καθίσταται απολύτως αναγκαία, όταν μελετούμε την κοινωνική πραγματικότητα, καθώς το κοινωνικό γεγονός είναι αποτέλεσμα πολλαπλών και σύνθετων προσδιορισμών. Ωστόσο, η αναφορά στις επιμέρους επιστημονικές πειθαρχίες καθιστά αναγκαία την εξοικείωση με το σύνολο της θεωρητικής υποδομής τους και όχι την κατά το δοκούν επιλεκτική τους χρήση. Ο καθηγητής Αλιπράντης μας δίνει στα επόμενα μέρη ένα πρωτόκολλο ορθής χρήσης της διεπιστημονικότητας – αν και οι ελλείψεις στον τομέα της οικονομικής επιστήμης είναι ορατές. Σε κάθε περίπτωση προσυπογράφω την ανάγκη εμπέδωσης μιας ολιστικής κοινωνικής επιστήμης. Τα παραδείγματα του Μαρξ, του Βέμπερ και του Parsons είναι γνωστά, αν και αντιθετικά.

Το δεύτερο θέμα, στο οποίο εκφράζω την απόλυτη συμφωνία μου, είναι η κριτική που ασκεί στη μεταμοντέρνα προσέγγιση και στην, μέσω αυτής, αναβίωση των μεθοδολογικών προσεγγίσεων του υποκειμενισμού και της  εξατομίκευσης. Η κοινωνιολογική προσέγγιση μπορεί να διαβλέψει καλύτερα τη διάκριση μεταξύ του ορθολογισμού του υποκειμένου και του ορθολογισμού του κοινωνικού συστήματος, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Maurice Godelier. Όπως και τη διάκριση μεταξύ ορθολογισμού και εκλογίκευσης που μοιάζει να στοιχειώνει πολλές εμπειρικές προσεγγίσεις με τη λέξη του συρμού: αναστοχασμός.

Στο Πρώτο Μέρος ο συγγραφέας ασχολείται με τους μετασχηματισμούς του κράτους και του πεδίου εξουσίας κατά το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα και των αρχών του 21ου. Επισημαίνει την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου και τις συνέπειές της στην οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Επισημαίνει την αποδυνάμωση της εξουσίας του εθνικού κράτους προς όφελος των μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων, τα οποία εντείνουν μηχανισμούς ανακατανομής των κερδών και του πλούτου σε παγκόσμιο επίπεδο και αναγνωρίζει στην επέκταση του κρατικού χρέους έναν κρίσιμο μηχανισμό που συμβάλλει στην αναδιοργάνωση της πολιτικής σφαίρας, στη μετατόπιση από την άσκηση πολιτικής στην άσκηση της απλής διαχείρισης.

Όπως γίνεται αντιληπτό το ζήτημα είναι τεράστιο και με πρόδηλο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό ενδιαφέρον. Η οικονομική κρίση – και στο σημείο αυτό θα διαφωνήσω με τον συγγραφέα – ενεργοποιήθηκε το 1973 και έκτοτε παραμένει στη ζωή μας μεταλλασσόμενη, μεταβάλλοντας τους χώρους εκδήλωσής της, τις φαινομενικές εκφράσεις της. Άλλοτε ως κρίση χρέους, άλλοτε ως κρίση ρευστότητας, άλλοτε ως κρίση απασχόλησης, ως φούσκα χρηματιστηρίου ή ως φούσκα ακινήτων, επιβάλλει κρίσιμους μετασχηματισμούς στα πεδία εξουσίας, πολιτικής και κοινωνικής, προκαλεί συσσώρευση πλούτου και δύναμης, αλλά και ακραία φτώχεια, ανεργία και κοινωνικό αποκλεισμό, αλλάζει παγιωμένες τοπικότητες, διαλύει παραγωγικές δομές, μεταπλάθει τρόπους αντίληψης της πραγματικότητας που μας περιβάλλει.



Ένας νέος τρόπος οργάνωσης της παραγωγής και αναδιανομής προκύπτει μέσα από την κρίση και, παρά τα όσα λέγονται, ο ρόλος του εθνικού κράτους παραμένει κρίσιμος, αν και μεταλλαγμένος. Αυτό είναι το πεδίο που θα αναμετρηθεί η θεωρητική σκέψη στο άμεσο μέλλον: Καθώς η πολιτική επιστήμη στρέφεται στην εξέταση των επιμέρους πολιτικών, η ανάγκη μιας θεωρίας του κράτους, στην κατεύθυνση των αναλύσεων του Γκράμσι, του Πουλαντζά και του Bob Jessop παραμένει εκ των ων ουκ άνευ συνθήκη κατανόησης της σύγχρονης πραγματικότητας. Αναφέρομαι στην εγκαθίδρυση της οικονομικής κυριαρχίας του χρηματιστικού κεφαλαίου, κυριαρχία που δεν προσλαμβάνει ηγεμονικά χαρακτηριστικά, αδυνατεί να ενσωματώσει μακροχρονίως στα δικά της ιδιοτελή συμφέροντα τα αιτήματα, τις προϋποθέσεις ύπαρξης, του κεφαλαίου που ενεργοποιείται στο χώρο της παραγωγής, πολύ δε περισσότερο των άλλων τάξεων και στρωμάτων.  

Η οικονομική κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου δημιουργεί τις συνθήκες μονιμότητας της κρίσης. Και κατανοούμε σήμερα τις συνέπειές σε δύο τομείς που θίγονται, ο ένας με συντομία και ο άλλος επί μακρόν, από τον συγγραφέα.

Έχω την εντύπωση ότι όταν ο συγγραφέας αναφέρεται στην «εξουσία της τεχνοκρατικής επιστήμης, ιδίως της οικονομικής» (σσ. 33-35) θέτει άρρητα το ζήτημα της νομιμοποίησης των κρατικών πολιτικών. Διότι οι πολιτικές παραμένουν κρατικές, υιοθετούνται, έστω και τελετουργικά, από τα εθνικά κοινοβούλια. Οφείλουν να είναι, για να αποκτήσουν την αναγκαία κοινωνική τους αποτελεσματικότητα, σε κάποιο βαθμό, όχι απλώς νόμιμες – πράγμα που σηκώνει πολύ κουβέντα – αλλά και νομιμοποιημένες. Δηλαδή, να θεωρούνται ότι αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα προβλήματα, να τα αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά και να κατανέμουν με σχετικά αναλογικότητα οφέλη και επιβαρύνσεις στους πολίτες, να είναι, δηλαδή, δίκαιες.

Ο Βέμπερ μας έχει δώσει έναν τύπο νομιμοποίησης, τη νομιμοποίηση δια της διαδικασίας, ο Habermas προσέθεσε τη νομιμοποίηση δια του αποτελέσματος. Η πρώτη μορφή νομιμοποίησης συνδέεται με τη λειτουργία του κράτους δικαίου και τη γραφειοκρατία που το διαχειρίζεται απροσώπως, η δεύτερη μορφή νομιμοποίησης με το μεταπολεμικό κράτος πρόνοιας.

Η κρίση και η οικονομική κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου περιστέλλει τα περιθώρια άσκησης πολιτικής και μετατρέπει την πολιτική σε διαχείριση. Αυτό μας επιτρέπει να κατανοήσουμε δύο βασικές παραμέτρους του σύγχρονου πολιτικού συστήματος:

Πρώτον, τη σύγκλιση των κομμάτων σε προγράμματα διαχείρισης ανεξαρτήτως των διαφορετικών καταγωγών και προελεύσεων. Όπως το κράτος πρόνοιας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οικοδομήθηκε ανεξαρτήτως αν στην κυβέρνηση ήταν κεντροδεξιές, χριστιανοδημοκρατικές ή σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, σήμερα αποδιαρθρώνεται και εκχωρείται επίσης ανεξαρτήτως πολιτικού στίγματος της κυβέρνησης.

Δεύτερον, την κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, καθώς οι κυβερνήσεις φαίνονται αποδεσμευμένες από τις κοινωνίες που θεωρητικά εκπροσωπούν. Η ανάδειξη των ακροδεξιών κομμάτων, αλλά και η επικράτηση της «ψήφου σκοπιμότητας» ή της αρνητικής ψήφου για την ανάδειξη στην κυβέρνηση του μικρότερου κακού, είναι αμφότερα αποτελέσματα της κρίσης νομιμοποίησης.

Στο πλαίσιο αυτό διαφαίνονται οι προσπάθειες για να δημιουργηθεί μια τρίτη μορφή νομιμοποίησης, που συνδέεται με την οικονομική κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου. Η νομιμοποίηση δια του λόγου των ειδικών. Και στο λόγο των ειδικών, θα συμφωνήσω απολύτως με τον συγγραφέα, προεξάρχουσα θέση κατέχουν οι οικονομολόγοι, και βεβαίως οι διεθνείς οργανισμοί, το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ, η Παγκόσμια Τράπεζα και η ΕΕ, στο διπλό ρόλο του policy maker και του παράγοντα που επιβάλλει την πολιτική.

Θα υπενθυμίσω ότι ο χώρων των «ειδικών» έχει υποστεί μια μακρά περίοδο «κάθαρσης» με μηχανισμούς διοικητικής επιβολής και πειθάρχησης. Από την διάλυση Τμημάτων και τον διωγμό αιρετικών καθηγητών στην Μεγάλη Βρετανία της Θάτσερ, από την αναπαραγωγή θεωρητικών στερεοτύπων και το σύστημα δημοσιεύσεων, ως τη συμμετοχή σε αμειβόμενα ευρωπαϊκά προγράμματα, τα οποία κρίνουν την παραμονή ως μέλους του διδακτικού προσωπικού. Μεταλλαγές που σημειώνονται στα προγράμματα σπουδών και στη μετατροπή των πτυχίων σε συλλογή εφήμερων credits. Αλλά και μια απλή ματιά στα σύγχρονα εγχειρίδια αποδεικνύει τη συρρίκνωση και τη λογοκρισία που επιβάλλεται στη γνώση των φοιτητών: ενδεικτικά, το παράδοξο της φειδούς, η θεωρία του second best, η διαμάχη για το κεφάλαιο και η καταλυτική κριτική στη νεοκλασική θεωρία της παραγωγής έχουν εξαφανιστεί. Να αναφέρω, τέλος, το εγχείρημα του T. Blair, το scientifically informed social policy, με την εμπλοκή 18 πανεπιστημίων στην κοινωνική πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας.

 Η κρίση νομιμοποίησης συνεπάγεται την καταφυγή στην καταστολή. Η τρίτη μορφή νομιμοποίησης είναι ατελής. Μπορεί να προσφέρει μόνο την παθητική συναίνεση, τη συναίνεση που προκύπτει από το φόβο. Η ανάκληση από τον συγγραφέα των αναλύσεων της Shklar για την κρατική οργάνωση του φόβου είναι προς τούτο σημαντική. Το κράτος συμμετέχει στην παραγωγή της κοινωνικής επισφάλειας και, ταυτοχρόνως, αναλαμβάνει το ρόλο του τιμωρού όσων αποτυγχάνουν να προσαρμοστούν στις συνθήκες κοινωνικής επισφάλειας. Η έννοια της σκληρότητας (cruelty) της Shklar δεν είναι ανάγκη να απευθύνεται αποκλειστικά στο σώμα. Η καταδίκη στη φτώχια, στην ανεργία, στον κοινωνικό αποκλεισμό, η στέρηση δικαιωμάτων σύνταξης, υγειονομικής περίθαλψης, πρόσβασης στην εκπαίδευση, επιδόματος ανεργίας και στέγης αποτελούν τις σύγχρονες πτυχές της φοβικής και επισφαλούς κοινωνίας. Στο σύνολό τους αυτές οι ποινές εξαρτώνται άμεσα από την εργασία και τις αμοιβές από την εργασία. Ο φόβος της καταδίκης συνδέεται με το φόβο της απώλειας της εργασίας, απώλεια που δεν πλήττει μόνο την οικονομική ευημερία, αλλά και την ψυχική υγεία, την αυτοεκτίμηση του ατόμου.

Το σκληρότερο χαρακτηριστικό της σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής είναι ακριβώς η ενοχοποίηση των θυμάτων.    

Θεωρώ ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα τη διάκριση που επιχειρεί ο συγγραφέας μεταξύ «πολιτισμένης» και «άγριας» ανταγωνιστικότητας. Μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τις εξελίξεις σε δύο παραπληρωματικούς χώρους: Στην ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική και στο χώρο της παραγωγής και των εργασιακών σχέσεων.

Μία φράση για την ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική. Ήδη από τη «Λευκή Βίβλο» του Ντελόρ του 1986 και το Χάρτη των Κοινωνικών Δικαιωμάτων στις αρχές της δεκαετίας του 1990 – ουσιαστικά μια ανούσια διακήρυξη καλών προθέσεων χωρίς να αποτελεί αντιστάθμισμα στα προβλεπόμενα στη Λευκή Βίβλο – η κοινωνική πολιτική υποτάχθηκε στην πολιτική του ανταγωνισμού.  Τα κοινωνικά δικαιώματα αμφισβητούνται και η αμφισβήτηση αυτή μοιραία θα συμπαρασύρει – αν δεν έχει ήδη συμβεί  - τα πολιτικά και ορισμένα ατομικά δικαιώματα.

Η εγγενής ανισότητα μεταξύ εργαζόμενου μισθωτού και εργοδότη μετριάσθηκε κατά τον 20ο αιώνα με την κατοχύρωση του ρόλου των εργατικών συνδικάτων και των πολυεπίπεδων, εθνικών, κλαδικών, επαγγελματικών, περιφερειακών και επιχειρησιακών διαπραγματεύσεων. Ο μετριασμός αυτός αποτυπώθηκε στο Εργατικό Δίκαιο και στις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας του ILO. Ουσιαστικά το θεσμικό πλαίσιο, ως κρατική νομοθετική παρέμβαση και ως αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων, έθετε περιορισμούς στην άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, στην ανεξέλεγκτη εξουσία του εργοδότη στο χώρο εργασίας.

Οι πολιτικές ευελιξίας, ή, ορθότερα, απορρύθμισης της αγοράς εργασίας επαναφέρουν αυτήν την απόλυτη εξουσία του εργοδότη και του μάνατζερ στο χώρο της παραγωγής. Με πρόσχημα την τεχνολογία, την εναρμόνιση του χρόνου εργασίας και των λοιπών καθηκόντων, το ευμετάβλητο των αγορών, αλλά κυρίως με μοχλό την ανεργία και τον φόβο για την ανεργία, οι εργασιακές σχέσεις αποδιαρθρώθηκαν. Ο φόβος και ο αυταρχισμός εκτός συναντά τον φόβο και τον αυταρχισμό εντός της επιχείρησης. Ο Ανελεύθερος 21ος Αιώνας είναι καθολικά ανελεύθερος. Επιστρέψαμε στην αναπτυγμένη Δύση στην παραγωγή όχι μόνον της σχετικής υπεραξίας, αλλά της απολύτου υπεραξίας, η οποία, εν συνεχεία, αναδιανέμεται παγκοσμίως προς όφελος του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Η εργασία αντιμετωπίζεται πλέον μόνον ως κόστος παραγωγής και μάλιστα ως το μοναδικό κόστος που επιδέχεται προσαρμογή προς τα κάτω. Πέντε χρόνια μνημονίων και τρία μέχρι στιγμής μνημόνια δείχνουν την αλήθεια της πρότασης αυτής, αλλά και το αλυσιτελές και μάταιο εγχείρημά τους.

Αλλά η εργασία δεν είναι μόνον κόστος. Είναι δημιουργία πλούτου και έχει κόστος αναπαραγωγής, Η κλασική πολιτική οικονομία μας το δίδαξε αυτό. Ο μισθός είναι κόστος για τον εργοδότη, αλλά πηγή βιοπορισμού για τον εργαζόμενο. Παράγει πλούτο, αλλά δημιουργεί κατανάλωση, όπως μας έμαθε ο Keynes.

Ο καθηγητής Αλιπράντης μας δίνει ένα δύσκολο στην ανάλυσή του, αλλά πολύτιμο βιβλίο. Συνοψίζει γνώσεις και εμπειρίες δεκαετιών και μοιάζει να δίνει λίγο φως στους σκοτεινούς καιρούς μας. Έχω τη βεβαιότητα ότι, παρ’ όλο ότι έχουμε διαφορετικές θεωρητικές καταβολές, συμφωνούμε σε πολλά συμπεράσματα. Η πραγματικότητα βοά, πώς να την αγνοήσεις, αν θέλεις να διακονείς τις κοινωνικές επιστήμες και όχι την εξουσία;
Να τον ευχαριστήσω διπλά: Για το βιβλίο που μας χάρισε και για την τιμή και την ευκαιρία που μου έδωσε να σκεφτώ ξανά τα θέματα αυτά και να μοιραστώ τις σκέψεις μου μαζί σας.

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΙΕΤΡΟ ΙΝΓΚΡΑΟ: ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ - ΚΙ ΕΝΑ ΕΠΙΜΕΤΡΟ



Τη Δευτέρα 6 Οκτωβρίου ο Πέτρος Κακολύρης οργάνωσε εκδήλωση προς τιμή του Πιέτρο Ινγκράο στον φιλόξενο Εύμαρο και είχε την καλοσύνη να με καλέσει να μιλήσω. Η εισήγησή μου δημοσιεύτηκε στο Redbook, αλλά έκρινα ότι μερικές προσθήκες ήταν αναγκαίες, μετά τις εισηγήσεις του Πέτρου και της Τόνιας Τσίτσοβιτς,  αλλά και της συζήτησης που ακολούθησε, Ιδού λοιπόν.






Ομολογώ ότι αισθάνομαι αμηχανία και ακατάλληλος να μιλήσω για τον Πιέτρο Ινγκράο, αυτή την πολύ σημαντική μορφή της πολιτικής και της διανόησης της Ιταλικής Κομμουνιστικής Αριστεράς, που δεν έγινε ή, ορθότερα, δεν επιδίωξε να γίνει μορφή της ευρωπαϊκής αριστεράς.

Δεν φοίτησα στην Ιταλία, δεν γνωρίζω ιταλικά, δεν τον συνάντησα ποτέ, όπως, άλλωστε πολλούς άλλους που θα ήθελα να έχω συναντήσει, αλλά, αυτή η εκ των πραγμάτων απόσταση δεν εμπόδισε την επίδρασή του στον τρόπο που έμαθα να βλέπω την κοινωνία, τις συγκρούσεις, τη στρατηγική, τον κομμουνισμό.

