Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ


Μόνον όσοι εθελοτυφλούν ή αδιαφορούν πλήρως δεν αντιλαμβάνονται την βαθύτατη κρίση του εκπαιδευτικού συστήματος. Εδώ και χρόνια οι συνάδελφοί μου στο Πανεπιστήμιο διαπιστώνουμε τα περιορισμένα γνωστικά εφόδια που διαθέτουν οι σπουδαστές μας: απόλυτη αδυναμία αναλυτικής και συνθετικής σκέψης, κριτικής θεώρησης, μάθηση που εξαντλείται στην αναπαραγωγή του «συγγράμματος» στις εξετάσεις και, μετά τις εξετάσεις, ο «σκληρός δίσκος» του μυαλού μετατρέπεται σε παλίμψηστο, σβήνεται για να αποθηκεύσει νέες, ασύνδετες με τις προηγούμενες, έννοιες, τεχνικές και θεωρίες. Αμφιβάλω αν θα υπάρξει συνάδελφος να ισχυρισθεί ότι οι φοιτητές του μπορούν να αξιοποιήσουν γνώσεις που προέρχονται από διαφορετικά «μαθήματα» προκειμένου να δώσουν απάντηση σε στοιχειώδη ερωτήματα. Αμφιβάλω αν, πέραν από έναν εξαιρετικά ολιγάριθμο αριθμό φοιτητών, οι φοιτητές μας μπορούν να «θυμηθούν» τι έμαθαν το προηγούμενο εξάμηνο, ή να ανακαλέσουν τμήματα, έστω, της ύλης μαθημάτων στα οποία εξετάσθηκαν πριν από δύο – τρεις εβδομάδες.
            Η ευθύνη είναι, βεβαίως, δική μας, ευθύνη των πανεπιστημιακών δασκάλων. Υπάρχει, όμως, και μια μεγαλύτερη ευθύνη και αυτή πρέπει να την αναγνωρίσουμε και να την αντιμετωπίσουμε ριζικά. Σήμερα, όχι αύριο, γιατί τα περιθώρια έχουν προ πολλού εξαντληθεί. Για να γνωρίσουμε τα αίτια, ας δούμε ορισμένα συμπτώματα.
            Στη σχολική ζωή του Λυκείου ορισμένα γεγονότα επαναλαμβάνονται τελετουργικά: Πριν μερικά χρόνια, πριν την «επανάσταση» Αρσένη, η τελετουργία συνίστατο στο κάψιμο των διδακτικών βιβλίων με το τέλος της σχολικής χρονιάς. Αντί η πολιτική και εκπαιδευτική ηγεσία να κατανοήσει τα αίτια της ακραίας αυτής συμβολικής βίας κατά του μέσου της γνώσης, αρκέσθηκε να ψελλίζει κάτι για να πληρώνουν οι γονείς τα κατεστραμμένα βιβλία. Από την εποχή του Αρσένη και των μαζικών μαθητικών αντιδράσεων η τελετουργία άλλαξε: οι μαθητές καταλαμβάνουν τα σχολεία, άλλοτε με αιτήματα, συχνότερα με ανυπαρξία αιτημάτων, κάπου εκεί κοντά στην επέτειο του Πολυτεχνείου και μέχρι τις γιορτές των Χριστουγέννων. Ούτε η νέα τελετουργία έπεισε την πολιτική και εκπαιδευτική ηγεσία για την ανάγκη να εμβαθύνει πέρα από τα φαινόμενα, να κατανοήσει το νόημα της συμβολικής, ξανά, βίας, να αναζητήσει αίτια. Ίσως γιατί κατά βάθος γνώριζε και γνωρίζει ότι το βαθύτερο αίτιο της συμβολικής βίας των μαθητών είναι αυτή η ίδια, οι πολιτικές που έχουν οργανώσει το εκπαιδευτικό σύστημα σ’ όλες τις βαθμίδες, από το δημοτικό ως το λύκειο, σε ένα σύστημα που προκαλεί το μίσος στην εκπαίδευση και στη γνώση.
