Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

ΙΟΥΛΙΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Θυμάμαι μικρό παιδί τον Ιούλιο του 1965. Η αποστασία και η ανατροπή της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου του πρεσβύτερου έδωσαν την αφορμή για την πρώτη επαφή μου με την πολιτική ζωή του τόπου, περισσότερο συστηματικά από τις σκόρπιες εντυπώσεις που συνέλλεγα μέχρι τότε. Πριν πάω ακόμα σχολείο θυμάμαι τον πατέρα μου να αγωνιά πάνω από το ραδιόφωνο ακούγοντας τα αποτελέσματα κάποιων εκλογών – μάλλον του 56 θα ήταν. Θυμάμαι την κρίση της Κούβας και την ανησυχία των μεγάλων για τον πιθανό πυρηνικό όλεθρο. Θυμάμαι τα νέα της δολοφονίας του Λαμπράκη.
            Ο πατέρας μου φανατικός κεντρώος πλήρωνε ακόμα τη συμμετοχή του στην αντίσταση και την αποκήρυξη του κόμματος. Δεν μπορούσα παρά να ταυτιστώ μαζί του και να παίρνω μέρος με έξαψη, στα 13 μου, σε πολιτικές συζητήσεις και διαμάχες των μεγάλων, τα καλοκαιρινά εκείνα βράδια. Διάβαζα με πάθος την εφημερίδα της ημέρας (Τα Νέα), αρχίζοντας από το πολεμικό χρονογράφημα του Ψαθά και τις γελοιογραφίες.
            Μια γελοιογραφία που είχε χαραχθεί στο μυαλό: Ήταν του Φωκίωνα Δημητριάδη και έδειχνε τον Γεώργιο Παπανδρέου τον πρεσβύτερο σαν τον Μπετόβεν να παίζει με πάθος πιάνο προς το αντικείμενο του έρωτά του, μια όμορφη γυναίκα που τον κοίταζε χαμογελώντας, γέρνοντας λίγο το κορμί της ενθαρρυντικά προς το μέρος του οιστρηλατημένου πιανίστα. Στο μακρύ φόρεμα – μανδύα που φορούσε έγραφε ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ και η λεζάντα διευκρίνιζε: «Στην αιώνια αγαπημένη», μια σαφή αναφορά στον κρυφό έρωτα του μουσουργού.
            Μετά από χρόνια και διαβάζοντας την ελληνική ιστορία του μεσοπολέμου, της κατοχής και της απελευθέρωσης, αναθεώρησα τις πρώιμες εκείνες απόψεις μου. Το αντικείμενο του πόθου του Γεωργίου Παπανδρέου (του πρεσβυτέρου, βεβαίως, βεβαίως) δεν ήταν η Δημοκρατία, αλλά απλώς η Εξουσία. Έμαθα και το κατάλαβα καλά ότι για την κατάκτηση αυτής της ωραίας κόρης (;) ο Γεώργιος Παπανδρέου ο πρεσβύτερος μπορούσε να είναι και βασιλικός και βενιζελικός, μπορούσε να συνεργάζεται με τον Παπάγο και να δηλώνει την πίστη του στη λαοκρατία, μπορούσε να είναι φιλολαϊκός και βαθειά αντι-αριστερός, να συμπυκνώνει όλες τις αντιφάσεις χωρίς πρόβλημα και χωρίς πρόσχημα, αρκεί να προσέγγιζε τον πολυπόθητο στόχο. Μέσα από αυτές τις οργανωμένες αντιφάσεις ο εκτελεστής του εμφύλιου έγινε ο champion της δημοκρατίας.
            Σχεδόν μισό αιώνα μετά, θα αναρωτηθεί ο υπομονετικός αναγνώστης, τι νόημα έχουν αυτά; Τίποτα, πέραν από τους συνειρμούς που γεννάει η τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα. Θυμήθηκα τη γελοιογραφία, καθώς άκουγα στην τηλεόραση τις οργισμένες αντιδράσεις της ηγεσίας και βουλευτών του ΠΑΣΟΚ για τις δηλώσεις δύο επιφανών συνταγματολόγων – στελεχών και οι δύο του ΠΑΣΟΚ, εκτός αν δεν είναι πια. Εκτός από το θλιβερό της δήλωσης ότι «οι απόψεις των δύο συνταγματολόγων απηχούν προσωπικές θέσεις», λες και ρωτούσαν οι δημοφιλείς πολιτικοί αναλυτές της τηλεόρασης τη διάσημη σκυλού τραγουδίστρια Μία Καιμόνη πώς θα λυθεί το ασφαλιστικό, το πρόβλημα των μεταναστών και ποιες είναι οι συνέπειες του πειράματος για την αρχή του σύμπαντος στον τουρισμό της Μυκόνου, και όχι επιστήμονες που μιλούσαν για το αντικείμενο της επιστήμης τους και μάλιστα για το Σύνταγμα, για την τελική διατύπωση του οποίου έχουν συνεισφέρει αμφότεροι τα μέγιστα, οι δηλώσεις των ΠΑΣΟΚ λοιπόν ερχόντουσαν να επιβεβαιώσουν αυτά που έγραφα λίγους μήνες πριν για τον εθισμό στη διαφθορά, για το σκοπό που αγιάζει τα μέσα, για τον ευτελισμό θεσμών και διαδικασιών.
            Είδα ξαφνικά στο μυαλό μου τον Γεώργιο Παπανδρέου τον junior να παίρνει τη μορφή παιδικής σβούρας και να στροβιλίζεται με ένα παγωμένο χαμόγελο και απλανές βλέμμα, να στροβιλίζεται τρελά και να καλύπτει τεράστιες αποστάσεις στην πολιτική αρένα: Από την καρατζαφέρια ακροδεξιά με τους «λαθρομετανάστες» και τη συνταγή του «νόμου και της τάξης» ως τους οικολογούντες με την πράσινη επιχειρηματική ανάπτυξη. Από τους υπερεθνικιστές μέχρι τους συναινετικούς. Από τους παραδοσιακούς μέχρι τους εκσυγχρονιστές. Και από τους τραπεζίτες και βιομήχανους ως τους καταναλωτές, γιατί, ως γνωστόν, οι μισθωτοί εργαζόμενοι υπάρχουν μόνον για να ψηφίζουν στη ΓΣΕΕ. Ένα χαμόγελο, έστω και αμήχανα παγωμένο, για καθένα. Και καθώς στριφογύριζε ο δρόμος προς την Εξουσία άνοιγε και όλα τα εμπόδια συντρίβονταν: Συντάγματα και Νόμοι, ηθικές αρχές και διαδικασίες, δημόσια πανεπιστήμια και νέοι, εργασιακές σχέσεις και κοινωνικά δικαιώματα, μετανάστες και διανοούμενοι, λέξεις και νοήματα, βορά στις «δημοκρατικές» εφημερίδες και στα δημοκρατικότερα κανάλια.
            Α ναι. Η σβούρα έβγαζε ήχο. Όχι εκείνο το γνωστό σύριγμα, καθώς έσκιζε τον αέρα, αλλά μιλούσε με φωνή και έλεγε: «Πού πήγαν τα λεφτά, πού πήγαν τα λεφτά;». Περίεργο είναι, αλλά δε σκέφτηκε ποτέ να ρωτήσει τους διπλανούς του;     
  

Δεν υπάρχουν σχόλια: