Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Πέμπτη, 26 Οκτωβρίου 2017

DAVID HARVEY «ΜΑΧΗΤΙΚΗ ΙΔΙΑΤΕΡΟΤΗΤΑ» ΚΑΙ ΕΠΙΣΤΗΜΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΕΙΣ



Θα ήθελα να ευχαριστήσω εκ νέου τον φίλο και εκδότη του Angelus Novus Τάσο Ευσταθίου για την τιμή που μου έκανε να μου αναθέσει την επιστημονική επιμέλεια του βιβλίου του David Harvey. Ομολογώ ότι η επιμέλεια ήταν μια δύσκολη, αλλά ταυτοχρόνως σαγηνευτική περιπέτεια και θέλω να ελπίζω ότι η προσπάθειες του μεταφραστή Γιάννη Βογιατζή, της επιμελήτριας Λένιας Μαζαράκη και του ομιλούντος, μπόρεσαν να αποδώσουν ικανοποιητικά τα νοήματα των κειμένων που συναποτελούν το βιβλίο.
Για να γίνει κατανοητή η δυσκολία, αρκεί να παραπέμψω, στην ίσως υπερβολική, αλλά ενδεικτική, απόφανση του D. Gregory, ο οποίος προλογίζοντας έναν συλλογικό τόμο αφιερωμένο στη συνεισφορά του Harvey, σημειώνει: «το έργο του εξαπλώνεται σε περισσότερα από σαράντα χρόνια και έχει ταξιδέψει στα πεδία περισσότερο από σαράντα επιστημονικών αντικειμένων».[1]  Αυτή η πολυδιάστατη, πολυεπιστημονική, συνήθως διεπιστημονική, διαπραγμάτευση του χώρου και των κοινωνικών διεργασιών σε σχέση με το χώρο, αποτέλεσε πρόκληση για τους συντελεστές της ελληνικής έκδοσης.



Δεν σκοπεύω να επαναλάβω τη συνοπτική παρουσίαση των ένδεκα κειμένων που συνθέτουν τις δύο διακριτές διαδρομές του Harvey στο βιβλίο αυτό: τη διαδρομή στο χώρο και το χρόνο και τη διαδρομή της δικής του επιστημονικής αναζήτησης. Ήδη το έχω επιχειρήσει αλλού: η επανάληψη μπορεί να είναι η μητέρα της μάθησης, αλλά είναι και η μαμή της βαριεστιμάρας. Θα μου επιτρέψετε να μιλήσω για δύο ζητήματα που προκύπτουν από τα κείμενα και τις διαδρομές του Harvey. Το ένα το είχα προαναγγείλει και αφορά την «μαχητική ιδιαιτερότητα», το δεύτερο αποτελεί μια επιστημολογική παρατήρηση στις θεωρητικές μετατοπίσεις του Harvey. Σχετίζεται με τον τρόπο που ο Harvey κατανοεί την κοινωνική δυναμική, και επομένως, με τη σχέση του με το έργο του Μαρξ, αλλά θα μείνω σε μια μερικότερη αποτίμηση.
Να σημειώσω ότι αυτό που ακολουθεί είναι ένα «διάβασμα» του Harvey, όχι κατ’ ανάγκη αυτό που ο Harvey εννοεί απολύτως. Όπως το ερώτημα «τι θέλει να πει ο ποιητής» είναι άνευ αντικειμένου, αλλά το ερώτημα «τι λέει στον αναγνώστη το ποίημα» είναι κρίσιμο, έτσι και το αντίστοιχο ερώτημα για το τι εννοεί ο συγγραφέας οποιουδήποτε κειμένου είναι χωρίς ουσιαστικό αντικείμενο. Ο Δημήτρης Χατζής το είχε διατυπώσει υπέροχα στο Σαμπαθάϊ Καμπιλή:
«Και τι πειράζει;» γέλασε ο Γιοζέφ. «Μήτε εγώ, μήτε συ μήτε κανένας δεν μπορούμε να αλλάξουμε τα κείμενα. Μόνο τα ξηγάμε, άλλος έτσι, άλλος αλλιώς».
Ας αρχίσουμε με το δεύτερο, γιατί μας επιτρέπει και μια καλύτερη κατανόηση του πρώτου.