            Πώς αλλιώς μπορεί να γίνουν κατανοητά τα συμβαίνοντα αυτά, να ερμηνευθεί η βία κατά των βιβλίων, των σχολικών εγκαταστάσεων, των εξοπλισμών, η έμμεση απειλή κατά των διδασκόντων και των συμμαθητών-«φυτών»; Έχουμε, μήπως, μια εγγενώς βίαιη γενιά που τα σπάει, όταν και όπου βρει ευκαιρία, παρασυρόμενη από τα κόμματα, τους αναρχικούς και τους κουκουλοφόρους; Ανώριμα άτομα που αρκεί να τα νουθετήσουμε, να τα διαπαιδαγωγήσουμε, να τους μάθουμε την προσαρμογή στους κανόνες μιας εκπαιδευτικής διαδικασίας κατά τους μεν, ή τη συντεταγμένη παρέλαση με υψωμένη τη γροθιά κατά τους άλλους;
            Βεβαίως όχι. Οι νέοι μας ούτε ανώριμοι είναι, ούτε από φύση τους βίαιοι. Είναι βαθιά μελαγχολικοί και εν πολλοίς απελπισμένοι. Μελαγχολικοί γιατί στο σχολείο δεν τους δόθηκε η χαρά της γνώσης και της δημιουργίας: Για να περάσουν στις εξετάσεις πρέπει να μάθουν το τυπικό των επιτυχών απαντήσεων: μιας τυπικής μεθοδολογίας ασκήσεων, μιας τυπικής φόρμας απαντήσεων, μιας απέραντης παπαγαλίας φράσεων ακατανόητων, ακόμα και από μας τους καθηγητές των πανεπιστημίων, που συνθέτουν τα σχολικά βιβλία. Η προετοιμασία των εισαγωγικών εξετάσεων είναι βάρβαρη. Για δυο χρόνια οι μαθητές του λυκείου εργάζονται συνεχώς από τις 7 το πρωί ως τα βαθιά μεσάνυχτα, τρέχοντας από το σχολείο στο φροντιστήριο και από το φροντιστήριο στο σπίτι στη μοναξιά του δωματίου, με σύντομες τυπικές κουβέντες με τους γονείς, ένα μικρό τηλεφώνημα με τους φίλους, ένα ολιγόλεπτο ξέκλεμα στο διαδίκτυο. Η έξοδος, οι λοιπές δραστηριότητες, η μουσική, ο χορός, οι τέχνες, ο αναγκαίος χαβαλές, είναι ξεχασμένα. Και όταν συμβούν, η πρόσκαιρη απόλαυση έχει το τίμημα της ενοχής.
Απελπισμένοι, γιατί ολ’ αυτές οι θυσίες, το κάτεργο των ελεύθερων μαθητών, γίνονται στο όνομα, αποτελούν το τίμημα, της μελλοντικής επαγγελματικής αποκατάστασης. Ας γελάσουμε. Κάθε χρόνο μπαίνουν στα πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ σχεδόν 80.000 νέοι και αποφοιτούν πολύ λιγότεροι. Η πρόσβαση των αποφοίτων στη δομή της απασχόλησης είναι εξαιρετικά περιορισμένη, πλην ορισμένων τμημάτων, κυρίως, ελευθέρων επαγγελμάτων, που έχουν ακόμη κάποιες δυνατότητες. Ας μας πει κάποιος, τέλος πάντων, από αυτούς που έχουν επιβάλει στους μαθητές στην ηλικία των 16 ετών να διαλέξουν επάγγελμα, κλάδο σπουδών βάσει του επαγγέλματος και της μελλοντικής επαγγελματικής αποκατάστασης, αν έχει την παραμικρή ιδέα πώς θα είναι η αγορά εργασίας μετά από οκτώ, δέκα ή παραπάνω χρόνια, όταν οι σημερινοί μαθητές της Β’ Λυκείου, που κάνουν σήμερα τις επιλογές ζωής, θα διεκδικήσουν τη θέση τους;
Φτιάξαμε ένα ψεύτικο δίλημμα στους μαθητές με τραγικές συνέπειες. Φέραμε άκαιρα στην επιλογή των σπουδών τη χρησιμοθηρία της επαγγελματικής αποκατάστασης. Όταν οι επιλογές γίνονται όχι από ενδιαφέρον, κλίση, ταλέντο, αγάπη, αλλά με άμεσους και ανταλλάξιμους στόχους έναντι του απάνθρωπου τιμήματος που καλούνται να πληρώσουν, αξίες χρήσης που υπηρετούν ένα σκοπό, τα αποτελέσματα δεν πρέπει να ξαφνιάζουν. Και αλλοίμονο όταν ο σκοπός αποδειχθεί ανέφικτος και οι θυσίες μάταιες.
