Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ - ΝΙΚΗΤΑ ΑΛΙΠΡΑΝΤΗ - ΑΝΕΛΕΥΘΕΡΟΣ Ο 21ος ΑΙΩΝΑΣ;


Χθες βράδυ έγινε η παρουσίαση του νέου βιβλίου του ομότιμου καθηγητή Νικήτα Αλιπράντη. Ο συγγραφέας με τίμησε ζητώντας να συμμετάσχω στην εκδήλωση και να σχολιάσω το βιβλίο του. Μαζί ήταν και οι συνάδελφοι Ανδρέας Λύτρας, Χριστίνα Καρακιουλάφη και Δημοσθένης Δασκαλάκης. 

Κάθε παρουσίαση είναι μεροληπτική, Αθώα ανάγνωση δεν υπάρχει. Καμία βιβλιοκριτική δεν μπορεί να αναπληρώσει την πρωτογενή σχέση του αναγνώστη με το κείμενο.

Κι αφού σας προειδοποίησα, ιδού τι - περίπου - είπα: 


ΑΝΕΛΕΥΘΕΡΟΣ Ο 21ος ΑΙΩΝΑΣ;

ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΥΣ


ΝΙΚΗΤΑ ΑΛΙΠΡΑΝΤΗ

Θα πρέπει να ζητήσω ένα διπλό συγγνώμη και από εσάς και από τον καθηγητή Αλιπράντη γιατί η ανάγνωσή μου είναι περιορισμένη και επιλεκτική. Τόσο ο σύντομος χρόνος που έχει μεσολαβήσει από την έκδοση του βιβλίου, όσο και λοιπές υποχρεώσεις, που δεν μπορούσαν να αναβληθούν, δεν μου επέτρεψαν μια πληρέστερη ανάγνωση και αποτίμηση του έργου του.

Κατά παράδοξο τρόπο, όμως, οι δυσκολίες ανάγνωσης, κατανόησης και αποτίμησης του βιβλίου προέρχονται από το ίδιο το βιβλίο. Ο συγγραφέας του, αν και με γλώσσα σαφή και με αρτιότητα στη συγκρότηση του επιχειρήματος, ή, μάλλον, των επιχειρημάτων του, αναμετράται με μια πλούσια και πολυεπίπεδη βιβλιογραφία, και προκαλεί τον αναγνώστη να διαβάσει ή να ξαναδιαβάσει κείμενα κλασικά και σύγχρονα, κείμενα κοινωνιολογίας, κοινωνικής ανθρωπολογίας, φιλοσοφίας, οικονομίας, δικαίου και εργασιακών σχέσεων. Το σύνολο των κοινωνικών επιστημών ενεργοποιείται από τον συγγραφέα, κατά κανόνα με γόνιμο και δημιουργικό τρόπο, αλλά η πρόσβαση στο υλικό που επεξεργάζεται, η πλήρης κατανόηση των επιχειρημάτων και των προεκτάσεων, απαιτεί συστηματική δουλειά από τον αναγνώστη. Ο καθηγητής Αλιπράντης πιστοποιεί αυτό που είχε πει ο Μαρξ, ότι δεν υπάρχει βασιλική οδός για την επιστήμη, ο δρόμος είναι δύσκολος και γεμάτος ατραπούς και μονοπάτια που μπορεί να ξεγελάσουν: Όσοι επιλέγουν τον εύκολο και σύντομο δρόμο μπορεί να οδηγηθούν στο αδιέξοδο ή απλώς στο σημείο εκκίνησης έχοντας κάνει μια κυκλική, άνευ αποτελέσματος, περιπλάνηση. Έχουμε ένα απαιτητικό βιβλίο για έναν απαιτητικό αναγνώστη.

Ή μήπως όχι μόνο;

Θα μπορούσε να αποτελέσει και έναν οδηγό για τον λιγότερο απαιτητικό αναγνώστη, χωρίς αμφιβολία. Ίσως αυτή η λειτουργία του βιβλίου – ορισμένων, τουλάχιστον, τμημάτων του – να είναι περισσότερο προφανής. Οφείλεται στην επιλογή του συγγραφέα να αποτυπώσει θέσεις σχεδόν για το σύνολο των προβλημάτων του σύγχρονου κόσμου, από το ζήτημα του ισλαμισμού και των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων ως τα προβλήματα της εργασίας και της ευρωπαϊκής κοινωνικής πολιτικής σήμερα και στη διαχρονική τους εξέλιξη. Κάθε θέμα, από τις εισαγωγικές σημειώσεις ως τα συμπεράσματα, θα μπορούσε να αποτελέσει τον κορμό ενός ξεχωριστού βιβλίου ή μιας πολυσέλιδης μελέτης, αντί της σύντομης, επιγραμματικής, πολλές φορές, διατύπωσης θέσεων που επιλέγει ο συγγραφέας. Εδώ υποκρύπτεται ο κίνδυνος: να επιμεριστεί το βιβλίο σε θέσεις «βολικές» και σε θέσεις «άβολες», σε θέσεις συμφωνίας και σε θέσεις διαφωνίας, παραγνωρίζοντας τις ενοποιητικές αρχές του.

Ο κίνδυνος αυτός μεγεθύνεται με τη συμπερίληψη στο τρίτο και μεγαλύτερο σε όγκο μέρος, που αναφέρεται στην κοινωνιολογία της εργασίας, αποσπασμάτων μελετών, άρθρων και εισηγήσεων, γεγονός που δημιουργεί την αίσθηση ενός κατακερματισμού ή ενός βιβλίου αναλέκτων. Μια καλύτερη οργάνωση του τρίτου μέρους και η μετάφραση στα ελληνικά των ξενόγλωσσων κειμένων θα επέτρεπε στο ευρύ κοινό να αποκτήσει πρόσβαση σε σημαντικές αναλύσεις και σε γόνιμους προβληματισμούς. Ελπίζω ότι μια επόμενη έκδοση θα δώσει λύση στα προβλήματα αυτά.

Θα ήθελα να αναφέρω ένα παράδειγμα, κλείνοντας το τμήμα αυτό των παρατηρήσεων στη μορφή και στο ύφος. Στη σ. 154 ο συγγραφέας γράφει αναφερόμενος στη συλλογή άρθρων των Kl. Dörre et al.:
«Αν είναι δυνατόν να συμπυκνωθούν τα συμπεράσματα του έργου, θα αναφερθεί η τελική διαπίστωση του Kl. Dörre ότι στον σημερινό καπιταλισμό η αποδοτική (παραγωγική) εργασία αντικαθίσταται από αναπαραγωγικές δραστηριότητες».

Αυτή η μικρή πρόταση των τριών σειρών στον μη ειδικό ηχεί ακατανόητη. Σε όλους όσοι είναι εξοικειωμένοι με τη σχετική βιβλιογραφία παραπέμπει στις προσεγγίσεις του I. Gough για το κράτος πρόνοιας, αλλά και στη διαμάχη για τη διάκριση μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας στον Μαρξ, για τη φύση του κεφαλαίου στην κυκλοφορία, αλλά και για την οικιακή εργασία, την απλήρωτη εργασία, κυρίως, των γυναικών στα οικιακά καθήκοντα, διαμάχη στην οποία είχε συμμετάσχει και ο ομιλών πριν πολλά χρόνια. Θέματα τα οποία έχουν επανέλθει και σχετίζονται με την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου στη σύγχρονη φάση του καπιταλισμού. Αλλά και, από την αντίθετη πολιτική προσέγγιση, στο βιβλίο των BaconEltis, Britains Economic Problem: Too Few Producers (1976) που αποτέλεσε σημαντική συνεισφορά στην ιδεολογική επικράτηση του Θατσερισμού στην Μεγάλη Βρετανία.
Ουδόλως υπαινίσσομαι ότι ο καθηγητής Αλιπράντης αγνοεί τα σχετικά ζητήματα. Απλώς σημειώνω ότι, στην επιτακτική ανάγκη που αισθάνεται να διατυπώσει τις θέσεις του, διατρέχει τεράστιους επιστημονικούς χώρους με επιγραμματικές διατυπώσεις αφήνοντας τις βιβλιογραφικές παραπομπές να αναλύσουν και να υποστηρίξουν το επιχείρημα. Φυσικά δεν πρόκειται για ένα διδακτικό εγχειρίδιο, αλλά για μια κατάθεση γνώσεων μιας ολόκληρης επιστημονικής σταδιοδρομίας. Κατάθεση γνώσεων που λαμβάνει συχνά πολεμικό χαρακτήρα. Άλλωστε, η πρόοδος της επιστήμης μέσω πολεμικών διαμαχών επέρχεται, όχι με την υιοθέτηση των σημαιών ευκαιρίας, όπως μας βολεύει και όπως συνηθίζεται στα καθ’ ημάς.

Αρκετά όμως σας κούρασα με αναφορές στο τρόπο γραφής και παρουσίασης, επισημάνσεις που θεωρώ σημαντικές για την κατανόηση της λειτουργίας του κειμένου. Θα περάσω στην ουσία, προσπαθώντας, μέσω του μερικού και αποσπασματικού διαβάσματός μου, να αναδείξω ορισμένες πτυχές του βιβλίου και σκέψεις που προκλήθηκαν από αυτό.

Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη και μία ενδιαφέρουσα εισαγωγή. Θεωρώ ως εξαιρετικά ενδιαφέροντα το πρώτο και το τρίτο μέρος (Θέματα Πολιτικής Κοινωνιολογίας, σσ. 29 – 90 και Η Κοινωνιολογία της Εργασίας – Χθες και Σήμερα σ. 145 και ε.). Στα μέρη αυτά θα επικεντρωθώ, επιλεκτικά πάντοτε.

Στον Πρόλογο του βιβλίου, πρόλογος που ουσιαστικά ανήκει στην Εισαγωγή, ο συγγραφέας καταθέτει την κεντρική ιδέα του έργου του: Οι τέσσαρες θεμελιώδεις ελευθερίες, όπως αυτές διακηρύχθηκαν από τον Roosevelt, η ελευθερία έκφρασης, η ελευθερία επιλογής θρησκεύματος, η ελευθερία από την ανάγκη και η ελευθερία από τον φόβο, ουδέποτε υλοποιήθηκαν, αν και συνιστούν ουσιώδη ατομικά (οι δύο πρώτες), κοινωνικά (η τρίτη) και πολιτικά (η τέταρτη) δικαιώματα. Ο συγγραφέας επιχειρεί να τεκμηριώσει αυτήν την αποτυχία και να φωτίσει τα αίτιά της στα τρία κύρια μέρη του βιβλίου, αφού προηγουμένως αποσαφηνίσει σε κάποιο βαθμό το θεωρητικό του πλαίσιο (Εισαγωγή).

Μπορώ να συμφωνήσω σε δύο θέματα που αναπτύσσει στην Εισαγωγή: Πρώτον, στην ανάγκη διεπιστημονικής προσέγγισης στα ζητήματα που εξετάζει. Η διεπιστημονική προσέγγιση καθίσταται απολύτως αναγκαία, όταν μελετούμε την κοινωνική πραγματικότητα, καθώς το κοινωνικό γεγονός είναι αποτέλεσμα πολλαπλών και σύνθετων προσδιορισμών. Ωστόσο, η αναφορά στις επιμέρους επιστημονικές πειθαρχίες καθιστά αναγκαία την εξοικείωση με το σύνολο της θεωρητικής υποδομής τους και όχι την κατά το δοκούν επιλεκτική τους χρήση. Ο καθηγητής Αλιπράντης μας δίνει στα επόμενα μέρη ένα πρωτόκολλο ορθής χρήσης της διεπιστημονικότητας – αν και οι ελλείψεις στον τομέα της οικονομικής επιστήμης είναι ορατές. Σε κάθε περίπτωση προσυπογράφω την ανάγκη εμπέδωσης μιας ολιστικής κοινωνικής επιστήμης. Τα παραδείγματα του Μαρξ, του Βέμπερ και του Parsons είναι γνωστά, αν και αντιθετικά.

Το δεύτερο θέμα, στο οποίο εκφράζω την απόλυτη συμφωνία μου, είναι η κριτική που ασκεί στη μεταμοντέρνα προσέγγιση και στην, μέσω αυτής, αναβίωση των μεθοδολογικών προσεγγίσεων του υποκειμενισμού και της  εξατομίκευσης. Η κοινωνιολογική προσέγγιση μπορεί να διαβλέψει καλύτερα τη διάκριση μεταξύ του ορθολογισμού του υποκειμένου και του ορθολογισμού του κοινωνικού συστήματος, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Maurice Godelier. Όπως και τη διάκριση μεταξύ ορθολογισμού και εκλογίκευσης που μοιάζει να στοιχειώνει πολλές εμπειρικές προσεγγίσεις με τη λέξη του συρμού: αναστοχασμός.

Στο Πρώτο Μέρος ο συγγραφέας ασχολείται με τους μετασχηματισμούς του κράτους και του πεδίου εξουσίας κατά το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα και των αρχών του 21ου. Επισημαίνει την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου και τις συνέπειές της στην οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Επισημαίνει την αποδυνάμωση της εξουσίας του εθνικού κράτους προς όφελος των μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων, τα οποία εντείνουν μηχανισμούς ανακατανομής των κερδών και του πλούτου σε παγκόσμιο επίπεδο και αναγνωρίζει στην επέκταση του κρατικού χρέους έναν κρίσιμο μηχανισμό που συμβάλλει στην αναδιοργάνωση της πολιτικής σφαίρας, στη μετατόπιση από την άσκηση πολιτικής στην άσκηση της απλής διαχείρισης.

Όπως γίνεται αντιληπτό το ζήτημα είναι τεράστιο και με πρόδηλο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό ενδιαφέρον. Η οικονομική κρίση – και στο σημείο αυτό θα διαφωνήσω με τον συγγραφέα – ενεργοποιήθηκε το 1973 και έκτοτε παραμένει στη ζωή μας μεταλλασσόμενη, μεταβάλλοντας τους χώρους εκδήλωσής της, τις φαινομενικές εκφράσεις της. Άλλοτε ως κρίση χρέους, άλλοτε ως κρίση ρευστότητας, άλλοτε ως κρίση απασχόλησης, ως φούσκα χρηματιστηρίου ή ως φούσκα ακινήτων, επιβάλλει κρίσιμους μετασχηματισμούς στα πεδία εξουσίας, πολιτικής και κοινωνικής, προκαλεί συσσώρευση πλούτου και δύναμης, αλλά και ακραία φτώχεια, ανεργία και κοινωνικό αποκλεισμό, αλλάζει παγιωμένες τοπικότητες, διαλύει παραγωγικές δομές, μεταπλάθει τρόπους αντίληψης της πραγματικότητας που μας περιβάλλει.



Ένας νέος τρόπος οργάνωσης της παραγωγής και αναδιανομής προκύπτει μέσα από την κρίση και, παρά τα όσα λέγονται, ο ρόλος του εθνικού κράτους παραμένει κρίσιμος, αν και μεταλλαγμένος. Αυτό είναι το πεδίο που θα αναμετρηθεί η θεωρητική σκέψη στο άμεσο μέλλον: Καθώς η πολιτική επιστήμη στρέφεται στην εξέταση των επιμέρους πολιτικών, η ανάγκη μιας θεωρίας του κράτους, στην κατεύθυνση των αναλύσεων του Γκράμσι, του Πουλαντζά και του Bob Jessop παραμένει εκ των ων ουκ άνευ συνθήκη κατανόησης της σύγχρονης πραγματικότητας. Αναφέρομαι στην εγκαθίδρυση της οικονομικής κυριαρχίας του χρηματιστικού κεφαλαίου, κυριαρχία που δεν προσλαμβάνει ηγεμονικά χαρακτηριστικά, αδυνατεί να ενσωματώσει μακροχρονίως στα δικά της ιδιοτελή συμφέροντα τα αιτήματα, τις προϋποθέσεις ύπαρξης, του κεφαλαίου που ενεργοποιείται στο χώρο της παραγωγής, πολύ δε περισσότερο των άλλων τάξεων και στρωμάτων.  

Η οικονομική κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου δημιουργεί τις συνθήκες μονιμότητας της κρίσης. Και κατανοούμε σήμερα τις συνέπειές σε δύο τομείς που θίγονται, ο ένας με συντομία και ο άλλος επί μακρόν, από τον συγγραφέα.

Έχω την εντύπωση ότι όταν ο συγγραφέας αναφέρεται στην «εξουσία της τεχνοκρατικής επιστήμης, ιδίως της οικονομικής» (σσ. 33-35) θέτει άρρητα το ζήτημα της νομιμοποίησης των κρατικών πολιτικών. Διότι οι πολιτικές παραμένουν κρατικές, υιοθετούνται, έστω και τελετουργικά, από τα εθνικά κοινοβούλια. Οφείλουν να είναι, για να αποκτήσουν την αναγκαία κοινωνική τους αποτελεσματικότητα, σε κάποιο βαθμό, όχι απλώς νόμιμες – πράγμα που σηκώνει πολύ κουβέντα – αλλά και νομιμοποιημένες. Δηλαδή, να θεωρούνται ότι αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα προβλήματα, να τα αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά και να κατανέμουν με σχετικά αναλογικότητα οφέλη και επιβαρύνσεις στους πολίτες, να είναι, δηλαδή, δίκαιες.

Ο Βέμπερ μας έχει δώσει έναν τύπο νομιμοποίησης, τη νομιμοποίηση δια της διαδικασίας, ο Habermas προσέθεσε τη νομιμοποίηση δια του αποτελέσματος. Η πρώτη μορφή νομιμοποίησης συνδέεται με τη λειτουργία του κράτους δικαίου και τη γραφειοκρατία που το διαχειρίζεται απροσώπως, η δεύτερη μορφή νομιμοποίησης με το μεταπολεμικό κράτος πρόνοιας.

Η κρίση και η οικονομική κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου περιστέλλει τα περιθώρια άσκησης πολιτικής και μετατρέπει την πολιτική σε διαχείριση. Αυτό μας επιτρέπει να κατανοήσουμε δύο βασικές παραμέτρους του σύγχρονου πολιτικού συστήματος:

Πρώτον, τη σύγκλιση των κομμάτων σε προγράμματα διαχείρισης ανεξαρτήτως των διαφορετικών καταγωγών και προελεύσεων. Όπως το κράτος πρόνοιας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οικοδομήθηκε ανεξαρτήτως αν στην κυβέρνηση ήταν κεντροδεξιές, χριστιανοδημοκρατικές ή σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, σήμερα αποδιαρθρώνεται και εκχωρείται επίσης ανεξαρτήτως πολιτικού στίγματος της κυβέρνησης.

Δεύτερον, την κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, καθώς οι κυβερνήσεις φαίνονται αποδεσμευμένες από τις κοινωνίες που θεωρητικά εκπροσωπούν. Η ανάδειξη των ακροδεξιών κομμάτων, αλλά και η επικράτηση της «ψήφου σκοπιμότητας» ή της αρνητικής ψήφου για την ανάδειξη στην κυβέρνηση του μικρότερου κακού, είναι αμφότερα αποτελέσματα της κρίσης νομιμοποίησης.

Στο πλαίσιο αυτό διαφαίνονται οι προσπάθειες για να δημιουργηθεί μια τρίτη μορφή νομιμοποίησης, που συνδέεται με την οικονομική κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου. Η νομιμοποίηση δια του λόγου των ειδικών. Και στο λόγο των ειδικών, θα συμφωνήσω απολύτως με τον συγγραφέα, προεξάρχουσα θέση κατέχουν οι οικονομολόγοι, και βεβαίως οι διεθνείς οργανισμοί, το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ, η Παγκόσμια Τράπεζα και η ΕΕ, στο διπλό ρόλο του policy maker και του παράγοντα που επιβάλλει την πολιτική.

Θα υπενθυμίσω ότι ο χώρων των «ειδικών» έχει υποστεί μια μακρά περίοδο «κάθαρσης» με μηχανισμούς διοικητικής επιβολής και πειθάρχησης. Από την διάλυση Τμημάτων και τον διωγμό αιρετικών καθηγητών στην Μεγάλη Βρετανία της Θάτσερ, από την αναπαραγωγή θεωρητικών στερεοτύπων και το σύστημα δημοσιεύσεων, ως τη συμμετοχή σε αμειβόμενα ευρωπαϊκά προγράμματα, τα οποία κρίνουν την παραμονή ως μέλους του διδακτικού προσωπικού. Μεταλλαγές που σημειώνονται στα προγράμματα σπουδών και στη μετατροπή των πτυχίων σε συλλογή εφήμερων credits. Αλλά και μια απλή ματιά στα σύγχρονα εγχειρίδια αποδεικνύει τη συρρίκνωση και τη λογοκρισία που επιβάλλεται στη γνώση των φοιτητών: ενδεικτικά, το παράδοξο της φειδούς, η θεωρία του second best, η διαμάχη για το κεφάλαιο και η καταλυτική κριτική στη νεοκλασική θεωρία της παραγωγής έχουν εξαφανιστεί. Να αναφέρω, τέλος, το εγχείρημα του T. Blair, το scientifically informed social policy, με την εμπλοκή 18 πανεπιστημίων στην κοινωνική πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας.

 Η κρίση νομιμοποίησης συνεπάγεται την καταφυγή στην καταστολή. Η τρίτη μορφή νομιμοποίησης είναι ατελής. Μπορεί να προσφέρει μόνο την παθητική συναίνεση, τη συναίνεση που προκύπτει από το φόβο. Η ανάκληση από τον συγγραφέα των αναλύσεων της Shklar για την κρατική οργάνωση του φόβου είναι προς τούτο σημαντική. Το κράτος συμμετέχει στην παραγωγή της κοινωνικής επισφάλειας και, ταυτοχρόνως, αναλαμβάνει το ρόλο του τιμωρού όσων αποτυγχάνουν να προσαρμοστούν στις συνθήκες κοινωνικής επισφάλειας. Η έννοια της σκληρότητας (cruelty) της Shklar δεν είναι ανάγκη να απευθύνεται αποκλειστικά στο σώμα. Η καταδίκη στη φτώχια, στην ανεργία, στον κοινωνικό αποκλεισμό, η στέρηση δικαιωμάτων σύνταξης, υγειονομικής περίθαλψης, πρόσβασης στην εκπαίδευση, επιδόματος ανεργίας και στέγης αποτελούν τις σύγχρονες πτυχές της φοβικής και επισφαλούς κοινωνίας. Στο σύνολό τους αυτές οι ποινές εξαρτώνται άμεσα από την εργασία και τις αμοιβές από την εργασία. Ο φόβος της καταδίκης συνδέεται με το φόβο της απώλειας της εργασίας, απώλεια που δεν πλήττει μόνο την οικονομική ευημερία, αλλά και την ψυχική υγεία, την αυτοεκτίμηση του ατόμου.

Το σκληρότερο χαρακτηριστικό της σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής είναι ακριβώς η ενοχοποίηση των θυμάτων.    

Θεωρώ ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα τη διάκριση που επιχειρεί ο συγγραφέας μεταξύ «πολιτισμένης» και «άγριας» ανταγωνιστικότητας. Μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τις εξελίξεις σε δύο παραπληρωματικούς χώρους: Στην ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική και στο χώρο της παραγωγής και των εργασιακών σχέσεων.

Μία φράση για την ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική. Ήδη από τη «Λευκή Βίβλο» του Ντελόρ του 1986 και το Χάρτη των Κοινωνικών Δικαιωμάτων στις αρχές της δεκαετίας του 1990 – ουσιαστικά μια ανούσια διακήρυξη καλών προθέσεων χωρίς να αποτελεί αντιστάθμισμα στα προβλεπόμενα στη Λευκή Βίβλο – η κοινωνική πολιτική υποτάχθηκε στην πολιτική του ανταγωνισμού.  Τα κοινωνικά δικαιώματα αμφισβητούνται και η αμφισβήτηση αυτή μοιραία θα συμπαρασύρει – αν δεν έχει ήδη συμβεί  - τα πολιτικά και ορισμένα ατομικά δικαιώματα.

Η εγγενής ανισότητα μεταξύ εργαζόμενου μισθωτού και εργοδότη μετριάσθηκε κατά τον 20ο αιώνα με την κατοχύρωση του ρόλου των εργατικών συνδικάτων και των πολυεπίπεδων, εθνικών, κλαδικών, επαγγελματικών, περιφερειακών και επιχειρησιακών διαπραγματεύσεων. Ο μετριασμός αυτός αποτυπώθηκε στο Εργατικό Δίκαιο και στις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας του ILO. Ουσιαστικά το θεσμικό πλαίσιο, ως κρατική νομοθετική παρέμβαση και ως αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων, έθετε περιορισμούς στην άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, στην ανεξέλεγκτη εξουσία του εργοδότη στο χώρο εργασίας.

Οι πολιτικές ευελιξίας, ή, ορθότερα, απορρύθμισης της αγοράς εργασίας επαναφέρουν αυτήν την απόλυτη εξουσία του εργοδότη και του μάνατζερ στο χώρο της παραγωγής. Με πρόσχημα την τεχνολογία, την εναρμόνιση του χρόνου εργασίας και των λοιπών καθηκόντων, το ευμετάβλητο των αγορών, αλλά κυρίως με μοχλό την ανεργία και τον φόβο για την ανεργία, οι εργασιακές σχέσεις αποδιαρθρώθηκαν. Ο φόβος και ο αυταρχισμός εκτός συναντά τον φόβο και τον αυταρχισμό εντός της επιχείρησης. Ο Ανελεύθερος 21ος Αιώνας είναι καθολικά ανελεύθερος. Επιστρέψαμε στην αναπτυγμένη Δύση στην παραγωγή όχι μόνον της σχετικής υπεραξίας, αλλά της απολύτου υπεραξίας, η οποία, εν συνεχεία, αναδιανέμεται παγκοσμίως προς όφελος του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Η εργασία αντιμετωπίζεται πλέον μόνον ως κόστος παραγωγής και μάλιστα ως το μοναδικό κόστος που επιδέχεται προσαρμογή προς τα κάτω. Πέντε χρόνια μνημονίων και τρία μέχρι στιγμής μνημόνια δείχνουν την αλήθεια της πρότασης αυτής, αλλά και το αλυσιτελές και μάταιο εγχείρημά τους.

Αλλά η εργασία δεν είναι μόνον κόστος. Είναι δημιουργία πλούτου και έχει κόστος αναπαραγωγής, Η κλασική πολιτική οικονομία μας το δίδαξε αυτό. Ο μισθός είναι κόστος για τον εργοδότη, αλλά πηγή βιοπορισμού για τον εργαζόμενο. Παράγει πλούτο, αλλά δημιουργεί κατανάλωση, όπως μας έμαθε ο Keynes.

Ο καθηγητής Αλιπράντης μας δίνει ένα δύσκολο στην ανάλυσή του, αλλά πολύτιμο βιβλίο. Συνοψίζει γνώσεις και εμπειρίες δεκαετιών και μοιάζει να δίνει λίγο φως στους σκοτεινούς καιρούς μας. Έχω τη βεβαιότητα ότι, παρ’ όλο ότι έχουμε διαφορετικές θεωρητικές καταβολές, συμφωνούμε σε πολλά συμπεράσματα. Η πραγματικότητα βοά, πώς να την αγνοήσεις, αν θέλεις να διακονείς τις κοινωνικές επιστήμες και όχι την εξουσία;
Να τον ευχαριστήσω διπλά: Για το βιβλίο που μας χάρισε και για την τιμή και την ευκαιρία που μου έδωσε να σκεφτώ ξανά τα θέματα αυτά και να μοιραστώ τις σκέψεις μου μαζί σας.

Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015

ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΙΕΤΡΟ ΙΝΓΚΡΑΟ: ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ - ΚΙ ΕΝΑ ΕΠΙΜΕΤΡΟ



Τη Δευτέρα 6 Οκτωβρίου ο Πέτρος Κακολύρης οργάνωσε εκδήλωση προς τιμή του Πιέτρο Ινγκράο στον φιλόξενο Εύμαρο και είχε την καλοσύνη να με καλέσει να μιλήσω. Η εισήγησή μου δημοσιεύτηκε στο Redbook, αλλά έκρινα ότι μερικές προσθήκες ήταν αναγκαίες, μετά τις εισηγήσεις του Πέτρου και της Τόνιας Τσίτσοβιτς,  αλλά και της συζήτησης που ακολούθησε, Ιδού λοιπόν.






Ομολογώ ότι αισθάνομαι αμηχανία και ακατάλληλος να μιλήσω για τον Πιέτρο Ινγκράο, αυτή την πολύ σημαντική μορφή της πολιτικής και της διανόησης της Ιταλικής Κομμουνιστικής Αριστεράς, που δεν έγινε ή, ορθότερα, δεν επιδίωξε να γίνει μορφή της ευρωπαϊκής αριστεράς.

Δεν φοίτησα στην Ιταλία, δεν γνωρίζω ιταλικά, δεν τον συνάντησα ποτέ, όπως, άλλωστε πολλούς άλλους που θα ήθελα να έχω συναντήσει, αλλά, αυτή η εκ των πραγμάτων απόσταση δεν εμπόδισε την επίδρασή του στον τρόπο που έμαθα να βλέπω την κοινωνία, τις συγκρούσεις, τη στρατηγική, τον κομμουνισμό.

Δεν θα αποτολμούσα, συνεπώς, ποτέ μια συνολική τοποθέτηση για τον Πιέτρο Ινγκράο. Θα μου ήταν πιο βολικό να μιλήσω για την επίδρασή του σε μια συγκεκριμένη συγκυρία στην ελληνική ανανεωτική κομμουνιστική αριστερά των αρχών της δεκαετίας του 1980. Και, βεβαίως, όχι σ’ όλη την αριστερά, μόνο στα εγχώρια τμήματά της που αναζητούσαμε αναφορές να πιαστούμε από κάπου για να επιβεβαιώσουμε την αριστερή μας ταυτότητα, αφ’ ενός, αλλά να προσφέρουμε μια εναλλακτική πολιτική πρόταση στην εσφαλμένη κυρίαρχη πολιτική του ΚΚΕ εσωτερικού. Μέσα από αυτήν τη φαινομενικά βολική αφήγηση, η οποία, ελπίζω να είναι κατανοητό ότι και υποκειμενική είναι και, ως εκ τούτου, καθόλου βολική, καθώς έχει τη μορφή της προσωπικής κατάθεσης, θα προσπαθήσω να αναδείξω μια – δύο πτυχές της πολιτικής σκέψης και της θεωρητικής του συμβολής. Τα λοιπά είναι έργο αρμοδιότερων και ικανότερων εμού.

Έφυγα για την Αγγλία το καλοκαίρι του 1975 με ένα πτυχίο οικονομικών επιστημών στο συρτάρι και μια αποσκευή νεοκλασικής μικροοικονομικής και κεϋνσιανής μακροοικονομικής στη βαλίτσα. Γύρισα, σχεδόν μόνιμα, την άνοιξη του 1978 μαρξιστής, επίσης μόνιμα. Η βρετανική αριστερή διανόηση είχε χωριστεί στα δύο: οι μεν είχαν υποκύψει στη σαγήνη του μαρξισμού made in France, οι δε ήταν πολέμιοι του αλτουσεριανού δομισμού. Η «υπόθεση Γκράμσι» είχε αρχίσει να γίνεται θέμα αυξανόμενου ενδιαφέροντος, ιδιαίτερα μετά το άρθρο του Perry Andersonthe antinomies of Antonio Gramsci” στο New Left Review το 1976. Ο ιταλικός μαρξισμός έκρουε όλο και ισχυρότερα τις πύλες, ιδιαίτερα μετά την έκδοση του συλλογικού τόμου που επιμελήθηκε η Chantal Mouffe (Gramsci and Marxist Theory, 1979) και την ταυτόχρονη σχεδόν έκδοση του κύκνειου άσματος του ημέτερου Νίκου Πουλαντζά (Κράτος – Εξουσία – Σοσιαλισμός, 1978).

Τα βιβλία του Ινγκράο δεν μεταφράστηκαν στα αγγλικά, ούτε στα γαλλικά νομίζω, ό,τι γνώριζα ήταν περίπου μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη: Από σκόρπιες ειδήσεις που ξεκινούν από τη δεκαετία του 1970 ως σήμερα, από σπάνιες συνεντεύξεις του μεταφρασμένες στα ελληνικά έντυπα, από μαρτυρίες συντρόφων του, αργότερα, του Μάγκρι, της Καστελίνα, της Ροσάντα. Μεσολαβημένες αφηγήσεις και, συνεπώς, διαθλασμένες, όπως κάθε αφήγηση ή μαρτυρία, όπως και κάθε ανάγνωση, άλλωστε. Το 1979 εκδίδεται από το Θεμέλιο η συλλογή άρθρων και συνεντεύξεων «Μάζες και Εξουσία» σε μετάφραση Ανταίου Χριστοστομίδη και Σοφίας Τσαμίχα, βιβλίο που περιλαμβάνει τα περισσότερα άρθρα – αλλά όχι όλα – όσα αποτέλεσαν την ιταλική πρωτότυπη έκδοση (1977). Κάποια άρθρα αφαιρέθηκαν και ένα αντικαταστάθηκε – ίσως γιατί ήταν πολύ ιταλικού ενδιαφέροντος για το ελληνικό κοινό. Άρθρα που καλύπτουν μια μεγάλη χρονική περίοδο από το 1964 ως το 1977 με κύριο χαρακτηριστικό την παρέμβαση στη συγκυρία. Δεν αποσκοπούν, δηλαδή, στην οργανωμένη και συγκροτημένη θεωρητική τοποθέτηση, αλλά στην διερεύνηση της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης με τη χρήση των θεωρητικών προταγμάτων.



Λίγα χρόνια μετά (1983) εκδίδεται από τις εκδόσεις Πολύτυπο ένα δεύτερο βιβλίο που αποτελείται από μια μεγάλη σε έκταση συνέντευξη στον Ρομάνο Λέντα με τίτλο «Η Κρίση και ο Τρίτος Δρόμος», επίσης σε μετάφραση του Ανταίου Χριστοστομίδη. 

Επιτρέψτε μου μια μικρή παρέκβαση: Το 1978 διασπάται η νεολαία του ΚΚΕ εσωτερικού και δημιουργείται η Β’ Πανελλαδική με άμεσες αναφορές στον Αλτουσέρ. Στο 2ο Συνέδριο του ΚΚΕ εσωτερικού επιβεβαιώνεται η γραμμή της ΕΑΔΕ και της κυριαρχίας του Κύρκου, οι πλατφόρμες Σταύρου Καρά και Μπριλλάκη μειοψηφούν, παρά την αποτυχία της Συμμαχίας. Το 1981 το ΠΑΣΟΚ θριαμβεύει στις εκλογές, το ΚΚΕ εσωτερικού παίρνει το ελάχιστο του 1,35%, ο Κύρκος πανηγυρίζει τη νίκη του ΠΑΣΟΚ στην Ομόνοια και στο 3ο Συνέδριο επέρχεται η αλλαγή στην ηγεσία (Μπανιάς) και στην πολιτική με δειλά και αβέβαια βήματα.

Από το 1978 ως το 3ο Συνέδριο όσοι από εμάς διαφωνούσαμε με την πολιτική γραμμή αναζητούσαμε θεωρητικά και πολιτικά επιχειρήματα, δεκανίκια αν θέλετε, που να μην ταυτίζονται με την «καταραμένη» αλτουσεριανη άποψη, να διαθέτουν ένα είδος κομματικής νομιμοποίησης. Η «περίπτωση Ινγκράο» ήταν η πλέον ενδεδειγμένη. Στέλεχος του ΚΚΙ προβεβλημένο, επικεφαλής της αριστερής αντιπολίτευσης του κόμματος, πρώην διευθυντής της Unita, Πρόεδρος της Βουλής. Το πρώτο βιβλίο έδινε ερείσματα στην άσκηση μιας «συνετής» εσωκομματικής αντιπολίτευσης και στην αναζήτηση μιας σύγχρονης ριζοσπαστικής αριστεράς, το δεύτερο βάθαινε τις διαφορές μας από το εγχείρημα ΠΑΣΟΚ.





Έτσι «συνάντησα» τον Πιέτρο Ινγκράο. Ατελής και μερική συνάντηση και, από τη μεριά μου, αυστηρά χρησιμοθηρική, εργαλειακή μπορείτε να πείτε. Θέλω να πιστεύω ότι, παρά ταύτα, υπήρξε γόνιμη. Αυτό αντιλαμβάνομαι μετά από 30τόσα χρόνια, όταν, επέστεψα στον Ινγκράο για να προετοιμάσω τη σημερινή παρουσίαση, να ανακαλέσω στη μνήμη και να επιβεβαιώσω και να διαψεύσω τις τότε απόψεις μου γι’ αυτόν.

Ας έλθω, λοιπόν, μετά όλη αυτή τη φλυαρία στο δικό μου διάβασμα του Ινγκράο. Θα μείνω σ’ αυτά τα δύο βιβλία, αφού για το τρίτο, «Η Αγανάκτηση Δεν Αρκεί», που μετέφρασε η Τόνια Τσίτσοβιτς, έχω μιλήσει και γράψει.

Υπάρχουν μια σειρά από θέματα που έρχονται και επανέρχονται συνεχώς στα κείμενα αυτά. Το ζήτημα του κράτους και των αναγκαίων μετασχηματισμών του, η κριτική στο κράτος πρόνοιας, η κριτική και οι αποστάσεις από τη σοσιαλδημοκρατία, ο ρόλος των κοινωνικών κινημάτων, η οπτική της αριστεράς στην οργάνωση της εργασίας, το ζήτημα της δημοκρατίας, αναδεικνύονται στο πρώτο βιβλίο και επανέρχονται, τοποθετημένα σε μια ελαφρώς διαφορετική βάση,  στην οπτική της κρίσης, στο δεύτερο βιβλίο, μαζί με την προοπτική της τότε αριστεράς στην τότε Ευρώπη.

Το υπόβαθρο, στο οποίο τοποθετείται, ακόμη και στις περισσότερο συγκυριακές αναζητήσεις, είναι σαφές: Ο Γκράμσι, η ιστορία και η έννοια της ηγεμονίας. Η ηγεμονία ως εργαλείο ανάλυσης, αλλά και ως στρατηγικός στόχος. Και η δημοκρατία ως αναπόσπαστο στοιχείο αυτής της ηγεμονικής στρατηγικής.

Κομβικό σημείο είναι το ζήτημα του κράτους. Ο Ινγκράο είναι κατά του κράτους, ακόμα και του κράτους πρόνοιας της ώριμης σοσιαλδημοκρατίας. Υποστηρίζει τη διάλυσή του, αλλά μια διάλυση που επέρχεται σταδιακά, καθώς οι δομές και οι μηχανισμοί του εκδημοκρατίζονται, καθώς οι λαϊκές μάζες παρεμβαίνουν, αναλαμβάνουν τις λειτουργίες του, το μετασχηματίζουν. Μην πιστέψετε ότι υπάρχει μια απλουστευτική εξελικτική αντίληψη στη σκέψη του, ότι αρκεί να εξασφαλιστεί η κοινοβουλευτική δημοκρατία, αρκεί μια κυβέρνηση της αριστεράς για να μετασχηματιστεί το κράτος. Ο Ινγκράο μιλάει για κοινωνικές διεργασίες στο σύνολο των κοινωνικών θεσμών, για κοινωνικές συγκρούσεις, για ανατροπές, αντιφάσεις και οπισθοχωρήσεις, και εκεί αναγνωρίζει την αναγκαιότητα του τακτικισμού και των συμβιβασμών, αρκεί η κατεύθυνση να είναι σαφής και η πυξίδα του ταξιδιού προσανατολισμένη στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αυτό είναι το κριτήριο, η λυδία λίθος, που κρίνει τις τακτικές κινήσεις.

Δεν είναι τυχαίο που ο Ινγκράο μιλάει με απόλυτο τρόπο για την ανάγκη ενός μεσοπρόθεσμου προγράμματος, ενός προγράμματος οργάνωσης των κοινωνικών παρεμβάσεων, δηλαδή οργάνωσης των κοινωνικών συγκρούσεων σε χρόνο και τόπο, δηλαδή σε συγκεκριμένους τομείς και μηχανισμούς του κράτους και της κοινωνίας. Ούτε είναι τυχαίο ότι καταφέρεται με οξύτητα κατά του συντεχνιασμού. Η στρατηγική της ηγεμονίας οφείλει να ενοποιήσει διασπώντας τα επιμέρους συμφέροντα, μεταπλάθοντάς τα, όχι να τα διατηρήσει. Η ηγεμονική πρόταση δεν είναι πολυσυλλεκτική, είναι πρόταση κοινωνικής αναδιοργάνωσης, προϋποθέτει τη μαζική συμμετοχή, την άμεση λαϊκή παρέμβαση.

Το κράτος πρόνοιας της σοσιαλδημοκρατίας δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτές τις διαδικασίες. Αντιθέτως, ενισχύει τα συντεχνιακά συμφέρονται, ενισχύει την κρατική γραφειοκρατία και την απομόνωση των λαϊκών μαζών από την οργάνωση της κρατικής πολιτικής, κατακερματίζει αντί να ενοποιεί, μετατρέπει τα συνδικάτα μέσω τις «τριμερούς» διαβούλευσης σε εξάρτημα του κράτους, επιτρέπει τη συγκέντρωση της οικονομικής ισχύος και της διαπλοκής μεταξύ πολιτικού προσωπικού και ιδιωτικών συμφερόντων. Η μάχη κατά της διαφθοράς, διαφθοράς σύμφυτη στη λογική, στο modus vivendi των οικονομικών μονοπωλίων, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την «αναζωπύρωση του μοραλισμού». Μια έγκαιρη προειδοποίηση για την επιχείρηση «καθαρά χέρια» και τα όσα ακολούθησαν, αλλά και μια προειδοποίηση για το σήμερα. 

Όταν ο Ινγκράο αναφέρεται στη μαζική λαϊκή παρέμβαση, την παρέμβαση των μαζών, δεν περιορίζει την αναφορά του μόνο στο εργατικό κίνημα. Αντιθέτως, η παρέμβαση αυτή προϋποθέτει την ενεργό παρουσία των ποικίλων κοινωνικών κινημάτων που γεννιούνται στα πλαίσια του κράτους πρόνοιας στην εποχή της άνθισής του και εντείνονται και διεκδικούν στην εποχή της κρίσης του. Το εργατικό κίνημα έχει να μάθει πολλά από τα «νέα» κινήματα, των γυναικών, των νέων, των οικολόγων, τα τοπικά και αυτοδιοικητικά κινήματα, αλλά και τα κινήματα αυτά έχουν να μάθουν πολλά από την εμπειρία της εργασίας, την εμπειρία του εργατικού κινήματος. Η αναπόφευκτη ένταση μεταξύ τους αποτελεί την κρίσιμη διαδικασία αλληλοκατανόησης, αμοιβαίου σεβασμού και λειτουργικής σύνδεσης στην οργάνωση της ηγεμονικής πρότασης.

Αυτή είναι η κύρια παρέμβαση του Ινγκράο: Ο διαχωρισμός μεταξύ ενός τυπικού εκδημοκρατισμού που εξαντλείται στην φαινομενική ισονομία και την τυπική διαδικασία του κοινοβουλευτισμού και των κρατικών θεσμών και ενός εκδημοκρατισμού με τη μορφή της διαδικασίας, των άμεσων παρεμβάσεων των μαζών στην ίδια την πολιτική διαδικασία και στους θεσμούς, η μετατροπή των θεσμών σε πεδίο κοινωνικής διαπάλης. Παρεμβάσεις που οδηγούν στη δημιουργία νέων θεσμών, νέων αποτυπωμάτων εξουσίας, νέων μορφών κρατικής οργάνωσης και πολιτικής. Με τα λόγια του Ινγκράο :

«… μια διαδικασία που συνεπάγεται ρήξεις, ποιοτικά άλματα, βαθιές δομικές αλλαγές, αλλά και αμφίρροπα περάσματα, αντιφατικές καταστάσεις» (1983, 115)

Η διαφορά μεταξύ ενός «δημοκρατικού δρόμου» προσχηματικού και γραμμικού, και ενός δημοκρατικού δρόμου ουσιαστικού, βαθειά μεταρρυθμιστικού και ριψοκίνδυνου.
Ριψοκίνδυνου γιατί η έκβαση αυτών των αγώνων ούτε εύκολη, ούτε δεδομένη είναι. Ο Ινγκράο δεν επιχειρηματολόγησε γι’ αυτό: επιχειρηματολόγησε για την αναγκαιότητά τους σε μια εποχή, όπως και σήμερα, που αυτή η αναγκαιότητα δεν ήταν καθόλου δεδομένη.

Άλλωστε, τον κίνδυνο αυτόν τον δοκίμασε ο ίδιος με το μετασχηματισμό του ΚΚΙ σε σοσιαλδημοκρατικό, την προσωρινή ένταξή του στο νέο κόμμα και την αποχώρησή του από αυτό σε λίγους μήνες. Δεν ήταν τυχαίο ότι ο Ινγκράο πολέμησε σθεναρά τη διάλυση του ΚΚΙ (1991), όπως είχε πολεμήσει τη σοσιαλδημοκρατική τάση υπό τον Ναπολεόνι στη δεκαετία του 1960. Η δημοκρατία στο κόμμα ήταν όρος εκ των ων ουκ άνευ. Η απόσταση από τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» και από τη σοσιαλδημοκρατία είναι σαφής και ρητά δηλωμένη στο σύνολο των αναλύσεών του.

Στον πρόλογο που γράφει για την ελληνική έκδοση του βιβλίου «Η Κρίση και ο Τρίτος Δρόμος» επισημαίνει:

«Πολλές φορές σ’ αυτόν τον αιώνα, διάφορες μερίδες της αστικής τάξης, έχοντας να αντιμετωπίσουν πολιτικές και κοινωνικές κρίσεις, κάλεσαν τις «ισχυρές» μερίδες της εργατικής τάξης σε μια «συμμαχία των παραγωγικών στρωμάτων», που αφ’ ενός μεν, θα έπρεπε να λάβει υπόψη της το απαραβίαστο της καπιταλιστικής εξουσίας και αφ’ ετέρου θα δεχόταν ένα κοινό «παραγωγικό» μέτωπο ενάντια στην οικονομική κερδοσκοπία, τον παρασιτισμό, τις σπατάλες. Με λίγα λόγια: «εκσυγχρονισμός» ενάντια στην καθυστέρηση. … Σήμερα, όμως, ποια επίπεδα απασχόλησης, ποιον πολιτικό «εκσυγχρονισμό», και ποια απάντηση στα διάχυτα ερωτήματα για την ποιότητα της ζωής μπορεί να προσφέρει μια τέτοια προοπτική;» (1983, 14).
Θα μπορούσα να προσυπογράψω αυτό το κείμενο για την Ελλάδα του 3ου Μνημονίου χωρίς δισταγμό. Μόνο που την «ποιότητα ζωής» θα την αντικαθιστούσα με το «για ποια ζωή».   

Για τον Ιγκράο η κρίση που εκδηλώνεται στη δεκαετία του 1970 δεν είναι μια δημοσιονομική ή οικονομική κρίση, είναι μια ολική-δομική κρίση, μια κρίση με παγκόσμιες διαστάσεις. Μια κρίση που ο νεοφιλελευθερισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει παρά μεταθέτοντας τις εκδηλώσεις της από το ένα πεδίο εμφάνισης στο άλλο. Το πόσο ορθή ήταν η εκτίμηση αυτή παρέλκει να το πω. Σαράντα χρόνια μιας βαθειάς κρίσης οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής, με επίπεδα ανεργίας ασυμπίεστα, με όξυνση όλων των ανισοτήτων, με υποχώρηση της δημοκρατίας, των κοινωνικών και των ατομικών δικαιωμάτων. Ο Ινγκράο γράφοντας στις αρχές της δεκαετίας του 1980 αδυνατεί, όπως όλοι μας, να προβλέψει τις δραματικές επιπτώσεις. Μοιάζει να τρέφει ελπίδες στο διάλογο με τη σοσιαλδημοκρατία, έναν διάλογο ανοικτό, χωρίς περιχαράξεις αμοιβαίες, όπως λέει. Και θεωρεί ότι η στιγμή είναι κατάλληλη για το διάλογο αυτόν, γιατί η σοσιαλδημοκρατία έχει ηττηθεί: ηττήθηκε στο προνομιακό της χώρο, στην οργάνωση του κράτους πρόνοιας. Ευελπιστεί, αν και με πολλές επιφυλάξεις, ότι η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία θα επανακάμψει σε μια πιο αριστερή πολιτική μέσα από την στρατηγική της ήττα. Λάθος του μεγάλο. Η επιλογή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας ήταν ο μετασχηματισμός της σε ήπιο νεοφιλελευθερισμό – ή και λιγότερο ήπιο μερικές φορές- , στη ρήξη της με τα εργατικά συνδικάτα, στην εγκατάλειψη της πολιτικής στο όνομα της διαχείρισης.

Ο Ινγκράο έγκαιρα είχε διαισθανθεί τον κίνδυνο η αριστερά, η κομμουνιστική αριστερά, να μετατραπεί σε εφεδρεία της σοσιαλδημοκρατίας, να κινηθεί για να «καλύψει» το πολιτικό κενό. Με κόστος να χάσει τον εαυτό της.

Ο Πιέτρο Ινγκράο, οι απόψεις και οι προτάσεις του, οι μάχες που έδωσε για το ΚΚΙ και μέσα στο ΚΚΙ, ηττήθηκαν. Παραδόξως, διατηρώ την πεποίθηση ότι οι αναλύσεις του, οι χαμένες μάχες του, έχουν ιστορικά κερδηθεί, έχουν ιστορικά δικαιωθεί.




  


 

ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ


Τρεις αναγκαίες προσθήκες.
Πρώτον, για τη δημοκρατία στο κόμμα. Ο Ινγκράο πάλεψε και επέβαλε τη δημόσια διαφωνία στο κόμμα, ήδη από το Συνέδριο του 1966. Το δικαίωμα της μειοψηφίας να δημοσιοποιεί την άποψή του, το δικαίωμα κάθε στελέχους και μέλους να εκφράζεται ελεύθερα και να αντιτίθεται στις αποφάσεις της εκάστοτε πλειοψηφίας. Η δημοκρατία στο κόμμα, η ελεύθερη διακίνηση ιδεών και πολιτικών προτάσεων ήταν το εκ των ων ουκ άνευ για να μείνει το κόμμα ζωντανό, να προσλαμβάνει την κοινωνική πραγματικότητα, να στοχάζεται, διαβουλεύεται και αποφασίζει.

Πώς συμβιβάζεται αυτή η αξιακή πρόταση, και, ταυτοχρόνως, πρόταση οργάνωσης της πολιτικής, με την εγκατάλειψη του «Μανιφέστου» των Μάγκρι, Ροσέντα, Καστελίνα, των «παιδιών» του, στον διοικητικό αποκλεισμό του κομματικού μηχανισμού;  Ακόμη και σήμερα εκείνοι αισθάνονται διπλά προδομένοι από τον Ινγράο. Πρώτη φορά για τα όσο προηγήθηκαν και οδήγησαν στην απόσχιση του Μανιφέστο, δεύτερη φορά για την άρνησή του να προσχωρήσει και να συμβάλει στη δημιουργία της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης. Ο Κρόνος που έφαγε τα παιδιά του, κατά μία έννοια.

Θα μπορούσε να εξηγήσει τη στάση αυτή του Ινγκράο ως σύγκρουση δύο αξιωμάτων: Της δημοκρατίας και του σεβασμού των δικαιωμάτων της μειοψηφίας, αφ’ ενός, της ενότητας του κόμματος, αφ’ ετέρου. Η ιστορία έδειξε ότι η ενότητα δεν διασφαλίζεται με την παραβίαση της δημοκρατίας. Η ενότητα προϋποθέτει τη δημοκρατία, όχι το ανάποδο. Και ο Ινγκράο, οι απόψεις του, όπως και τα «παιδιά του» πλήρωσαν βαρύ τίμημα στις «αμφιβολίες» του Ινγκράο.

Άλλωστε, στην ενότητα του κόμματος υπάρχουν οι κόκκινες γραμμές: Ο Ινγκράο έφυγε από το κόμμα, όταν το κόμμα έφυγε από τον εαυτό του, έπαψε να είναι αυτό που ο Ινγκράο πάλεψε να γίνει όλη του τη ζωή.

Η δεύτερη παρατήρηση έχει να κάνει με τη διαβόητη «αμφιβολία» του Ινγκράο. Δεν έχω διαβάσει το σχετικό βιβλίο, μπορεί να κάνω λάθος – να η δική μου αμφιβολία. Διαβάζοντας, όμως, τα διαθέσιμα στα ελληνικά κείμενά του, δεν διακρίνω πολλές αμφιβολίες. Στην πολιτική στρατηγική και στη θεωρία ο Ινγκράο είναι σαφής και οριστικός με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο. Ούτε η αμφιβολία προκύπτει από την ανάγκη του να συζητά και να λαμβάνει υπ’ όψη τις απόψεις του άλλου: Αλλιώς θα ήταν πολιτικά αυτιστικός και παραδείγματα πολιτικού αυτισμού υπάρχουν πάμπολλα.

Η αμφιβολία εστιάζεται, έτσι το κατανοώ, στην πολιτική πράξη, στην τακτική. Σε έναν κόσμο αντιφάσεων η αμφιβολία για το τι είναι καλύτερο να γίνει είναι αναπόφευκτη. Η αίσθηση του δημοκρατικού δρόμου ως μιας διαδικασίας ρήξεων καθιστά την αμφιβολία εγγενή και τη δημοκρατία, και την εσωκομματική δημοκρατία, αναγκαία.

Τρίτη παρατήρηση, ετεροχρονισμένη. Οι απόψεις του Ινγκράο για τα κοινωνικά κινήματα και την ηγεμονική στρατηγική είχαν αποτυπωθεί με σχετική ακρίβεια στη λεγόμενη «Τρίτη άποψη» του Κώστα Φιλίνη και Θανάση Αθανασίου το 1986. Πέρασα πολλές ώρες συζητώντας με τον Κώστα, πριν και μετά το Συνέδριο εκείνο. Μου έλεγε ότι η εγκατάλειψη του «Κ» ήταν το τίμημα για τη δημιουργία μιας γνήσιας αριστερής πλειοψηφίας, του αντέτεινα ότι η εγκατάλειψη του «Κ» μας οδηγεί στη σοσιαλδημοκρατία, την ηττημένη από το νεοφιλελευθερισμό σοσιαλδημοκρατία. Και οι δύο δεν είχαμε καμιά αμφιβολία για το τι έπρεπε να γίνει.   

     
 





Τετάρτη 7 Οκτωβρίου 2015

ΧΑΙΡΕΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΖΑΧΑΡΙΑ ΔΕΜΑΘΑ






Αγαπημένε μου φίλε, συνάδελφέ μου, συνταξιδιώτη μου στις μαγικές λεωφόρους και τις δύσβατες ατραπούς της Πολιτικής Οικονομίας και της Ιστορίας, ήλθα να σε χαιρετίσω εκ μέρους του Τμήματός μας, εκ μέρους των συναδέλφων, των φοιτητών μας, των διοικητικών.

Δύσκολο μου είναι, σχεδόν αδύνατο. Δεν ακούς, αλλά θα σου μιλήσω σα να άκουγες, θα σου πω αυτά που λέγαμε και αυτά που δεν μπόρεσα ή δε θέλησα να σου πω, που είναι πολλά, τα συναισθήματα βαριά και οι λέξεις λίγες και στενές.

Σχεδόν τριάντα χρόνια μοιραστήκαμε την καθημερινότητα του Τμήματος μας, της ζωής του Πανεπιστημίου μας, τις χαρές και τις λύπες, τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις, δώσαμε μάχες που κερδίσαμε και μάχες που χάσαμε, μαλώσαμε μεταξύ μας και ξανα-αγαπηθήκαμε, ζήσαμε μια πλούσια ζωή.

Και η ζωή μας ήταν πλούσια γιατί ήσουν εσύ που σκόρπιζες αυτόν τον πλούτο απλόχερα και ανιδιοτελώς. Όσοι το αντιληφθήκαμε, σε αγαπήσαμε. Και μοιραστήκαμε μαζί σου και χάρη σε σένα αυτόν τον άυλο πλούτο, τον πλούτο της γνώσης, της συναδελφικότητας και του ακαδημαϊκού ήθους.     

Μας έδειξες τα μονοπάτια που βάδιζε η σκέψη σου χωρίς να τα κρύβεις, μας προφύλαξες χίλιες φορές από ολισθήματα, ευκολίες και γραμμικότητες τόσο στη σκέψη, όσο και στην καθημερινή μας συνύπαρξη. Πρόθυμος να αναλαμβάνεις τα δύσκολα, τα αναγκαία και βαρετά, αλλά και τα καινούργια, αυτά που άνοιγαν πύλες γνώσης. Απλόχερα και ανιδιοτελώς. Δεν ζήτησες ποτέ τίποτα. Είχες πάντα την αυτάρκεια του σημαντικού ανθρώπου, του ολοκληρωμένου επιστήμονα, αλλά και τη μόνιμη ανάγκη να συζητάς, να διαβάζεις, να μαθαίνεις από τους άλλους, την εγγενή περιέργεια.

Σ΄ όλη μου τη ζωή θα έχω την πρώτη εικόνα που είδα από σένα. Απρίλιος ήταν του 1975 και έδινα το τελευταίο μάθημα για το πτυχίο. Και μπήκες ολοστρόγγυλος, γελαστός, παιγνιώδης – η πρώτη σου επιτήρηση θα ήταν στο Οικονομικό της Νομικής – και η επίπλαστη σοβαροφάνεια των εξετάσεων θρυμματίστηκε. Μετά πολλά χρόνια, το 1988 σε ξαναβρήκα στην Πάντειο – συνάδελφο πια. Και έμεινες πάντα γλυκός, στρογγυλός, και παιγνιώδης, διδάσκοντας πολιτική οικονομία και ήθος, ήθος προσωπικό και ήθος ακαδημαϊκό. Αμφισβητώντας συνεχώς την επίπλαστή μας σοβαροφάνεια, ανατρέποντας με την κοινή λογική τον παραλογισμό μας, προβάλλοντας νέες διεξόδους στον εγκλωβισμό μας, δείχνοντας τα όρια της κοινής λογικής μας. Ένας τεχνίτης της λογικής και της υπέρβασής της ταυτοχρόνως.

Ζαχαρία, φίλε μου, συνταξιδιώτη μου, σ’ αγάπησα γα την ικανότητά σου να ανατρέπεις και να αμφισβητείς, την ικανότητά σου να εμμένεις σε στέρεες αρχές επιστημονικών γνώσεων και ήθους. Σε αγάπησα, όπως αγαπάει κάποιος τους καλούς δασκάλους του, τους δοκιμασμένους  φίλους, τους σπάνιους και δημιουργικούς συναδέλφους και συνεργάτες. Για τη μεγάλη σου καρδιά, για τη βαθειά σου ευγένεια.

Εκ μέρους του τμήματος, εκ μέρους του Διεπιστημονικού Σεμιναρίου για την Κρίση και του Σεμιναρίου για τον Μαρξ, σε χαιρετώ. Δεν προλάβαμε να τα σχεδιάσουμε μαζί φέτος. Η ζωή μας θα συνεχιστεί, πολύ πιο φτωχή χωρίς εσένα.


Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

"ΓΚΡΙΝΙΑΣ" ΕΓΚΩΜΙΟ


Παρακολουθώ την αρθρογραφία του Καρτερού μ' ενδιαφέρον. Συνήθως συμφωνώ, όχι τώρα όμως.



Ναι, "γκρινιάζω", δηλαδή ανήκω στην αριστερά της "γκρίνιας", κατά τον Καρτερό. Της κριτικής, θα έλεγα εγώ. Δηλαδή, του δικαιώματος και της άσκησης του δικαιώματος να σκέφτομαι ελεύθερα και να εκφράζω ελεύθερα τη σκέψη μου. Αυτό το δικαίωμα της κριτικής που υπόμνησαν οι πρόγονοι της σκέψης μου: "της ασυμβίβαστης κριτικής εκτίμησης κάθε τι που υπάρχει, ... χωρίς φόβο για τις επιπτώσεις ή τις συγκρούσεις με τις εκάστοτε εξουσίας". Ο Μαρξ το έγραφε,
Αλλά αφού ανήκω στους "γκρινιάρηδες" και οι "γκρινιάρηδες" ταξινομούνται σε κατηγορίες, ας δω σε ποια εμπίπτω.

Πρώτη κατηγορία, εκείνοι "που θα έπρεπε να είναι -αλλά δυστυχώς δεν είναι- σε θέσεις - κλειδιά." Σας διαβεβαιώνω ότι δεν ανήκω στην ομάδα αυτή. Τόσο δημόσια (από τηλεοράσεως και πριν τις εκλογές του 2012) όσο και ιδιωτικώς και αρμοδίως σε ανύποπτο χρόνο. έχω δηλώσει ότι δεν επιθυμώ θέση - κλειδί, ούτε καν θέση σκέτη.

Δεύτερη κατηγορία εκείνοι "που διακατέχονται από κριτική ικανότητα και διακατέχουν μπάρμπα στη Μακρόνησο." 

Κριτική ικανότητα αγωνίστηκα να αποκτήσω. Ονομάζεται ανάλυση και όχι συναισθηματική ή άλλη στοίχιση. Μπάρμπα στη Μακρόνησο επίσης είχα, και έναν δεύτερο δολοφονημένο από χίτες, επίσης, αλλά μάλλον πρώτη φορά το ακούτε από μένα. Το δηλώνω μόνο για να υπογραμμίσω την απόλυτη εναρμόνισή μου με τα (διπλά) κριτήρια της δεύτερης κατηγορίας.

Η τρίτη κατηγορία, "τέλος, συγκεντρώνει μεγάλο αριθμό από ανιδιοτελείς εθελοντές." Εδώ τον χάνω. Νόμιζα ότι οι αριστεροί ΟΛΟΙ ΚΑΙ ΕΞ ΟΡΙΣΜΟΥ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΙΔΙΟΤΕΛΕΙΣ ΚΑΙ ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ. Εκτός αν ο Καρτερός υιοθετεί μια νέα διάκριση στην αριστερά μεταξυ ανιδιοτελών εθελοντών και ιδιοτελών που εκτελούν εντολές.
Φοβάμαι ότι η τελευταία αυτή κατηγορία "γκρινιάρηδων" που αναφέρει ο Καρτερός αιτιολογεί πλήρως την ανάγκη της "γκρίνιας", παρά το δια ταύτα του άρθρου του.

Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΚΑΣΔΑΓΛΗ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΝΕΡΓΟΥ ΧΑΛΑΝΔΡΙ 18 ΜΑΪΟΥ 2015

Στο Χαλάνδρι μαζί με την Ευγενία Λουπάκη, τον Χριστόφορο Κάσδαγλη και τον Διονύση Αντύπα, καλεσμένοι από το Πολιτιστικό του ΣΥΡΙΖΑ Χαλανδρίου. Ζεστή ατμόσφαιρα, ζωηρή συζήτηση, παρά τον εμπρησμό του Δημοτικού Θεάτρου της Ρεματιάς την ίδια μέρα. 




Είναι πραγματικά μεγάλη τιμή για μένα και ευχαρίστηση ταυτοχρόνως να είμαι εδώ σήμερα μαζί σας για να συζητήσουμε το μοναδικό αυτό βιβλίο που επιμελήθηκε ο Χριστόφορος με σπάνια διεισδυτικότητα και ευαισθησία. Το Ημερολόγιο Ενός Ανέργου σταχυολογεί ιστορίες ανδρών και γυναικών που αντιμετώπισαν και οι περισσότεροι συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν την φρικτή πραγματικότητα της ανεργίας. Ιστορίες που κατέθεσαν σε πρώτο πρόσωπο στο σχετικό blog που οργάνωσε και διαχειρίστηκε ο Χριστόφορος.
Ήδη έχω αναφέρει τα δύο θέματα που σκοπεύω να θίξω: Την φρικτή πραγματικότητα της ανεργίας και την προσωπική κατάθεση. Θα μου επιτρέψετε, επίσης, να ολοκληρώσω με κάποιες σκέψεις για το δια ταύτα, δηλαδή επί της πολιτικής.
Η ζοφερή πραγματικότητα της ανεργίας και της φτώχιας, οι επιπτώσεις της έλλειψης εργασίας, της ευκαιριακής εργασίας, των χαμηλών μισθών στις συνθήκες ζωής των μισθωτών προκάλεσε το ενδιαφέρον ήδη από τον 19ο αιώνα. Από την πρώτη αποτύπωση που επιχείρησε ο Ένγκελς (1845) και του Henry Mayhew (1851 – 61) ως τις πολυάριθμες έρευνες πεδίου σε Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ηνωμένες Πολιτείες στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, είτε ως αναζήτηση των αιτίων της φτώχιας στην ακατανόητη διαλεκτική ενός αυξανόμενου πλούτου και μιας εμμένουσας πενίας, είτε ως λαογραφική περιγραφή, είτε ως φόβος για την κοινωνική αποσταθεροποίηση του συστήματος, είτε, ακόμη και κυρίως, ως μια αφήγηση εφησυχασμού και ενοχοποίησης των θυμάτων, το ζήτημα της ανεργίας ήταν παρόν, αναγνωρισμένο και, εν πολλοίς, καθοριστικό, αν και όχι συνήθως ρητά.
Αυτές οι πρωτόλειες, αλλά πρωτοποριακές έρευνες, εστιάζονται στις συνθήκες διαβίωσης, στο περιβάλλον των ανέργων. Η φτώχια στις ποικίλες διαβαθμίσεις καταγράφεται, και τα αίτιά της αναζητούνται στην αστάθεια της απασχόλησης, και, περαιτέρω, αποδίδονται στα εργασιακά, νοητικά και ηθικά μειονεκτήματα των ίδιων των φτωχών. Η στρατηγική ηθικοποίησης των φτωχών μισθωτών αναδεικνύεται εκ νέου, μετά τη σκληρή πειθάρχηση των σωματικών ποινών, του κάτεργου και του work house, είτε στη δημιουργία των γραφείων εργασίας και των επιδομάτων ανεργίας στη Μεγάλη Βρετανία (μεταρρύθμιση BeveridgeChurchill - 1909) είτε με τη δημιουργία του ιδιότυπου «Γραφείου Προσωπικού» του Ford.
Η μεγάλη κρίση μερικές δεκαετίες αργότερα επαναφέρει το ζήτημα: Να υπομνήσω την περιοδεία του Orwell (The road to Wigan Pier – 1937) στο βιομηχανικό βορρά της Αγγλίας, το βιβλίο του Allan Hutt (The Condition of the Working Class in Britain – 1933) ή τις έρευνες της Mirra Komarovsky για τις επιπτώσεις της κρίσης στην οικογενειακή ζωή και σχέσεις της «γενιάς» της κρίσης του 1929.  Η Marie Jahoda την ίδια εποχή θεμελίωνε τις επιπτώσεις της ανεργίας στην ψυχική υγεία των ανέργων με τη μελέτη της για το Marienthal, μια βιομηχανική πόλη που υπέστη τα δεινά από την κρίση στην Αυστρία (1932).
Τι έχουμε μάθει από όλη αυτή τη φιλολογία; Μάθαμε ότι η ανεργία δε θέτει σε κίνδυνο μόνο το επίπεδο διαβίωσης του άνεργου, καθώς στερείται των αναγκαίων χρηματικών πόρων που ήταν διαθέσιμοι διά του μισθού. Δεν οδηγεί απλώς τον άνεργο και την οικογένειά του σε μια βαθειά φτώχια, συχνά στην απόλυτη ανέχεια. Ταυτόχρονα, ακυρώνει τον χωρο-χρονικό διαχωρισμό που είναι σύμφυτος με την εμπέδωση της μισθωτής εργασίας ως κυρίαρχης κοινωνικής μορφής εργασίας. Ο διαχωρισμός του χώρου σε χώρο εργασίας και χώρο της ιδιωτικής ή δημόσιας ζωής, ο χωρισμός του χρόνου σε χρόνο αφιερωμένο στην εργασία έναντι αμοιβής και σε χρόνο «ελεύθερο», αφιερωμένο στις λοιπές υποχρεώσεις και καθήκοντα, ουσιαστικά ακυρώνεται για να αφήσει στη θέση του έναν ενιαίο χωρο-χρόνο, ο οποίος, αντί να διαθέτει στοιχεία ατομικής ελευθερίας, αποκτά τα χαρακτηριστικά του προσωπικού κενού. Εν μέρει γιατί ο «ελεύθερος» χρόνος και η επιτέλεση των καθηκόντων απαιτούν χρηματικούς πόρους για να αποκτήσουν περιεχόμενο στις σύγχρονες καταναλωτικές κοινωνίες.
Ουσιαστικά, όμως, το κενό δεν μπορεί να καλυφθεί δια της κατανάλωσης, ακόμα και αν αυτή ήταν εφικτή. Η απόλυση ή η άρνηση πρόσληψης δηλώνουν με κατηγορηματικό τρόπο στον άνεργο και στον οικογενειακό και κοινωνικό του περίγυρο ότι η εργασία του δεν χρειάζεται στην οικονομία, ότι ο ίδιος είναι περιττός. Δεν υπάρχει θέση διαθέσιμη στην κοινωνία, όπως απερίφραστα και κυνικά δήλωνε ο Μάλθος.
Απαξίωση και απόρριψη. Το αίσθημα της απαξίωσης και της απόρριψης είναι βαθειά τραυματικό στον άνεργο. Οδηγεί ευθέως στην ενοχοποίηση του εαυτού. Οδηγεί σε ψυχικές διαταραχές, με κυριότερη την κατάθλιψη, όπως οι μελέτες της Jahoda έχουν αποδείξει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 και επιβεβαιώνουν οι σύγχρονες ψυχιατρικές έρευνες. Δεν είναι η εργασία του άχρηστη, είναι ο ίδιος άχρηστος, αυτό έτσι εκλαμβάνεται από τον ίδιο. Να σημειώσω εν τάχει ότι η κρατούσα οικονομική θεωρία και η εφαρμοζόμενη πολιτική αντιμετωπίζουν τον άνεργο ως υπεύθυνο για την ανεργία και τον φτωχό υπεύθυνο για τη φτώχια. Να θυμίσω την έννοια του «απασχολήσιμου» και των νοηματικών συνεπαγωγών της. Η ενοχοποίηση του θύματος για να διασωθεί ο ένοχος δεν είναι ένα δικαστικό δράμα, χιλιοπαιγμένο στις δικαστικές αίθουσες και στην τέχνη, παίζεται καθημερινά και υπόγεια στις ζωές μας, αλλά και κραυγαλέα και βοερά, στον δημόσιο λόγο. Ο άνεργος, άλλωστε, δεν μιλά δημοσίως, δεν έχει λόγο στα συνδικάτα, στην πολιτική, στον τύπο, στην τηλεόραση.
Ο άνεργος ιδιωτεύει. Προσπαθεί να επιβιώσει λανθάνων. Στο κλειστό σπίτι, σε μακρινές διαδρομές, που η συνάντηση με γνωστούς και συναδέλφους να είναι απίθανη, στη δημιουργία μιας εικονικής αναπαράστασης του εαυτού του, ενσυνείδητα ψεύτικης, ενός «δήθεν». Η οργάνωση της σχιζοφρένειας δεν είναι θέμα, επίσης, κινηματογραφικών ταινιών. Είναι η απτή πραγματικότητα στην καθημερινότητα του άνεργου.
Τα σκληρά. Αλκοολισμός, ναρκωτικά, επιθετικότητα, οικογενειακή βία, απόρριψη από τους οικείους, διάλυση της οικογένειας. Περιθώριο. Ισορροπώντας σε τεντωμένο σκοινί, ο άνεργος, ανάμεσα στην ατομική του αξιοπρέπεια, όση διαθέτει και όση του έχει απομείνει, και στην ανάγκη επιβίωσης, διαισθάνεται ότι τα όρια μεταξύ του καλού και του κακού, του κοινωνικά αποδεκτού και του κοινωνικά μη αποδεκτού, έχουν γίνει ασαφή. Και αυτή η ασάφεια των ορίων καθιστά πρόσφορη τη διάβαση από το εδώ στο εκεί.
Αυτά τα ξέραμε. Από μελέτες πολλών ερευνητών, πολλών ειδικοτήτων. Και όσοι από μας τους οικονομολόγους ασχοληθήκαμε με την ανεργία όχι για να κάνουμε καριέρα, να γράψουμε άρθρα ή να πληρωθούμε για μελέτες, σκύψαμε με δέος και ταπεινότητα στη βιβλιογραφία αυτή, την παρακείμενη του αντικειμένου μας. Μέσα από τη μελέτη αυτού του δευτερογενούς υλικού, ο άνεργος ή η άνεργος πάλευε να ξαναβρεί την ανθρώπινη υπόσταση, να πάψει να είναι αριθμός, χρονολογική τάση, παράγοντας σε ένα σύστημα μακροοικονομικών εξισώσεων.
Αποκτούσε, όντως, την ανθρώπινη υπόσταση, αποκτούσε πρόσωπο; Όχι ακριβώς. Σ’ όλες τις πολυάριθμες και πολυσέλιδες αυτές έρευνες, οι άνεργοι μιλούσαν μέσω τρίτου, μέσω του επιστήμονα, του δημοσιογράφου ή του ερασιτέχνη ερευνητή. Αυτός μιλούσε για εκείνους, το τι έλεγαν εκείνοι έφθανε στ’ αυτιά μας μέσα από προκαθορισμένα θεωρητικά σχήματα, περιγραφές και ερωτηματικά που δεν ήταν δικά τους. Ή, πιο σωστά, όχι εντελώς δικά τους. Ο ερευνητής μεσολαβούσε, μετάφραζε, άλλοτε έντιμα κι άλλοτε όχι, πάντοτε όμως διαθλαστικά, τα νοήματα του άνεργου στο δικό του νοηματικό πλαίσιο.




Αυτή είναι η τεράστια καινοτομία του εγχειρήματος που εκπόνησε ο Χριστόφορος. Οι άνεργοι μιλούν για πρώτη φορά σε πρώτο πρόσωπο, χωρίς μεσολαβητή. Μαρτυρούν για το πολλαπλό μαρτύριο της ανεργίας. Και οι μαρτυρίες αυτές, όσο και προετοιμασμένος να είσαι, όσο και αν έχεις εντρυφήσει στις πηγές, στις έρευνες πεδίου, στις θεωρίες και τις στατιστικές, είναι μια πολύ δυνατή γροθιά στο στομάχι. Αυτό ένοιωσα, ακούγεται κοινότυπο και χιλιοειπωμένο, ίσως να μην υπάρχουν λέξεις να το περιγράψω. Άλλωστε, μου πήρε χρόνο να διαβάσω αυτό το βιβλίο των 210 σελίδων. Δεν μπορούσα να αντιμετωπίσω περισσότερο από μια, το πολύ δύο, καταθέσεις την ημέρα.
Ας πάρουμε αποστάσεις από τη συγκίνηση. Για πρώτη φορά παγκοσμίως παρουσιάζεται αυτό το υλικό, οι προσωπικές καταθέσεις των ανέργων σε πρώτο πρόσωπο. Συλλεγμένο, ταξινομημένο σε ενότητες, με σύντομες, εύστοχες και διεισδυτικές σημειώσεις από τον Χριστόφορο. Με κόπο και πόνο έγινε, χωρίς αμφιβολία, κι αυτή η δουλειά. Και με πολύ ευαισθησία. Για να γίνει αυτό το βιβλίο των μαρτυριών των σύγχρονων μαρτύρων ένα ιστορικό ντοκουμέντο της εποχής μας, της Ελλάδας των Μνημονίων και της κρίσης.
Ένα ιστορικό ντοκουμέντο και, ταυτόχρονα, ένα έργο με επιστημονική βαρύτητα που δεν έχει εκτιμηθεί. Γιατί αυτές οι μαρτυρίες, συλλεγμένες και ταξινομημένες, επιβεβαιώνουν αυτό που ξέραμε δευτερογενώς, αυτό που υποψιαζόμαστε διαισθητικώς. Μέγιστη συνεισφορά.
Ας πάρω μια ακόμη απόσταση και να μιλήσω για τη διπλή λογοκρισία των μαρτυριών. Η πρώτη μορφή λογοκρισίας είναι η αυτολογοκρισία. Τα παιγνίδια του συνειδητού και του «πρέπει», της δημιουργίας μιας εικόνας του εαυτού για τους άλλους, τα παιγνίδια του ασυνείδητου, της δημιουργίας μιας εικόνας του εαυτού για τον εαυτό. Η εξιστόρηση του άνεργου, καθενός από μας που μιλάμε για τη ζωή μας, υπόκειται στη διπλή αυτή, συνειδητή και ασυνείδητη, μετατόπιση.
Η δεύτερη λογοκρισία, η λογοκρισία του αναγνώστη. Ο Althusseur μας δίδαξε, τουλάχιστον ένα πράγμα: ότι δεν υπάρχει «αθώα» ανάγνωση. Τα κείμενα είναι εκεί, κατατεθειμένα, απτά. Το τι διαβάζει ο καθένας και κάθε μια από μας σ’ αυτά, δεν είναι. Εξαρτάται από εμάς τους ίδιους, από το τι ζητάμε να δούμε σ’ αυτά, από ποιες είναι οι προσλαμβάνουσες παραστάσεις, ποιες είναι οι ευαισθησίες μας.
Ας έλθω στο τρίτο θέμα, στο θέμα της πολιτικής. Πριν λίγες μέρες μου ζητήθηκε από τον Τάσο Νυφαδόπουλο, τον γλύπτη του Αγάλματος για την Κρίση, ένα σύντομο κείμενο για τα αποκαλυπτήρια. Σημείωνα εκεί τα εξής:

«Στην Ελλάδα ζήσαμε με την ανεργία σε διάφορες εποχές. Ζήσαμε με την ανεργία, αλλά δε μάθαμε να την αντιμετωπίζουμε. Με κράτος και πολιτικές αδιάφορες και μυωπικές, αποθέσαμε τη διαχείριση των ανέργων σε παραδοσιακούς μηχανισμούς. Στην οικογένεια και στη μετανάστευση. Παρά τη σταθεροποίηση του ποσοστού ανεργίας σε επίπεδα μεταξύ του 8 και του 11% σ’ όλη την περίοδο ως την έκρηξη που προκάλεσε η κρίση, καλλιεργήθηκε η καθησυχαστική εντύπωση ότι η ανεργία στην Ελλάδα ήταν φαινομενική: είτε οι άνεργοι ήταν απρόθυμοι να εργασθούν, μια άποψη ιδιαίτερα δημοφιλή μεταξύ πολιτικών και δημοσιογράφων, είτε ήταν αποτέλεσμα της ανεργίας των νέων και των γυναικών, δηλαδή ομάδων, των οποίων η ανεργία δεν είχε – πιο σωστά, θεωρούσαν ότι δεν είχε - σημαντικές κοινωνικές συνέπειες. Η ρητορική της ανεργίας των νέων και των γυναικών εμπέδωνε, ταυτοχρόνως, τον ιδιότυπο διαχωρισμό τους από την ομάδα των «κύριων» εργαζομένων, των breadwinners, των ώριμων και των ανδρών. Η ανεργία οφειλόταν στους ανέργους, τα θύματα εκλήφθηκαν ως θήτες.
Οι προκαταλήψεις για την ανεργία οδήγησαν στην πολιτική έλλειψη προετοιμασίας μηχανισμών ικανών να την αντιμετωπίσουν. Αντιθέτως, από τη δεκαετία του 1980 ως σήμερα έχουμε τη διασπάθιση τεράστιων χρηματικών ποσών με μηδενικά αποτελέσματα: Η επιδότηση νέων θέσεων εργασίας επιδότησε τους εργοδότες και όχι τη δημιουργία νέων θέσεων, οι δαπάνες για την κατάρτιση κατέληξαν στη δημιουργία και εμπέδωση του λόμπυ των ΙΕΚ και των ΚΕΚ και μια πληθώρας προγραμμάτων που αντιμετώπιζαν την ανεργία των εκπαιδευτών, αλλά όχι των εκπαιδευομένων, οι δομές του ΟΑΕΔ παρέμειναν εξαιρετικά υποστελεχωμένες και αναποτελεσματικές, τα επιδόματα ανεργίας περιορισμένα και ανεπαρκή.
Και μετά ήρθε η κρίση. Το πώς δεν μας απασχολεί εδώ. Η κρίση στην Ελλάδα κτύπησε με βιαιότητα την ασθμαίνουσα παραγωγική δομή, επέτεινε την αποβιομηχάνισε, διέλυσε τον παραγωγικό ιστό. Διέλυσε ταυτόχρονα τις εργασιακές σχέσεις, τις ζωές εργαζομένων και ανέργων, ενέτεινε τις ανισότητες, όξυνε τους αποκλεισμούς, οδήγησε στην φτώχεια μεγάλες μερίδες του πληθυσμού, προκάλεσε μαζική κατάθλιψη και αύξησε δραματικά τις αυτοκτονίες. Οι ανεπάρκειες των μηχανισμών αντιμετώπισης των συνεπειών της ανεργίας, οι ανεπάρκειες ενός υποτυπώδους και αναποτελεσματικού κράτους προνοίας εκδηλώθηκαν πλήρως.
Το έγκλημα δεν ήταν στιγμιαίο. Σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε από τους σχεδιαστές και εκτελεστές της οικονομικής πολιτικής, από τους σχεδιαστές και εκτελεστές των πολιτικών απασχόλησης δεκαετίες τώρα. Για λόγους αδιαφορίας, άγνοιας ή με σκοπό, αδιάφορο.
Στο άγαλμα που βλέπουμε ο έντρομος άνθρωπος προσπαθεί να ισορροπήσει σ’ ένα δείκτη που καταρρέει. Ένα δείκτη που συμβολίζει την παραγωγή, την ευημερία, το οικογενειακό εισόδημα, τη ζωή εν τέλει. Και τα συστήματα προστασίας – λαβές συγκράτησης, εξοπλισμός προστασίας, «μαξιλαράκια» - απλώς δεν υπάρχουν.»


Θα ήταν παράλογο να ζητήσει κάποιος τη δημιουργία αυτών των αναγκαίων μηχανισμών προστασίας των ανέργων αμέσως. Στην κρίση, όπως στην κρίση, για να παραφράσω τη γνωστή ρήση για τον πόλεμο: a la guerre comme a la guerre.

Αυτό σημαίνει ότι η αντιμετώπιση της ανεργίας οφείλει να προσλάβει δύο διακριτές διαστάσεις: Πρώτον, βραχυχρόνια να χρησιμοποιήσει το σύνολο των διαθέσιμων μέτρων και πολιτικών, όχι με την ελπίδα αντιμετώπισης του προβλήματος, αλλά μείωσης του πόνου. Δεύτερον, αυτή η βραχυχρόνια και εν πολλοίς αναποτελεσματική πολιτική δεν πρέπει να αποτρέπει τον αναγκαίο και τεράστιο μετασχηματισμό κρατικών μηχανισμών, όπως του ΟΑΕΔ, της Επιθεώρησης Εργασίας, κλπ. Στον πόλεμο όπως στον πόλεμο, αλλά η υπόσχεση για την μετά τον πόλεμο δημιουργία συνθηκών πλήρους απασχόλησης και αποτροπής της μαζικής ανεργίας έγινε από τη Βρετανική κυβέρνηση το 1942, στη μέση του πολέμου και με αβέβαια την έκβασή του. Τυχαίο; Καθόλου.

Και έρχεται αυτό το βιβλίο, αυτή η προσπάθεια και ανοίγει εκ νέου μιαν άλλη οπτική, πολιτική οπτική. Γιατί αναδεικνύει ένα άλλο σύνολο αναγκών. Πώς μπορεί να σπάσει η απομόνωση, το αίσθημα αδυναμίας, η αυτοενοχοποίηση των θυμάτων; Να κάτι που θα μπορούσε να δουλέψει, αν δουλέψουμε πολύ. Σπάζοντας την απομόνωση, στηρίζοντας άτομα, οικογένειες και συλλογικότητες στη γειτονιά, προσφέροντας ψυχολογική στήριξη, αποκαθιστώντας την ατομική τους χρησιμότητα για τον εαυτό τους και το σύνολο. Το μπλοκ του Ημερολογίου θα μπορούσε να αποτελέσει το αρχικό σημείο εκκίνησης για την επαφή των ανέργων μεταξύ τους, για τη διάρρηξη του αποκλεισμού, για τη διεκδίκηση του δημόσιου λόγου και χώρου.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για αυτοοργάνωση των ανέργων. Χρειάζεται πρωτοβουλία, χώρος συναντήσεων, «ψυχές» οργάνωσης και δραστηριοποίησης. Με γνώση, ευαισθησία και αλτρουισμό. Και στην προοπτική αυτή, κράτος, τοπική αυτοδιοίκηση, εκπαιδευτικές δομές και δομές υγείας οφείλουν να στρατευτούν.     

Η ανάγκη οι άνεργοι ως σύνολο και ως άτομα, καθένας ξεχωριστά, να αισθανθεί χρήσιμος στην κοινωνία ξανά, πολίτης με λόγο, άξιος σεβασμού από όλους μας, είναι τόσο προφανής. Ας είμαστε στο πλευρό τους. Η μάχη κατά της ανεργίας δεν είναι μόνο οικονομική, είναι πρωτίστως πολιτική και ηθική. Αλλιώς, ίσως, αύριο, να είμαστε κι εμείς και τα παιδιά μας, ένας ακόμα αριθμός στις στατιστικές καταγραφές της ανεργίας.