Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Σάββατο, 21 Νοεμβρίου 2015

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ - ΝΙΚΗΤΑ ΑΛΙΠΡΑΝΤΗ - ΑΝΕΛΕΥΘΕΡΟΣ Ο 21ος ΑΙΩΝΑΣ;


Χθες βράδυ έγινε η παρουσίαση του νέου βιβλίου του ομότιμου καθηγητή Νικήτα Αλιπράντη. Ο συγγραφέας με τίμησε ζητώντας να συμμετάσχω στην εκδήλωση και να σχολιάσω το βιβλίο του. Μαζί ήταν και οι συνάδελφοι Ανδρέας Λύτρας, Χριστίνα Καρακιουλάφη και Δημοσθένης Δασκαλάκης. 

Κάθε παρουσίαση είναι μεροληπτική, Αθώα ανάγνωση δεν υπάρχει. Καμία βιβλιοκριτική δεν μπορεί να αναπληρώσει την πρωτογενή σχέση του αναγνώστη με το κείμενο.

Κι αφού σας προειδοποίησα, ιδού τι - περίπου - είπα: 


ΑΝΕΛΕΥΘΕΡΟΣ Ο 21ος ΑΙΩΝΑΣ;

ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΥΣ


ΝΙΚΗΤΑ ΑΛΙΠΡΑΝΤΗ

Θα πρέπει να ζητήσω ένα διπλό συγγνώμη και από εσάς και από τον καθηγητή Αλιπράντη γιατί η ανάγνωσή μου είναι περιορισμένη και επιλεκτική. Τόσο ο σύντομος χρόνος που έχει μεσολαβήσει από την έκδοση του βιβλίου, όσο και λοιπές υποχρεώσεις, που δεν μπορούσαν να αναβληθούν, δεν μου επέτρεψαν μια πληρέστερη ανάγνωση και αποτίμηση του έργου του.

Κατά παράδοξο τρόπο, όμως, οι δυσκολίες ανάγνωσης, κατανόησης και αποτίμησης του βιβλίου προέρχονται από το ίδιο το βιβλίο. Ο συγγραφέας του, αν και με γλώσσα σαφή και με αρτιότητα στη συγκρότηση του επιχειρήματος, ή, μάλλον, των επιχειρημάτων του, αναμετράται με μια πλούσια και πολυεπίπεδη βιβλιογραφία, και προκαλεί τον αναγνώστη να διαβάσει ή να ξαναδιαβάσει κείμενα κλασικά και σύγχρονα, κείμενα κοινωνιολογίας, κοινωνικής ανθρωπολογίας, φιλοσοφίας, οικονομίας, δικαίου και εργασιακών σχέσεων. Το σύνολο των κοινωνικών επιστημών ενεργοποιείται από τον συγγραφέα, κατά κανόνα με γόνιμο και δημιουργικό τρόπο, αλλά η πρόσβαση στο υλικό που επεξεργάζεται, η πλήρης κατανόηση των επιχειρημάτων και των προεκτάσεων, απαιτεί συστηματική δουλειά από τον αναγνώστη. Ο καθηγητής Αλιπράντης πιστοποιεί αυτό που είχε πει ο Μαρξ, ότι δεν υπάρχει βασιλική οδός για την επιστήμη, ο δρόμος είναι δύσκολος και γεμάτος ατραπούς και μονοπάτια που μπορεί να ξεγελάσουν: Όσοι επιλέγουν τον εύκολο και σύντομο δρόμο μπορεί να οδηγηθούν στο αδιέξοδο ή απλώς στο σημείο εκκίνησης έχοντας κάνει μια κυκλική, άνευ αποτελέσματος, περιπλάνηση. Έχουμε ένα απαιτητικό βιβλίο για έναν απαιτητικό αναγνώστη.