Η ματαίωση αρχίζει με τα αποτελέσματα. Λίγες σχολές αποτελούν την πρώτη επιλογή των επιτυχόντων. Οι υπόλοιποι στοιβάζονται σε σχολές που δεν ήταν επιλογή τους με ένα αίσθημα πρόωρης αποτυχίας. Γιατί ένας που μπήκε στην κτηνιατρική, ενώ ήθελε να γίνει παιδίατρος, θα μπορέσει να ασκήσει με ενδιαφέρον το επάγγελμά του; Γιατί πήρε 18,5 και όχι 19, μας δίνει την απάντηση το αξιοκρατικό σύστημα. Και ένας που πήρε 17 και αγαπά τα ζώα και φροντίζει και περιποιείται τα αδέσποτα γατιά και σκυλιά και μαζεύει τραυματισμένα πουλάκια μπορεί να γίνει βοηθός ακτινολόγου μέσα από κάποιο ΤΕΙ. Αξιοκρατικό σύστημα, βαθειά παράλογο.
Έτσι, λοιπόν, οι φοιτητές εγγράφονται στο πρώτο έτος. Με την αναπηρία του Λυκείου στις αποσκευές, με την αδιαφορία στην καρδιά. Δεν έμαθαν να διαβάζουν, δεν έμαθαν να αναζητούν, δεν έχουν απορίες. Αλλά όποιος δεν έχει απορίες είναι νεκρός στο χώρο της επιστήμης. Και στο ελληνικό πανεπιστήμιο, αν δεν το γνωρίζετε, διδάσκονται επιστήμες, όχι επαγγελματικές δεξιότητες. Και το ενδιαφέρον μπορεί να ξυπνήσει εκεί κοντά στο τρίτο έτος, από θεία επιφοίτηση ή από κάποιον φωτισμένο καθηγητή, αλλά για πολύ λίγους. Οι υπόλοιποι διεκπεραιώνουν τις πανεπιστημιακές σπουδές με κεκτημένη ταχύτητα και κεκτημένες δεξιότητες. Αν συζητήσεις μαζί τους θα διαπιστώσεις ότι ποια είναι η υπόθεση, ποιος είναι ο συλλογισμός-επιχείρημα, ποιο είναι το συμπέρασμα, ποιο είναι το παράδειγμα αποτελούν μια αδιευκρίνιστη ενότητα συγκεχυμένων πραγμάτων που ίσως να διαχωρίζονται και να αυτονομούνται από τις παραγράφους που δομούν τυπικά το κείμενο.
Το σύστημα εισαγωγικών εξετάσεων στην Ελλάδα σε διάφορες παραλλαγές έχει παγιωθεί και τα αποτελέσματα τα γνωρίζουμε όλοι. Ναι, είναι ένα αξιοκρατικό σύστημα, αλλά η αξιοκρατία του είναι ρηχή. Περιορίζεται στη βαθμολόγηση ενός γραπτού εξετάσεων, αλλά δεν αξιολογεί το πραγματικό ενδιαφέρον, την αναζήτηση, την πρωτότυπη σκέψη, τα ερωτηματικά, τις ευαισθησίες. Και διαμορφώνει στάσεις απέναντι στο εκπαιδευτικό σύστημα χρησιμοθηρικές και στάσεις απώθησης απέναντι στη γνώση. Το σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων έχει πληγώσει βαθειά αυτούς που έπρεπε να υπηρετεί. Είναι ένα βλαβερό σύστημα, πρέπει να τελειώσει εδώ και τώρα.
Δύο εύλογα ερωτήματα προκύπτουν. Ωραία, αν υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση, τι θα γίνει; Έχουν τα πανεπιστήμια την υποδομή να δεχθούν αυτόν τον μεγάλο όγκο φοιτητών; Και δεύτερον, ακόμα και αν τα πανεπιστήμια μπορέσουν να ανταποκριθούν, τι θα γίνει μετά στην αγορά εργασίας; Και ίσως ένα τρίτο: Και τι περιεχόμενο θα έχουν οι σπουδές στο Λύκειο;
Ας το πω με τη μέγιστη σαφήνεια: Η ελεύθερη πρόσβαση στα πανεπιστήμια, χωρίς να θεραπεύει όλα τα αμαρτήματα του εκπαιδευτικού μας συστήματος, αποτελεί την μέγιστη ευκαιρία επαναπροσδιορισμού του. Μέσα από τη διαπιστωμένη βαθειά του κρίση, μπορεί να δώσει την ευκαιρία ενός νέου, συνολικού, ριζικού προσανατολισμού.
