Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

DAVID HARVEY ΔΡΟΜΟΙ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

DAVID HARVEY

ΔΡΟΜΟΙ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΣ – ΧΩΡΟΣ - ΤΟΠΟΙ


Από τις εκδόσεις Angelus Novus εκδόθηκε η ελληνική έκδοση του βιβλίου του David Harvey «Δρόμοι και Τρόποι του Κόσμου» σε μετάφραση του Γιάννη Βογιατζή. Ο εκδότης Τάσος Ευσταθίου, φίλος καλός και παλιός από την εποχή του Πολίτη, με τίμησε αναθέτοντας την επιστημονική επιμέλεια.


Το κείμενο αυτό είναι μια πρώτη παρουσίαση του βιβλίου. Ελπίζω σύντομα να μπορέσω να σταθώ περισσότερο συστηματικά σε δύο σημαντικά ζητήματα: στον μαρξισμό του Harvey, δηλαδή στον τρόπο που ο Harvey κατανοεί και χρησιμοποιεί τις μαρξιανές κατηγορίες, και στο θέμα της «ιδιαιτερότητας», όπως αυτή αναπτύσσεται στο Κεφάλαιο 8 του βιβλίου, σε σχέση με τη διαμάχη για τον αγγλικό εργατισμό, μια διαμάχη που ξεκίνησε ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 με τον Perry Anderson και τον Tom Nairn στο New Left Review για να κορυφωθεί στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και τις αρχές της δεκαετίας του 1980 με τις παρεμβάσεις του Eric Hobsbawm και του Stuart Hall στο Marxism Today.   
Ο David Harvey είναι τόσο γνωστός στο ελληνικό κοινό, ώστε η παρουσίαση του ίδιου και του έργου του να είναι περιττή. Γεωγράφος, καθηγητής στα επιφανέστερα Πανεπιστήμια της Αγγλίας και των Ηνωμένων Πολιτειών, συγγραφέας πολλών βιβλίων, τα περισσότερα εκ των οποίων έχουν μεταφραστεί και στα ελληνικά, μαρξιστής, με τις μαγνητοσκοπημένες διαλέξεις του στους πρώτους δύο τόμους του Κεφάλαιου να είναι ιδιαίτερα δημοφιλείς στη διαδικτυακή κοινότητα, τακτικός επισκέπτης της χώρας μας, με σειρά διαλέξεων στα πλαίσια του Σεμιναρίου Ριζοσπαστικής Γεωγραφίας που οργάνωνε ο Κωστής Χατζημιχάλης στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο, δεν επιτρέπει στον σχολιαστή του νέου βιβλίου του μια τυπική ή μια εύκολη παρουσίαση.



Το βιβλίο, του οποίου η έκδοση στα αγγλικά έγινε το 2016, έχει τον τίτλο «The Ways of the World», που αποτυπώνει με ακρίβεια, αλλά και με αμφισημία, το περιεχόμενό του: Αφ’ ενός υποδεικνύει τη σχέση του συγγραφέα με το επιστημονικό του αντικείμενο, τη γεωγραφία, την κοινωνική οργάνωση του χώρου και τις μεταβολές που σημειώνονται στο χώρο, στη μεγάλη, την παγκόσμια, και τη μικρή, την τοπική, κλίμακα. Ο Harvey χαράζει διαδρομές στο χώρο και στο χρόνο και μας καλεί να τον ακολουθήσουμε. Μας ταξιδεύει σε χώρες και πόλεις, από τη Βαλτιμόρη στην Οξφόρδη, από το Παρίσι στην Κίνα, σε χώρους με σημαίνον περιεχόμενο – στο γκέτο, στο εργοστάσιο, στη Sacré Coeur στη Μονμάρτη. Μας ταξιδεύει στο χρόνο, από το Παρίσι της Κομμούνας στην αποβιομηχάνιση της Βρετανίας και στην Κίνα του σήμερα. Και χαράζει αυτές τις διαδρομές    αναδεικνύοντας τους κοινωνικούς μηχανισμούς, τις πολύπλοκες κοινωνικές διεργασίες που δομούν πολλαπλώς τον χώρο για να δεχθούν, με τη σειρά τους, τις επιδράσεις του. Διαδρομές κυριολεκτικές, χωροχρονικές, μια ιδιότυπη και συναρπαστική περιήγηση.
Αφ’ ετέρου, ο τίτλος του βιβλίου αποτυπώνει την προσωπική διαδρομή του συγγραφέα στην επιστήμη του, την αφετηρία, τις επιρροές που δέχθηκε, τις πορείες αναζήτησης και τις καμπές και αναθεωρήσεις, τη μαθητεία του, εν τέλει, θεωρητική και εφαρμοσμένη, όπως υποδηλώνεται από τη slung ερμηνεία του τίτλου. Εδώ ο Harvey χαράζει διαδρομές μιας διαφορετικής υφής: διαδρομές σε θεωρίες και έννοιες, ανασύροντας, επεξεργαζόμενος, ανασυνθέτοντας, απορρίπτοντας και τροποποιώντας μια πλούσια παρακαταθήκη, ένα θεωρητικό οπλοστάσιο που κρίνεται από την ικανότητά του να «απομαγεύσει» τον κόσμο, να υπερβεί τη δέσμευση του φαινομένου και να το καταστήσει νοητικά προσπελάσιμο, κατανοητό. Και το θεωρητικό του οπλοστάσιο είναι ιδιαίτερα εκτεταμένο και χρησιμοποιείται με αποτελεσματικότητα, αλλά και διεισδυτικά: Περιλαμβάνει, φυσικά, την κοινωνική γεωγραφία, την πολιτική οικονομία, την ιστορία, τη φιλοσοφία, τις φυσικές επιστήμες, αλλά και την κριτική φιλολογία. Ίσως με κάποια υπερβολή, ο D. Gregory, προλογίζοντας έναν συλλογικό τόμο αφιερωμένο στη συνεισφορά του Harvey, σημειώνει: «το έργο του εξαπλώνεται σε περισσότερα από σαράντα χρόνια και έχει ταξιδέψει στα πεδία περισσότερο από σαράντα επιστημονικών αντικειμένων».[1] Ένα πλήθος επιστημών και γνωστικών αντικειμένων ανακαλούνται και αποκαλύπτονται στην προσωπική του διαδρομή. Κι αυτή η περιήγηση είναι εξ ίσου, αν όχι περισσότερο, γοητευτική με την άλλη. Οπωσδήποτε είναι περισσότερο κοπιαστική και επικίνδυνη, αλλά και περισσότερο ανταμείβουσα. Γιατί τα επιστημονικά μονοπάτια φαίνονται εύκολα μόνο στο οκνηρό μυαλό. Για τους υπόλοιπους, όπως ο Harvey, είναι δύσβατα, κακοτράχαλα, κρύβουν παγίδες, είναι γεμάτα από συγκρούσεις, αναθεωρήσεις, επιστροφές σε ελικοειδείς και, συχνά, αδιέξοδες παρακάμψεις. Αλλά η απόλαυση από την υπέρβαση της κακοτοπιάς, έστω και προσωρινά, έστω και αν στην επόμενη στροφή οι δυσκολίες θα αποδειχθούν πολλαπλάσιες, είναι το μοναδικό κίνητρο και η ύψιστη αμοιβή του επιστήμονα. 
Τα ένδεκα κείμενα που αποτελούν το βιβλίο σκιαγραφούν με ενάργεια τη διαδρομή, με τις στροφές και επιστροφές της, και τους διαδοχικούς επιμέρους στόχους, τα σφάλματα και τις επιδιορθώσεις, αλλά και τις εμμονές. Γιατί ο βασικός στόχος όλης της διαδρομής του Harvey παραμένει αμετάβλητος, πολικός αστέρας προσανατολισμού, η ένταξη των διαστάσεων του χώρου στην πολιτική οικονομία του Μαρξ. Σ’ αυτό το μεγαλειώδες εγχείρημα, μια οιονεί επιστημονική επανάσταση, όπως ο ίδιος την προαναγγέλλει στο πρώτο κείμενο, στην επιστήμη της γεωγραφίας, δεν απαιτείται μόνο μια δραστική μεταβολή στον τρόπο που κατανοείται ο χώρος, αλλά επίσης μια δραστική προσαρμογή της μαρξιστικής πολιτικής οικονομίας, ικανής να εντάξει τις χωρικές λειτουργίες και διαδικασίες στο πλαίσιό της. Ο στόχος αυτός επιβάλλει την εκ νέου ανάγνωση του Μαρξ, όχι από την οπτική του φιλοσόφου ή του οικονομολόγου, αλλά του γεωγράφου που κατανοεί το χώρο ως κοινωνικό γεγονός, ως παραγόμενο φαινόμενο κοινωνικών διεργασιών, σύνθετων και αντιφατικών, ως προσωρινή και αβέβαιη κρυστάλλωση της κοινωνικής δυναμικής και των κοινωνικών συγκρούσεων. Αλλά και του χώρου, που με τη σειρά του, που παρεμβαίνει δυναμικά στην κοινωνική μεταβολή και στις κοινωνικές διεργασίες.
Ο προγραμματικός χαρακτήρας διακρίνεται ευχερώς στα τρία πρώτα κείμενα του βιβλίου. Γραμμένα στη δεκαετία του 1970 προετοιμάζουν το βιβλίο που επιχειρεί μια πρώτη σημαντική ανασύνθεση της γεωγραφίας και του μαρξισμού, το The Limits to Capital (1982).  Ας δούμε την εξέλιξη. Πρώτο στάδιο η αμφισβήτηση (Κεφάλαιο 1), δεύτερο στάδιο η μελέτη του «χώρου» και οι πειραματισμοί (βιβλίο Social Justice and the City και Κεφάλαια 2 και 3 στο παρόν βιβλίο), τρίτο στάδιο η θέση (βιβλίο - The Limits to Capital).   
Το Κεφάλαιο 1, γραμμένο το 1971 κι δημοσιευμένο το 1972, αποτελεί μια ιδιότυπη κριτική της συμβατικής, θετικιστικής και ποσοτικοποιημένης, θεωρίας του χώρου και των εφαρμογών της στην κατανόηση της εμφάνισης και διατήρησης των γκέτο ή, γενικότερα, των υποβαθμισμένων αστικών φτωχογειτονιών.  Αποδεχόμενος, εν μέρει, την επιστημολογική θεώρηση του Kuhn, ο Harvey δεν αμφισβητεί το κύρος της θετικιστικής προσέγγισης – ο ίδιος, άλλωστε, έχει συνεισφέρει στην κριτική της ανάπτυξη με το βιβλίο Explanations in Geography, (1969) -, αλλά διαπιστώνει την αδυναμία της να προσφέρει δυνατότητες περαιτέρω εξέλιξης στη θεωρία και τις εφαρμογές της. Θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο μιας διατριβής, εν προκειμένω, η χαρακτηριστική πρόταση «θέλουμε να πάψει να είναι αληθινή η θεωρία του φον Τύνεν για την αγορά ακινήτων στις πόλεις», προτείνοντας τη μεταβολή των συνθηκών που της επιτρέπουν να επαληθεύεται. Ο θετικιστής Harvey αποδέχεται τα ευρήματα, όπως τα ερμηνεύει η συμβατική θεωρία, ο κοινωνικά κριτικός Harvey καταφεύγει στον βολονταρισμό, σε πρώτο επίπεδο, με αυτό το εμφατικό «θέλουμε», ή σε ένα λιγότερο προφανές πολιτικό πρόγραμμα. Η κριτική, συνεπώς, προς τη συμβατική θεωρία προέρχεται από την οπτική της κοινωνικής δικαιοσύνης: Οι συνθήκες αρχικής ανισότητας αναπαράγονται οξύνοντας τις ανισότητες. Οι αναφορές στη μαρξιστική φιλολογία περιλαμβάνουν τα πρώιμα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα και τη Γερμανική Φιλοσοφία του Μαρξ και την Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία του Ένγκελς, δηλαδή, κατά μία εκδοχή, στον Μαρξ πριν από τον Μαρξ. 
Η προσπάθεια να γίνει χρηστικός ο μαρξισμός σηματοδοτεί και το βιβλίο του Social Justice and the City (1973), στο οποίο ενσωματώνει, ως προοίμιο των «σοσιαλιστικών μορφοποιήσεων» του 2ου Μέρους το άρθρο του για τα γκέτο. Αυτό που απασχολεί τον Harvey είναι η μέθοδος του Μαρξ, την οποία προσεγγίζει μέσω της επιστημολογίας του Piaget και της προσέγγισης του Ollman για τα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα. Μπορεί η «μέθοδος του Μαρξ» να διευκολύνει την κατανόηση των φαινομένων του χώρου; Η απάντηση είναι επιφυλακτικά θετική. Ο μαρξιστής Harvey δεν είναι ακόμη μαρξιστής.      
Αλλά γίνεται. Με έναν ιδιότυπο τρόπο που αποκαλύπτεται στα δύο επόμενα Κεφάλαια του βιβλίου. Ο Harvey επιχειρεί μια πρωτογενή ανάγνωση του Μαρξ. Στο Κεφάλαιο 2 δεν υπάρχει καμία άλλη αναφορά, παρά μόνο στον Μαρξ – στο Κεφάλαιο και στα Grundrisse -, στο μισό άρθρο που εμπεριέχεται στο βιβλίο ως Κεφάλαιο 3 δεν υπάρχει καμία παραπομπή. Σε μια περίοδο, όπως η περίοδος της δεκαετίας του 1970 που οι ενδομαρξιστικές διαμάχες είναι στο απόγειό τους – τουλάχιστον στην ακαδημαϊκή κοινότητα – ο Harvey φαίνεται να αναζητά μια προσωπική ερμηνεία του Μαρξ, αδιαφορώντας για την τρέχουσα συζήτηση.
Απομονωτικός ελιτισμός ή τι; Είναι μια στάση αποστασιοποίησης ή μια στάση υποταγμένη στο στόχο; Σαφώς το δεύτερο. Η διαμάχη για την ερμηνεία του Μαρξ στη δεκαετία του 1970 πολύ λίγα έχει να προσφέρει στην ανασύνθεση που επιζητά, στην ένταξη του χώρου στην πολιτική οικονομία του Μαρξ, που επιχειρεί. Αλλά τη διαμάχη τη γνωρίζει καλά, όπως φαίνεται, άλλωστε, στο The Limits to Capital. Το Κεφάλαιο 2 αποτελεί, συνεπώς, ένα πρώτο διάβασμα του ώριμου Μαρξ, το Κεφάλαιο 3 μια προσπάθεια επανερμηνείας του Μαρξ, υπό την επίδραση του H. Lefebvre, αλλά και – στο πιο εφαρμοσμένο τμήμα του που δεν έχει περιληφθεί στο βιβλίο αυτό– του E. Mandel και της θεωρίας των μακρών κυμάτων συσσώρευσης του κεφαλαίου. Μια πειραματική προσπάθεια.
Είναι σαφές ότι οι πειραματισμοί ολοκληρώνονται στο The Limits to Capital. Εδώ έχουμε την πλήρη ανάπτυξη του Harvey ως θεωρητικού με εξαιρετική γνώση της μαρξιανής θεωρίας που εκφέρει μια διακριτή ερμηνεία, εντάσσοντας το χώρο ως δρώσα μεταβλητή, ως ενεργό παράγοντα, στη μαρξιανή σύνθεση. Όμως, για να το πετύχει αυτό, στα τελευταία τρία Κεφάλαια του The Limits to Capital, υποχρεώθηκε να προβεί σε μια ριζική εκ νέου ερμηνεία του Κεφαλαίου, η οποία, παρά τις επιμέρους διαφωνίες και τα προφανή σφάλματα, υπήρξε γόνιμη, όσο και αναγκαία.  
Όσοι και όσες από σας κουραστήκατε από την πολιτική οικονομία, μπορείτε να απολαύσετε το επόμενο Κεφάλαιο. Το Κεφάλαιο 4 είναι δημοσιευμένο το 1979 και εκ νέου στο βιβλίο Paris, Capital of Modernity (2003) και είναι μια αριστουργηματική αφήγηση της ιστορίας της εκκλησίας της Ιερής Καρδιάς (Sacré Coeur) στο λόφο της Μονμάρτης. Μέσα από την αφήγηση ο Harvey ξεδιπλώνει ιστορίες, καταστάσεις, πρόσωπα, στρατηγικές εξουσίας, που συνθέτουν την κρίσιμη εποχή της Παρισινής Κομμούνας με την τραγική κατάληξή της αποτυπωμένη στο επίγραμμα GALLIA POENITENS – Η Μετανοούσα Γαλλία, η Γαλλία που υποτάσσεται στον Καθολικισμό εκ νέου, ακυρώνοντας – ευτυχώς, προσωρινά μόνο - το κοσμικό κράτος (laïcité) της Γαλλικής Επανάστασης. Ο Harvey επιστρέφει μ’ αυτή τη γλαφυρή αφήγηση στα πρώτα επιστημονικά του ενδιαφέροντα, στην κοινωνική ιστορία και στο διδακτορικό του (Aspects of Agricultural and Rural Change in Kent, 1815 – 1900), αλλά μόνο για να επιβεβαιώσει τη θέση του για τις σύνθετες κοινωνικές διεργασίες που αφήνουν τα αποτυπώματά τους στον αστικό ιστό, ή ορθότερα, τον δομούν και τον οργανώνουν. Μακάρι να το διάβαζαν πολλοί ιστορικοί μας που ασχολούνται με τις περιπτώσεις, για να κατανοήσουν πώς πρέπει τα «μικρά ιστορικά γεγονότα», οι περιπτώσεις, να ενταχθούν στη μεγάλη εικόνα της ιστορίας.
Το Κεφάλαιο 5 προέρχεται από το βιβλίο του Η Κατάσταση της Μετανεωτερικότητας, δημοσιευμένο και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μεταίχμιο (2007). Ο Harvey επιχειρηματολογεί πειστικά για το πώς ο χρόνος και η γεωγραφία συνδέονται και πώς οι σύγχρονες παραγωγικές και χρηματοοικονομικές δραστηριότητες ανασυνθέτουν το χώρο μέσω της συστολής του χρόνου, την επιτάχυνση των μεταφορών εμπορευμάτων, τη διαχείριση των αποθεμάτων, το ακαριαίο των χρηματικών συναλλαγών, την ταχύτητα διάδοσης της πληροφορίας. Ο Harvey συνδέει τις μεταβολές αυτές με την έννοια της «ευέλικτης συσσώρευσης», πολυσυζητημένη και δημοφιλή εκείνη την εποχή, ιδιαίτερα μεταξύ των περιφερειολόγων, έναν ακόμη νεολογισμό με ασαφές περιεχόμενο. Ο ίδιος ο Harvey τον εγκατάλειψε στη συνέχεια, αποδίδοντας στο φαινόμενο το ουσιαστικό του χαρακτήρα: Νεοφιλελευθερισμός. Άλλωστε, τόσο το Κεφάλαιο 5, όσο και το βιβλίο από το οποίο προέρχεται, θαυμάσια διαβάζονται και στέκουν θεωρητικά χωρίς την έννοια αυτή. Σε κάποια αρχική μορφή, σπερματική ίσως, οι αναλύσεις του Harvey μπορεί να αναζητηθούν στον Ύστερο Καπιταλισμό του E. Mandel και στην εκεί ανάλυση της μείωσης του χρόνου ανακύκλησης του κεφαλαίου ως αντισταθμιστικής διαδικασίας στο φθίνον ποσοστό του κέρδους, επέκταση των σύντομων παρατηρήσεων του Μαρξ στον 3ο Τόμο του Κεφαλαίου. Καθόλου αυτό δε μειώνει τη συνεισφορά και την πρωτοτυπία του Harvey. Απλώς επισημαίνεται ότι η έννοια της «ευέλικτης συσσώρευσης» δεν είναι θεμελιώδης στο επιχείρημά του.
Το Κεφάλαιο 6 τοποθετεί την ανάλυση στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης, ιδιαίτερα του αστικού χώρου. Ο Harvey επισημαίνει την τάση απομάκρυνσης ή μετριασμού των παραδοσιακών πολιτικών της τοπικής αυτοδιοίκησης, δηλαδή της προσφοράς αστικών υποδομών και υπηρεσιών προς τους δημότες, και εμπλοκής της σε έναν σχεδόν παγκόσμιο ανταγωνισμό, με στόχο την προσέλκυση επενδύσεων. Επισημαίνει, δηλαδή, τη μετατόπιση της τοπικής αυτοδιοίκησης προς δραστηριότητες προβολής πραγματικών ή υποτιθέμενων πλεονεκτημάτων προς τον επιχειρηματικό κόσμο, αλλά και την ενεργό συμμετοχή της ως συμπράττουσας δύναμης – δευτερεύουσας, αλλά σημαντικής – σε επενδυτικά σχέδια ιδιωτικών συμφερόντων. Ο Harvey τονίζει τον αναδιανεμητικό ρόλο των συμπράξεων δημοσίου – ιδιωτικού τομέα προς όφελος των ισχυρότερων οικονομικών στρωμάτων. Το κείμενο διατηρεί την αναλυτική και πολιτική του σημασία και θα ήταν χρήσιμο να μελετηθεί επισταμένως από εκείνους και εκείνες που φιλοδοξούν η τοπική αυτοδιοίκηση να διαδραματίσει έναν κοινωνικά ευαίσθητο ρόλο. Η ανάλυση της τοπικής πολιτικής που επιχειρεί, η οποία βασίζεται σε μια γκραμσιανή θεώρηση με επιδράσεις από τον Πουλαντζά, θεωρώ ότι είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και προσφέρεται για γόνιμες εμπειρικές προσεγγίσεις.
Το Κεφάλαιο 7 αποτελεί επίσης ένα φιλόδοξο και, εν πολλοίς, πειραματικό σχέδιο. Ο Harvey εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο κατανοείται η φύση από τις διακριτές – οκτώ καταγράφει – εκδοχές οικολογικών αναζητήσεων, επισκοπώντας τις πολιτικές, επιστημονικές και φιλοσοφικές – με ιδιαίτερη αναφορά στον Heidegger – καταβολές τους. Το κύριο επιχείρημα του είναι ότι η φύση διαφεύγει των μηχανισμών αποτίμησης της αγοράς. Αν και δεν αναφέρεται στον Polanyi, η προσέγγισή του Harvey είναι πολύ κοντά στην έννοια του «πλασματικού εμπορεύματος». Επίσης συναφής με την αντίληψη του Polanyi είναι η θεώρηση της γης και της φύσης ως στρατηγικών πεδίων κοινωνικών συγκρούσεων, στις οποίες διακυβεύεται η κοινωνική αναπαραγωγή χωρικά εντοπισμένων κοινοτήτων. Ο πειραματικός χαρακτήρας του κειμένου έγκειται στην προσπάθεια εφαρμογής της αρχής της συμπληρωματικότητας της κβαντομηχανικής στην ανάλυση των κοινωνικών φαινομένων μέσω της υπέρβασης της διάκρισης μεταξύ «αντικειμένου» και «διαδικασίας». Παραδόξως, ίσως και χωρίς την απόλυτη κατανόηση από τον ίδιο, αυτή η μετατόπιση των αρχών της κβαντομηχανικής στην κοινωνική θεωρία οδηγεί σε μια ανάγνωση της κοινωνικής δυναμικής πλησιέστερα στον Foucault παρά στον Μαρξ: Οι σχέσεις ιεράρχησης των κοινωνικών καθορισμών εγκαταλείπονται, γεγονός που οδηγεί τον Harvey στα πρόσφατα έργα του (Δεκαεπτά Αντιφάσεις και το Τέλος του Καπιταλισμού και Το Αίνιγμα του Κεφαλαίου) να αποδέχεται μια πλουραλιστική θεώρηση ισοδύναμων μη ιεραρχημένων παραγόντων και διαδικασιών. Το ζήτημα είναι, βεβαίως, τεράστιο για να παρουσιαστεί, έστω και στοιχειωδώς στα πλαίσια μιας σύντομης βιβλιοπαρουσίασης, αλλά με πολύ σημαντικές συνέπειες, θεωρητικές και πολιτικές.
Η έλλειψη των ιεραρχικών καθορισμών γίνεται εμφανής στο Κεφάλαιο 8, όταν ο Harvey εξιστορεί την εμπλοκή του στην καμπάνια διάσωσης του εργοστασίου της Morris στην Οξφόρδη στο τέλος της δεκαετίας του 1980. Ο Harvey συμμετέχει ενεργά, αλλά διαφωνώντας με τον εργατισμό που συνέχει το εργατικό συνδικάτο, αναζητά τη δημιουργία ενός ευρύτερου κινήματος της πόλης. Φαίνεται να υπονοεί ότι η μάχη είναι χαμένη, το εργοστάσιο θα κλείσει και ο χώρος του θα παραδοθεί σε ένα νέο σχέδιο οικιστικής ανάπλασης. Ο μαχητικός εργατικός αγώνας είναι μια έκφραση ενός particularism, μιας συνεκτικότητας της ομάδας εδαφοποιημένη στο εργοστάσιο, ο διανοούμενους Harvey έχει την ευρεία εικόνα, φιλοδοξεί για έναν παγκόσμιο επανακαθορισμό των πολιτικών προτεραιοτήτων. Όχι τυχαία επικαλείται τη φιλολογία, τα μυθιστορήματα του Raymond Williams, αναζητώντας να κατανοήσει αυτή ακριβώς τη μαχητική συνεκτικότητα που απομονώνει την ομάδα των εργατών, ενώ, ταυτοχρόνως, τους δίνει τη δύναμη να διεκδικήσουν, έστω και προσωρινά, την αξιοπρέπεια του αγώνα. Θεωρώ ότι το κείμενο αυτό, μαζί με το κείμενο για τη Sacré Coeur, τα αληθινά διαμάντια του βιβλίου. Το Κεφάλαιο 8 επιδέχεται πληθώρα αναγνώσεων, ίσως και ψυχαναλυτικών, αλλά οπωσδήποτε κοινωνιολογικών και πολιτικών για τη σχέση διανόησης – εργατικού κινήματος. Μόνο που για τον Harvey το εργατικό κίνημα δεν μπορεί να είναι πια το υποκείμενο της αλλαγής των κοινωνικών σχέσεων – όχι, τουλάχιστον, μόνο του. Και στο θέμα επανέρχεται στα τελευταία Κεφάλαια, το 10ο και 11ο, αναζητώντας τη στρατηγική ανασύνθεσης και αποτελεσματικής αντίστασης, αποδεχόμενος, κατά τη γνώμη μου εσφαλμένα, την προτεραιότητα των κινημάτων της πόλης. Άλλο ένα τεράστιο ζήτημα προς συζήτηση.
Το Κεφάλαιο 9 και το Κεφάλαιο 10 είναι περισσότερο αναλυτικού χαρακτήρα. Στο Κεφάλαιο 9 ο Harvey συνοψίζει το βιβλίο του Ο Νέος Ιμπεριαλισμός, επιχειρηματολογώντας, ορθώς, ότι η πρωταρχική συσσώρευση, η δημιουργία δηλαδή του προλεταριάτου, δεν είναι μια διαδικασία του παρελθόντος, είναι μια μόνιμη διαδικασία του καπιταλισμού. Ο καπιταλισμός αφαιρεί συνεχώς τα μέσα παραγωγής, τους βιοτικούς χώρους, εμπορευματοποιεί τις κοινωνικές σχέσεις στην οικογένεια, αντικαθιστά απλήρωτη εργασία με εμπορευματοποιημένες υπηρεσίες και υλικά αγαθά. Και ο νέος ιμπεριαλισμός, ο ιμπεριαλισμός στην εποχή του νεοφιλελευθερισμού, εντείνει αυτή τη διαδικασία, τη διαρκή απαλλοτρίωση των παραγωγικών μέσων.
Το Κεφάλαιο 10 συνδέει την κρίση με τις φούσκες στην αξία της γης και των οικοδομών, με τη μεσολάβηση του χρηματιστικού κεφαλαίου. Δείχνει ότι του κραχ του 1929 προηγήθηκε μια φούσκα στις τιμές της γης, όπως ακριβώς στην κρίση του 2008. Η διαχείριση του αστικού ιστού από τα μη κερδοσκοπικά συμφέροντα προκύπτει ως αναγκαιότητα, και εδώ ο Harvey επανακάμπτει στα ζητήματα που έθεσε στο 1ο Κεφάλαιο για τη δημιουργία των γκέτο.
Στο Κεφάλαιο 11 ο Harvey επανέρχεται σε μιαν αντίληψη της κοινωνίας που συντίθεται από στοιχεία – σφαίρες και διαδικασίες που λειτουργούν αυτόνομα και αλληλοπροσδιορίζονται. Αρνούμενος την ύπαρξη ιεραρχικών σχέσεων προσδιορισμού, φθάνει, εκ νέου, σε έναν ιδιότυπο κοινωνιολογικό λειτουργισμό. Ιδιότυπο, γιατί στο λειτουργισμό του Durkheim και του Parsons ενυπάρχουν καθοριστικές σχέσεις, δομές, και διαδικασίες καθοριστικές.
Πρόκειται για ένα βιβλίο πολύτιμο. Γιατί μας επιτρέπει να σκεφτούμε, να συμφωνήσουμε και να διαφωνήσουμε, σε μια επιχειρηματολογία καθαρά διατυπωμένη. Και να ακολουθήσουμε το μεγάλο ταξίδι ενός σπουδαίου σύγχρονου διανοητή, στις αναζητήσεις της επιστημονικής αλήθειας, που όπως μας έχει πει πολλές φορές, είναι κοινωνικά μεροληπτική. Ο Harvey έδωσε και συνεχίζει να δίνει, στα 81 χρόνια του, ακούραστος και ανεξάντλητος, τη δική του μάχη στο θεωρητικό πεδίο, ίσως το δυσκολότερο πεδίο στο σύγχρονο επιχειρηματικό πανεπιστήμιο. Τη δική του μάχη, που είναι, αναμφίβολα, και δική μας.                 
Να συμπληρώσω την παρουσίαση με έναν Πίνακα των αρχικών εκδόσεων των κειμένων που περιέχονται στο βιβλίο και με επισημάνσεις για τις ελληνικές εκδόσεις.
Καλό διάβασμα
        





ΤΙΤΛΟΣ
ΕΤΟΣ
ΠΗΓΗ
1
Revolutionary and Counter-Revolutionary Theory in Geography and the Problem of Ghetto Formation
1972
Antipode
2
The Geography of Capital Accumulation –
A Reconstruction of the Marxian Theory
1975
Antipode
3
The Urban Process under Capitalism –
A Framework Analysis
1978
International Journal of Urban and Regional Research
4
Monument and Myth
The Building of the Basilica of the Sacred Heart
1979
Association of American Geographers
5
Time-Space Compression and the Post-Modern Condition
1990
Κεφάλαιο 17 στο
The Condition of Postmodernity*
6
From Managerialism to Entrepreneurialism
The Transformation of the Urban Governance in Late Capitalism
1989
Geografiska Annaler
7
The Nature of Environment
The Dialectics of Social and Environmental Change
1993
Socialist Register
8
Militant Particularism and Global Ambition
1998
Social Text
9
The ‘New’ Imperialism
Accumulation by Dispossession
2003
Socialist Register
10
The Urban Roots of Financial Crises
Reclaiming the City for Anti-Capitalist Struggle
2012
Socialist Register
11
Capital Evolves
2010
Κεφάλαιο 5 στο
The Enigma of Capital and the Crises of Capitalism**
Ελληνικές Εκδόσεις:       * 2007 Μεταίχμιο
                                       ** 2011 Καστανιώτης