Ή μήπως όχι μόνο;

Θα μπορούσε να αποτελέσει και έναν οδηγό για τον λιγότερο απαιτητικό αναγνώστη, χωρίς αμφιβολία. Ίσως αυτή η λειτουργία του βιβλίου – ορισμένων, τουλάχιστον, τμημάτων του – να είναι περισσότερο προφανής. Οφείλεται στην επιλογή του συγγραφέα να αποτυπώσει θέσεις σχεδόν για το σύνολο των προβλημάτων του σύγχρονου κόσμου, από το ζήτημα του ισλαμισμού και των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων ως τα προβλήματα της εργασίας και της ευρωπαϊκής κοινωνικής πολιτικής σήμερα και στη διαχρονική τους εξέλιξη. Κάθε θέμα, από τις εισαγωγικές σημειώσεις ως τα συμπεράσματα, θα μπορούσε να αποτελέσει τον κορμό ενός ξεχωριστού βιβλίου ή μιας πολυσέλιδης μελέτης, αντί της σύντομης, επιγραμματικής, πολλές φορές, διατύπωσης θέσεων που επιλέγει ο συγγραφέας. Εδώ υποκρύπτεται ο κίνδυνος: να επιμεριστεί το βιβλίο σε θέσεις «βολικές» και σε θέσεις «άβολες», σε θέσεις συμφωνίας και σε θέσεις διαφωνίας, παραγνωρίζοντας τις ενοποιητικές αρχές του.

Ο κίνδυνος αυτός μεγεθύνεται με τη συμπερίληψη στο τρίτο και μεγαλύτερο σε όγκο μέρος, που αναφέρεται στην κοινωνιολογία της εργασίας, αποσπασμάτων μελετών, άρθρων και εισηγήσεων, γεγονός που δημιουργεί την αίσθηση ενός κατακερματισμού ή ενός βιβλίου αναλέκτων. Μια καλύτερη οργάνωση του τρίτου μέρους και η μετάφραση στα ελληνικά των ξενόγλωσσων κειμένων θα επέτρεπε στο ευρύ κοινό να αποκτήσει πρόσβαση σε σημαντικές αναλύσεις και σε γόνιμους προβληματισμούς. Ελπίζω ότι μια επόμενη έκδοση θα δώσει λύση στα προβλήματα αυτά.

Θα ήθελα να αναφέρω ένα παράδειγμα, κλείνοντας το τμήμα αυτό των παρατηρήσεων στη μορφή και στο ύφος. Στη σ. 154 ο συγγραφέας γράφει αναφερόμενος στη συλλογή άρθρων των Kl. Dörre et al.:
«Αν είναι δυνατόν να συμπυκνωθούν τα συμπεράσματα του έργου, θα αναφερθεί η τελική διαπίστωση του Kl. Dörre ότι στον σημερινό καπιταλισμό η αποδοτική (παραγωγική) εργασία αντικαθίσταται από αναπαραγωγικές δραστηριότητες».

Αυτή η μικρή πρόταση των τριών σειρών στον μη ειδικό ηχεί ακατανόητη. Σε όλους όσοι είναι εξοικειωμένοι με τη σχετική βιβλιογραφία παραπέμπει στις προσεγγίσεις του I. Gough για το κράτος πρόνοιας, αλλά και στη διαμάχη για τη διάκριση μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας στον Μαρξ, για τη φύση του κεφαλαίου στην κυκλοφορία, αλλά και για την οικιακή εργασία, την απλήρωτη εργασία, κυρίως, των γυναικών στα οικιακά καθήκοντα, διαμάχη στην οποία είχε συμμετάσχει και ο ομιλών πριν πολλά χρόνια. Θέματα τα οποία έχουν επανέλθει και σχετίζονται με την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου στη σύγχρονη φάση του καπιταλισμού. Αλλά και, από την αντίθετη πολιτική προσέγγιση, στο βιβλίο των BaconEltis, Britains Economic Problem: Too Few Producers (1976) που αποτέλεσε σημαντική συνεισφορά στην ιδεολογική επικράτηση του Θατσερισμού στην Μεγάλη Βρετανία.
Ουδόλως υπαινίσσομαι ότι ο καθηγητής Αλιπράντης αγνοεί τα σχετικά ζητήματα. Απλώς σημειώνω ότι, στην επιτακτική ανάγκη που αισθάνεται να διατυπώσει τις θέσεις του, διατρέχει τεράστιους επιστημονικούς χώρους με επιγραμματικές διατυπώσεις αφήνοντας τις βιβλιογραφικές παραπομπές να αναλύσουν και να υποστηρίξουν το επιχείρημα. Φυσικά δεν πρόκειται για ένα διδακτικό εγχειρίδιο, αλλά για μια κατάθεση γνώσεων μιας ολόκληρης επιστημονικής σταδιοδρομίας. Κατάθεση γνώσεων που λαμβάνει συχνά πολεμικό χαρακτήρα. Άλλωστε, η πρόοδος της επιστήμης μέσω πολεμικών διαμαχών επέρχεται, όχι με την υιοθέτηση των σημαιών ευκαιρίας, όπως μας βολεύει και όπως συνηθίζεται στα καθ’ ημάς.