Το Λύκειο μπορεί να αναδειχθεί σε αυτόνομη και αποτελεσματική βαθμίδα της εκπαίδευσης, είτε ως έχει, δηλαδή, ως βαθμίδα μετά την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, είτε ενταγμένο στην δωδεκάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση. Ο στόχος της εκπαίδευσης στο Λύκειο πρέπει να ορισθεί εκ νέου: αποστολή του Λυκείου δεν είναι η εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο, ούτε η εισαγωγή σε επιστήμες. Ο στόχος του Λυκείου είναι να διαμορφώνει σύγχρονους πολίτες, ικανούς να διαχειρίζονται την ατομική τους ζωή, να κατανοούν και να παρεμβαίνουν στο περιβάλλον τους. Πρέπει να δίνει, συνεπώς, γνώσεις μιας συνολικής παιδείας, από τη λογοτεχνία, τα μαθηματικά, την ιστορία, τις φυσικές επιστήμες και τις κοινωνικές επιστήμες και τις τέχνες. Αλλά οι γνώσεις αυτές δεν μπορεί να είναι σε επίπεδο εισαγωγής στην επιστήμη, αλλά γνώσεις αξιοποιήσιμες στην καθημερινότητα του πολίτη. Και οι γνώσεις αυτές θα πρέπει να συνδυάζονται με πρακτικές που να αναδεικνύουν τη σημασία τους στην καθημερινή ζωή. Με άλλα λόγια, να ανοίγουν τα μάτια του μαθητή στον έξω κόσμο, να του μάθουν να συλλέγει, να αξιολογεί και να                             οργανώνει τις ποικίλες πληροφορίες και ερεθίσματα, να τον οδηγήσουν να δει τον κόσμο. Ένα σχολείο παιδείας, ανοικτό στην κοινωνία, όχι ένα σχολείο τυπικής και ανούσιας γνώσης.
Το Πανεπιστήμιο, από την άλλη πλευρά, οφείλει να αλλάξει. Η ελεύθερη πρόσβαση μπορεί να γίνει η αφορμή να θεραπευτούν δεινά του ελληνικού πανεπιστημίου που δεν θέλουμε να ακουμπήσουμε: η πρόωρη εξειδίκευση των προπτυχιακών σπουδών, ο κατακερματισμός των επιστημονικών αντικειμένων, η γεωγραφική διασπορά. Η ελεύθερη πρόσβαση εντέλλεται τη συγχώνευση τμημάτων, την απλούστευση του προγράμματος σπουδών, την ενίσχυση των συνήθως παραμελημένων βασικών μαθημάτων και την κατάργηση των μαθημάτων υπερβολικής εξειδίκευσης. Το πανεπιστήμιο της ελεύθερης πρόσβασης μπορεί να γίνει πιο λιτό, αλλά περισσότερο αποτελεσματικό στην αναπαραγωγή της επιστημονικής γνώσης, περισσότερο παραγωγικό στην παραγωγή νέας γνώσης. Και αν αυτό σημαίνει να δουλεύουμε περισσότερο στη διδασκαλία εμείς οι πανεπιστημιακοί, ας συνειδητοποιήσουμε όλοι ότι το ουσιαστικό που συνοδεύει το επίθετο είναι η λέξη «δάσκαλος».
Και από δουλειά; Το Πανεπιστήμιο δεν προσφέρει εργασία, δεν εγγυάται εργασία, ποτέ δεν το έκανε και ποτέ δεν θα το κάνει. Προσφέρει πρόσβαση σε επαγγέλματα, αποκλείοντας εκείνους που δεν διαθέτουν το αντίστοιχο πτυχίο από το να το ασκήσουν και αυτό στο βαθμό που προϋποτίθεται η κατοχή πτυχίου για την άσκηση του επαγγέλματος. Ωστόσο, σ’ αυτή τη μεγάλη συζήτηση, ας μου επιτρέψετε μια γνώμη που προέρχεται από το γνωστικό αντικείμενο που υπηρετώ, δηλαδή τα οικονομικά της εργασίας, και την εμπειρία μου μετά από είκοσι χρόνια συζητήσεων με φοιτητές και πτυχιούχους. Αυτοί που αγαπούν αυτό που κάνουν, αυτοί που επιθυμούν μια δουλειά γιατί τους αρέσει και όχι για τα λεφτά ή το κύρος της, αυτοί είναι βέβαιο ότι θα πετύχουν επαγγελματικά. Μπορεί να αργήσουν, αλλά θα πετύχουν. Και αυτός είναι ο τελευταίος λόγος υπέρ της ελεύθερης πρόσβασης στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο.

Δεν υπάρχουν σχόλια: