Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΣ ΚΥΡΑ-ΜΑΡΙΑ

Δεν ξέρω αν είναι δική μου παλαιά ιδιομορφία, παιδική αρρώστια, που επιδεινώθηκε επικίνδυνα τους λίγους τελευταίους μήνες μετά τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά νοιώθω ελαφρώς φλιπαρισμένος. Το μυαλό μου, δηλαδή, όχι ολόκληρο, ένα τμήμα του, το μισό ας πούμε για να μη μπλέκουμε με τάσεις και ποσοστά, αρνείται να υποταχθεί στους στοιχειώδεις κανόνες της λογικής και αναζητά συνεχώς ευκαιρία να την κάνει. Ιδιαίτερα όταν τα προβλήματα είναι σοβαρά, παθαίνει κυριολεκτικά μπλακ άουτ και, αντί να προσηλώνεται αρχίζει να τραγουδά! Ναι, δε σας δουλεύω. Αυτό ακριβώς γίνεται και μάλιστα με μεγάλη συχνότητα, τώρα, στην περίοδο των έντονων πολιτικών τηλεοπτικών συζητήσεων και συνεντεύξεων.
            Λόγου χάρη, Κυριακή μεσημεράκι παρακολουθούσα τη συνέντευξη του αρχηγού της αξιωματικής (αυτό το αξιωματικής δεν μπόρεσα ποτέ να το καταλάβω) αντιπολίτευσης και μέλλοντος πρωθυπουργού της χώρας προς σύμπασα τη δημοσιογραφία στη Θεσσαλονίκη. Και εκεί που πάσχιζα να κατανοήσω – και με μια σημαντική δόση επαγγελματικού μαζοχισμού, ας το παραδεχθώ – τα όσα προτίθεται να πραγματοποιήσει ως κυβέρνηση η σημερινή (αξιωματική) αντιπολίτευση, δηλαδή ακριβώς αυτά που είχε υποσχεθεί να πραγματοποιήσει η τωρινή κυβέρνηση όταν ήταν αντιπολίτευση και ήθελε να γίνει κυβέρνηση και δεν είχε πραγματοποιήσει η τότε κυβέρνηση, αν και τα είχε υποσχεθεί όταν ήταν αντιπολίτευση, το σύστημα διαλύθηκε. Αντί για τη φωνή του κου Παπανδρέου και των ερωτώντων δημοσιογράφων, στο μυαλό μου άκουγα τραγούδια, ένα, δηλαδή, τραγούδι συγκεκριμένο.
            Ξέρω ότι είσθε φιλύποπτοι και ευφάνταστοι αναγνώστες, αλλά, πρέπει να σας απογοητεύσω. Όχι, το μυαλό μου δεν τραγουδούσε το γνωστό «τρία πουλάκια κάθονταν», αλλά άλλο, παιδικότερο και, φοβάμαι, όλο και περισσότερο άγνωστο. Άρχισε να τραγουδά το «δεν περνάς κυρά – Μαρία»!
            Διάβολε! αναρωτήθηκε το μισό μυαλό μου που εξακολουθούσε να μένει καρφωμένο στην τηλεοπτική τελετουργία. Τι εννοείς; Ό,τι η αυτοδυναμία του ΠΑΣΟΚ αμφισβητείται και ό,τι υποσυνείδητα εύχεσαι τη νίκη της επαράτου; Το ερώτημα, τόσο τρομερό μπροστά μου, με συγκλόνισε και με τάραξε βαθύτατα. Η συνέντευξη ευτυχώς τελείωσε, άναψα την πίπα μου, εισέπνευσα τρεις γερές δόσεις νικοτίνης και έπεσα σε περισυλλογή βαθύτερη από εκείνη στην οποία πέσανε μέλη της Γραμματείας του Συνασπισμού πριν και μετά τον περσινό Δεκέμβρη. Στα όρια της κατάθλιψης – από την από κει μεριά – άρχισα την αυτό-ανάλυση.
            Γιατί, ρε άνθρωπε, αυτό το τραγούδι; Πώς συνδέεται με το τηλεοπτικό-πολιτικό γεγονός, ποιους αδιαφανείς συνειρμούς προκάλεσε η συνέντευξη Παπανδρέου στο απείθαρχο τμήμα του εγκεφάλου μου; Και γιατί τα αισθήματα θλίψης, θυμού και αγανάκτησης που προκαλούσε η συνέντευξη διαλύθηκαν από την απρόσκλητη διείσδυση ενός παιδικού τραγουδιού και μετατράπηκαν σε ευθυμία; Φανταστείτε, τόσο βαριά κατάθλιψη με έπιασε από το άτιμο ερώτημα «μπας και προτιμώ την επάρατη αντί του ΠΑΣΟΚ» που ούτε τη χαρά μου δεν μπορούσα να χαρώ.
            Έσπασα το κεφάλι μου ώρα πολύ. Δε μπορεί, θα το βρω, είπα πεισματωμένος. Τελικά, με χίλιους κόπους, κάτι σκέφτηκα. Ελπίζω οι ψυχολόγοι, ψυχίατροι και νευρολόγοι να μη γελάσουν πολύ ειρωνικά κάτω από τα μουστάκια τους. Σε κάθε περίπτωση η συνδρομή τους μου είναι απαραίτητη, αν είναι να πειθαρχήσω το σαλταρισμένο κομμάτι του μυαλού μου.
            Σκέφτηκα λοιπόν ποια ήταν η αίσθηση που αποκόμισα από τη συνέντευξη Παπανδρέου. Νομίζω ότι δε θα κομίσω γλαύκα εν Αθήναις. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ απέφυγε να απαντήσει σε κάθε ερώτηση που ήταν στοιχειωδώς συγκεκριμένη. Τόσο που παρακολουθώντας τις ερωτήσεις σκεφτόμουν – πριν αρχίσουν τα τραγούδια – ότι αν ήμουν δημοσιογράφος θα έκανα μία ερώτηση: «Κύριε Πρόεδρε, σκοπεύετε να μας δώσετε μιαν απάντηση συγκεκριμένη στις ερωτήσεις που σας γίνονται»; (Συγγνώμη, φίλοι δημοσιογράφοι, δε θέλω να μπω στα χωράφια σας, ξέρω ότι οι τελετουργίες έχουν τα τυπικά τους).
            Μα και το τραγουδάκι; Γιατί το «δεν περνάς κυρά-Μαρία» και όχι το «τρία πουλάκια κάθονται», που λέγαμε στην αρχή και το οποίο, άλλωστε, συχνά-πυκνά σιγομουρμουρίζω όταν διορθώνω γραπτά φοιτητών και φοιτητριών που αποφεύγουν, όπως ο διάβολος το λιβάνι, να απαντήσουν συγκεκριμένα στα ερωτήματα των εξετάσεων και καταφεύγουν σε ευρηματικές λύσεις, βγαλμένες από την «κοιλιά τους», που λένε. Το «σκουλήκι» κατά το γνωστό ανέκδοτο.    
            Ένα επόμενο βήμα προς την επίγνωση έγινε, όταν τραγούδησα δυνατά τους στίχους. Το γνωρίζεται όλοι, το τραγούδι αποτελείται από διαδοχικές ερωτήσεις (του χορού) και απαντήσεις (της κορυφαίας κυρά-Μαρίας). «Πού θα πάς κυρά Μαρία;» - «θα ηπάγω εις τους κήπους» - «τι θα κάνεις εις τους κήπους;» - «θα συλλέξω δυο βιολέτες» - «τι τις θέλεις τις βιολέτες» - «να τις δώσω στην καλή μου» - «και ποια είναι η καλή σου» - «η καλή μου είναι η Χ».
            Το παιδικό τραγουδάκι ήρθε φλασιά για την αναλογία του και την απόστασή του από τα διαδραματιζόμενα επί της οθόνης. Ο χορός – δημοσιογράφοι ρωτάν συγκεκριμένα πράγματα και διεξοδικά, σε μια λογική αλληλουχία, και λαμβάνουν σαφείς απαντήσεις. Το παιδικό τραγουδάκι διδάσκει ήθος και διαλεκτική ερωτήσεων – απαντήσεων. Διδάσκει ακόμα πως διατυπώνεται και αποσαφηνίζεται η εμπρόθετη πράξη (=πολιτική): Ο σκοπός (τις βιολέτες στην καλή μας), η πράξη (θα μαζέψω βιολέτες με τα χεράκια μου), ο τόπος (οι κήποι), ο αποδέκτης της πολιτικής (η περίφημη καλή Χ), ακόμη και ο χρόνος που δηλώνει το άμεσο μέλλον.  Η τελετουργία των συνεντεύξεων διδάσκει πώς να μη λες τίποτε μιλώντας πολύ ώρα. Μήπως πρέπει οι πολιτικοί μας να επιστρέψουν στο νηπιαγωγείο; Παρέα με μερικούς δημοσιογράφους, αν γίνεται. Μπας και γλυτώσω εγώ το μισό μυαλό μου και εσείς να διαβάζετε παραληρηματικά κείμενα.      

Δεν υπάρχουν σχόλια: