Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

ΠΙΕΤΡΟ ΙΝΓΚΡΑΟ: Η ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ


Από την παρουσίαση του βιβλίου στην Καλλιθέα, με τη Μαρώ Τριανταφύλλου, τον Μάκη Καβουριάρη, τον Θοδωρή Ψαλιδόπουλο  και τον Πέτρο Κακολύρη. Στο χώρο του Δημαρχείου - Αίθουσα Συνεδριάσεων Δημοτικού Συμβουλίου 


Από τις εκδόσεις Εύμαρος, σε μετάφραση της Τόνιας Τσίτσοβιτς και με φροντίδα μεγάλη από τον εκδότη Πέτρο Κακολύρη, με τη βοήθεια της Αφροδίτης Κουκουτσάκη και της Γιάννας Κατσιαμπούρα, όλων φίλων αγαπημένων, κυκλοφόρησε και στα ελληνικά το βιβλίο – συζήτηση του παλαίμαχου κομμουνιστή ηγέτη Πιέτρο Ινγκράο «Η Αγανάκτηση Δεν Αρκεί».
          Στον εξαιρετικό του πρόλογο, ο αγαπητός συνάδελφος Μιχάλης Ψημίτης ανατέμνει τη σκέψη του Ινγκράο τόσο αναλυτικά, όσο και σε βάθος, αφήνοντας ελάχιστα σημεία κενά για μια πρόσθετη, όχι αντιθετική, προσέγγιση. Και ήδη έχουν γραφεί και άλλα άρθρα που παρουσιάζουν το βιβλίο στον τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό, για να μην αναφερθώ και στην πρώτη παρουσίαση που έγινε στον Εύμαρο , ώστε ο σχολιασμός ήδη να παρέλκει. Αξίζει να αναφέρω, ενδεικτικά μόνο, ανάμεσα σε πολλές και γόνιμες αναλύσεις, το κείμενο του Δημοσθένη Παπαδάτου – Αναγνωστόπουλου στην Αυγή, στις 6 Νοεμβρίου. Μόνο το γεγονός των πολυάριθμων βιβλιοπαρουσιάσεων και συζητήσεων που προκάλεσε μαρτυρά τόσο για την αξία του, όσο και για την αγωνία, την ανάγκη, όλων μας να κατανοήσουμε τα πολιτικά συμβαίνοντα. 


      

Όμως, να, μπήκα και εγώ στον πειρασμό να προσθέσω μερικές σκέψεις, όχι κατ΄ ανάγκην για το βιβλίο, αλλά με αφορμή το βιβλίο και τη θεματολογία του.
          Θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω με ένα, φαινομενικά τουλάχιστον, εξωτερικό γεγονός. Ο Ινγκράο διαλέγεται και σχολιάζει το βιβλίο του Εσέλ, το γνωστό «Αγανακτήστε». Και οι δυο τους ανήκουν στην ίδια γενιά: τη γενιά που μεγάλωσε και έδρασε στη μαύρη εποχή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, στη γενιά της αντίστασης κατά του φασισμού και του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού. Μοιάζει, η γενιά εκείνη, να δηλώνει την παρουσία της σήμερα, για έσχατη ίσως φορά δια ζώσης. Είναι τυχαίο γεγονός, μια σύμπτωση; Θα απαντήσω κατηγορηματικά πως όχι. Ο Ινγκράο, ο Εσέλ, οι δικοί μας αντιστασιακοί που επίσης μίλησαν προσφάτως, όλοι κατανοούν ότι αυτό που διακυβεύεται σήμερα είναι περισσότερο από την οικονομική μας ευημερία. Κάτι πιο σημαντικό από την τύχη, την αφορμή ή τη μίμηση τους κάνει να μιλήσουν, να «εξεγερθούν» εκ νέου και με διαφορετικό τρόπο από το παρελθόν, με διαφορετικά, ίσως ζητούμενα, αλλά και να βρεθούν, μέσα από τη διαφωνία, σε έναν κοινό τόπο για άλλη μια φορά. Κάτι για το οποίο αγωνίστηκαν τότε και κάτι που έμοιαζε μέχρι πρόσφατα διαπαντός κατεκτημένο. Ο Ινγκράο το έχει θέσει το ζήτημα, αυτό του κοινού ενοποιητικού στοιχείου, σε άλλη στιγμή, που μας την υπενθυμίζει η Μαρία Λουίζα Μπότσια:
«Ο φόβος μου είναι μήπως μου πάρουν όχι τόσο το ψωμί ούτε το Σύνταγμα, όσο να σβηστεί η ιδέα του ανθρώπου» (σελ. 18).
Η ιδέα του ανθρώπου τέθηκε σε αμφισβήτηση στο μεγάλο σφαγείο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, στα πεδία της μάχης και στα πεδία εκτελέσεων, στα κρεματόρια και στους χώρους βασανιστηρίων, στις πόλεις που γκρεμίστηκαν, στο Λονδίνο, στη Βαρσοβία, στη Δρέσδη και τη Χιροσίμα, στο Στάλινγκραντ. Η ιδέα του ανθρώπου αμφισβητήθηκε πρακτικά, ολοκληρωτικά, ανεπανάληπτα, γιατί είχε προηγουμένως αλωθεί στις αντιλήψεις των συγχρόνων και στις πρακτικές των κυβερνήσεων.
Δε θέλω, βέβαια, να αναλύσω το πώς φθάσαμε στον Πόλεμο ή να περιγράψω το τι ακολούθησε, τη μεγάλη υπόσχεση της δημοκρατίας, της ισότητας, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ευημερίας, της εκπαίδευσης για όλους, της εργασίας για όλους. Γι΄ αυτές τις μεγάλες υποσχέσεις οι λαοί σε Δύση και Ανατολή πολέμησαν, μάτωσαν, πένθησαν και νίκησαν. Γιατί αυτές οι μεγάλες υποσχέσεις έλειπαν πριν από τον Πόλεμο. Και μαζί τους έλειψαν οι προϋποθέσεις για τις ατομικές αρετές: την αξιοπρέπεια, πρωτ΄ απ΄  όλα, την αμφισβήτηση και την αμφιβολία.
Να πώς θεωρώ ότι δένουν οι απόψεις του Ινγκράο με εκείνες του Εσέλ: Και οι δύο θέτουν στο επίκεντρο δύο, φαινομενικά αντιθετικές, αλλά επί της ουσίας συμπληρωματικές έννοιες με κοινό πεδίο αναφοράς: Και οι δύο αναφέρονται στη σχέση υποκειμένου, ατομικού υποκειμένου, και κοινωνίας, υποκειμένου και πολιτικής, υποκειμένου και κινήματος, υποκειμένου και συλλογικότητας.
Αυτό το ζήτημα μπορούν να το θέσουν με επάρκεια και οι δυο τους, καθώς προέρχονται από τη γενιά της Αντίστασης και της Νίκης, τη γενιά που βρήκε την αξιοπρέπεια να αμφισβητήσει και να μετατρέψει την αμφισβήτηση σε συλλογικό αγώνα, με ή, συχνότερα, χωρίς αμφιβολία.
Και ο Ινγκράο κατανοεί πολύ καλά, σε αντίθεση με τον Εσέλ, το κρίσιμο πρόβλημα: Πώς η ατομική αγανάκτηση μετατρέπεται σε συλλογικό αγώνα, στο συλλογικό υποκείμενο; Δεν μας δίνει ρητή απάντηση σ΄ αυτό το κείμενο – συνέντευξη. Στο τέλος της πολιτικής του διαδρομής, στο τέλος του βίου του, ενδιαφέρεται να μιλήσει για το προσωπικό του βίωμα, να τοποθετήσει τη δική υποκειμενικότητα απέναντι στο δικό του συλλογικό υποκείμενο, το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Γι αυτό αναφέρεται στην αμφιβολία και στη λογοτεχνική παραγωγή, την ποίηση ως χώρου υποδοχής της αμφιβολίας, οργάνωσης της αναγκαίας αμφισημίας, αλλά και της ρητής πολιτικής και ιδεολογικής τοποθέτησης μέσα στο προστατευμένο από την τέχνη περιβάλλον.
Αν θέλουμε να κατανοήσουμε την πρόταση του Ινγκράο πρέπει να τοποθετήσουμε αυτήν την κατάθεση στο πλαίσιο της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος, του ιταλικού κομμουνιστικού κινήματος, στην ιστορία των ιδεών του, στις αναλύσεις του Γκράμσι για το συλλογικό υποκείμενο, το συλλογικό διανοούμενο, στην έννοια της ηγεμονίας.
Και στο σημείο αυτό οι ομοιότητες της σημερινής εποχής με το μεσοπόλεμο και την άνοδο του φασισμού είναι ορατές: Και τότε και τώρα η αριστερά είχε χάσει, είχε χάσει πολιτικά, αλλά, πριν χάσει πολιτικά, είχε χάσει στον αγώνα των ιδεολογιών.  Όχι των ιδεών, αλλά των πρακτικών καθημερινής διαχείρισης της πραγματικότητας. Στο κάλεσμα της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας σήμερα για τη διαμόρφωση της απόλυτης ατομικής υποκειμενικότητας, στη μεταφυσική της εξατομίκευσης, στη θέαση του ατόμου – επιχείρησης, η αριστερά υποχώρησε, ο ατομισμός έγινε λάβαρο και τα συνεκτικά στοιχεία του λόγου της, η αλληλεγγύη, η ανιδιοτέλεια, η συντροφικότητα, για μεγάλο διάστημα εγκαταλείφθηκαν. Η αποκατάστασή τους, θέλω να πιστεύω, επιχειρείται πλέον υπό τη βία  του σύγχρονου οικονομικού και κοινωνικού πολέμου που εκ νέου αμφισβητεί το θεσμικό πλαίσιο που επέτρεψε την άνθηση της ατομικότητας ως ιδεολογίας.
Ο Ινγκράο κατανοεί ότι το σύγχρονο πολιτικό σύστημα έχει χάσει τη νομιμοποίησή του. Οι μορφές νομιμοποίησης της πολιτικής ήταν πάντα συνδεδεμένες με τις μορφές του κράτους: Το κράτος δικαίου βάσιζε τη νομιμοποίησή του στις διαδικασίες και στους θεσμούς: Την πάνδημη εκλογή της Βουλής και της Κυβέρνησης, την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, την αρχή της πλειοψηφίας. Το κράτος πρόνοιας της μεταπολεμικής περιόδου βάσιζε τη νομιμοποίησή του στην επίτευξη στόχων: πλήρης απασχόληση, μείωση κοινωνικών ανισοτήτων, γενικευμένη πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην υγεία και στις κοινωνικές υπηρεσίες. Τώρα ζούμε σε καθεστώτα παθητικής νομιμοποίησης:  Οι κυβερνήσεις αναζητούν την αποδοχή των πολιτικών τους από τις «αγορές» και από τους τεχνοκράτες υπερεθνικών οργανισμών, ενώ θεωρούν ότι έχουν τη συναίνεση του λαού, όταν ο λαός δεν αντιδρά, δε διαδηλώνει και δε μάχεται στους δρόμους, όταν δεν αμφισβητεί έμπρακτα.
          Έμπρακτα. Να η λέξη που χωρίζει τον Ινγκράο από τον Εσέλ. Η αγανάκτηση δε φτάνει, αν δεν γίνει πράξη. Πράξη όχι ατομική, γιατί ο ατομισμός εγγράφεται στη μήτρα της ηγεμονίας των κυρίαρχων δυνάμεων. Πράξη συλλογική, οργανωμένη έστω και αυθορμήτως, έστω και αν δεν υπάρχει εκ των προτέρων σχέδιο. Το σχέδιο είναι μια πράξη μου συνεχώς εξελίσσεται, ανατρέπεται, επιβεβαιώνεται και αναθεωρείται. Το σχέδιο δεν προϋπάρχει της πράξης. Και αυτές τις βίαιες μεταλλάξεις του σχεδίου καλείται να ενσωματώνει και να διυλίζει το συλλογικό υποκείμενο, να τις εξορθολογίζει, να τις μετατρέπει σε πολιτική, δηλαδή σε πράξη εστιασμένη στον πυρήνα των σχέσεων ταξικής εξουσίας. Και όσο τα σύγχρονα αριστερά κόμματα αρνούνται να αναλάβουν το ρόλο του συλλογικού διανοούμενου, να δεχθούν την εντασιακή σχέση αγάπης και απόρριψης με το αυθόρμητο και να το μετουσιώσουν σε πολιτική, η αγανάκτηση ποτέ δε θα φθάνει.  
Και η ποίηση; Είναι η ποίηση σιωπή; Είναι η στιγμή της αμφιβολίας; Είναι η αμηχανία του πολιτικού μπροστά στην πολιτική; Παρά τα όσα ειπώθηκαν και γράφηκαν, νομίζω όχι. Η ποίηση δεν είναι η σιωπή του ποιητή - όσο κακότεχνος και αν είναι – είναι η κραυγή του. Φωνάζει σπαράζοντας για πράγματα που θα ήθελε να τα πει με το όνομά τους, αλλά είναι υποχρεωμένος να τα μεταμφιέσει πίσω από μεταφορές, μετατοπίσεις και συνηχήσεις.
Υποχρεωμένος από τι; Υποχρεωμένος όχι από την αδυναμία να μιλήσει, αλλά από την αδυναμία να ακουστεί. Μπορεί έτσι να επαναδιατυπώσει μέσα από άλλες μορφές ερωτήματα που δεν μπόρεσαν να τεθούν, απαντήσεις που δεν μπόρεσαν να δοθούν, όχι μεμονωμένα, αλλά συλλογικά, στοχεύοντας στο συναίσθημα, όχι στο μυαλό. Αγανακτήστε, μας προτρέπει και ο Ινγκράο, και η ποίηση μας παρακινεί στην αγανάκτηση, αλλά όχι ως απλή αντίδραση, αλλά μέσα από την επεξεργασία της.
Γκράμσι, Κριτική Θεωρία, Μπένγιαμιν, εύκολα αναγνωρίζονται στην σκέψη του Ινγκράο. Και όσοι από μας αποπειρώνται να χειριστούν λογοτεχνικές μορφές μιας χαμηλότερης ποιότητας, όπως το χρονογράφημα, παίζοντας κρυφτό, ενίοτε θανάσιμο, με τον αναγνώστη, το χρόνο και την πραγματικότητα, κατανοούμε ίσως καλύτερα ότι το εγχείρημα του Ινγκράο ως ποιητή δεν είναι καταφυγή, δεν είναι διαφυγή, δεν είναι σιωπή. Είναι η απόλυτη έκθεση, η απόλυτη ανάληψη ευθύνης.   

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

ΠΩΣ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΦΤΙΣΤΗΚΕ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΛΗΞΕΙ ΛΑΚΗΣ


Στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς στην Άμφισσα - 1953
Δεν ξαναπήγα



Είχα τη σπάνια τύχη να γεννηθώ πρώτο εγγόνι και για τις δύο γονικές οικογένειες. Του πατέρα μου και της μάνας μου. Ο παππούς Βασίλης, πατέρας του πατέρα μου ζούσε, ενώ ο έτερος παππούς Αποστόλης είχε εγκαταλείψει τα εγκόσμια μερικά χρόνια πριν γεννηθώ.
 Πρώτο εγγόνι και αγόρι, η ονομασία μου ήταν δεδομένη, με τα ήθη της εποχής: Θα βαφτιζόμουν Βασίλης, και μάλιστα όχι ένας τυχαίος Βασίλης, αλλά Βασίλειος Ανδρέα Δεδουσόπουλος, με την ίδια ακριβώς σειρά ονομάτων που ταυτοποιούσαν  τον πρόγονο, καθώς ο πατέρας μου ήταν επίσης το πρώτο αγόρι της οικογένειας.
Όλα έτοιμα, λοιπόν, για τη βάφτιση και τότε έγινε το μοιραίο: Για άγνωστους σε μένα, ακόμα και σήμερα, λόγους, ο πατέρας μου τσακώθηκε με τον πατέρα του και, μάλιστα, ο τσακωμός ήταν δι΄ αλληλογραφίας, μια και ο δικός μου πατέρας υπηρετούσε ως ταχυδρομικός (ναι, είμαι γιος ταχυδρομικού υπαλλήλου και ανόητα σχόλια που θα με συνδέουν ή θα με παραλληλίζουν με διάσημο γιο άλλου ταχυδρομικού δεν θα ανεχτώ!) σε Λαύριο ή Τσιότι (Φαρκαδόνα σήμερα), ενώ ο παππούς ζούσε στην Άμφισσα, στα Σάλωνα, εκεί που σφάζαν τα αρνιά, ενώ παραδίπλα στο Χρυσό αποκλειστικά και μόνο κριάρια. (ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ: Όπως καταλάβατε ή υποψιάζεστε, η μακροσκελής και δαιδαλώδης αυτή πρόταση είχε ως σκοπό να καλύψει την άγνοιά μου τόσο για τα αίτια του τσακωμού, όσο και για την ακριβή τοποθεσία που μέναμε τότε, αλλά και τη μικρή ντροπή που νιώθω γιατί ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα να θέσω ερωτήματα και να λάβω απαντήσεις – σημάδι ελλιπούς επιστημονικής προδιάθεσης ).
Τσακώθηκαν λοιπόν, και σύμφωνα με την αφήγηση της μητρός μου, ο πατέρας μου γύρισε μπαρούτι μια ωραία μέρα και είπε με ύφος απόλυτα βαρύ: «Το παιδί θα πάρει το όνομα του πεθαμένου!»  
Ούτως δε γέγονεν, και σε μια σεμνή τελετή πήρα το όνομα του πεθαμένου παππού: ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ. Μάλιστα, νονούς είχα δύο βουλευτάδες, έναν από Φωκίδα και έναν από Τρίκαλα, πράγμα που ομολογώ δεν με ωφέλησε ιδιαίτερα, καθώς η σχέση μας διήρκεσε όσο και η τελετή. Πάει κι αυτό.
Έτσι, ο βέβαιος Βασίλης, έγινε Απόστολος, προς μεγάλη αγανάκτηση του πατρικού σογιού. Όμως, επειδή οι οικογενειακοί τσακωμοί και οι πικρίες δεν διαρκούν πολύ, η συμφιλίωση δεν βράδυνε. Έπρεπε, λοιπόν, να επισκεφθούμε τον παππού και τη γιαγιά στην Άμφισσα για να γνωρίσουν το πρώτο εγγόνι.
Πώς, όμως, να ειπωθεί στους συγγενείς έξω από τη στενή οικογένεια, τα ξαδέρφια, λ.χ., του πατέρα μου, τους γείτονες και τους οικογενειακούς φίλους, ότι το πρώτο εγγόνι του μπάρμπα Βασίλη το λένε Αποστόλη; Η μόδα της εποχής των υποκοριστικών (Μάκης, Σάκης, Τάκης, Λάκης, Άκης κοκ)και η σύμπτωση έφεραν τη λύση. Ο Απόστολος μετονομάστηκε σε Λάκης, ερήμην του και χωρίς να ερωτηθεί: Αποστολάκης – Λάκης, Βασιλάκης –Λάκης, το μοιραίο επήλθε.
Είπα η σύμπτωση. Για σκεφτείτε την περίπτωση τον παππού από της μαμάς τη μεριά να το έλεγαν με όνομα που δεν οδηγούσε σε Λάκης – Άκης; Ξενοφώντα, λόγου χάρη, Επαμεινώντα, Θησέα, ή, ακόμα χειρότερο, Πάρι; Τέλος καλό, όλα καλά και τα προσχήματα σωσμένα.

Χρόνια μετά στην εφηβεία μου πήγαμε στην Άμφισσα. Το σπίτι του παππού είχε πουληθεί, ο πατέρας μου δεν ήθελε να το δει σε ξένα χέρια, κάπου κάτω από το φρούριο μου είπε ήταν. Την ιστορία μου την είπαν, όταν διατύπωσα την απορία: Γιατί όσοι συναντούσαμε, φίλοι και συγγενείς, με φώναζαν «Βασιλάκη»;  
Δεν τους βγάλαμε από την άγνοιά τους. Μέχρι σήμερα, όταν σπανίως συναντώ το σόι αυτό - δυστυχώς πια μόνο σε κηδείες - εξακολουθούν να με φωνάζουν Βασιλάκη και εξακολουθώ να ανταποκρίνομαι και να αντιδρώ ως Βασίλης.       

Πολλά χρόνια αργότερα πήγαινα με καρδιοχτύπι το πρώτο άρθρο μου στον Πολίτη και στον Άγγελο Ελεφάντη. Ο Άγγελος ήταν στο μεγάλο τραπέζι του μοντάζ, έκοβε με το κοπίδι, κόλλαγε με την κόλλα, και έδινε μορφή στο περιοδικό. Πήρε το κείμενο, το διάβασε, εντάξει, μου είπε, εγώ κάθισα ημιανάπαυση βγάζοντας αθόρυβους στεναγμούς ανακούφισης, και εκείνος με κοίταξε πάνω από τα γυαλιά που πέφταν χαμηλά πάνω στη μύτη.
«Λάκης, τι Λάκης; Δε μ΄ αρέσει το όνομα αυτό» είπε.     
«Ούτε εμένα μου αρέσει», του είπα. «Αλλά τα ονόματα είναι σαν τα νομίσματα: Το κακό διώχνει το καλό», τόλμησα να αστειευτώ.
«Θα σε καθιερώσω Απόστολο», δήλωσε ο Άγγελος με επισημότητα, αδιαφορώντας για το ευφυολόγημά μου.
Χάρηκα πολύ. Ειλικρινά. Περίμενα την κυκλοφορία του περιοδικού πώς και πώς για δύο λόγους. Να δω τυπωμένο το πρώτο άρθρο μου στον Πολίτη και να δω το όνομά μου αποκαταστημένο.
Πήρα φρέσκο-φρέσκο το τεύχος ανά χείρας και με αγωνία γύριζα τις σελίδες, αδιαφορώντας για τον Πίνακα Περιεχομένων. Και να, το είδα: Ο μεγάλος τίτλος, το όνομά μου:
«Ο Άνταμ Σμιθ που γύρισε από τα θυμαράκια – του ΛΑΚΗ Δεδουσόπουλου»

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΝΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΕΡΓΟΙ

 1.            ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΕΡΓΙΑ
Οι στατιστικές πηγές καταγράφουν την ταχεία αύξηση των ποσοστών ανεργίας σε ολόκληρη τη χώρα και για όλες τις ομάδες του πληθυσμού. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι σύντομα ένας στους πέντε από αυτούς που ανήκουν στο εργατικό δυναμικό θα είναι άνεργος και άνεργη. Οι προοπτικές ανάκαμψης της οικονομίας είναι σαφώς αρνητικές, αλλά και στην περίπτωση που η ύφεση παραχωρήσει τη θέση της σε μια ασθενή ανάκαμψη, η ανεργία θα μείνει σε αυτά τα υψηλά επίπεδα ή και θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο.
Η ανεργία αυτής της έκτασης και διάρκειας συνεπάγεται τη δημιουργία, με μεγάλη ένταση, τριών ειδών προβλημάτων:
                Η πρώτη κατηγορία προβλημάτων θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως το μακροοικονομικό πρόβλημα. Η ύπαρξη ανέργων συνεπάγεται παραγωγή για την κοινωνία στο σύνολό της (την εθνική οικονομία) μικρότερη από εκείνη που θα ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει.
                Η δεύτερη κατηγορία προβλημάτων σχετίζεται με την άσκηση της κοινωνικής πολιτικής έναντι των ανέργων. Η ανεργία δεν είναι μια απλή οικονομική μεταβλητή. Πίσω από τα απρόσωπα μεγέθη, τα ποσοστά και τις τάσεις δηλώνονται ανθρώπινες υπάρξεις και καταστάσεις. Πώς επιβιώνουν αυτοί οι άνθρωποι, πώς εξασφαλίζουν τους αναγκαίους πόρους για την συντήρησή τους; Τι σημαίνει η διόγκωση της ανεργίας και η παράταση του χρόνου παραμονής σε κατάσταση ανεργίας για τις κοινωνικές δομές; Ποιες είναι οι επιπτώσεις στους θεσμικούς μηχανισμούς του κράτους πρόνοιας ή στην δομή και συνοχή της οικογένειας; Τι συνεπάγεται αυτή η διόγκωση για τις κοινωνικές πρακτικές που συνήθως περιλαμβάνονται κάτω από τον ασαφή τίτλο «παραοικονομικές δραστηριότητες»; Ποιες είναι οι συνέπειες αυτών των δραστηριοτήτων για τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος και την κοινωνική δυναμική; Αλλά, και τι σημαίνει για τον άνεργο η κατάσταση της ανεργίας, ποιες είναι οι ψυχολογικές της συνέπειες και πώς επηρεάζει την αυτοεκτίμησή του και τις συμπεριφορές του, την καθημερινότητά του, δηλαδή;
                Η τρίτη κατηγορία προβλημάτων αφορά την επίπτωση της αυξημένης ανεργίας και της διόγκωσης της παρατεταμένης και εμμένουσας ανεργίας πάνω στα μεγέθη και τις λειτουργίες της αγοράς εργασίας. Πώς επηρεάζονται τα μεγέθη (το εργατικό δυναμικό, η απασχόληση, το επίπεδο των μισθών και οι μισθολογικές διαφορές, η παραγωγή και η παραγωγικότητα), οι θεσμοί (τα συνδικάτα, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, το εκπαιδευτικό σύστημα), οι πρακτικές (η πολιτική προσλήψεων-απολύσεων, η διάρθρωση των εσωτερικών αγορών εργασίας, οι εργατικές διεκδικήσεις, η συχνότητα, τα αιτήματα και η ένταση των απεργιών) από την ανασφάλεια της απασχόλησης και την πιθανότητα μείωσης του βιοτικού επιπέδου που συνεπάγεται ένα υψηλό επίπεδο ανεργίας και ένας μεγάλος χρόνος παραμονής στην ανεργία;
                Καμία από τις πιο πάνω ομάδες προβλημάτων δεν είναι ανεξάρτητη από τις λοιπές. Βεβαίως, το πολιτικό σύστημα φαίνεται να αγνοεί τόσο την ένταση, όσο και την έκταση του προβλήματος της ανεργίας, όπως και την πολλαπλότητα των συνεπειών της. Αντιθέτως, χρησιμοποιεί την ανεργία ως μηχανισμό διασφάλισης της παθητικής συναίνεσης, αλλά και ως ευκαιρία ανασύνθεσης και αναβίωσης παραδοσιακών και παρωχημένων μηχανισμών άγρας εκλογικής πελατείας (ΜΚΟ).
                Όμως, τι σημαίνει να είσαι άνεργος; Πώς αισθάνεται ένας εργαζόμενος που χάνει τη δουλειά του σε μια ηλικία που η εργασιακή αποκατάσταση είναι πιο δύσκολη από το να κερδίσει κάποιος το λαχείο; Ποιες συμπεριφορές εντέλλεται η βιωμένη ανεργία; Τι σημαίνει αυτό το τρομακτικό ποσοστό ανεργίας των νέων για την επαγγελματική τους ζωή;
                Ας εστιαστούμε σ΄αυτά τα ερωτήματα, όσο επιτρέπει ο χώρος.

2.            ΤΟ ΣΚΛΗΡΟ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑ
Η ανεργία δε θέτει σε κίνδυνο μόνο το επίπεδο διαβίωσης του άνεργου, καθώς στερείται των αναγκαίων χρηματικών πόρων που ήταν διαθέσιμοι διά του μισθού. Ακυρώνει τον χωρο-χρονικό διαχωρισμό που είναι σύμφυτος με την εμπέδωση της μισθωτής εργασίας ως κυρίαρχης κοινωνικής μορφής εργασίας. Ο διαχωρισμός του χώρου σε χώρο εργασίας και χώρο της ιδιωτικής ή δημόσιας ζωής, ο χωρισμός του χρόνου σε χρόνο αφιερωμένο στην εργασία έναντι αμοιβής και σε χρόνο «ελεύθερο», αφιερωμένο στις λοιπές υποχρεώσεις και καθήκοντα ουσιαστικά, ακυρώνεται για να αφήσει στη θέση του έναν ενιαίο χωρο-χρόνο, ο οποίος, αντί να διαθέτει στοιχεία ατομικής ελευθερίας, αποκτά τα χαρακτηριστικά του κενού. Εν μέρει γιατί ο «ελεύθερος» χρόνος και η επιτέλεση των καθηκόντων απαιτούν χρηματικούς πόρους για να αποκτήσουν περιεχόμενο στις σύγχρονες καταναλωτικές κοινωνίες.
                Ουσιαστικά, όμως, το κενό δεν μπορεί να καλυφθεί δια της κατανάλωσης, ακόμα και αν αυτή ήταν εφικτή. Η απόλυση ή η άρνηση πρόσληψης δηλώνουν με κατηγορηματικό τρόπο στον άνεργο και στον οικογενειακό και κοινωνικό του περίγυρο ότι η εργασία του δεν χρειάζεται στην οικονομία, ότι ο ίδιος είναι περιττός. Δεν υπάρχει θέση διαθέσιμη στην κοινωνία.
                Απαξίωση και απόρριψη. Το αίσθημα της απαξίωσης και της απόρριψης είναι βαθειά τραυματικό στον άνεργο. Οδηγεί σε ψυχικές διαταραχές, με κυριότερη την κατάθλιψη, όπως μελέτες ψυχιάτρων έχουν αποδείξει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930. Δεν είναι η εργασία του άχρηστη, είναι ο ίδιος άχρηστος. Να σημειώσω εν τάχει ότι η κρατούσα οικονομική θεωρία και η εφαρμοζόμενη πολιτική αντιμετωπίζουν τον άνεργο ως υπεύθυνο για την ανεργία. Να θυμίσω την έννοια του «απασχολήσιμου» και των νοηματικών συνεπαγωγών της. Η ενοχοποίηση του θύματος για να διασωθεί ο ένοχος δεν είναι ένα δικαστικό δράμα, χιλιοπαιγμένο στις δικαστικές αίθουσες και στην τέχνη, παίζεται καθημερινά και υπόγεια, αλλά κραυγαλέα και βοερά, στον δημόσιο λόγο. Ο άνεργος, άλλωστε, δεν μιλά δημοσίως, δεν έχει λόγο στα συνδικάτα, στην πολιτική, στον τύπο, στην τηλεόραση.
                Ο άνεργος ιδιωτεύει. Προσπαθεί να επιβιώσει λάθα. Στο κλειστό σπίτι, σε μακρινές διαδρομές που η συνάντηση με γνωστούς και συναδέλφους να είναι απίθανη, στη δημιουργία μιας εικονικής αναπαράστασης του εαυτού του, ενσυνείδητα ψεύτικης, ενός «δήθεν». Η οργάνωση της σχιζοφρένειας δεν είναι θέμα, επίσης, κινηματογραφικών ταινιών. Είναι η απτή πραγματικότητα.
                Τα σκληρά. Αλκοολισμός, ναρκωτικά, επιθετικότητα, διάλυση της οικογένειας. Περιθώριο. Ισορροπώντας σε τεντωμένο σκοινί, ο άνεργος, ανάμεσα στην ατομική του αξιοπρέπεια, όση διαθέτει και όση του έχει απομείνει, και στην ανάγκη επιβίωσης, διαισθάνεται ότι τα όρια μεταξύ του καλού και του κακού, του κοινωνικά αποδεκτού και του κοινωνικά μη αποδεκτού, έχουν γίνει ασαφή. Και αυτή η ασάφεια των ορίων καθιστά πρόσφορη τη διάβαση από το εδώ στο εκεί.

3.            ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΤΙ;
Η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει σήμερα προβλήματα τεράστια, καθώς στερείται των αναγκαίων θεσμικών μηχανισμών που υποδέχονται τα θύματα της ανεργίας. Δεν έχουμε επιδόματα ανεργίας, δεν έχουμε προνοιακά βοηθήματα, δεν έχουμε κοινωνικές υπηρεσίες, μειώνουμε την πρόσβαση στην εκπαίδευση, την υγεία και τη φροντίδα των απόμαχων. Αντί της καταστολής της ανεργίας επιλέγεται η καταστολή των ανέργων, των ενδεχομένων κινδύνων που συνεπάγεται για τη δημόσια τάξη αυτός ο τεράστιος αριθμός ανέργων. Πιστεύουν οι κρατούντες ότι η συνεκτικότητα της ελληνικής οικογένειας είναι ικανή να διαφυλάξει τα μέλη της από τη δοκιμασία της ανεργίας. Πλάνη μεγάλη. Η σύγχρονη ελληνική οικογένεια αδυνατεί πλέον να αναπληρώνει την ηχηρή απουσία της κοινωνικής πολιτικής.
                Η ανάγκη οι άνεργοι ως σύνολο και ως άτομα, καθένας ξεχωριστά, να αισθανθεί χρήσιμος στην κοινωνία ξανά, πολίτης με λόγο, άξιος σεβασμού από όλους μας, είναι τόσο προφανής. Ας είμαστε στο πλευρό τους. Η μάχη κατά της ανεργίας δεν είναι μόνο οικονομική, είναι πρωτίστως πολιτική και ηθική. Αλλιώς, ίσως, αύριο, να είμαστε κι εμείς και τα παιδιά μας, ένας ακόμα αριθμός στις στατιστικές καταγραφές της ανεργίας.          

Τρίτη, 13 Σεπτεμβρίου 2011

ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟ (2η Εκδοχή)

Η πολύ καλή δημοσιογράφος μου επιμελείται την εκπομπή Θηρία Ενήμερα μας γνωστοποίησε μέσω Facebook ένα νέο "άθλο" της νέας τεχνολογίας στο μικρό χωριό μας, τον πλανήτη Γη. Το Google streets, ή κάπως έτσι, δημοσιοποίησε τη φωτογραφία μιας γυναίκας που βγαίνει γυμνή από την πόρτα του σπιτιού της (στην πραγματικότητα, στην πίσω αυλή της) για να αντικρίσει έκπληκτη, και πανικόβλητη, τον φωτογραφικό φακό.
Εύλογοι οι συνειρμοί και οι αναλύσεις. Ζούμε σε μια κοινωνία που ο καθένας από μας, εκούσια ή ακούσια, είναι εκτεθειμένος σε κάθε πτυχή της προσωπικής του ζωής. Ο Μεγάλος Αδελφός διαθέτει τον πανοπτικόν οφθαλμό, όλα τα βλέπει, αλλά και όλα τα ακούει και, κυρίως, όλα τα αποθηκεύει. Και όλα είναι δυνητικά αξιοποιήσιμα σε έναν σημερινό ή αυριανό εκβιασμό ή "συναλλαγή", όπως λέγεται στους καλούς κύκλους, ή στη μεροληπτική αντιμετώπιση ατόμων που οι απόψεις τους δεν αρέσουν, που η συμπεριφορά τους προκαλεί την άρχουσα ηθική, που οι συνήθειές τους κρίνονται ως κατακριτέες.
Δε χρειάζεται να κουράσουμε πολύ το μυαλό μας για να ανασύρουμε πληθώρα υποθέσεων. Αρκεί να δούμε τις καθημερινές εφημερίδες, να παρακολουθήσουμε τις εκπομπές στην τηλεόραση. Από τα ροζ σκάνδαλα του Λευκού Οίκου ως τα κατορθώματα του Μπερλουσκόνι, από τις υποκλοπές του τηλεφώνου του τ. πρωθυπουργού της Ελλάδας ως τις βουτιές στην πισίνα του μεθυσμένου πρίγκιπα της κραταιάς, πλην γηραιάς, Αλβιόνος.
Άλλωστε, ο κανόνας ότι η ιδιωτική ζωή του άλλου δεν πρέπει να μας αφορά, έχει, ως κανόνας, τις κρίσιμες εξαιρέσεις του. Τα πολιτικά πρόσωπα, ως κατ΄εξοχήν και εξ ορισμού δημόσια πρόσωπα, είναι υπόλογα για τις ιδιωτικές πράξεις ή παραλείψεις τους, καθώς μαρτυρούν για το ατομικό τους ήθος. Η γυναίκα του Καίσαρα έπρεπε να μην είναι μόνον, αλλά και να φαίνεται στα μάτια των Ρωμαίων πολιτών, τίμια. Ο πολιτικά κυρίαρχος Περικλής αναγκάστηκε να υπερασπιστεί τη σχέση του με την Ασπασία στην Εκκλησία του Δήμου. Στα μικρά χωριά της Ρώμης και της Αθήνας όλοι γνώριζαν. Και οι κίνδυνοι για τους άρχοντες που προέτασσαν το ιδιωτικό σε βάρος του δημοσίου ήταν αυτονόητοι. 
Σήμερα ο σύζυγος ή ο σύζυγος, ο εραστής ή η ερωμένη, μπορούν να κερδοσκοπούν στο περιθώριο των δημόσιων λειτουργιών που ασκεί ο καλός ή η καλή υπουργός ή επίτροπος. Και αυτά είναι γνωστά, μόνο που δεν είναι κοινώς γνωστά, δεν τα ξέρουν όλοι. Η πληροφορία είναι ακριβή και πολύτιμη. Κυρίως είναι εξαργυρώσιμη. Ανταλλάσσεται με πολιτικές αποφάσεις, αναθέσεις, προνομιακή μεταχείριση. Αυτά τα βλέπουμε όλοι, τα ξέρουμε όλοι, ή τουλάχιστον, τα υποπτευόμαστε. Αλλά η απόδειξη δεν υπάρχει, αν και υπαρκτή. Αν δημοσιοποιηθεί, η ανταλλακτική της αξία χάνεται. 
Στη φωτογραφία του Google η άτυχη γυναίκα αναγκάζεται να γίνει δημόσιο θέαμα χωρίς να υπάρχει δημόσιο συμφέρον, πέραν από αδηφάγα ένστικτα. Κανενός από μας η ζωή δεν αλλάζει στο ελάχιστο από το αν είναι όμορφη ή άσχημη, λεπτή ή χονδρή, με μεγάλο στήθος ή με μικρό. Αλλάζει η δική της, ίσως, αισθανόμενη παγιδευμένη σ΄ένα βίαιο και απρόκλητο "αστείο", έχοντας να αντιμετωπίσει τη χλεύη ή τη συμπάθεια των οικείων και των γειτόνων.
Αν κάτι όφειλε να αλλάξει στη ζωή μας είναι να κατανοήσουμε αυτήν την έκφραση πανικού που αποτυπώνεται στο πρόσωπό της.
Ο ιδιωτικός χώρος καταλύεται, λοιπόν, μετατρέπεται σε δημόσιο. Τα όρια μεταξύ τους γίνονται όλο και λιγότερο σαφή. Για τον απλό άνθρωπο, όμως, μόνο, τον καθημερινό, αυτόν της διπλανής πόρτας, τον «ανώνυμο», κατά την αντιπαραθετική χρήση του «επώνυμου». Και αυτή η μετατροπή έχει όνομα: λέγεται ακραία εμπορευματοποίηση του ιδιωτικού χώρου, των προσωπικών μας στιγμών, των ευαισθησιών και συναισθημάτων μας, εν κατακλείδι, ολόκληρης της ζωής μας. Άνευ αξίας για το δημόσιο ως οντότητα, αποκτά την τρέχουσα ανταλλακτική αξία ως στιγμιαία εικόνα.
Ο καπιταλισμός, η αγορά προϊόντων και η αγορά εργασίας, οργάνωσε συστηματικά τον χωρο-χρονικό διαχωρισμό του ιδιωτικού και του δημόσιου μόνο για να τον καταλύσει.  

Τετάρτη, 10 Αυγούστου 2011

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ; ΜΙΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΓΕΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΤΡΕΧΟΥΣΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ

Το working paper του Φιλανδού συναδέλφου εξετάζει τη σχέση μεταξύ μεγέθους του ανδρικού μορίου και της ανάπτυξης (GNP).
Επισημαίνω ότι σκοπίμως γελιοποιεί την τρέχουσα οικονομική φιλολογία - και το κάνει καλά, με όλους της τους κανόνες.
Μια μικρή δικαίωση για μένα και το προ 20ετίας πόνημά μου για την Πολιτική Οικονομία της Ερωτικής Πράξης, που θα το βρήτε επίσης εδώ. 

http://www.scribd.com/doc/60297062/Male-Organ-and-Economic-Growth

Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΣΗΜΕΡΑ

Κείμενο γραμμένο πριν 20 χρόνια σχεδόν. Δυστυχώς τραγικά επίκαιρο. Γιατί οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι το κακό δεν έρχεται από τα "έξω". Το έχουμε ήδη προετοιμάσει, με πράξεις και παραλείψεις.

ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ, ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

Θεωρώ αναγκαίο, προκειμένου να ειπωθούν ορισμένα πράγματα έστω και με επιγραμματικό τρόπο, να κάνω μια εισαγωγική διάκριση. Ο τίτλος αυτής της θεματολογικής ενότητας περιλαμβάνει δύο έννοιες αμφίσημες: Τόσο η έννοια της διεπιστημονικότητας, όσο και η έννοια της εξειδίκευσης προσλαμβάνουν αντιθετικές σηματοδοτήσεις, τουλάχιστον σε πρακτικό επίπεδο. Δεν θεωρώ, δηλαδή, ότι υπάρχει μόνο μία αντιπαράθεση μεταξύ της "διεπιστημονικότητας" προς την "εξειδίκευση", αλλά ότι, σε αυξανόμενο βαθμό, μπορούμε να εντοπίσουμε αντιθετικές τάσεις στο εσωτερικό αυτών των χώρων. Θα δηλώσω εξ αρχής τις αντιθετικές τάσεις που χαρακτηρίζουν την έννοια της εξειδίκευσης για να περιορισθώ σε μία μόνο παρατήρηση αργότερα ως προς την διεπιστημονικότητα.
            Νομίζω ότι μπορούμε βάσιμα να υποστηρίξουμε ότι με την έννοια εξειδίκευση περιλαμβάνουμε αφ' ενός την ειδικευμένη γνώση στα πλαίσια ενός επιστημονικού κλάδου, αφ' ετέρου την επαγγελματική γνώση, δηλαδή το σύνολο των θεωρητικών γνώσεων, τεχνικών και πρακτικών που προετοιμάζουν ή και εξασφαλίζουν την άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος. Αν και υπάρχει μια κάποια επικάλυψη, θέλω να σημειώσω ότι οι δύο αυτές χρήσεις της έννοιας δεν είναι ταυτόσημες. Είναι χρήσιμο, επομένως, να γνωρίζουμε για ποιά ακριβώς έννοια "εξειδίκευσης" μιλάμε σήμερα και να την ορίζουμε ρητά.
            Σε σχέση με την διάκριση αυτή και για να διευκολύνω την σύντομη ανάπτυξη των απόψεών μου θα ήθελα να παρουσιάσω μιά παρατήρηση εμπειρικού χαρακτήρα, μιά θέση που φαίνεται να προκύπτει από την παρατήρηση, μια θέση ερμηνευτική και συνάμα πολιτική, και την αντίκρουση αυτής της θέσης.
            Πρώτα η παρατήρηση: Το εκπαιδευτικό σύστημα σε όλες τις βαθμίδες του υπόκειται σε μια γενικευμένη κριτική. Οι επικρίσεις προς το εκπαιδευτικό σύστημα εμφανίζονται σε όλες τις χώρες, ιδιαίτερα στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, και προέρχονται από το σύνολο των εχόντων λόγο για τα σχετικά ζητήματα: κυβερνήσεις, κόμματα, ΜΜΕ, και ειδικοί επιστήμονες παραδέχονται και επισημαίνουν την κρίση του εκπαιδευτικού συστήματος εδώ και αρκετά χρόνια. Η επίκριση που του απευθύνεται, συνήθως, τονίζει την αναντιστοιχία μεταξύ των γνώσεων που παρέχει και του είδους του εργατικού δυναμικού που καταρτίζει σε σχέση με τις ανάγκες μιας μεταβαλλόμενης, δηλαδή δυναμικής, αγοράς εργασίας.
            Η θέση που προκύπτει από αυτή την παρατήρηση φαίνεται να εξαντλεί την ανάλυση της κρίσης του εκπαιδευτικού συστήματος σε μια άρνηση εκσυγχρονισμού. Η αγορά εργασίας είναι το δυναμικό σύστημα που εξελίσεται ακολουθώντας τις μεταβολές στην παραγωγή και την τεχνολογία, ενώ το εκπαιδευτικό σύστημα παραμένει στάσιμο και απροσάρμοστο. Προς ενίσχυση αυτής της κριτικής γίνεται επίκληση μιας αυξανόμενης την τελευταία δεκαετία φιλολογίας για την αγορά εργασίας και την ανεργία, που θεωρεί την ανεργία ως, κατά κύριο λόγο, διαρθρωτική, οφειλόμενη στην αναντιστοιχία μεταξύ των προσόντων και των δεξιοτήτων των ανέργων και των αναγκών που καθορίζει η παραγωγή.
            Ως μόνη λύση προτείνεται η άρση αυτής της στασιμότητας, η προώθηση της προσαρμοστικότητας του εκπαιδευτικού συστήματος, αυτό, δηλαδή, που ονομάσθηκε "επιχειρηματική κατεύθυνση" του πανεπιστημίου ή τάση επαγγελματοποίησης της εκπαίδευσης γενικότερα.
            Σε ό,τι αφορά την τριτοβάθμια και, ειδικότερα, την πανεπιστημιακή εκπαίδευση η πιο πάνω λύση σημαίνει δύο συμπληρωματικές κατευθύνσεις: Πρώτον, την άμεση εμπλοκή της πανεπιστημιακής έρευνας με την επιχειρηματική έρευνα, τόσο την βασική, όσο και την έρευνα ανάπτυξης, γεγονός που επιφέρει, ή μάλλον, επιτείνει το γεωγραφικό και ενδοπανεπιστημιακό καταμερισμό του είδους και της ποιότητας της πανεπιστημιακής έρευνας με συνακολουθες επιπτώσεις στην ανάπτυξη της ερευνητικής δραστηριότητας κατά τομέα και ίδρυμα. Η τάση που προκύπτει είναι η διεύρυνση των ανισοτήτων μεταξύ των ιδρυμάτων και μεταξύ ερευνητικών χώρων μέσα στα ιδρύματα. Εν προκειμένω, η ανάλυση του τρόπου συγκρότησης των ερευνητικών ομάδων, της θεματολογίας και του εσωτερικού καταμερισμού εργασιών στα πλαίσια των προγραμμάτων διαπανεπιστημιακής συνεργασίας που προωθούνται από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και διαφωτιστική. Προσωπικά πιστεύω ότι μια τέτοια ανάλυση θα επιβεβαίωνε την άποψη που διαισθητικά - αν και όχι απόλυτα διαισθητικά - υποστηρίζω εδώ. Αλλά, στο ζήτημα αυτό δεν θα επεκταθώ.
            Δεύτερον, και αυτό αφορά το έτερο σκέλος της παραγωγής του πανεπιστημίου, η προτεινόμενη λύση υποστηρίζει την παραγωγή καταλλήλων ειδικοτήτων, δηλαδή ανθρώπων με γνώσεις που ζητούνται στην αγορά εργασίας. Στην Ελλάδα, αλλά και στα ξένα πανεπιστήμια, αυτό έχει σημάνει δύο πού συγκεκριμένα πράγματα: Αύξηση των εξειδικεύσεων σε προπτυχιακό επίπεδο και δημιουργία νέων γνωστικών αντικειμένων με σαφή επαγγελματικό προσανατολισμό σε πανεπιστημιακό επίπεδο.
            Νομίζω ότι σε σχέση με τα νέα γνωστικά αντικείμενα έχει προκύψει μια νέα πρακτική εφαρμογή της διεπιστημονικής γνώσης που ελάχιστα έχει απασχολήσει τον πανεπιστημιακό χώρο, αν και, πιστεύω, ότι είναι ένα εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα. Θα επανέλθω αμέσως σ' αυτό, αφού προσπαθήσω να στοιχειοθετήσω την αντίθεσή μου στην πιο πάνω θέση.
            Θα υποστηρίξω ότι η θέση της αναντιστοιχίας μεταξύ παραγομένων γνώσεων στο πανεπιστήμιο και αναγκών της αγοράς είναι λανθασμένη και ως προς την ερμηνεία που δίνει στην κρίση, ή, πιο σωστά, στην γενικευμένη αμφισβήτηση, του εκπαιδευτικού συστήματος και ως προς τις πολιτικές λύσεις που συνεπάγεται.
            Η ερμηνεία είναι λανθασμένη γιατί αντιλαμβάνεται τον χώρο της εκπαίδευσης σαν να ήταν ένα αυτόνομο σύστημα, πλήρως ανεξάρτητο από την παραγωγική δομή και την κοινωνική δυναμική, το οποίο, όμως, υπόκειται σε λειτουργικό καθορισμό από την αγορά εργασίας. Μ' άλλα λόγια, το εκπαιδευτικό σύστημα θεωρείται ως ένας ειδικός και ανεξάρτητος μηχανισμός παραγωγής δεξιοτήτων και γνώσεων προορισμένων να τύχουν άμεσης αξιοποίησης στην παραγωγική διαδικασία. Το εκπαιδευτικό σύστημα θεωρείται ως ένα σύστημα παραγωγής επαγγελμάτων, γεγονός που περιορίζει εξαιρετικά τον ρόλο του στην συνολική διαδικασία κοινωνικής αναπαραγωγής. Το εκπαιδευτικό σύστημα όντως προσδιορίζει επαγγελματικές κατηγορίες, δεν υπάρχει αμφιβολία γι' αυτό, αλλά αυτός ο προσδιορισμός ούτε αποτελεί την μοναδική λειτουργία του, ούτε γίνεται στη βάση μιας μονοσήμαντης αντιστοίχησης. Στο βαθμό που το εκπαιδευτικό σύστημα προσδιορίζει επαγγέλματα, αυτό γίνεται βάσει ενός αρνητικού ορισμού, ενός αποκλεισμού, των δυνατοτήτων άσκησης του επαγγέλματος: Το πτυχίο, και αυτό ισχύει μόνο για ορισμένα επιστημονικά επαγγέλματα, αποκλείει άτομα που δεν το κατέχουν από το να ασκήσουν το επάγγελμα, δεν συνεπάγεται, όμως, de facto άσκηση του επαγγέλματος απο τους πτυχιούχους. Το αν το επάγγελμα θα ασκηθεί ή όχι από τον πτυχιούχο εξαρτάται από μια πληθώρα παραγόντων που προσδιορίζουν τις δυνατότητες πρόσβασής του σε συγκεκριμένες θέσεις απασχόλησης και κυρίως εξαρτάται από την δυναμική της δομής απασχόλησης. Αν η δομή της απασχόλησης συρρικνώνεται ή, έστω, δεν αναπτύσσεται με ικανοποιητικούς ρυθμούς, αν οι σχέσεις των τμημάτων που την αποτελούν και η συνολική δυναμική είναι δυσμενής για την απασχόληση πτυχιούχων γενικώς ή ορισμένων πτυχιούχων, το πρόβλημα δεν αφορά το εκπαιδευτικό σύστημα ή, πάντως, το αφορά σε περιορισμένο βαθμό. Αντίθετα, η επικρατούσα άποψη καταλήγει σε μια μετατόπιση της κρίσης από μια κρίση εντοπισμένη στην οικονομική δυναμική σε μια, μερική, κρίση ενός θεσμού, σε μια εξωτερίκευση των μηχανισμών κρίσης από τον χώρο της οικονομίας στον χώρο της εκπαίδευσης.
            Η επικρατούσα τάση επαγγελματοποίησης της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης το μόνο που καταφέρνει είναι ουσιαστικά να δημιουργεί μια μόνιμη κατάσταση κρίσης στο εκπαιδευτικό σύστημα και ειδικότερα στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Πρόκειται για την τεχνητή δημιουργία μιας κρίσης νομιμοποίησης του ρόλου και των θεσμών της εκπαίδευσης και μάλιστα στο όνομα της αντιμετώπισης μιας υποτιθέμενης κρίσης λειτουργικότητας.
            Αλλά ακόμα και αν δεχθούμε αυτή την αντίληψη για τον ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος και του πανεπιστημίου ως μηχανισμού παραγωγής επαγγελμάτων, αν εξετάσουμε τις μεταβολές που εμφανίζονται στην οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας, η τάση για μεγαλύτερη εξειδίκευση σε προπτυχιακό, τουλάχιστον, επίπεδο είναι ελάχιστα δικαιολογημένη. Οι μεταβολές στην οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας για τα επαγγέλματα που προϋποθέτουν πανεπιστημιακή μόρφωση δεν φαίνεται να οδηγούν στην ένταση των εξειδικεύσεων, αλλά στην συγκέντρωση των καθηκόντων στα ανώτερα και στα μεσαία στρώματα της ιεραρχίας. Οι μεταβολές στις τεχνικές φαίνεται να επηρεάζουν περισσότερο τον τρόπο εργασίας των στελεχών, παρά των απλών εργαζομένων, και οι απαιτήσεις είναι για την παραγωγή στελεχών που μπορούν να αναλάβουν μια πληθώρα καθηκόντων ταυτόχρονα, παρά εξειδικευμένων σε ένα τομέα.