Δεν θα αποτολμούσα, συνεπώς, ποτέ μια συνολική τοποθέτηση για τον Πιέτρο Ινγκράο. Θα μου ήταν πιο βολικό να μιλήσω για την επίδρασή του σε μια συγκεκριμένη συγκυρία στην ελληνική ανανεωτική κομμουνιστική αριστερά των αρχών της δεκαετίας του 1980. Και, βεβαίως, όχι σ’ όλη την αριστερά, μόνο στα εγχώρια τμήματά της που αναζητούσαμε αναφορές να πιαστούμε από κάπου για να επιβεβαιώσουμε την αριστερή μας ταυτότητα, αφ’ ενός, αλλά να προσφέρουμε μια εναλλακτική πολιτική πρόταση στην εσφαλμένη κυρίαρχη πολιτική του ΚΚΕ εσωτερικού. Μέσα από αυτήν τη φαινομενικά βολική αφήγηση, η οποία, ελπίζω να είναι κατανοητό ότι και υποκειμενική είναι και, ως εκ τούτου, καθόλου βολική, καθώς έχει τη μορφή της προσωπικής κατάθεσης, θα προσπαθήσω να αναδείξω μια – δύο πτυχές της πολιτικής σκέψης και της θεωρητικής του συμβολής. Τα λοιπά είναι έργο αρμοδιότερων και ικανότερων εμού.

Έφυγα για την Αγγλία το καλοκαίρι του 1975 με ένα πτυχίο οικονομικών επιστημών στο συρτάρι και μια αποσκευή νεοκλασικής μικροοικονομικής και κεϋνσιανής μακροοικονομικής στη βαλίτσα. Γύρισα, σχεδόν μόνιμα, την άνοιξη του 1978 μαρξιστής, επίσης μόνιμα. Η βρετανική αριστερή διανόηση είχε χωριστεί στα δύο: οι μεν είχαν υποκύψει στη σαγήνη του μαρξισμού made in France, οι δε ήταν πολέμιοι του αλτουσεριανού δομισμού. Η «υπόθεση Γκράμσι» είχε αρχίσει να γίνεται θέμα αυξανόμενου ενδιαφέροντος, ιδιαίτερα μετά το άρθρο του Perry Andersonthe antinomies of Antonio Gramsci” στο New Left Review το 1976. Ο ιταλικός μαρξισμός έκρουε όλο και ισχυρότερα τις πύλες, ιδιαίτερα μετά την έκδοση του συλλογικού τόμου που επιμελήθηκε η Chantal Mouffe (Gramsci and Marxist Theory, 1979) και την ταυτόχρονη σχεδόν έκδοση του κύκνειου άσματος του ημέτερου Νίκου Πουλαντζά (Κράτος – Εξουσία – Σοσιαλισμός, 1978).

Τα βιβλία του Ινγκράο δεν μεταφράστηκαν στα αγγλικά, ούτε στα γαλλικά νομίζω, ό,τι γνώριζα ήταν περίπου μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη: Από σκόρπιες ειδήσεις που ξεκινούν από τη δεκαετία του 1970 ως σήμερα, από σπάνιες συνεντεύξεις του μεταφρασμένες στα ελληνικά έντυπα, από μαρτυρίες συντρόφων του, αργότερα, του Μάγκρι, της Καστελίνα, της Ροσάντα. Μεσολαβημένες αφηγήσεις και, συνεπώς, διαθλασμένες, όπως κάθε αφήγηση ή μαρτυρία, όπως και κάθε ανάγνωση, άλλωστε. Το 1979 εκδίδεται από το Θεμέλιο η συλλογή άρθρων και συνεντεύξεων «Μάζες και Εξουσία» σε μετάφραση Ανταίου Χριστοστομίδη και Σοφίας Τσαμίχα, βιβλίο που περιλαμβάνει τα περισσότερα άρθρα – αλλά όχι όλα – όσα αποτέλεσαν την ιταλική πρωτότυπη έκδοση (1977). Κάποια άρθρα αφαιρέθηκαν και ένα αντικαταστάθηκε – ίσως γιατί ήταν πολύ ιταλικού ενδιαφέροντος για το ελληνικό κοινό. Άρθρα που καλύπτουν μια μεγάλη χρονική περίοδο από το 1964 ως το 1977 με κύριο χαρακτηριστικό την παρέμβαση στη συγκυρία. Δεν αποσκοπούν, δηλαδή, στην οργανωμένη και συγκροτημένη θεωρητική τοποθέτηση, αλλά στην διερεύνηση της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης με τη χρήση των θεωρητικών προταγμάτων.



Λίγα χρόνια μετά (1983) εκδίδεται από τις εκδόσεις Πολύτυπο ένα δεύτερο βιβλίο που αποτελείται από μια μεγάλη σε έκταση συνέντευξη στον Ρομάνο Λέντα με τίτλο «Η Κρίση και ο Τρίτος Δρόμος», επίσης σε μετάφραση του Ανταίου Χριστοστομίδη. 

Επιτρέψτε μου μια μικρή παρέκβαση: Το 1978 διασπάται η νεολαία του ΚΚΕ εσωτερικού και δημιουργείται η Β’ Πανελλαδική με άμεσες αναφορές στον Αλτουσέρ. Στο 2ο Συνέδριο του ΚΚΕ εσωτερικού επιβεβαιώνεται η γραμμή της ΕΑΔΕ και της κυριαρχίας του Κύρκου, οι πλατφόρμες Σταύρου Καρά και Μπριλλάκη μειοψηφούν, παρά την αποτυχία της Συμμαχίας. Το 1981 το ΠΑΣΟΚ θριαμβεύει στις εκλογές, το ΚΚΕ εσωτερικού παίρνει το ελάχιστο του 1,35%, ο Κύρκος πανηγυρίζει τη νίκη του ΠΑΣΟΚ στην Ομόνοια και στο 3ο Συνέδριο επέρχεται η αλλαγή στην ηγεσία (Μπανιάς) και στην πολιτική με δειλά και αβέβαια βήματα.

Από το 1978 ως το 3ο Συνέδριο όσοι από εμάς διαφωνούσαμε με την πολιτική γραμμή αναζητούσαμε θεωρητικά και πολιτικά επιχειρήματα, δεκανίκια αν θέλετε, που να μην ταυτίζονται με την «καταραμένη» αλτουσεριανη άποψη, να διαθέτουν ένα είδος κομματικής νομιμοποίησης. Η «περίπτωση Ινγκράο» ήταν η πλέον ενδεδειγμένη. Στέλεχος του ΚΚΙ προβεβλημένο, επικεφαλής της αριστερής αντιπολίτευσης του κόμματος, πρώην διευθυντής της Unita, Πρόεδρος της Βουλής. Το πρώτο βιβλίο έδινε ερείσματα στην άσκηση μιας «συνετής» εσωκομματικής αντιπολίτευσης και στην αναζήτηση μιας σύγχρονης ριζοσπαστικής αριστεράς, το δεύτερο βάθαινε τις διαφορές μας από το εγχείρημα ΠΑΣΟΚ.





Έτσι «συνάντησα» τον Πιέτρο Ινγκράο. Ατελής και μερική συνάντηση και, από τη μεριά μου, αυστηρά χρησιμοθηρική, εργαλειακή μπορείτε να πείτε. Θέλω να πιστεύω ότι, παρά ταύτα, υπήρξε γόνιμη. Αυτό αντιλαμβάνομαι μετά από 30τόσα χρόνια, όταν, επέστεψα στον Ινγκράο για να προετοιμάσω τη σημερινή παρουσίαση, να ανακαλέσω στη μνήμη και να επιβεβαιώσω και να διαψεύσω τις τότε απόψεις μου γι’ αυτόν.

Ας έλθω, λοιπόν, μετά όλη αυτή τη φλυαρία στο δικό μου διάβασμα του Ινγκράο. Θα μείνω σ’ αυτά τα δύο βιβλία, αφού για το τρίτο, «Η Αγανάκτηση Δεν Αρκεί», που μετέφρασε η Τόνια Τσίτσοβιτς, έχω μιλήσει και γράψει.

Υπάρχουν μια σειρά από θέματα που έρχονται και επανέρχονται συνεχώς στα κείμενα αυτά. Το ζήτημα του κράτους και των αναγκαίων μετασχηματισμών του, η κριτική στο κράτος πρόνοιας, η κριτική και οι αποστάσεις από τη σοσιαλδημοκρατία, ο ρόλος των κοινωνικών κινημάτων, η οπτική της αριστεράς στην οργάνωση της εργασίας, το ζήτημα της δημοκρατίας, αναδεικνύονται στο πρώτο βιβλίο και επανέρχονται, τοποθετημένα σε μια ελαφρώς διαφορετική βάση,  στην οπτική της κρίσης, στο δεύτερο βιβλίο, μαζί με την προοπτική της τότε αριστεράς στην τότε Ευρώπη.

Το υπόβαθρο, στο οποίο τοποθετείται, ακόμη και στις περισσότερο συγκυριακές αναζητήσεις, είναι σαφές: Ο Γκράμσι, η ιστορία και η έννοια της ηγεμονίας. Η ηγεμονία ως εργαλείο ανάλυσης, αλλά και ως στρατηγικός στόχος. Και η δημοκρατία ως αναπόσπαστο στοιχείο αυτής της ηγεμονικής στρατηγικής.

Κομβικό σημείο είναι το ζήτημα του κράτους. Ο Ινγκράο είναι κατά του κράτους, ακόμα και του κράτους πρόνοιας της ώριμης σοσιαλδημοκρατίας. Υποστηρίζει τη διάλυσή του, αλλά μια διάλυση που επέρχεται σταδιακά, καθώς οι δομές και οι μηχανισμοί του εκδημοκρατίζονται, καθώς οι λαϊκές μάζες παρεμβαίνουν, αναλαμβάνουν τις λειτουργίες του, το μετασχηματίζουν. Μην πιστέψετε ότι υπάρχει μια απλουστευτική εξελικτική αντίληψη στη σκέψη του, ότι αρκεί να εξασφαλιστεί η κοινοβουλευτική δημοκρατία, αρκεί μια κυβέρνηση της αριστεράς για να μετασχηματιστεί το κράτος. Ο Ινγκράο μιλάει για κοινωνικές διεργασίες στο σύνολο των κοινωνικών θεσμών, για κοινωνικές συγκρούσεις, για ανατροπές, αντιφάσεις και οπισθοχωρήσεις, και εκεί αναγνωρίζει την αναγκαιότητα του τακτικισμού και των συμβιβασμών, αρκεί η κατεύθυνση να είναι σαφής και η πυξίδα του ταξιδιού προσανατολισμένη στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αυτό είναι το κριτήριο, η λυδία λίθος, που κρίνει τις τακτικές κινήσεις.

Δεν είναι τυχαίο που ο Ινγκράο μιλάει με απόλυτο τρόπο για την ανάγκη ενός μεσοπρόθεσμου προγράμματος, ενός προγράμματος οργάνωσης των κοινωνικών παρεμβάσεων, δηλαδή οργάνωσης των κοινωνικών συγκρούσεων σε χρόνο και τόπο, δηλαδή σε συγκεκριμένους τομείς και μηχανισμούς του κράτους και της κοινωνίας. Ούτε είναι τυχαίο ότι καταφέρεται με οξύτητα κατά του συντεχνιασμού. Η στρατηγική της ηγεμονίας οφείλει να ενοποιήσει διασπώντας τα επιμέρους συμφέροντα, μεταπλάθοντάς τα, όχι να τα διατηρήσει. Η ηγεμονική πρόταση δεν είναι πολυσυλλεκτική, είναι πρόταση κοινωνικής αναδιοργάνωσης, προϋποθέτει τη μαζική συμμετοχή, την άμεση λαϊκή παρέμβαση.