Αρκετά όμως σας κούρασα με αναφορές στο τρόπο γραφής και παρουσίασης, επισημάνσεις που θεωρώ σημαντικές για την κατανόηση της λειτουργίας του κειμένου. Θα περάσω στην ουσία, προσπαθώντας, μέσω του μερικού και αποσπασματικού διαβάσματός μου, να αναδείξω ορισμένες πτυχές του βιβλίου και σκέψεις που προκλήθηκαν από αυτό.

Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη και μία ενδιαφέρουσα εισαγωγή. Θεωρώ ως εξαιρετικά ενδιαφέροντα το πρώτο και το τρίτο μέρος (Θέματα Πολιτικής Κοινωνιολογίας, σσ. 29 – 90 και Η Κοινωνιολογία της Εργασίας – Χθες και Σήμερα σ. 145 και ε.). Στα μέρη αυτά θα επικεντρωθώ, επιλεκτικά πάντοτε.

Στον Πρόλογο του βιβλίου, πρόλογος που ουσιαστικά ανήκει στην Εισαγωγή, ο συγγραφέας καταθέτει την κεντρική ιδέα του έργου του: Οι τέσσαρες θεμελιώδεις ελευθερίες, όπως αυτές διακηρύχθηκαν από τον Roosevelt, η ελευθερία έκφρασης, η ελευθερία επιλογής θρησκεύματος, η ελευθερία από την ανάγκη και η ελευθερία από τον φόβο, ουδέποτε υλοποιήθηκαν, αν και συνιστούν ουσιώδη ατομικά (οι δύο πρώτες), κοινωνικά (η τρίτη) και πολιτικά (η τέταρτη) δικαιώματα. Ο συγγραφέας επιχειρεί να τεκμηριώσει αυτήν την αποτυχία και να φωτίσει τα αίτιά της στα τρία κύρια μέρη του βιβλίου, αφού προηγουμένως αποσαφηνίσει σε κάποιο βαθμό το θεωρητικό του πλαίσιο (Εισαγωγή).

Μπορώ να συμφωνήσω σε δύο θέματα που αναπτύσσει στην Εισαγωγή: Πρώτον, στην ανάγκη διεπιστημονικής προσέγγισης στα ζητήματα που εξετάζει. Η διεπιστημονική προσέγγιση καθίσταται απολύτως αναγκαία, όταν μελετούμε την κοινωνική πραγματικότητα, καθώς το κοινωνικό γεγονός είναι αποτέλεσμα πολλαπλών και σύνθετων προσδιορισμών. Ωστόσο, η αναφορά στις επιμέρους επιστημονικές πειθαρχίες καθιστά αναγκαία την εξοικείωση με το σύνολο της θεωρητικής υποδομής τους και όχι την κατά το δοκούν επιλεκτική τους χρήση. Ο καθηγητής Αλιπράντης μας δίνει στα επόμενα μέρη ένα πρωτόκολλο ορθής χρήσης της διεπιστημονικότητας – αν και οι ελλείψεις στον τομέα της οικονομικής επιστήμης είναι ορατές. Σε κάθε περίπτωση προσυπογράφω την ανάγκη εμπέδωσης μιας ολιστικής κοινωνικής επιστήμης. Τα παραδείγματα του Μαρξ, του Βέμπερ και του Parsons είναι γνωστά, αν και αντιθετικά.

