Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2013

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΑΒΑΜΕ ΤΗ ΣΟΜΠΑ




30 Νοεμβρίου σήμερα, τελευταία μέρα του ημερολογιακού φθινοπώρου. Κάθε τέτοια μέρα στο σπίτι στο Βόλο επικρατούσε ταραχή. Γιόρταζε ο κυρ Ανδρέας, το σπίτι άνοιγε για να υποδεχθεί τους φίλους, γείτονες και συναδέλφους. Ήταν, βλέπετε, η μεγάλη οικογενειακή μας γιορτή. Ούτε η μάνα μου δεχόταν στη γιορτή της, ούτε εμένα με γιόρταζαν, αλλά η γιορτή του πατέρα μου ήταν κυριολεκτικά "πατροπαράδοτη".
Η ετοιμασία άρχιζε μια - δυο μέρες πριν. Το σπίτι καθαριζόταν επιμελώς, δηλαδή το δωμάτιο με το μεγάλο τραπέζι και τις οκτώ καρέκλες γύρω - γύρω, το "δυτικομεσημβρινό", όπως το έλεγε ο κυρ Ανδρέας, που έβλεπε στο πίσω μέρος του κήπου και από το παράθυρο του οποίου, με λίγη προσοχή και κόβοντας λίγα ατίθασα κλαδιά της ακακίας μπορούσες τα καλοκαιρινά βράδια να βλέπεις την οθόνη του Έσπερου. Ασκήθηκα έτσι στον βωβό κινηματογράφο: Ούτε ήχος έφθανε, ούτε τα γράμματα μπορούσα να δω βέβαια. Μπορούσες, όμως, να χαζέψεις κανένα μισάωρο, πριν πιαστείς από την άβολη θέση κατόπτευσης, και αφού τα χελιδόνια είχαν αποσυρθεί στις φωλιές τους - άλλο καθημερινό απογευματινό χάζεμα αυτό, από το μπαλκόνι αυτή τη φορά, καταπίνοντας με αηδία το χτυπημένο αυγό με τα ίχνη καφέ μέσα για να σπάζει αυγουλίλα. 
Το σπίτι καθαριζόταν, αφού προηγουμένως καθαριζόταν η σόμπα και τα μπουριά της. Ειδικότητα του πατέρα μου αυτή. Τα μπουριά έβγαιναν όλα, η κάπνα έπεφτε σε ανοικτές εφημερίδες στρωμένες στο πάτωμα κατά μήκος των μπουριών, μετά στο ταρατσάκι της κουζίνας για κανονικό καθάρισμα και επιθεώρηση: ποια είναι γερά, ποια έχουν τρυπούλες. Αυτά έπρεπε να αντικατασταθούν ή, αν το επέτρεπε η συνδεσμολογία, να καλυφθούν οι τρύπες από άλλο μπουρί ή από κείνα τα δακτυλίδια που συνένωναν δυο διαδοχικά μπουριά. Μετά συναρμολόγηση και δοκιμή: Η σόμπα άναβε την παραμονή, συνήθως για μισή ώρα για να δούμε αν τράβαγε κανονικά ή αν ο καπνός έμενε στο δωμάτιο. Crash test, δηλαδή, κανονικό.
Η μάνα μου, αυτονοήτως, στη γκρίνια. "Δεν προσέχεις, λερώνεις, όλο τον κόσμο, κοίτα τα ρούχα σου πώς τα έκανες, φοράς και σακάκι με γραβάτα για να φτιάξεις τη σόμπα, δες τις βρωμιές που έριξες στο χωλ, να δούμε αν θα καθαρίσουν και τι θα πει ο κόσμος αύριο" αυτά που λένε οι γυναίκες με γκρινιάρικη προδιάθεση συνήθως.
Μπαίνανε και τα χαλιά, κάτι μεγάλες κουρελούδες φτιαγμένες από τα χεράκια της θείας Λίτσας, πριν παντρευτεί και εγκαταλείψει τον αργαλειό και πιάσει τον πλάστη ν' ανοίγει φύλλα για πίτες. Εκεί, στο στρώσιμο του χαλιού συμμετείχα αποφασιστικά: Οι μεγάλοι σήκωναν το τραπέζι κι εγώ χωνόμουν κι έφτιαχνα το χαλί, λίγο από δω, λίγο από κει, ώσπου να ικανοποιηθούν και πουν "ωραίο έγινε", πράγμα που σήμαινε ότι τοποθετήθηκε συμμετρικά κάτω από το μεγάλο τραπέζι. Καλυπτόταν και το άθλιο πάτωμα: κάτω χοντροσανίδια καρφωμένα, γεμάτα ακίδες που έμπαιναν συνήθως μεταξύ κρέατος και νυχιού στα πόδια των παιδιών που συνήθιζαν να κυκλοφορούν ξυπόλυτα, σαν την αφεντιά μου.
Αυτό το δωμάτιο του μεγάλου τραπεζιού άνοιγε ουσιαστικά μια φορά το χρόνο. Τις άλλες μέρες έμενε κλεισμένο - πλην τα βράδια του καλοκαιριού που λέγαμε. Κρύο και υγρό ήταν, δεν σου έκανε καρδιά ούτε να το επισκεφτείς. Η ζωή του σπιτιού ήταν στο δωμάτιο της σόμπας, ανεξαρτήτως εποχής. 
Η σόμπα στεκόταν περήφανη στο γωνία της, δίπλα από την ξυλοθήκη. Ήξερε ότι ήταν το κέντρο του σπιτιού, γύρω της ήταν όλη η ζωή μας. Από το πρωί που άναβε, ως το βράδυ που θα κοιμηθούμε, ενώ την αφήναμε να σιγοσβύσει αργοκαίγοντας το τελευταίο ξύλο. Άναβε συνεχώς από τις 30 Νοεμβρίου ως το τέλος Μαρτίου, μερικές φορές και λίγο ακόμα.
Εκεί, στο δωμάτιο της σόμπας ήταν το κρεβάτι μου, ένα άλλο μεγάλο τραπέζι τετράγωνο αυτό, πολλαπλών χρήσεων, καρέκλες ψάθινες κουζίνας και το ραδιόφωνο, μάρκας Phillips, αγορασμένο, όπως μου έλεγαν από την Αθήνα, τη μέρα που βαπτίστηκα. Αλλά το πώς βαπτίστηκα, σας το έχω πει,
Σ' αυτό το τραπέζι τρώγαμε, διάβαζα, άπλωνε ο πατέρας μου τη συλλογή των γραμματοσήμων του και μου έδειχνε γραμματόσημα από χώρες μακρινές και σειρές ελληνικές. Στο τραπέζι αυτό σιδέρωνε η μάνα μου τα ρούχα και ο πατέρας μου τα γραμματόσημα που ξεκολλούσε προσεκτικά βάζοντάς τα σε ένα βαθύ πιάτο με νερό πρώτα και μετά απλώνοντάς τα σε στυπόχαρτα και εφημερίδες. Μετά το στέγνωμα τα σιδέρωνε και άρχιζε τον έλεγχο: Μ’ έναν μεγεθυντικό φακό τα κοίταζε, πρόσεχε τα δοντάκια, τη σφραγίδα, ούτε και ξέρω τι άλλο. Άνοιγε και κάτι βιβλία για συλλέκτες, έπαιρνε πληροφορίες, βλέπετε δεν είχαμε ίντερνετ τότε, στα βιβλία ψάχναμε να βρούμε αυτό που θέλαμε …
Τα σκάρτα και τα ξένα μου τα έδινε. Θυμάμαι μια σειρά πορτογαλικών γραμματοσήμων μικρά σε μέγεθος και σε διάφορα χρήματα. Τα καλύτερά μου. Πάνω τους είχαν έναν ιππότη να καλπάζει, το κράνος κατεβασμένο, το κοντάρι σε οριζόντια θέση. Τα υπέβαλλα σε πληθώρα μονομαχιών – κέρδιζε πάντα το κόκκινο, ποιος ξέρει γιατί (!!!).
Του Αγίου Ανδρέα, λοιπόν. Τα λουκάνικα από τα Τρίκαλα έφθαναν αυτήν την ημέρα με το ΚΤΕΛ, πεσκέσι από τη γιαγιά, αν δεν ερχόταν η ίδια. Και το βραδάκι, μόλις σκοτείνιαζε, άρχισε να έρχεται ο κόσμος. Λικεράκι – πράσινο μέντα, που το είχα δοκιμάσει κρυφά, αλλά δεν μου άρεσε καθόλου – φρουί γλασέ, τα γνωστά. Και όταν μέναν οι λίγοι, οι καλοί, η μάνα μου άρχισε να τηγανίζει τα λουκάνικα και να βγάζει μεζέδες και κρασί.
Αυτά γινόταν μέσα, στο κρύο και υγρό δωμάτιο. Εγώ, δίπλα στη σόμπα, άκουγα να κουβεντιάζουν, να φωνάζουν, να τραγουδάνε. Έτρωγα το λουκάνικό μου, ένοιωθα τη ζέστη να με γεμίζει, άκουγα τα ξύλα να τρίζουν στο άγγιγμα της φλόγας ...

Κάθομαι και θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια στο Βόλο. Τότε που το κρύο ήταν αυτονόητο και η ζέστη απόλαυση. Κάθομαι και θυμάμαι, σ’ ένα δωμάτιο κρύο, αυτήν την τελευταία μέρα του φθινόπωρου, και δεν έχω πατέρα να του πω «Χρόνια Πολλά», έστω και τυπικά.    
          


ΕΝΑΡΞΗ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ


Το Σεμινάριο για την Κρίση αρχίζει εκ νέου τις συνεδρίες του από την Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013 στις 6μμ στην Αίθουσα Βιβλιοθήκης, Αριστοτέλους 29, 3ος όροφος, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Σκοπός του Σεμιναρίου είναι να αναδειχθούν πολύπλευρες και διεπιστημονικές προσεγγίσεις στα ζητήματα της κρίσης, τα αίτια και κυρίως τις επιπτώσεις, στο σύνολο των κοινωνικών δομών και κοινωνικών υποκειμένων.
Στη συνάντηση της Παρασκευής θα διευθετήσουμε ορισμένες οργανωτικές λεπτομέρειες διεξαγωγής του σεμιναρίου. Στη συνέχεια θα παρουσιαστεί η πρώτη εισήγηση με θέμα
Μεθοδολογικές Προσεγγίσεις στην Κρίση
από τον Απόστολο Δεδουσόπουλο, ώστε να επαναφέρουμε τον προβληματισμό μας τα όσα επεξεργαστήκαμε τα τελευταία δύο χρόνια.
Παρακαλούμε για την ενεργό  συμμετοχή σας

Σοφία Βιδάλη
Απόστολος Δεδουσόπουλος
Μαρίνα Μαροπούλου
Χρήστος Παπαθεοδώρου
Χριστόφορος Σκαμνάκης
Ιορδάνης Ψημμένος


Πέμπτη, 28 Νοεμβρίου 2013

ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ κ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ - Χρ. ΤΑΣΣΗ





ΠΑΣΟΚ

Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ(;) ΕΝΟΣ ΗΓΕΜΟΝΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

Κώστα Ελευθερίου – Χρύσανθου Τάσση (2013)

Εισήγηση στην παρουσίαση του βιβλίου στην Ηλιούπολη
Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Θα ήθελα να εκφράσω πρώτ’ απ’ όλα τη χαρά μου και την τιμή που μου γίνεται να μιλήσω δημόσια για το βιβλίο των φίλων, συναδέλφων και συμμετεχόντων στο Σεμινάριο για τα Οργανωμένα Συμφέροντα, όπου είχα την τύχη να ακούσω την παρουσίαση των βασικών στοιχείων του βιβλίου αυτού, πριν ακόμα πάρει τη μορφή που έχει σήμερα.
Να ευχαριστήσω τους συγγραφείς, τον Κώστα και τον Χρύσανθο, γιατί μας δίνουν ένα βιβλίο διεξοδικό, αναλυτικό και τεκμηριωμένο, πολλαπλώς χρήσιμο, όχι μόνο για την κατανόηση του «Φαινομένου ΠΑΣΟΚ» και μιας μακράς περιόδου της ελληνικής κοινωνίας, αλλά μας επιτρέπουν, με τη μέθοδο της αναλογίας, να εξετάσουμε με περισσότερο κριτική οπτική την τρέχουσα συγκυρία και τις διεργασίες που οδηγούν στο αύριο.
Κάθε βιβλίο ή κάθε ερμηνευτική προσπάθεια που προσεγγίζει ζητήματα τόσο κομβικά και πολυσυζητημένα, αλλά και τόσο χρονικά κοντινά, δεν μπορεί παρά να είναι σε κάποιο βαθμό μεροληπτικό: εχθρικά μεροληπτική ή φιλικά μεροληπτική, η ερμηνεία αποτελεί αφ’ εαυτής πολιτική παρέμβαση και θα ήταν λάθος να την εκλάβουμε ως «ουδέτερη επιστημονική θεώρηση». Το πλήθος των σχετικών άρθρων και βιβλίων που, μερικώς, μόνο, συνοψίζουν και αναφέρουν οι συγγραφείς, πιστοποιούν την ύπαρξη ενός πεδίου που κινείται συνεχώς μεταξύ της αγιογραφίας και της δαιμονοποίησης.
Θα ήθελα να δηλώσω, συνεπώς, εξ αρχής την προκατάληψή μου: Δεν υπήρξα ποτέ ΠΑΣΟΚ, δεν είδα ποτέ θετικά το ΠΑΣΟΚ. Αντιθέτως, ήδη από τη συγκρότησή του το 1974 το εξέλαβα ως εχθρικό, γνώμη για την οποία δεν μετανόησα. Αυτό ως προειδοποίηση για τα όσα ακολουθούν.
Οι συγγραφείς επιλέγουν να ιστορήσουν την περιπέτεια ΠΑΣΟΚ μέσα από την οργανωτική του συγκρότηση, αναδεικνύοντας συστηματικά τις τριβές, συγκρούσεις και αρμονίες που δημιουργήθηκαν μεταξύ της οργανωμένης βάσης και της κυβέρνησης. Και ιστορώντας αυτή τη σχέση μπορούν να εντάξουν στην αφήγηση και τις υπόλοιπες παραμέτρους: τον λαϊκισμό, την χαρισματική ηγεσία και τις πελατειακές σχέσεις (σ. 20).  Με αυτόν τον τρόπο, η αφήγησή τους γίνεται πολυεπίπεδη και τα επιμέρους στοιχεία εντάσσονται με σαφήνεια στο ερμηνευτικό τους πλαίσιο. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί προσεκτικά και να προκαλέσει συζητήσεις.
Θα μου επιτρέψετε, στη συνέχεια και αφού εγκωμίασα το βιβλίο και τους συγγραφείς, να παραθέσω ορισμένες σκέψεις, συμπληρώματα, επεκτάσεις και αντιρρήσεις. Και ας αρχίσω από τις τελευταίες, που είναι δύο.
Η πρώτη αφορά στην έννοια του «κόμματος – καρτέλ» ή του «κόμματος του κράτους». Η έννοια αυτή είναι κομβική στην ανάλυση των Ελευθερίου – Τάσση. Κατά τη γνώμη μου, είναι ιδιαίτερα προβληματική. Ας γίνω λίγο περισσότερο αναλυτικός.
Οι συγγραφείς παρουσιάζουν με σαφήνεια την αναλυτική τους προσέγγιση και την υπόθεση εργασίας:
«Η οργανωτική εξέλιξη του ΠΑΣΟΚ είναι μια πορεία αντιφατικών προσαρμογών του κόμματος σε κρίσιμες κοινωνικοοικονομικές καμπές οι οποίες καθορίζονται κάθε φορά από τη μεταβαλλόμενη στρατηγική του κράτους» (σ. 21).
Σε άλλο σημείο αναφέρονται «(σ)την κίνηση του κόμματος από την κοινωνία του κράτους», με τελική κατάληξη την κρατικοποίηση του κόμματος, μια πορεία με αφετηρία την κομματικοποίηση του κράτους που καταλήγει στην αντίστροφη κατάσταση.
Ως περιγραφικό σχήμα αυτή η προσέγγιση διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα. Όμως, η αναλυτική της θεμελίωση είναι, κατά τη γνώμη μου, εσφαλμένη.