            Αυτή η παρατήρηση μας οδηγεί στα ζητήματα της διεπιστημονικότητας. Νομίζω ότι δεν απέχω πολύ από την πραγματικότητα όταν υποστηρίζω ότι. μέχρι σήμερα, η διεπιστημονική γνώση πρακτικά έχει θεωρηθεί ως παραθετική αντιμετώπιση των προβλημάτων και δεν έχει οδηγήσει στην συνθετική αντίληψη της πραγματικότητας. Μιλώντας αυστηρά για τις κοινωνικές επιστήμες, η έννοια της διεπιστημονικότητας έχει στρεβλωθεί σε σημείο να σημαίνει την επιλεκτική χρήση, συχνά, αντιφατικών θεωριών και πορισμάτων που προέρχονται από διάφορους γνωστικούς χώρους, παρά την ανάλυση του ενιαίου κοινωνικού γεγονότος, το αίτημα για μια ενιαία κοινωνική επιστήμη. Ο παραθετικός και ασύνδετος χαρακτήρας των "γνωστικών" αντικειμένων εμφανίζεται με ιδιαίτερη ένταση στα νέα τμήματα που δημιουργούνται αφ' ενός ως αποτελέσματα της τάσης επαγγελματοποίησης του πανεπιστημίου και αφ' ετέρου με την de facto αναγνώρισή του διεπιστημονικού χαρακτήρα των νέων τμημάτων. (Νομίζω ότι είναι αρκετά σαφές ότι τα νέα τμήματα, όσα τουλάχιστον ιδρύονται σε παλαιά πανεπιστημιακά ιδρύματα, εμφανίζουν ένα διεπιστημονικό αντικείμενο σπουδών).
            Ερχομαι, συνεπώς, σε ένα κρίσιμο ζήτημα που δεν αφορά μόνο τα νέα τμήματα, αν και σε αυτά ίσως το πρόβλημα να είναι πιό σοβαρό. Στο ελληνικό πανεπιστήμιο συναντάμε την μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης εξειδικευμένων μαθημάτων σε προπτυχιακό επίπεδο. Αυτό ισχύει τόσο για τα υποχρεωτικά, όσο και για τα κατ' επιλογή μαθήματα που προσφέρονται. Ο μεγάλος όγκος εμφάνισης των εξειδικευμένων μαθημάτων στα προγράμματα σπουδων κατά κανόνα γίνεται με τον περιορισμό του χρόνου διδασκαλίας των βασικών μαθημάτων κάθε επιστημονικού αντικειμένου - και όχι, κατ' ανάγκη, με το περιορισμό των μαθημάτων που στοχεύουν στην απόκτηση τεχνικών. Θεωρώ ότι το σημείο καμπής εμφανίζεται με την εφαρμογή του προηγούμενου νόμου για τα ΑΕΙ, του 1268/82. Η μετατροπή του ετησίου μαθήματος σε εξαμηνιαίο, δεν μείωσε μόνο τον χρόνο διδασκαλίας, αλλά έχει εξαφανίσει κυριολεκτικά τον αναγκαίο χρόνο εμπέδωσης του μαθήματος. Πριν, λοιπόν, περατωθεί μια ασθμαίνουσα διδασκαλία, χωρίς δυνατότητα επισκοπήσεων, ασκήσεων, επαναλήψεων κλπ οι φοιτητές καλούνται σε εξετάσεις σε βασικά μαθήματα (έξη κατα μέσο όρο σε κάθε εξάμηνο, δώδεκα ετησίως) το οποία καλούνται όχι μόνο να έχουν μάθει ώστε να ικανοποιήσουν τα κριτήρια των εξεταστών, αλλά και να έχουν ανακαλύψει τη σχέση με μια πληθώρα επιλογών και εξειδικευμένων μαθημάτων που προσφέρονται στη συνέχεια. Αν προσθέσουμε και την σύνηθη παραθετική διεπιστημονικότητα καταλήγουμε σε ένα χάος και σε μια απορία που εσφαλμένα αποδίδεται στους φοιτητές. Πρόκειται για το χάος του προγράμματος σπουδών και την απορία των διδασκόντων.
            Είπα προηγουμένως ότι η καμπή εμφανίζεται με την καθιέρωση των εξαμήνων. Πιό σωστά, με την κατάργηση της έδρας. Οχι γιατί θα συνηγορήσω υπέρ του θεσμού της έδρας, αλλά γιατί έχω την ευκαιρία να αναφέρω άλλη μια κοινοτυπία, χρήσιμη όμως, εφ' όσον θέλουμε να την ξεχνάμε. Και μ' αυτή να ολοκληρώσω την αντίκρουση της επικρατούσας αντίληψης για την κατεύθυνση που οφείλει να πάρει το πανεπιστήμιο. Σε πρακτικό επίπεδο οι προσπάθειες μεταρρύθμισης του πανεπιστημιακού χώρου εξαντλούνται σε διοικητικές μεταβολές που αγνοούν την εσωτερική δυναμική του πανεπιστημίου και του εκπαιδευτικού συστήματος, τις εσωτερικές αντιφάσεις και τον σύνθετο τρόπο με τον οποίο εσωτερικεύει ο χώρος της εκπαίδευσης τις κοινωνικές αντιφάσεις και την κοινωνική κρίση. Ο νόμος 1268/82 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα προς μελέτη, αλλά θα αρκεσθώ εδώ σε ένα σημείο που σχετίζεται ευθέως με τα πιό πάνω: Η κατάργηση της έδρας είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στην θέση της όχι μια συλλογικότητα, όπως μπορούσε να ήταν ο τομέας, αλλά ένας αστερισμός αυτόνομων "εδρών", ιδιαίτερα για τα ζητήματα που σχετίζονται με το πρόγραμμα σπουδών. Αποτέλεσμα ήταν η περιστολή των βασικών μαθημάτων, που αν και αναγκαία είναι "βαρετά" και εκτός των ερευνητικών ενδιαφερόντων, η πληθωρική ανάδειξη εξειδικευμένων μαθημάτων, η έλλειψη συνοχής των προγραμμάτων. Αποτέλεσμα να διδάσκουμε στα πανεπιστήμια πορίσματα ερευνών, αλλά όχι πώς φθάνουμε στα πορίσματα αυτά, να περιγράφουμε τις θεωρίες χωρίς να τις αναλύουμε, χωρίς να εντοπίζουμε ποιές είναι οι αναφορές και οι προϋποθέσεις των επιστημών μας, αρκούμασθε στην παράθεση χωρίς την σύνθεση, χωρίς να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις μιας κριτικής αντιμετώπισης της θεωρίας και των πορισμάτων της.
            Αυτό, θεωρώ, ότι είναι το μείζον πρόβλημα, γιατί ουσιαστικά δημιουργούμε πτυχιούχους που εξοπλίζονται μόνο με τεχνικές στατιστικού χαρακτήρα και κάποια ασύνδετα συμπεράσματα σύγχρονων ερευνητικών προγραμμάτων. Πάντως, φοβάμαι, ότι δεν τους εξοπλίζουμε με την αναγκαία προσαρμοστικότητα που θα τους επιτρέψει μια μεγαλύτερη ευελιξία στην επαγγελματική τους ζωή. Κατά κάποιο τρόπο η έμφαση στην επαγγελματοποίηση του πανεπιστημίου ενδέχεται να οδηγήσει στην ακόμη μεγαλύτερη κρίση επαγγελματικής αποκατάστασης των αποφοίτων του.