Το κράτος πρόνοιας της σοσιαλδημοκρατίας δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτές τις διαδικασίες. Αντιθέτως, ενισχύει τα συντεχνιακά συμφέρονται, ενισχύει την κρατική γραφειοκρατία και την απομόνωση των λαϊκών μαζών από την οργάνωση της κρατικής πολιτικής, κατακερματίζει αντί να ενοποιεί, μετατρέπει τα συνδικάτα μέσω τις «τριμερούς» διαβούλευσης σε εξάρτημα του κράτους, επιτρέπει τη συγκέντρωση της οικονομικής ισχύος και της διαπλοκής μεταξύ πολιτικού προσωπικού και ιδιωτικών συμφερόντων. Η μάχη κατά της διαφθοράς, διαφθοράς σύμφυτη στη λογική, στο modus vivendi των οικονομικών μονοπωλίων, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την «αναζωπύρωση του μοραλισμού». Μια έγκαιρη προειδοποίηση για την επιχείρηση «καθαρά χέρια» και τα όσα ακολούθησαν, αλλά και μια προειδοποίηση για το σήμερα. 

Όταν ο Ινγκράο αναφέρεται στη μαζική λαϊκή παρέμβαση, την παρέμβαση των μαζών, δεν περιορίζει την αναφορά του μόνο στο εργατικό κίνημα. Αντιθέτως, η παρέμβαση αυτή προϋποθέτει την ενεργό παρουσία των ποικίλων κοινωνικών κινημάτων που γεννιούνται στα πλαίσια του κράτους πρόνοιας στην εποχή της άνθισής του και εντείνονται και διεκδικούν στην εποχή της κρίσης του. Το εργατικό κίνημα έχει να μάθει πολλά από τα «νέα» κινήματα, των γυναικών, των νέων, των οικολόγων, τα τοπικά και αυτοδιοικητικά κινήματα, αλλά και τα κινήματα αυτά έχουν να μάθουν πολλά από την εμπειρία της εργασίας, την εμπειρία του εργατικού κινήματος. Η αναπόφευκτη ένταση μεταξύ τους αποτελεί την κρίσιμη διαδικασία αλληλοκατανόησης, αμοιβαίου σεβασμού και λειτουργικής σύνδεσης στην οργάνωση της ηγεμονικής πρότασης.

Αυτή είναι η κύρια παρέμβαση του Ινγκράο: Ο διαχωρισμός μεταξύ ενός τυπικού εκδημοκρατισμού που εξαντλείται στην φαινομενική ισονομία και την τυπική διαδικασία του κοινοβουλευτισμού και των κρατικών θεσμών και ενός εκδημοκρατισμού με τη μορφή της διαδικασίας, των άμεσων παρεμβάσεων των μαζών στην ίδια την πολιτική διαδικασία και στους θεσμούς, η μετατροπή των θεσμών σε πεδίο κοινωνικής διαπάλης. Παρεμβάσεις που οδηγούν στη δημιουργία νέων θεσμών, νέων αποτυπωμάτων εξουσίας, νέων μορφών κρατικής οργάνωσης και πολιτικής. Με τα λόγια του Ινγκράο :

«… μια διαδικασία που συνεπάγεται ρήξεις, ποιοτικά άλματα, βαθιές δομικές αλλαγές, αλλά και αμφίρροπα περάσματα, αντιφατικές καταστάσεις» (1983, 115)

Η διαφορά μεταξύ ενός «δημοκρατικού δρόμου» προσχηματικού και γραμμικού, και ενός δημοκρατικού δρόμου ουσιαστικού, βαθειά μεταρρυθμιστικού και ριψοκίνδυνου.
Ριψοκίνδυνου γιατί η έκβαση αυτών των αγώνων ούτε εύκολη, ούτε δεδομένη είναι. Ο Ινγκράο δεν επιχειρηματολόγησε γι’ αυτό: επιχειρηματολόγησε για την αναγκαιότητά τους σε μια εποχή, όπως και σήμερα, που αυτή η αναγκαιότητα δεν ήταν καθόλου δεδομένη.

Άλλωστε, τον κίνδυνο αυτόν τον δοκίμασε ο ίδιος με το μετασχηματισμό του ΚΚΙ σε σοσιαλδημοκρατικό, την προσωρινή ένταξή του στο νέο κόμμα και την αποχώρησή του από αυτό σε λίγους μήνες. Δεν ήταν τυχαίο ότι ο Ινγκράο πολέμησε σθεναρά τη διάλυση του ΚΚΙ (1991), όπως είχε πολεμήσει τη σοσιαλδημοκρατική τάση υπό τον Ναπολεόνι στη δεκαετία του 1960. Η δημοκρατία στο κόμμα ήταν όρος εκ των ων ουκ άνευ. Η απόσταση από τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» και από τη σοσιαλδημοκρατία είναι σαφής και ρητά δηλωμένη στο σύνολο των αναλύσεών του.

Στον πρόλογο που γράφει για την ελληνική έκδοση του βιβλίου «Η Κρίση και ο Τρίτος Δρόμος» επισημαίνει:

«Πολλές φορές σ’ αυτόν τον αιώνα, διάφορες μερίδες της αστικής τάξης, έχοντας να αντιμετωπίσουν πολιτικές και κοινωνικές κρίσεις, κάλεσαν τις «ισχυρές» μερίδες της εργατικής τάξης σε μια «συμμαχία των παραγωγικών στρωμάτων», που αφ’ ενός μεν, θα έπρεπε να λάβει υπόψη της το απαραβίαστο της καπιταλιστικής εξουσίας και αφ’ ετέρου θα δεχόταν ένα κοινό «παραγωγικό» μέτωπο ενάντια στην οικονομική κερδοσκοπία, τον παρασιτισμό, τις σπατάλες. Με λίγα λόγια: «εκσυγχρονισμός» ενάντια στην καθυστέρηση. … Σήμερα, όμως, ποια επίπεδα απασχόλησης, ποιον πολιτικό «εκσυγχρονισμό», και ποια απάντηση στα διάχυτα ερωτήματα για την ποιότητα της ζωής μπορεί να προσφέρει μια τέτοια προοπτική;» (1983, 14).
Θα μπορούσα να προσυπογράψω αυτό το κείμενο για την Ελλάδα του 3ου Μνημονίου χωρίς δισταγμό. Μόνο που την «ποιότητα ζωής» θα την αντικαθιστούσα με το «για ποια ζωή».   

Για τον Ιγκράο η κρίση που εκδηλώνεται στη δεκαετία του 1970 δεν είναι μια δημοσιονομική ή οικονομική κρίση, είναι μια ολική-δομική κρίση, μια κρίση με παγκόσμιες διαστάσεις. Μια κρίση που ο νεοφιλελευθερισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει παρά μεταθέτοντας τις εκδηλώσεις της από το ένα πεδίο εμφάνισης στο άλλο. Το πόσο ορθή ήταν η εκτίμηση αυτή παρέλκει να το πω. Σαράντα χρόνια μιας βαθειάς κρίσης οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής, με επίπεδα ανεργίας ασυμπίεστα, με όξυνση όλων των ανισοτήτων, με υποχώρηση της δημοκρατίας, των κοινωνικών και των ατομικών δικαιωμάτων. Ο Ινγκράο γράφοντας στις αρχές της δεκαετίας του 1980 αδυνατεί, όπως όλοι μας, να προβλέψει τις δραματικές επιπτώσεις. Μοιάζει να τρέφει ελπίδες στο διάλογο με τη σοσιαλδημοκρατία, έναν διάλογο ανοικτό, χωρίς περιχαράξεις αμοιβαίες, όπως λέει. Και θεωρεί ότι η στιγμή είναι κατάλληλη για το διάλογο αυτόν, γιατί η σοσιαλδημοκρατία έχει ηττηθεί: ηττήθηκε στο προνομιακό της χώρο, στην οργάνωση του κράτους πρόνοιας. Ευελπιστεί, αν και με πολλές επιφυλάξεις, ότι η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία θα επανακάμψει σε μια πιο αριστερή πολιτική μέσα από την στρατηγική της ήττα. Λάθος του μεγάλο. Η επιλογή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας ήταν ο μετασχηματισμός της σε ήπιο νεοφιλελευθερισμό – ή και λιγότερο ήπιο μερικές φορές- , στη ρήξη της με τα εργατικά συνδικάτα, στην εγκατάλειψη της πολιτικής στο όνομα της διαχείρισης.

Ο Ινγκράο έγκαιρα είχε διαισθανθεί τον κίνδυνο η αριστερά, η κομμουνιστική αριστερά, να μετατραπεί σε εφεδρεία της σοσιαλδημοκρατίας, να κινηθεί για να «καλύψει» το πολιτικό κενό. Με κόστος να χάσει τον εαυτό της.

Ο Πιέτρο Ινγκράο, οι απόψεις και οι προτάσεις του, οι μάχες που έδωσε για το ΚΚΙ και μέσα στο ΚΚΙ, ηττήθηκαν. Παραδόξως, διατηρώ την πεποίθηση ότι οι αναλύσεις του, οι χαμένες μάχες του, έχουν ιστορικά κερδηθεί, έχουν ιστορικά δικαιωθεί.




  


 

ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ


Τρεις αναγκαίες προσθήκες.
Πρώτον, για τη δημοκρατία στο κόμμα. Ο Ινγκράο πάλεψε και επέβαλε τη δημόσια διαφωνία στο κόμμα, ήδη από το Συνέδριο του 1966. Το δικαίωμα της μειοψηφίας να δημοσιοποιεί την άποψή του, το δικαίωμα κάθε στελέχους και μέλους να εκφράζεται ελεύθερα και να αντιτίθεται στις αποφάσεις της εκάστοτε πλειοψηφίας. Η δημοκρατία στο κόμμα, η ελεύθερη διακίνηση ιδεών και πολιτικών προτάσεων ήταν το εκ των ων ουκ άνευ για να μείνει το κόμμα ζωντανό, να προσλαμβάνει την κοινωνική πραγματικότητα, να στοχάζεται, διαβουλεύεται και αποφασίζει.

Πώς συμβιβάζεται αυτή η αξιακή πρόταση, και, ταυτοχρόνως, πρόταση οργάνωσης της πολιτικής, με την εγκατάλειψη του «Μανιφέστου» των Μάγκρι, Ροσέντα, Καστελίνα, των «παιδιών» του, στον διοικητικό αποκλεισμό του κομματικού μηχανισμού;  Ακόμη και σήμερα εκείνοι αισθάνονται διπλά προδομένοι από τον Ινγράο. Πρώτη φορά για τα όσο προηγήθηκαν και οδήγησαν στην απόσχιση του Μανιφέστο, δεύτερη φορά για την άρνησή του να προσχωρήσει και να συμβάλει στη δημιουργία της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης. Ο Κρόνος που έφαγε τα παιδιά του, κατά μία έννοια.

Θα μπορούσε να εξηγήσει τη στάση αυτή του Ινγκράο ως σύγκρουση δύο αξιωμάτων: Της δημοκρατίας και του σεβασμού των δικαιωμάτων της μειοψηφίας, αφ’ ενός, της ενότητας του κόμματος, αφ’ ετέρου. Η ιστορία έδειξε ότι η ενότητα δεν διασφαλίζεται με την παραβίαση της δημοκρατίας. Η ενότητα προϋποθέτει τη δημοκρατία, όχι το ανάποδο. Και ο Ινγκράο, οι απόψεις του, όπως και τα «παιδιά του» πλήρωσαν βαρύ τίμημα στις «αμφιβολίες» του Ινγκράο.

Άλλωστε, στην ενότητα του κόμματος υπάρχουν οι κόκκινες γραμμές: Ο Ινγκράο έφυγε από το κόμμα, όταν το κόμμα έφυγε από τον εαυτό του, έπαψε να είναι αυτό που ο Ινγκράο πάλεψε να γίνει όλη του τη ζωή.

Η δεύτερη παρατήρηση έχει να κάνει με τη διαβόητη «αμφιβολία» του Ινγκράο. Δεν έχω διαβάσει το σχετικό βιβλίο, μπορεί να κάνω λάθος – να η δική μου αμφιβολία. Διαβάζοντας, όμως, τα διαθέσιμα στα ελληνικά κείμενά του, δεν διακρίνω πολλές αμφιβολίες. Στην πολιτική στρατηγική και στη θεωρία ο Ινγκράο είναι σαφής και οριστικός με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο. Ούτε η αμφιβολία προκύπτει από την ανάγκη του να συζητά και να λαμβάνει υπ’ όψη τις απόψεις του άλλου: Αλλιώς θα ήταν πολιτικά αυτιστικός και παραδείγματα πολιτικού αυτισμού υπάρχουν πάμπολλα.

Η αμφιβολία εστιάζεται, έτσι το κατανοώ, στην πολιτική πράξη, στην τακτική. Σε έναν κόσμο αντιφάσεων η αμφιβολία για το τι είναι καλύτερο να γίνει είναι αναπόφευκτη. Η αίσθηση του δημοκρατικού δρόμου ως μιας διαδικασίας ρήξεων καθιστά την αμφιβολία εγγενή και τη δημοκρατία, και την εσωκομματική δημοκρατία, αναγκαία.

Τρίτη παρατήρηση, ετεροχρονισμένη. Οι απόψεις του Ινγκράο για τα κοινωνικά κινήματα και την ηγεμονική στρατηγική είχαν αποτυπωθεί με σχετική ακρίβεια στη λεγόμενη «Τρίτη άποψη» του Κώστα Φιλίνη και Θανάση Αθανασίου το 1986. Πέρασα πολλές ώρες συζητώντας με τον Κώστα, πριν και μετά το Συνέδριο εκείνο. Μου έλεγε ότι η εγκατάλειψη του «Κ» ήταν το τίμημα για τη δημιουργία μιας γνήσιας αριστερής πλειοψηφίας, του αντέτεινα ότι η εγκατάλειψη του «Κ» μας οδηγεί στη σοσιαλδημοκρατία, την ηττημένη από το νεοφιλελευθερισμό σοσιαλδημοκρατία. Και οι δύο δεν είχαμε καμιά αμφιβολία για το τι έπρεπε να γίνει.   

     
 





Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

ΧΑΙΡΕΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΖΑΧΑΡΙΑ ΔΕΜΑΘΑ






Αγαπημένε μου φίλε, συνάδελφέ μου, συνταξιδιώτη μου στις μαγικές λεωφόρους και τις δύσβατες ατραπούς της Πολιτικής Οικονομίας και της Ιστορίας, ήλθα να σε χαιρετίσω εκ μέρους του Τμήματός μας, εκ μέρους των συναδέλφων, των φοιτητών μας, των διοικητικών.

Δύσκολο μου είναι, σχεδόν αδύνατο. Δεν ακούς, αλλά θα σου μιλήσω σα να άκουγες, θα σου πω αυτά που λέγαμε και αυτά που δεν μπόρεσα ή δε θέλησα να σου πω, που είναι πολλά, τα συναισθήματα βαριά και οι λέξεις λίγες και στενές.

Σχεδόν τριάντα χρόνια μοιραστήκαμε την καθημερινότητα του Τμήματος μας, της ζωής του Πανεπιστημίου μας, τις χαρές και τις λύπες, τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις, δώσαμε μάχες που κερδίσαμε και μάχες που χάσαμε, μαλώσαμε μεταξύ μας και ξανα-αγαπηθήκαμε, ζήσαμε μια πλούσια ζωή.

Και η ζωή μας ήταν πλούσια γιατί ήσουν εσύ που σκόρπιζες αυτόν τον πλούτο απλόχερα και ανιδιοτελώς. Όσοι το αντιληφθήκαμε, σε αγαπήσαμε. Και μοιραστήκαμε μαζί σου και χάρη σε σένα αυτόν τον άυλο πλούτο, τον πλούτο της γνώσης, της συναδελφικότητας και του ακαδημαϊκού ήθους.     

Μας έδειξες τα μονοπάτια που βάδιζε η σκέψη σου χωρίς να τα κρύβεις, μας προφύλαξες χίλιες φορές από ολισθήματα, ευκολίες και γραμμικότητες τόσο στη σκέψη, όσο και στην καθημερινή μας συνύπαρξη. Πρόθυμος να αναλαμβάνεις τα δύσκολα, τα αναγκαία και βαρετά, αλλά και τα καινούργια, αυτά που άνοιγαν πύλες γνώσης. Απλόχερα και ανιδιοτελώς. Δεν ζήτησες ποτέ τίποτα. Είχες πάντα την αυτάρκεια του σημαντικού ανθρώπου, του ολοκληρωμένου επιστήμονα, αλλά και τη μόνιμη ανάγκη να συζητάς, να διαβάζεις, να μαθαίνεις από τους άλλους, την εγγενή περιέργεια.

Σ΄ όλη μου τη ζωή θα έχω την πρώτη εικόνα που είδα από σένα. Απρίλιος ήταν του 1975 και έδινα το τελευταίο μάθημα για το πτυχίο. Και μπήκες ολοστρόγγυλος, γελαστός, παιγνιώδης – η πρώτη σου επιτήρηση θα ήταν στο Οικονομικό της Νομικής – και η επίπλαστη σοβαροφάνεια των εξετάσεων θρυμματίστηκε. Μετά πολλά χρόνια, το 1988 σε ξαναβρήκα στην Πάντειο – συνάδελφο πια. Και έμεινες πάντα γλυκός, στρογγυλός, και παιγνιώδης, διδάσκοντας πολιτική οικονομία και ήθος, ήθος προσωπικό και ήθος ακαδημαϊκό. Αμφισβητώντας συνεχώς την επίπλαστή μας σοβαροφάνεια, ανατρέποντας με την κοινή λογική τον παραλογισμό μας, προβάλλοντας νέες διεξόδους στον εγκλωβισμό μας, δείχνοντας τα όρια της κοινής λογικής μας. Ένας τεχνίτης της λογικής και της υπέρβασής της ταυτοχρόνως.

Ζαχαρία, φίλε μου, συνταξιδιώτη μου, σ’ αγάπησα γα την ικανότητά σου να ανατρέπεις και να αμφισβητείς, την ικανότητά σου να εμμένεις σε στέρεες αρχές επιστημονικών γνώσεων και ήθους. Σε αγάπησα, όπως αγαπάει κάποιος τους καλούς δασκάλους του, τους δοκιμασμένους  φίλους, τους σπάνιους και δημιουργικούς συναδέλφους και συνεργάτες. Για τη μεγάλη σου καρδιά, για τη βαθειά σου ευγένεια.

Εκ μέρους του τμήματος, εκ μέρους του Διεπιστημονικού Σεμιναρίου για την Κρίση και του Σεμιναρίου για τον Μαρξ, σε χαιρετώ. Δεν προλάβαμε να τα σχεδιάσουμε μαζί φέτος. Η ζωή μας θα συνεχιστεί, πολύ πιο φτωχή χωρίς εσένα.