        
  
 
        
     
    

                                                               



[1]               N. Castree – D. Gregory (eds), David Harvey: A Critical Reader, 2006, Blackwell.  

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Ο ΘΕΙΟΣ ΚΩΣΤΑΣ

Πέντε παιδιά η γιαγιά μου από τη μεριά της μάνας μου.
Μεταξύ τους μια Ελένη (η μάνα μου) και ένας Κώστας (ή Κώτσος).
Μεσαίος στη σειρά ο Κώστας, άφησε το σχολείο νωρίς, μπήκε στη δουλειά. Από εδώ κι από εκεί. Εργατικός και φιλότιμος, όμως. Και το μεροκάματο στο σπίτι. Φαντάρος έμαθε να οδηγεί φορτηγά, απολύθηκε, δουλειά σε φορτηγά βρήκε, πολλά έργα η Θεσσαλία τότε, άλλαζε ο κάμπος, αλλού στραγγίζανε, αλλού επιχωματώνανε, έφερνε καμιά φορά το φορτηγό στο σπίτι της γιαγιάς, το "ανατρεπόμενο" το έλεγε, έτσι το έμαθα κι εγώ να το λέω.
Τις άλλες μέρες πηγαινοερχόταν με το ποδήλατο. Έτρωγε πολύ κάθε απόγευμα μόλις γύριζε, έπινε νερό από την κανάτα χωρίς ποτήρι, στρογγυλός και λιγομίλητος. Ήσυχος.
Κυριακές πρωί δεν είχε δουλειά. Ξαπλωμένος στο ντιβανάκι του με φώναζε να μου πει ιστορίες για τον Ταρζάν, αρκούδες, λιοντάρια, φίδια και λύκους. Και από μια τρύπα στο σοβά δίπλα στο προσκεφάλι του μου έλεγε βγαίναν όλα τα θηρία, η πόρτα της φωλιάς τους. Το απόγευμα είχε γήπεδο.
Πέρασε ο καιρός, από Καλαμπάκα πήγαμε Πορταριά, ύστερα Βόλο, η θεία παντρεύτηκε και έφυγε, ο "μικρός" μετανάστης στη Γερμανία, ο μεγάλος δάσκαλος, φευγάτος κι αυτός, έμεινε η γιαγιά με τον Κώστα.
Παντρεύτηκε κι ο Κώστας, πήρε την Ελένη - πες το σύμπτωση τα δύο από τα τρία αδέλφια "Ελένη" πήραν για γυναίκα, δύο Νίτσες στο σόι και μια Λέλα. Στο γάμο γλέντι με μουσικές και χορούς. Και η γιαγιά να κλαίει και να πλαντάζει. Τραγούδια για τη ξενιτιά ζήταγε ο γαμπρός και η καρδιά η δική της στο ξενιτεμένο στερνοπούλι που ούτε στο γάμο του αδελφού του δεν μπόρεσε να ρθεί.
Κωνσταντίνου και Ελένης εσονται κόρες δύο: Η Έφη και η Άννα Μαρία, ζουν στο σπίτι της γιαγιάς στα Τρίκαλα - έγινε πολυκατοικία χρόνια τώρα.
Και ο θείος ήρθε μια φορά στην Αθήνα. Να δει την ομάδα του τα Τρίκαλα να παίζει με τον Ολυμπιακό. Με πήγε στο γήπεδο κατόπιν συμφωνίας: Δεν έπρεπε να πανηγυρίσω αν έβαζε γκολ ο Ολυμπιακός. Πήγαμε στο γήπεδο, ψηλά στις εξέδρες του Καραϊσκάκη, τότε κατάλαβα ότι είχα μυωπία - ούτε που έβλεπα την μπάλα. Φώναζαν οι άλλοι "γκολ", καταλάβαινα κι εγώ την εξέλιξη.
Ο θείος Κώστας πέθανε το 1970, Ιούνιος ήταν. Τέτοια εποχή ήρθε από τα Τρίκαλα για το νοσοκομείο. Όγκος στον εγκέφαλο. Το διαράκι της Φιλολάου γέμισε. Εγώ έφυγα. Εποχή εξετάσεων, ούτε χώρος να κοιμηθώ δεν υπήρχε. Πήγα στην αδελφή του πατέρα μου να κοιμάμαι και να διαβάζω.
Πέθανε ο θείος, τεράστια η θλίψη. Τον έβλεπα μια εποχή στον ύπνο μου σας θιβετιανό μοναχό, να ζει σε μια καλύβα πάνω στα βουνά. Σκοτεινός και αμίλητος, με μια θλίψη στα μάτια.
Και σήμερα, ίσως λόγω της γιορτής που θα γιόρταζε αν ζούσε, να, δεν ξέρω γιατί, είπα να τα πω αυτά, έτσι, χωρίς προφανή λόγο.

Ίσως μόνο για την Έφη και την Άννα Μαρία. Για την αγάπη τους. 

Κυριακή, 18 Ιουνίου 2017

ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΙ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ



Το επίπεδο ρεκόρ της αποχής στον 2ο γύρο - αλλά και στον πρώτο γύρο - των βουλευτικών εκλογών στη Γαλλία αντιμετωπίζεται σαν να ήταν ένα "φυσιολογικό" φαινόμενο και όχι ως μία ακόμη ένδειξη της διευρυνόμενης απόστασης μεταξύ πολιτικής και πολιτικού σώματος.
Το ποσοστό συμμετοχής στις βουλευτικές εκλογές στη Γαλλία μετά το 1988 δείχνουν τη δυσανεξία και την αποστασιοποίηση κυρίως των λαϊκών στρωμάτων. 

 
1945 79,83
1946 81,85
1951 80,19
1956 82,69
1958 77,18
1962 68,69
1967 81,12
1968 79,85
1973 81,31
1978 71,63
1981 70,87
1986 78,48
1988 66,18
1993 68,93
1997 67,96
2002 60,32
2007 59,98
2012 55,4

Αλλά η περίπτωση της Γαλλίας δεν είναι το μοναδικό. Σε όλες τις χώρες οι πολίτες θεωρούν σε αυξανόμενο ποσοστό ότι η πολιτική δεν τους αφορά, δηλαδή δεν είναι σε θέση να εκπροσωπήσει υποτυπωδώς αποτελεσματικά τα συμφέροντά τους. Μια διακυβέρνηση απόμακρη και ολιγαρχικού χαρακτήρα έχει εγκαθιδρυθεί.

Η ανάγκη ανατροπής αυτής της διακυβέρνησης είναι προφανής. Και οι κίνδυνοι ορατοί. 
Εδώ μια προσπάθεια προσέγγισης του ζητήματος.


https://www.dropbox.com/s/av3c9yb2i7kvsyh/%CE%9A%CE%A1%CE%99%CE%A3%CE%97%20%CE%9A%CE%91%CE%99%20%CE%9A%CE%A1%CE%91%CE%A4%CE%9F%CE%A3.pdf?dl=0

ΓΡΑΒΑΤΕΣ

Περί γραβάτας το ζήτημα.
Η επίσημη ενδυματολόγος μου εξεπλάγη όταν ανακάλυψε ότι διαθέτω πολλές γραβάτες. Ίσως γιατί στα 5,5 χρόνια της κοινής μας πορείας, με είδε με γραβάτα 2 ή 3 φορές (τις δύο για κηδεία).
Η έκπληξή της αυξήθηκε όταν άρχισε να τις εξετάζει. Πολλές μεταξωτές, από καλά ονόματα - πλήρης αντίθεση με το dress code μου.
"Τι συμβαίνει;" ρώτησε.
"Κληρονομιά από τον πατέρα" της είπα.
Διότι ο πατέρας μου ήταν πάντα καλοντυμένος. Κουστούμι χειμώνα - καλοκαίρι, ραμένα σε ράφτη (έτσι γινόταν τότε) και βεβαίως, γραβάτα.
Ήταν μια λύση οι γραβάτες δώρο, 'οταν μεγάλωσα. Πήγαινα στην Ακαδημίας, δίπλα στην Όπερα, του αγόραζα γραβάτες.
Γύρισαν σε μένα, στέκονται σε παράταξη στο φύλλο της ντουλάπας.
Αλλά είχα και εγώ, παιδί, γραβάτες. Δύο, μια κόκκινη και μια μπλέ. Με λαστιχάκι. Οδυνηρότατο, όταν έπρεπε να τις φορέσω, όπως στη φωτογραφία. Έσφιγγε το λάστιχο το λαιμό, ασφυκτιούσα.  Είχα και παπιγιόν, αυτά μπλε και κόκκινο. Ίδια χάλια.




Κάποτε στην εφηβεία, έρχεται ο πατέρας μου φουργιόζος. 
"Έλα να σε μάθω να δένεις γραβάτα" είπε.
Όρεξη δεν είχα, του έκανα το χατήρι.
"Πρώτα θα μάθουμε τον μονό κόμπο και μετά τον διπλό".
Αδέξιος στα χέρια ήμουν, παιδεύτηκα λίγο με το μονό, τον έμαθα.
"Ωραία" μου λέει "τώρα τον διπλό"
"Στοπ" φώναξα. "Ένας κόμπος μου φτάνει!"
Κρυφογέλασε, καλά, άλλη μέρα, είπε, δεν ήρθε ποτέ αυτή η άλλη μέρα.
Κι έμεινα με έναν κόμπο στη γραβάτα.
Και να δεις που οι κόμποι στην καρδιά μου γίνανε με τα χρόνια πολλοί ... 
 Λες να;;;;

Κυριακή, 29 Ιανουαρίου 2017

ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ: ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΕΝΟΣ ΒΙΒΛΙΟΥ ΕΝ ΤΩ ΓΙΓΝΕΣΘΑΙ

1.            ΟΙ ΔΥΟ ΛΟΓΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ
Θα ήθελα να ξεκινήσω με τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουμε, σύμφυτες, εν πολλοίς, στην έννοια της κρίσης. Μια πρώτη δυσκολία είναι ότι η έννοια αυτή, από την πολλή χρήση, μοιάζει να έχει χάσει τη σημασία της και το τι ακριβώς συνεπάγεται. Ο R. Koselleck,[1] σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο του για τη γενεαλογία και τις διαχρονικές χρήσεις και μετατοπίσεις του όρου, σημειώνει ότι η έννοια της «κρίσης»:
«Εξ αιτίας της μεταφορικής της ευελιξίας, απόκτησε βαρύτητα (importance). Υπεισέρχεται στη γλώσσα της καθημερινότητας. Γίνεται ένα κεντρικό σλόγκαν (catch-word, Schlagwort). Στον αιώνα μας δεν υπάρχει, ουσιαστικά, καμιά περιοχή της ανθρώπινης ζωής που να μην έχει εξεταστεί και ερμηνευτεί με τη βοήθεια αυτής της έννοιας με την εγγενή της απαίτηση για αποφάσεις και επιλογές» (2006, σ. 358). 
Πώς μπορούμε, συνεπώς, να αποκαταστήσουμε το νόημα μιας λέξης με τόσο γενικευμένη, μεταφορική και πολλαπλή χρήση; Διατυπώνω, λοιπόν, την άποψη ότι έχουμε δύο τρόπους, δύο Λόγους (discourses), με τους οποίους μιλάμε για το ζήτημα της κρίσης και, κατά συνέπεια, κατανοούμε την έννοια της. Υπάρχει, αφ’ ενός ο δημόσιος Λόγος, ο Λόγος των  εφημερίδων, των πολιτικών, της καθημερινότητας, και, αφ’ ετέρου, ο επιστημονικός Λόγος. Η διαφορά τους, όχι πάντοτε εμφανής, είναι σημαντική.
Ο δημόσιος Λόγος τείνει στο να αναγάγει την κρίση στα φαινόμενα, να μιλήσει για συγκεκριμένα πράγματα, περιοχές της ανθρώπινης δραστηριότητας, τα οποία θεωρεί ότι είναι σε κρίση. Κατά καιρούς, συνεπώς, διάφοροι θεσμοί, οργανωτικές μορφές, κοινωνικές καταστάσεις, αξίες ή πρακτικές, περιοχές, πόλεις ή και συνοικίες μπορεί να θεωρηθούν ότι βρίσκονται σε μια κατάσταση κρίσης, σοβαρή ή λιγότερο σοβαρή. Στην περίπτωση αυτή η λέξη «κρίση» συνοδεύεται, σχεδόν πάντοτε, από έναν επιθετικό προσδιορισμό. Λόγου χάρη, μιλάμε για την οικονομική κρίση κι έχουμε στο μυαλό μας την κρίση του χρέους, τη δημοσιονομική κρίση, τον πληθωρισμό, την ανεργία, το έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών ή την πτώση των τιμών του χρηματιστηρίου. Μιλάμε για την κρίση του εκπαιδευτικού συστήματος και, βεβαίως, μπορεί ο καθένας να έχει στο μυαλό του κάτι διαφορετικό για το τι είναι το εκπαιδευτικό σύστημα, ποιες είναι οι λειτουργίες του, και για το τι συνιστά την κρίση του. Μιλούσαμε στη δεκαετία του 1980 και του 1990 για την αποβιομηχάνιση και τις συνέπειές της στην κοινωνική οργάνωση και στην οργάνωση του χώρου. Μιλάμε σήμερα περισσότερο για την κρίση του περιβάλλοντος και την ενέργεια. Μιλάμε για την κρίση ταυτότητας, με αναφορά στα κοινωνικά υποκείμενα, την κρίση του θεσμού του γάμου, τη δημογραφική κρίση, την κρίση στη Μέση Ανατολή, τα μεταναστευτικά ρεύματα, την κρίση των πολιτικών κομμάτων,  και ούτω καθεξής.[2] 
Αυτή η γενικευμένη «κρισεολογία» έχει ελάχιστα συμβάλει στην κατανόηση των προβλημάτων, πολύ δε περισσότερο στη διατύπωση συγκεκριμένων πολιτικών προτάσεων για την υπέρβαση της κρίσης.[3] Αντιθέτως, όπως παρατηρεί ο R.J. Holton
«… η έννοια της κρίσης έχει καταστεί τόσο πολύ υπερ-διογκωμένη με ρητορική σημασία, ώστε να έχει απαξιωθεί στην αναλυτική της εξειδίκευση». [4]
Η αδυναμία αυτή του δημόσιου Λόγου οφείλεται στο γεγονός ότι η κρίση ταυτίζεται με τα φαινόμενά της, ως εάν η αρρώστια να ταυτιζόταν με τον πυρετό. Ο πυρετός είναι το φαινόμενο της αρρώστιας, το σύμπτωμα, ο τρόπος με τον οποίο εκδηλώνεται. Δεν είναι, όμως, ο πυρετός η αρρώστια, αρρώστια είναι το αίτιο που προκαλεί τον πυρετό. Κατ’ αναλογία, ο δημόσιος λόγος για την κρίση, καθώς ταυτίζει την κρίση με τον τρόπο με τον οποίο εμφανίζεται και εκδηλώνεται σε διάφορες στιγμές της κοινωνικής ζωής, παραγνωρίζει την ουσία της κρίσης, δηλαδή ότι αυτή η κρίση έχει αίτια, μηχανισμούς που την κάνουν να εκδηλώνεται με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Ο δημόσιος λόγος για την κρίση, ταυτίζοντας την κρίση με τα φαινόμενά της, μερικοποιεί την κρίση, αφ’ ενός, και, αφ’ ετέρου της προσδίδει μιαν επικαιρότητα, ένα χαρακτήρα παροδικό: Αν το φαινόμενο παύσει να υπάρχει ή, έστω, μετριασθεί, η κρίση τελειώνει, αν το φαινόμενο εμμείνει, εντάσσεται στην «κανονική ζωή», αποκτά κανονικότητα, ή, σε απλά λόγια, «μάθαμε να ζούμε μαζί του».
Ένα  καταλυτικό παράδειγμα κανονικοποίησης των συνεπειών της κρίσης είναι η ανεργία και οι διαστάσεις που έχει προσλάβει εδώ και σχεδόν 40 χρόνια. Οι κοινωνίες της Ευρώπης και της Αμερικής έχουν αποδεχθεί να ζουν με ποσοστά ανεργίας αδιανόητα και απαράδεκτα κοινωνικά, πολιτικά και οικονομικά στις τρεις δεκαετίες που ακολούθησαν τον Β’  Παγκόσμιο Πόλεμο. Ένα επίπεδο ανεργίας κοντά στο 8% δεν αποτελεί είδηση, παρά το γεγονός ότι στη δεκαετία του 60 θα οδηγούσε σε άμεση παραίτηση της κυβέρνησης, θα ήταν μια αναμφισβήτητη απόδειξη τεράστιας αποτυχίας της οικονομικής πολιτικής. Σήμερα υπάρχουν χώρες που ένα ποσοστό ανεργίας γύρω στο 10%, όχι μόνο θα ήταν καλοδεχούμενο, θα οδηγούσε σε λόγους και κείμενα θριαμβικά. Μάθαμε να ζούμε με την ανεργία, μάθαμε να ζούμε και με τις συνέπειες της ανεργίας, η ανεργία ως φαινόμενο της κρίσης θεωρείται στοιχείο της ομαλής καθημερινής μας ζωής. Οι αυξανόμενες επισφαλείς θέσεις εργασίας αποτελούν ένα ακόμη παράδειγμα κανονικοποίησης των επιπτώσεων της κρίσης. Ανάθεμα στο τέλος του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, ευθυνόμενες για την ανεργία και τη φτώχεια, όπως με σαφήνεια επισημαίνεται στις έρευνες πεδίου του Booth και τις απόψεις των Beveridge και Marshall, καθίστανται ευλογία στο τέλος του 20ου και στις αρχές του 21ου αιώνα.[5]   
Ταυτοχρόνως, η ταύτιση της κρίσης με τα επιμέρους φαινόμενα οδηγεί σε μιαν υπερ-γενικευμένη χρήση της λέξης «κρίση», μια ασυγκράτητη «κρισεολογία». Η έκπτωση της σημασίας της έννοιας «κρίση» προκύπτει τόσο από την καταχρηστική χρήση, όσο και από τη συρρίκνωση της εφαρμογής της στα επιμέρους.
Υπό αυτήν την οπτική, ο δημόσιος Λόγος για την κρίση πρέπει να αντιπαρατεθεί με τον άλλο Λόγο, δηλαδή με αυτόν που σε πολύ γενικές γραμμές θα ονόμαζα «επιστημονικό» Λόγο (discourse) για την κρίση. Θα ορίσω ως επιστημονικό Λόγο για την κρίση την αναζήτηση των αιτίων και των μηχανισμών, που δημιουργούν τις προϋποθέσεις εκδήλωσης της κρίσης και εμφάνισης των συμπτωμάτων της. Ο επιστημονικός Λόγος βασίζεται στη διάκριση μεταξύ φαινομένων και των αιτιωδών σχέσεων που παράγουν τα φαινόμενα.  Και πρέπει να αντιπαρατεθεί ο ένας Λόγος προς τον άλλο, όχι μόνον επιστημολογικά, εννοιολογικά ή για λόγους ταξινόμησης, αλλά και από άποψη πολιτική: Ο δημόσιος Λόγος, λόγος κατ’ εξοχήν επικαιρικός, καθώς επικεντρώνεται στα φαινόμενα, καθώς «ξεχνά» ή εντάσσει τα φαινόμενα στην ομαλότητα του συστήματος, τείνει να νομιμοποιήσει την κρίση. Μαθαίνοντας να ζούμε με τα φαινόμενα, μαθαίνουμε να ζούμε, αγνοώντας ή ψηλαφώντας τους απλώς, με τους μηχανισμούς της κρίσης, δηλαδή, με την ίδια την κρίση.
Βεβαίως δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο καθένας εξ ημών, ως άτομο ή ως μέλος κοινωνικών ομάδων, βιώνει την κρίση ή, ίσως ακόμη, δεν βιώνει την κρίση, και την πιο βαθιά, με έναν δικό του ιδιαίτερο, υποκειμενικό, τρόπο. Ο Habermas έχει αναφέρει σε εκείνο το πρωτοποριακό βιβλίο του για την κρίση νομιμοποίησης[6], ότι «η κρίση δεν μπορεί να διαχωριστεί από την οπτική γωνία αυτού που την υφίσταται», δηλαδή διαθέτουμε ως κοινωνικά υποκείμενα πάντοτε μίαν υποκειμενική αντίληψη της κρίσης, γιατί δεν είναι για όλους η κρίση το ίδιο. Για τον εργαζόμενο η κρίση είναι η ανεργία, η μείωση του μισθού, ο αυξανόμενος αυταρχισμός του εργοδότη, οι αυξανόμενες ώρες εργασίας και η αύξηση των ρυθμών εργασίας, ενώ για τον εργοδότη είναι η μείωση του κέρδους, η απώλεια των αγορών, η αδυναμία χρηματοδότησης,  για τον υπουργό οικονομικών είναι τα ελλείμματα του δημοσίου τομέα, η διόγκωση του δημόσιου χρέους και οι δυσκολίες διαχείρισής του, για τον τραπεζίτη είναι η αύξηση της επισφάλειας των δανείων που έχει χορηγήσει, ή και το αντίθετο, η μείωση της δυνατότητας να χορηγεί δάνεια ανεξαρτήτως του βαθμού εξασφάλισης που τα συνοδεύουν και ούτω καθεξής.
Ο εγγενής υποκειμενισμός αντίληψης της κρίσης δεν είναι παρά αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η κοινωνία μας δεν είναι ένα ομοιογενές σύνολο, όπου όλοι έχουμε τα ίδια συμφέροντα και βλέπουμε τα πράγματα από την ίδια οπτική γωνία ή ότι οι εξελίξεις μας πλήττουν ή μας ευνοούν το ίδιο. Η κοινωνία μας αποτελείται από κοινωνικές τάξεις, στρώματα ή μορφώματα, σύνολα ανθρώπων που έχουν αντιτιθέμενα συμφέροντα. Το συμφέρον του ενός δεν είναι αυτονόητα και συμφέρον του άλλου. Ταυτοχρόνως, καθώς η κρίση «δεν μπορεί να διαχωριστεί από την οπτική γωνία αυτού που την υφίσταται», ο εγγενής υποκειμενισμός της κρίσης αποτελεί συστατικό της στοιχείο, τουλάχιστον στις θεωρήσεις των κρίσεων που βασίζονται στη θεωρία των συστημάτων και της φαινομενολογικής προσέγγισης. Ο Habermas υποδεικνύει τον εγγενή υποκειμενισμό στη θεώρηση της κρίσης από την οπτική της θεωρίας των συστημάτων, όταν υποστηρίζει ότι
«Τα συστήματα δεν εμφανίζονται ως υποκείμενα … μόνον υποκείμενα μπορούν να εμπλακούν σε κρίσεις. Συνεπώς,  μπορούμε να μιλάμε για κρίσεις μόνον όταν μέλη μιας κοινωνίας βιώνουν τις δομικές μεταβολές ως κρίσιμες για τη συνέχεια της ύπαρξής τους και αισθάνονται την κοινωνική τους ταυτότητα να διακυβεύεται.»[7] 
Αλλά και από την οπτική της κριτικής θεωρίας ο M. Horkheimer, γενικεύοντας, χωρίς να εστιάζεται στις συνθήκες κρίσης, επισημαίνει ότι:
«Η ένταξη των γεγονότων σε έτοιμα εννοιολογικά συστήματα κι η αναθεώρησή τους, με την απλοποίηση ή τον παραμερισμό των αντιφάσεων, αποτελεί … μέρος της γενικής κοινωνικής πρακτικής. Η διαίρεση της κοινωνίας σε ομάδες και τάξεις συνεπάγεται ότι οι θεωρητικές κατασκευές έχουν, ανάλογα με την εκάστοτε προέλευσή τους, διαφορετικές σχέσεις μ’ αυτή τη γενική πρακτική». [8]
Σε άμεση συνάρτηση με το προηγούμενο, θα ήθελα να το υπογραμμίσω ότι ο Λόγος για την κρίση δηλαδή η ερμηνεία της κρίσης και πώς αντιλαμβανόμαστε την κρίση, είναι άσκηση πολιτικής εξουσίας. Ο τρόπος με τον οποίο αναδεικνύουμε τα φαινόμενα της κρίσης, για ποια φαινόμενα μιλάμε, πώς ιεραρχούμε τη σημασία τους, επομένως τι θεωρούμε ότι είναι η κρίση, διαμορφώνει την ημερήσια διάταξη της δημόσιας συζήτησης και πολιτικής και, συνεπώς, περιγράφει το πεδίο αναζήτησης των λύσεων, το πεδίο της πολιτικής.[9] Δεν είναι τυχαίο ότι συχνά οι πολιτικοί αναφέρονται στην ανάγκη να διαμορφωθεί ένα «αφήγημα» για την κρίση, μια πειστική, και όχι κατ’ ανάγκην ορθή, ερμηνεία των γεγονότων και καταστάσεων. Συνήθως το «αφήγημα» περιλαμβάνει ένα διπλό στόχο: την ενοχοποίηση, την απόδοση του «σφάλματος» και την αντιμετώπιση των φαινομένων της κρίσης, ή, σε περίπτωση αποτυχίας, την κανονικοποίηση των φαινομένων. 
Στο σημείο αυτό πρέπει να κρατήσουμε ορισμένες αποστάσεις από την άποψη της J. Roitman[10], ότι
«… οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ των ακαδημαϊκών και του απλού κόσμου (popular) αφηγημάτων της κρίσης δεν είναι τόσο αυστηρές όσο υποτίθεται ότι είναι. … Διασταυρώνοντας την ανάγνωση των σχετικών κειμένων μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πώς τα τεχνικές πραγματικότητες της χρηματοπιστωτικής κρίσης γίνονται λαϊκή σοφία ή, καλύτερα, άδηλη γνώση.» (2014, σ.5).
Ο λόγος για την κρίση, ανεξαρτήτως της ερμηνευτικής του εμβέλειας, καθίσταται λόγος της εξουσίας στο βαθμό που μετασχηματίζεται σε «λαϊκή σοφία» ή «άδηλη (tacit) γνώση».  Το ερώτημα, που αποφεύγει να θέσει η Roitman, είναι η επάρκεια των ερμηνειών που αποκτούν τη δύναμη της «λαϊκής σοφίας», δηλαδή της κυρίαρχης αφήγησης της ίδιας της κρίσης.
Και οι τρεις παραπάνω παρατηρήσεις, η κανονικοποίηση (normalisation) των φαινομένων και επιπτώσεων της κρίσης, η υποκειμενικότητα της κρίσης και ο λόγος για την κρίση ως άσκηση πολιτικής εξουσίας θέτουν σημαντικά και συστηματικά εμπόδια στην ανάπτυξη του επιστημονικού Λόγου, στη διερεύνηση των βαθύτερων αιτίων και μηχανισμών. Αντιθέτως ευνοούν την κυριαρχία του Δημόσιου Λόγου, την επικέντρωση στα φαινόμενα και στο πολιτικό patchwork
Κατά συνέπεια, ο επιστημονικός Λόγος οφείλει να συγκροτηθεί επιχειρώντας να:
·         Υπερβεί τον υποκειμενισμό στην αντίληψη της κρίσης εντοπίζοντας τις αντικειμενικές συνθήκες και μηχανισμούς που καθορίζουν την παραγωγή και εκδήλωση της κρίσης. [11]
·         Ανατρέψει την διαδικασία «κανονικοποίησης» των επιπτώσεων της κρίσης, επισημαίνοντας, ταυτοχρόνως, τη μονιμότητα των αφανών κρισεογόνων μηχανισμών.
·         Τοποθετηθεί αποφασιστικά εντός του πεδίου της πολιτικής, προσπαθώντας να επηρεάσει την πολιτική θεματολογία και προσφέροντας ένα σαφές και συνεκτικό «αφήγημα» της κρίσης.
Για να κατανοήσουμε το τι ακριβώς συμβαίνει με την κρίση, ποια είναι τα αίτια, ποιες είναι οι επιπτώσεις, πώς εμφανίζεται, γιατί εμφανίζεται, γιατί σε αυτό το χρόνο και όχι σε μια άλλη χρονική στιγμή ή περίοδο, έχουμε ανάγκη από μία επιστημονική προσέγγιση, η οποία να είναι αποτελεσματική στην ερμηνεία των φαινομένων και κατ’ ανάγκην σύνθετη και διεισδυτική. Η ανάπτυξη μιας τέτοιας προσέγγισης οφείλει να θέσει ερωτήματα καίρια, να αποσαφηνίσει θεωρητικά το πεδίο πάνω στο οποίο θα στηριχθεί και ταυτόχρονα να αποσαφηνίσει τις μεθοδολογικές προσεγγίσεις που θα ακολουθήσει.




[1]               R. Koselleck, “Crisis”. 2006, Journal of the History of Ideas.
[2]               Ο R. Koselleck, “Crisis”. 2006, Journal of the History of Ideas, σ. 399, αναφέρεται σε μελέτη της R. Bebermayer, η οποία καταμέτρησε το 1980 στους τίτλους των ειδήσεων 200 διαφορετικά νοηματικά πλαίσια με τον όρο «κρίση». Ο  Koselleck σχολιάζει σχετικά: «Η έννοια της κρίσης, η οποία είχε τη δύναμη κάποτε να θέτει αναπόδραστες, σκληρές και μη διαπραγματεύσιμες εναλλακτικές επιλύσεις, έχει μετασχηματιστεί ώστε να εναρμονίζεται με τις αβεβαιότητες ο,τιδήποτε μας αρέσει σε μια δεδομένη στιγμή. Μια τέτοια τάση προς την έλλειψη ακρίβειας και ασάφειας, όμως, μπορεί να ιδωθεί ως το σύμπτωμα μιας ιστορικής κρίσης, η οποία δεν μπορεί ακόμα να εκτιμηθεί πλήρως».     
[3]               Α. Δεδουσόπουλος, «Για την Κρίση», 1985, Ο ΠΟΛΙΤΗΣ. Ομολογώ ότι έχω αντιφατικά συναισθήματα επαναλαμβάνοντας αυτή την πρόταση μετά από 30 χρόνια. Χρησιμοποίησα τον όρο περισσότερο με απαξιωτικό περιεχόμενο, αναφερόμενος στον δημόσιο λόγο για την κρίση. Ο E. Marin είχε ήδη χρησιμοποιήσει τον όρο «crisology» για να αναφερθεί στην επιστημονική ενασχόληση με την κρίση ως διακριτού αντικειμένου. E. Marin, “Pour une crisologie”, 1976, Communications, όπως αναφέρεται στο M. Wieviorka, “Financial Crisis or Societal Mutation?”, στο M. Castells, J. Caraca, G. Cardoso (eds), Aftermath: The Cultures of the Economic Crisis, 2012, Oxford Un. Press, σ. 95
[4]               R. J. Holton, “The Idea of Crisis in Modern Society”, 1987, British Journal of Sociology, σ. 503.
[5]               Δες Α. Δεδουσόπουλος, Η Κρίση στην Αγορά Εργασίας, Τόμος Α, Θεωρίες της Ανεργίας, 2000, Τυπωθήτω – Γ. Δαρδανός, Μέρος 2ο, Κεφάλαιο 2ο .
[6]               J. Habermas, Legitimation Crisis, 1976, Heinemann σ. 1.
[7]               J. Habermas, Legitimation Crisis, 1976, Heinemann σ. 3.
[8]               M. Horkheimer, Παραδοσιακή και Κριτική Θεωρία, (1937), στο Φιλοσοφία και Κοινωνική Κριτική, 1984, Ύψιλον, μετ. Α. Οικονόμου – Ζ. Σαρίκα, σ. 25.
[9]               Δες και St. Lukes, Εξουσία: Μια Ριζοσπαστική Θεώρηση, 2007, Σαββάλας, Κεφ. 1, σ. 98 κε,
[10]             J. Roitman, Anti-Crisis, 2014, Duke Un. Press.
[11]             Ο J. Habermas επισημαίνει το αδιέξοδο των προσεγγίσεων που βασίζονται στη συνειδητή  υποκειμενικότητα της κρίσης από τους σύγχρονους ανθρώπους «Μια κοινωνία δεν βυθίζεται στην κρίση, όταν και μόνον όταν, τα μέλη της ταυτοποιούν την κατάσταση μ’ αυτόν τον τρόπο. Πώς θα μπορούσαμε να διακρίνουμε τέτοιας μορφής ιδεολογίες της κρίσης από έγκυρες εμπειρίες της κρίσης, αν οι κοινωνικές κρίσεις μπορούν να προσδιοριστούν μόνο με αναφορά στα συνειδητοποιημένα φαινόμενα;»  J. Habermas, Legitimation Crisis, 1976, Heinemann σ. 4.