Το δεύτερο θέμα, στο οποίο εκφράζω την απόλυτη συμφωνία μου, είναι η κριτική που ασκεί στη μεταμοντέρνα προσέγγιση και στην, μέσω αυτής, αναβίωση των μεθοδολογικών προσεγγίσεων του υποκειμενισμού και της  εξατομίκευσης. Η κοινωνιολογική προσέγγιση μπορεί να διαβλέψει καλύτερα τη διάκριση μεταξύ του ορθολογισμού του υποκειμένου και του ορθολογισμού του κοινωνικού συστήματος, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Maurice Godelier. Όπως και τη διάκριση μεταξύ ορθολογισμού και εκλογίκευσης που μοιάζει να στοιχειώνει πολλές εμπειρικές προσεγγίσεις με τη λέξη του συρμού: αναστοχασμός.

Στο Πρώτο Μέρος ο συγγραφέας ασχολείται με τους μετασχηματισμούς του κράτους και του πεδίου εξουσίας κατά το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα και των αρχών του 21ου. Επισημαίνει την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου και τις συνέπειές της στην οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Επισημαίνει την αποδυνάμωση της εξουσίας του εθνικού κράτους προς όφελος των μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων, τα οποία εντείνουν μηχανισμούς ανακατανομής των κερδών και του πλούτου σε παγκόσμιο επίπεδο και αναγνωρίζει στην επέκταση του κρατικού χρέους έναν κρίσιμο μηχανισμό που συμβάλλει στην αναδιοργάνωση της πολιτικής σφαίρας, στη μετατόπιση από την άσκηση πολιτικής στην άσκηση της απλής διαχείρισης.

Όπως γίνεται αντιληπτό το ζήτημα είναι τεράστιο και με πρόδηλο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό ενδιαφέρον. Η οικονομική κρίση – και στο σημείο αυτό θα διαφωνήσω με τον συγγραφέα – ενεργοποιήθηκε το 1973 και έκτοτε παραμένει στη ζωή μας μεταλλασσόμενη, μεταβάλλοντας τους χώρους εκδήλωσής της, τις φαινομενικές εκφράσεις της. Άλλοτε ως κρίση χρέους, άλλοτε ως κρίση ρευστότητας, άλλοτε ως κρίση απασχόλησης, ως φούσκα χρηματιστηρίου ή ως φούσκα ακινήτων, επιβάλλει κρίσιμους μετασχηματισμούς στα πεδία εξουσίας, πολιτικής και κοινωνικής, προκαλεί συσσώρευση πλούτου και δύναμης, αλλά και ακραία φτώχεια, ανεργία και κοινωνικό αποκλεισμό, αλλάζει παγιωμένες τοπικότητες, διαλύει παραγωγικές δομές, μεταπλάθει τρόπους αντίληψης της πραγματικότητας που μας περιβάλλει.



Ένας νέος τρόπος οργάνωσης της παραγωγής και αναδιανομής προκύπτει μέσα από την κρίση και, παρά τα όσα λέγονται, ο ρόλος του εθνικού κράτους παραμένει κρίσιμος, αν και μεταλλαγμένος. Αυτό είναι το πεδίο που θα αναμετρηθεί η θεωρητική σκέψη στο άμεσο μέλλον: Καθώς η πολιτική επιστήμη στρέφεται στην εξέταση των επιμέρους πολιτικών, η ανάγκη μιας θεωρίας του κράτους, στην κατεύθυνση των αναλύσεων του Γκράμσι, του Πουλαντζά και του Bob Jessop παραμένει εκ των ων ουκ άνευ συνθήκη κατανόησης της σύγχρονης πραγματικότητας. Αναφέρομαι στην εγκαθίδρυση της οικονομικής κυριαρχίας του χρηματιστικού κεφαλαίου, κυριαρχία που δεν προσλαμβάνει ηγεμονικά χαρακτηριστικά, αδυνατεί να ενσωματώσει μακροχρονίως στα δικά της ιδιοτελή συμφέροντα τα αιτήματα, τις προϋποθέσεις ύπαρξης, του κεφαλαίου που ενεργοποιείται στο χώρο της παραγωγής, πολύ δε περισσότερο των άλλων τάξεων και στρωμάτων.  

Η οικονομική κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου δημιουργεί τις συνθήκες μονιμότητας της κρίσης. Και κατανοούμε σήμερα τις συνέπειές σε δύο τομείς που θίγονται, ο ένας με συντομία και ο άλλος επί μακρόν, από τον συγγραφέα.

Έχω την εντύπωση ότι όταν ο συγγραφέας αναφέρεται στην «εξουσία της τεχνοκρατικής επιστήμης, ιδίως της οικονομικής» (σσ. 33-35) θέτει άρρητα το ζήτημα της νομιμοποίησης των κρατικών πολιτικών. Διότι οι πολιτικές παραμένουν κρατικές, υιοθετούνται, έστω και τελετουργικά, από τα εθνικά κοινοβούλια. Οφείλουν να είναι, για να αποκτήσουν την αναγκαία κοινωνική τους αποτελεσματικότητα, σε κάποιο βαθμό, όχι απλώς νόμιμες – πράγμα που σηκώνει πολύ κουβέντα – αλλά και νομιμοποιημένες. Δηλαδή, να θεωρούνται ότι αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα προβλήματα, να τα αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά και να κατανέμουν με σχετικά αναλογικότητα οφέλη και επιβαρύνσεις στους πολίτες, να είναι, δηλαδή, δίκαιες.

Ο Βέμπερ μας έχει δώσει έναν τύπο νομιμοποίησης, τη νομιμοποίηση δια της διαδικασίας, ο Habermas προσέθεσε τη νομιμοποίηση δια του αποτελέσματος. Η πρώτη μορφή νομιμοποίησης συνδέεται με τη λειτουργία του κράτους δικαίου και τη γραφειοκρατία που το διαχειρίζεται απροσώπως, η δεύτερη μορφή νομιμοποίησης με το μεταπολεμικό κράτος πρόνοιας.

Η κρίση και η οικονομική κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου περιστέλλει τα περιθώρια άσκησης πολιτικής και μετατρέπει την πολιτική σε διαχείριση. Αυτό μας επιτρέπει να κατανοήσουμε δύο βασικές παραμέτρους του σύγχρονου πολιτικού συστήματος:

Πρώτον, τη σύγκλιση των κομμάτων σε προγράμματα διαχείρισης ανεξαρτήτως των διαφορετικών καταγωγών και προελεύσεων. Όπως το κράτος πρόνοιας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οικοδομήθηκε ανεξαρτήτως αν στην κυβέρνηση ήταν κεντροδεξιές, χριστιανοδημοκρατικές ή σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, σήμερα αποδιαρθρώνεται και εκχωρείται επίσης ανεξαρτήτως πολιτικού στίγματος της κυβέρνησης.

Δεύτερον, την κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, καθώς οι κυβερνήσεις φαίνονται αποδεσμευμένες από τις κοινωνίες που θεωρητικά εκπροσωπούν. Η ανάδειξη των ακροδεξιών κομμάτων, αλλά και η επικράτηση της «ψήφου σκοπιμότητας» ή της αρνητικής ψήφου για την ανάδειξη στην κυβέρνηση του μικρότερου κακού, είναι αμφότερα αποτελέσματα της κρίσης νομιμοποίησης.

Στο πλαίσιο αυτό διαφαίνονται οι προσπάθειες για να δημιουργηθεί μια τρίτη μορφή νομιμοποίησης, που συνδέεται με την οικονομική κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου. Η νομιμοποίηση δια του λόγου των ειδικών. Και στο λόγο των ειδικών, θα συμφωνήσω απολύτως με τον συγγραφέα, προεξάρχουσα θέση κατέχουν οι οικονομολόγοι, και βεβαίως οι διεθνείς οργανισμοί, το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ, η Παγκόσμια Τράπεζα και η ΕΕ, στο διπλό ρόλο του policy maker και του παράγοντα που επιβάλλει την πολιτική.

Θα υπενθυμίσω ότι ο χώρων των «ειδικών» έχει υποστεί μια μακρά περίοδο «κάθαρσης» με μηχανισμούς διοικητικής επιβολής και πειθάρχησης. Από την διάλυση Τμημάτων και τον διωγμό αιρετικών καθηγητών στην Μεγάλη Βρετανία της Θάτσερ, από την αναπαραγωγή θεωρητικών στερεοτύπων και το σύστημα δημοσιεύσεων, ως τη συμμετοχή σε αμειβόμενα ευρωπαϊκά προγράμματα, τα οποία κρίνουν την παραμονή ως μέλους του διδακτικού προσωπικού. Μεταλλαγές που σημειώνονται στα προγράμματα σπουδών και στη μετατροπή των πτυχίων σε συλλογή εφήμερων credits. Αλλά και μια απλή ματιά στα σύγχρονα εγχειρίδια αποδεικνύει τη συρρίκνωση και τη λογοκρισία που επιβάλλεται στη γνώση των φοιτητών: ενδεικτικά, το παράδοξο της φειδούς, η θεωρία του second best, η διαμάχη για το κεφάλαιο και η καταλυτική κριτική στη νεοκλασική θεωρία της παραγωγής έχουν εξαφανιστεί. Να αναφέρω, τέλος, το εγχείρημα του T. Blair, το scientifically informed social policy, με την εμπλοκή 18 πανεπιστημίων στην κοινωνική πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας.

 Η κρίση νομιμοποίησης συνεπάγεται την καταφυγή στην καταστολή. Η τρίτη μορφή νομιμοποίησης είναι ατελής. Μπορεί να προσφέρει μόνο την παθητική συναίνεση, τη συναίνεση που προκύπτει από το φόβο. Η ανάκληση από τον συγγραφέα των αναλύσεων της Shklar για την κρατική οργάνωση του φόβου είναι προς τούτο σημαντική. Το κράτος συμμετέχει στην παραγωγή της κοινωνικής επισφάλειας και, ταυτοχρόνως, αναλαμβάνει το ρόλο του τιμωρού όσων αποτυγχάνουν να προσαρμοστούν στις συνθήκες κοινωνικής επισφάλειας. Η έννοια της σκληρότητας (cruelty) της Shklar δεν είναι ανάγκη να απευθύνεται αποκλειστικά στο σώμα. Η καταδίκη στη φτώχια, στην ανεργία, στον κοινωνικό αποκλεισμό, η στέρηση δικαιωμάτων σύνταξης, υγειονομικής περίθαλψης, πρόσβασης στην εκπαίδευση, επιδόματος ανεργίας και στέγης αποτελούν τις σύγχρονες πτυχές της φοβικής και επισφαλούς κοινωνίας. Στο σύνολό τους αυτές οι ποινές εξαρτώνται άμεσα από την εργασία και τις αμοιβές από την εργασία. Ο φόβος της καταδίκης συνδέεται με το φόβο της απώλειας της εργασίας, απώλεια που δεν πλήττει μόνο την οικονομική ευημερία, αλλά και την ψυχική υγεία, την αυτοεκτίμηση του ατόμου.

Το σκληρότερο χαρακτηριστικό της σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής είναι ακριβώς η ενοχοποίηση των θυμάτων.    

Θεωρώ ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα τη διάκριση που επιχειρεί ο συγγραφέας μεταξύ «πολιτισμένης» και «άγριας» ανταγωνιστικότητας. Μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τις εξελίξεις σε δύο παραπληρωματικούς χώρους: Στην ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική και στο χώρο της παραγωγής και των εργασιακών σχέσεων.

Μία φράση για την ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική. Ήδη από τη «Λευκή Βίβλο» του Ντελόρ του 1986 και το Χάρτη των Κοινωνικών Δικαιωμάτων στις αρχές της δεκαετίας του 1990 – ουσιαστικά μια ανούσια διακήρυξη καλών προθέσεων χωρίς να αποτελεί αντιστάθμισμα στα προβλεπόμενα στη Λευκή Βίβλο – η κοινωνική πολιτική υποτάχθηκε στην πολιτική του ανταγωνισμού.  Τα κοινωνικά δικαιώματα αμφισβητούνται και η αμφισβήτηση αυτή μοιραία θα συμπαρασύρει – αν δεν έχει ήδη συμβεί  - τα πολιτικά και ορισμένα ατομικά δικαιώματα.

Η εγγενής ανισότητα μεταξύ εργαζόμενου μισθωτού και εργοδότη μετριάσθηκε κατά τον 20ο αιώνα με την κατοχύρωση του ρόλου των εργατικών συνδικάτων και των πολυεπίπεδων, εθνικών, κλαδικών, επαγγελματικών, περιφερειακών και επιχειρησιακών διαπραγματεύσεων. Ο μετριασμός αυτός αποτυπώθηκε στο Εργατικό Δίκαιο και στις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας του ILO. Ουσιαστικά το θεσμικό πλαίσιο, ως κρατική νομοθετική παρέμβαση και ως αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων, έθετε περιορισμούς στην άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, στην ανεξέλεγκτη εξουσία του εργοδότη στο χώρο εργασίας.

Οι πολιτικές ευελιξίας, ή, ορθότερα, απορρύθμισης της αγοράς εργασίας επαναφέρουν αυτήν την απόλυτη εξουσία του εργοδότη και του μάνατζερ στο χώρο της παραγωγής. Με πρόσχημα την τεχνολογία, την εναρμόνιση του χρόνου εργασίας και των λοιπών καθηκόντων, το ευμετάβλητο των αγορών, αλλά κυρίως με μοχλό την ανεργία και τον φόβο για την ανεργία, οι εργασιακές σχέσεις αποδιαρθρώθηκαν. Ο φόβος και ο αυταρχισμός εκτός συναντά τον φόβο και τον αυταρχισμό εντός της επιχείρησης. Ο Ανελεύθερος 21ος Αιώνας είναι καθολικά ανελεύθερος. Επιστρέψαμε στην αναπτυγμένη Δύση στην παραγωγή όχι μόνον της σχετικής υπεραξίας, αλλά της απολύτου υπεραξίας, η οποία, εν συνεχεία, αναδιανέμεται παγκοσμίως προς όφελος του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Η εργασία αντιμετωπίζεται πλέον μόνον ως κόστος παραγωγής και μάλιστα ως το μοναδικό κόστος που επιδέχεται προσαρμογή προς τα κάτω. Πέντε χρόνια μνημονίων και τρία μέχρι στιγμής μνημόνια δείχνουν την αλήθεια της πρότασης αυτής, αλλά και το αλυσιτελές και μάταιο εγχείρημά τους.

Αλλά η εργασία δεν είναι μόνον κόστος. Είναι δημιουργία πλούτου και έχει κόστος αναπαραγωγής, Η κλασική πολιτική οικονομία μας το δίδαξε αυτό. Ο μισθός είναι κόστος για τον εργοδότη, αλλά πηγή βιοπορισμού για τον εργαζόμενο. Παράγει πλούτο, αλλά δημιουργεί κατανάλωση, όπως μας έμαθε ο Keynes.

Ο καθηγητής Αλιπράντης μας δίνει ένα δύσκολο στην ανάλυσή του, αλλά πολύτιμο βιβλίο. Συνοψίζει γνώσεις και εμπειρίες δεκαετιών και μοιάζει να δίνει λίγο φως στους σκοτεινούς καιρούς μας. Έχω τη βεβαιότητα ότι, παρ’ όλο ότι έχουμε διαφορετικές θεωρητικές καταβολές, συμφωνούμε σε πολλά συμπεράσματα. Η πραγματικότητα βοά, πώς να την αγνοήσεις, αν θέλεις να διακονείς τις κοινωνικές επιστήμες και όχι την εξουσία;
Να τον ευχαριστήσω διπλά: Για το βιβλίο που μας χάρισε και για την τιμή και την ευκαιρία που μου έδωσε να σκεφτώ ξανά τα θέματα αυτά και να μοιραστώ τις σκέψεις μου μαζί σας.