Και είναι εσφαλμένη, γιατί χρησιμοποιεί μια συγκεκριμένη θεωρία για το κράτος. Ένα κράτος – υποκείμενο, το οποίο διαμορφώνει στρατηγικές και τις μεταβάλλει, ένα κράτος διακριτό και σε απόσταση από την «κοινωνία», δηλαδή σε μια σχέση εξωτερική προς την κοινωνία.
Είναι όμως έτσι; Γιατί αν δεν δεχθούμε μια θεωρία υποκειμενικοποίησης του κράτους, τότε ούτε η προσαρμογή του κόμματος στις «μεταβαλλόμενες στρατηγικές του κράτους» ευσταθεί, ούτε η κίνηση του κόμματος από την κοινωνία στο κράτος.
Ανακαλώντας τον Πουλαντζά θα υπενθυμίσω την διπλή υπόσταση του κράτους: Το κράτος – εξουσία, δηλαδή κρυστάλλωμα των ταξικών σχέσεων και την υλική υπόσταση του κράτους, τους κρατικούς μηχανισμούς.
Αν έτσι έχει το θέμα, τότε ίσως να κατανοούμε ότι οι προσαρμογές του ΠΑΣΟΚ, οργανωτικές, πολιτικές και ιδεολογικές, είναι αποτέλεσμα μιας συνεχούς διαδικασίας συγκρότησης – διάλυσης – επανασυγκρότησης ταξικών συμμαχιών, δηλαδή κοινωνικών συγκρούσεων, οι οποίες άλλοτε ήταν εμφανείς και άλλοτε υποβόσκουσες.  Αναδιατάξεις δηλαδή, οι οποίες όμως δεν έθιξαν σε καμία περίπτωση και σε καμία χρονική στιγμή το κομβικό ζήτημα της εξουσίας, δεν αμφισβήτησαν παρά προσωρινά και αναποτελεσματικά τις κυρίαρχες σχέσεις εξουσίας. Το «βουρ στους κρατικούς μηχανισμούς» της πρώτης περιόδου άφησε το ζήτημα της εξουσίας στο απυρόβλητο. Οι «πρασινοφρουροί» υπήρξαν το άλλοθι και ο αδύναμος κρίκος, ταυτόχρονα, μιας κίνησης για την επιβολή μιας αυταρχικής και καθόλου δημοκρατικής πολιτικής διαχείρισης.
Η μεταρρυθμιστική δυναμική του ΠΑΣΟΚ εξαντλήθηκε, άλλωστε, πολύ νωρίς. Στα πρώτα δύο χρόνια της κυβέρνησής του επέφερε θεσμικές αλλαγές υπερ-ώριμες: Το νόμο για την ανωτάτη εκπαίδευση, την αλλαγή στο οικογενειακό δίκαιο, τις αλλαγές στο συλλογικό εργατικό δίκαιο. Στη συνέχεια άρχισε το ράβε – ξήλωνε, την αναίρεση των βασικών μεταρρυθμίσεων, την ανατροπή και την αποδόμηση. Ή μήπως δεν θυμάμαι καλά;
 Και επειδή οι αγαπημένοι μου συνάδελφοι αναφέρονται στον «παιδευτικό ρόλο των κομμάτων κατά τη μεταπολίτευση», ας αναλογιστούμε πώς το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή η ηγεσία του, «εκπαίδευσε» τους πολίτες σε θέματα εσωκομματικής δημοκρατίας. Από τις διαγραφές με απόφαση του Προέδρου (1975) και την εκλογή δια βοής ως την εκλογή με τη συμμετοχή των «φίλων» η απόσταση δεν είναι μεγάλη: Η ηγεσία δεν ήταν μόνο κληρονομική, ήταν ελέω. Τίνος «ελέω», πάντως όχι της πολιτικής επιλογής. Και στο όνομα του ηγεμόνα – ηγέτη, όλα επιτρέπονται. Ακόμα και η αυτοαναίρεση.
Το ΠΑΣΟΚ συνεπώς ακολουθεί μια διαδικασία τομών σε όλα τα επίπεδα. Η ιστορία του είναι μια ιστορία τομών. Σε κάθε τομή ο πολιτικός του λόγος συρρικνώνεται, απευθύνεται σε όλο και λιγότερους: Από την ευρύχωρη Εθνική Λαϊκή Ενότητα στα «νέα τζάκια» και από τα νέα τζάκια στα παραδοσιακά οικονομικά συμφέροντα, το ΠΑΣΟΚ συρρικνώνει την πολυσυλλεκτική ταξική του βάση και επιβιώνει εκλογικά διατηρώντας την ανάμνηση ενός διχασμού που έχει διπλά ακυρώσει: και προς την αριστερά με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και προς τα δεξιά με την υποδειγματική διαχείριση των συντεχνιακών συμφερόντων των αστών.
Το ΠΑΣΟΚ, συνεπώς, δεν είναι το «κόμμα του κράτους», είναι το κόμμα της κυβέρνησης, δηλαδή του κρατικού μηχανισμού. Σαν τον μυθικό ήρωα τον Ανταίο ο κρατικός μηχανισμός του προσφέρει ζωή και δυνάμεις. Αλλά αυτή η «κρατικοποίηση» του ΠΑΣΟΚ το μετατρέπει από «δύναμη αλλαγής», σε δύναμη συναλλαγής και διαχείρισης.
Ο μακαρίτης ο Σάκης Καράγιωργας είχε εγκαίρως επισημάνει ότι η πολιτική του ΠΑΣΟΚ στην οικονομία ήταν μια άσκηση αναδιανομής στο εσωτερικό των εκμεταλλευομένων τάξεων: από τους μισθωτούς στους μικροαστούς, από τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα στους μισθωτούς του δημόσιου. Οι νέες συμμαχίες στερεώθηκαν με την ενεργή συμμετοχή μεγάλου τμήματος της νέας μικροαστικής τάξης. Ήδη πριν το «βρώμικο» 1989 η «εκσυγχρονιστική» ατζέντα είχε οργανωθεί στις βασικές γραμμές:
Πεδίο πειραματισμού και εφαρμογής τα περιβόητα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, όπου, με το πρόσχημα της αντιστάθμισης του ανταγωνισμού από την ένταξη της Ισπανίας και Πορτογαλίας στην ΕΕ, διασπαθίζονται πόροι που καταλήγουν σε ασήμαντα έργα, άχρηστες υποδομές και ανύπαρκτες επενδύσεις. Είναι η περίοδος όπου ο λαός εκπαιδεύεται στην μικρο-απάτη, για να μην βλέπει τα νέα τζάκια των επιχειρηματικών συμφερόντων να επιβεβαιώνουν την προνομιακή τους σχέση με τις κρατικές δαπάνες και τους ευρωπαϊκούς πόρους. Η διαφθορά στη μικρή κλίμακα κρύβει τη μεγάλη διαφθορά και το πολιτικό χρήμα. Ακόμα χειρότερο: ο «λαός» καθίσταται συνένοχος, και η συνενοχή του ανακαλείται στις κρίσιμες στιγμές. Είτε ως «κλείσιμο ματιού» είτε ως απειλητική κίνηση του δακτύλου. Αν η περίπτωση Κοσκωτά ήταν η κορυφή ενός παγόβουνου που αποκαλύφθηκε επειδή «ξεπέρασε το μέτρο» κατά την έκφραση ιδιοκτήτη δημοκρατικής εφημερίδας της εποχής, ας καταλάβουμε ότι το αντικείμενο προς μέτρηση υπήρχε ευρύτερα.
Μακρηγορώ. Μια τελευταία διαφωνία: Στην Ελλάδα δεν είχαμε σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Σκόρπιες σοσιαλδημοκρατικές ομάδες είχαμε, στελεχωμένες από διανοούμενους με φαμπιανές αναφορές, χωρίς σύνδεση με το χώρο της εργασίας. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αναπτύχθηκαν σε σχέση οργανική με τα εργατικά συνδικάτα, παντού όπου τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αποτέλεσαν κόμματα εξουσίας. Στη Γερμανία, τη Μεγάλη Βρετανία, στις Σκανδιναβικές χώρες. Το ΠΑΣΟΚ έγινε κόμμα και μετά έφτιαξε προσβάσεις σε εργασιακούς χώρους. Τα εργοστασιακά συνδικάτα, βεβαίως, που στην πρώτη περίοδο πολυσυλλεκτισμού είχαν τη θεμελίωση στις αρχές αυτοδιαχείρισης της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο. Σύντομα ακυρώθηκαν από το ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Το συνδικαλιστικό κίνημα μετατράπηκε σε έναν γραφειοκρατικό μηχανισμό συμμετοχής σε συναινετικούς κοινωνικούς διαλόγους, ισχνής παρουσίας στον ιδιωτικό τομέα και προώθησης των εκάστοτε προέδρων στις κυβερνητικές θέσεις. Με άλλα λόγια, η σχέση συνδικάτων – κόμματος υπήρξε συναρτημένη, αλλά με τρόπο αντίστροφο από εκείνη που χαρακτηρίζει την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία.
Άλλωστε το ίδιο το ΠΑΣΟΚ απέφευγε ή μάλλον, αρνιόταν πεισματικά τη συγγένειά του με τη σοσιαλδημοκρατία. Η επαφή αποκαταστάθηκε, φαινομενικά παραδόξως, όταν η σοσιαλδημοκρατία έχει οριστικά ηττηθεί με την εκλογή της Θάτσερ το 1979 και τα όσα ακολούθησαν σε Μ. Βρετανία, Γερμανία, Ιταλία και Σουηδία.   
Μισή λέξη για την ιδεολογία: Το ΠΑΣΟΚ οργανώνει την ηγεμονία του ακροβατώντας μεταξύ του λαϊκότροπου και του εθνικιστικού. Αν θέλετε το προηγούμενο, αναζητείστε το στον ιδεολογικό λόγο της Δικτατορίας.