Ο Harvey σπουδάζει Γεωγραφία στο Cambridge, εκπονεί τη διδακτορική του διατριβή για το αγροτικό Kent και τις μεταβολές που σημειώνονται κατά τον 19ο αιώνα, αναλαμβάνει θέση Λέκτορα στη Γεωγραφία στο Bristol και η πρώτη του σημαντική δημοσίευση (Explanations in Geography, 1969) αποτελεί συνεισφορά σε μια προσέγγιση της γεωγραφίας που ο ίδιος περιγράφει ως «ποσοτική επανάσταση στη γεωγραφία» (σ. 29). Η προσέγγισή του κινείται αυστηρά στα πλαίσια του θετικισμού, καθώς μέλημα του βιβλίου του είναι να εφαρμόσει φιλοσοφικές αρχές θετικιστικού χαρακτήρα στο επιστημονικό πεδίο της γεωγραφίας. Ο θετικισμός του Harvey αποκαλύπτεται στις αρχές επιστημονικής μεθόδου που επικαλείται: Χρήση των μαθηματικών, σαφώς καθορισμένες έννοιες που συνδέονται με κανόνες λογικής και που οδηγούν παραγωγικά σε λογικά συμπεράσματα, εμπειρικός έλεγχος των συμπερασμάτων.  
Στο πρώτο άρθρο του βιβλίου, γραμμένο το 1971, ο Harvey θεωρεί ότι αυτή η μέθοδος ανάλυσης του χώρου δεν έχει να προσφέρει τίποτα περισσότερο:

«Η ποσοτική επανάσταση έκλεισε τον κύκλο της και, απ’ ό,τι φαίνεται, έχουν αρχίσει να επικρατούν φθίνουσες οριακές αποδόσεις· λίγη ακόμα παραγοντική οικολογία, άλλη μια απόπειρα να μετρηθεί το φαινόμενο των φθινουσών επιδράσεων καθώς αυξάνεται η απόσταση, άλλη μια απόπειρα να διακριθεί το γεωγραφικό εύρος της αγοράς ενός αγαθού μάς λένε όλο και λιγότερα αξιόλογα πράγματα (σ. 33).
Σε όρους τους επιστημολογίας του Lakatos, ο Harvey περιγράφει ένα εκφυλιζόμενο πρόγραμμα επιστημονικής έρευνας. Αλλά ο Harvey είναι περισσότερο απόλυτος: είναι καιρός για μια επιστημονική επανάσταση στην επιστήμη της γεωγραφίας. Η έννοια της «επιστημονικής επανάστασης» προέρχεται από την επιστημολογία του Kuhn, την οποία αποδέχεται ο Harvey, με κάποιες επιφυλάξεις.
Σε τι συνίσταται αυτή η επιστημονική επανάσταση: Ο Harvey την ορίζει σε όρους αναζήτησης της «κρυμμένης, αλλά μόνιμης, παρουσίας του χώρου» στη δομή του Κεφαλαίου του Μαρξ. Και αυτό καθορίζει την μετέπειτα επιστημονική του ενασχόληση: Τα Κεφάλαια 2 και 3 του βιβλίου και το Social Justice and the City (1973) προετοιμάζουν το The Limits to Capital (1982).
Η διαλεκτική, συνεπώς, εμφανίζεται ως η νέα μέθοδος ανάλυσης της κοινωνικής πραγματικότητας. Μια εξέλιξη λίγο ως πολύ προκαθορισμένη από το είδος του ερωτήματος που έθετε ο Harvey ήδη από την εποχή που ήταν θετικιστής: η διασύνδεση μεταξύ χωρικών δομών και κοινωνικών διεργασιών σε μια διαδικασία αμοιβαίας μεταβολής. Μια προβληματική αυτού του είδους δύσκολα μπορούσε να συμβιβαστεί με την έννοια του στατικού, περικλείοντος, χώρου της θετικιστικής γεωγραφίας.
Η μεταβολή, συνεπώς, είναι αποτέλεσμα, όχι μόνον των βιωμάτων του Harvey μετά τη μετακίνησή του στη Βαλτιμόρη, όπως μια κοινωνιολογική προσέγγιση της επιστημονικής γνώσης προτείνει[2], αλλά σχετίζεται με το είδος των ερωτημάτων που τίθενται. Ο χώρος ως δομή ήδη διαμορφωμένη που καθορίζει τις κοινωνικές διεργασίες, οι οποίες, με τη σειρά τους, τροποποιούν τη χωρική δομή. Η διαλεκτική του προσφέρει τις έννοιες της αντίφασης και της κρίσης, τις αβεβαιότητας και του προσωρινού των εκφάνσεων, του συνεχώς γίγνεσθαι. Αλλά και το πεδίο της ενεργού συμμετοχής στην πολιτική.
Ο Harvey δηλώνει με σαφήνεια τον πολιτικό ριζοσπαστικό ακτιβισμό του ήδη από το πρώτο άρθρο του βιβλίου το 1971 όταν δηλώνει ότι «θέλουμε να πάψει να είναι αληθινή η θεωρία του φον Τύνεν για την αγορά ακινήτων στις πόλεις», προτείνοντας τη μεταβολή των συνθηκών που της επιτρέπουν να επαληθεύεται. Ο θετικιστής Harvey αποδέχεται τα ευρήματα, όπως τα ερμηνεύει η συμβατική θεωρία, ο κοινωνικά κριτικός Harvey καταφεύγει στον βολονταρισμό, σε πρώτο επίπεδο, με αυτό το εμφατικό «θέλουμε», ή σε ένα λιγότερο προφανές πολιτικό πρόγραμμα. Η κριτική, συνεπώς, προς τη συμβατική θεωρία προέρχεται από την οπτική της κοινωνικής δικαιοσύνης: Οι συνθήκες αρχικής ανισότητας αναπαράγονται οξύνοντας τις ανισότητες. Οι αναφορές του στη μαρξιστική φιλολογία περιλαμβάνουν τα πρώιμα Οικονομικά και Φιλοσοφικά Χειρόγραφα και τη Γερμανική Φιλοσοφία του Μαρξ και την Κατάσταση της Εργατικής Τάξης στην Αγγλία του Ένγκελς, δηλαδή, κατά μία εκδοχή, στον Μαρξ πριν από τον Μαρξ. 
Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη μεταστροφή του Harvey, πολύ λιγότερο αισθητή και συζητημένη. Την εντοπίζουμε στα πρόσφατα έργα του και αναπτύσσεται θεωρητικά στο άρθρο για το περιβάλλον στο βιβλίο (1993, Κεφάλαιο 7) και πολιτικά στα επόμενα έργα.



Ο Harvey στα πρόσφατα έργα του απορρίπτει την Καρτεσιανή και τη Νευτώνια προσέγγιση στο όνομα μιας διαλεκτικής που στηρίζεται στην «αρχή της συμπληρωματικότητας» της κβαντομηχανικής. Χωρίς να μπούμε στην αναλυτική παρουσίαση του επιχειρήματος, το οποίο διατυπώνεται κυρίως στις σελίδες 245 κ.ε. του βιβλίου, θα υποστηρίξω ότι με την αντίληψη αυτή οι αιτιώδεις σχέσεις και οι καθορισμοί σχετικοποιούνται, μετατρέπονται σε σύνολο πολλαπλών προσδιορισμών χωρίς ιεραρχική δομή. Μια τέτοια αντίληψη απέχει πολύ από τη διαλεκτική του Μαρξ και προσεγγίζει εκείνη του Φουκώ, παρά το γεγονός ότι ο Harvey δεν φαίνεται να έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με το έργο του τελευταίου. Όμως η διπλή κίνηση της μαρξιανής διαλεκτικής από το συγκεκριμένο στο αφηρημένο και από το αφηρημένο στο συγκεκριμένο, όπως και ο ορισμός του συγκεκριμένου ως αποτέλεσμα πολλαπλών προσδιορισμών εντέλλεται την ύπαρξη ιεραρχημένων αιτιωδών σχέσεων. Αλλιώς, ούτε καν μια αφαίρεση πρώτης βαθμίδας δεν έχει νόημα.
Να σημειώσω παρενθετικά ότι ο Phillip Mirowski, ειδικός σε θέματα επιστημολογίας των οικονομικών, θεωρεί ότι η άκριτη και εύκολη μεταφορά μεθόδων και επιστημολογικών αρχών από τις φυσικές επιστήμες στις κοινωνικές επιστήμες έχει εμποδίσει τις κοινωνικές επιστήμες να αποκτήσουν τις μεθοδολογίες που είναι προσήκουσες στο αντικείμενό τους. Η κλασική πολιτική οικονομία και ο Μαρξ έχουν βασιστεί σε μια καρτεσιανή – νευτώνια κοσμολογία, όπου η έννοια της ύλης αντικαθίσταται από την έννοια της αξίας, ενώ η νεοκλασική θεωρία βασίζεται στα αξιώματα της θερμοδυναμικής – είναι, άλλωστε, γνωστή η ρήση του Samuelson - όπου η έννοια της ενέργειας αντικαθίσταται από την έννοια της χρησιμότητας.   
Πέραν, όμως  από αυτή τη θεωρητική μετατόπιση – την οποία ο Harvey δεν αντιλαμβάνεται ως τέτοια – θα πρέπει να εντοπίσουμε τις πολιτικές συνεπαγωγές. Και εδώ θα γυρίσω στο πρώτο ζήτημα, της «μαχητικής ιδιαιτερότητας».   
Το κείμενο αυτό με τίτλο «Μαχητική Ιδιαιτερότητα και Παγκόσμιες Φιλοδοξίες» είναι το 8ο Κεφάλαιο του βιβλίου. Δημοσιεύεται αρχικώς ως εναρκτήριο Κεφάλαιο στο Justice, Nature and the Geography of Difference (1996) ένα βιβλίο που. όπως ομολογεί ο ίδιος, παρουσιάζει σοβαρές αναλυτικές αδυναμίες. Το βιβλίο προσπάθησε να αντιμετωπίσει την οξεία κριτική που είχε δεχθεί ο Harvey από φεμινιστικούς κύκλους – μεταξύ των οποίων και από την Doreen Massey – για το βιβλίο του Η Κατάσταση της Μετανεωτερικότητας (1989). Η κριτική κατά του Harvey συνίστατο αφ’ ενός στην αγνόηση του γυναικείου ζητήματος και, κυρίως, στην εμμονή του στις ταξικές κατηγορίες και τον μαρξισμό.
Ο Harvey αποπειράται στο βιβλίο αυτό να πετύχει τρία πράγματα: Πρώτον, να ενσωματώσει την φεμινιστική κριτική και της προσέγγισης των «ταυτοτήτων», δεύτερον, να υπερασπιστεί την μαρξιστική προσέγγιση και, τρίτον, να διασφαλίσει ένα σημαντικό ρόλο στην έννοια της κοινωνικής τάξης. Προκειμένου να πετύχει τους τρεις αυτούς στόχους υποχρεώνεται να αποδεχθεί σημαντικά στοιχεία μεταδομισμού και μετανεωτερικών αναλύσεων. Έτσι, η θέση του για τον κομβικό ρόλο των κοινωνικών τάξεων, μιλώντας για τις «σημαντικές διαφορές», καθίσταται περισσότερο διακηρυκτική παρά αναλυτική, αφού ήδη μεθοδολογικά έχει εγκαταλείψει το πεδίο των ιεραρχημένων αιτιωδών σχέσεων.
Η κοινωνική τάξη, μαζί με το φύλο, τη φυλή, τις ερωτικές προτιμήσεις, τις ποικιλίες των οικολογικών κινημάτων, τις ηλικιακές κατηγορίες τοποθετούνται σε ένα επίπεδο ισοδυναμίας, συναποτελούν στοιχεία των ατομικών ταυτοτήτων σε μια κοινωνία διασπασμένων και περιχαρακωμένων βιωμάτων. Ο Harvey προσθέτει στον κατάλογο ένα ακόμη στοιχείο, τον χώρο, ή ορθότερα, την τοπικότητα, επιδιώκοντας να αποκαταστήσει έναν παράγοντα μερικής συνεκτικότητας.
Ο τόπος αποτελεί για τον Harvey το κρίσιμο στοιχείο που προσδιορίζει την «ιδιαιτερότητα». Είναι ο τόπος του εργοστασίου της Morris-Rover στην Οξφόρδη και είναι ο τόπος των Μαύρων Ορέων και της Border Town των μυθιστορημάτων του Raymond Williams. Ο τόπος που επιτρέπει η μαχητικότητα να εκφραστεί, οργανωμένη στην παράδοση και στις σχέσεις αλληλεγγύης, αλλά που την εμποδίζει, ταυτόχρονα, να αναζητήσει ευρύτερες συνθέσεις, να αποκτήσει «παγκόσμια φιλοδοξία».
Έχω την αίσθηση ότι με το εναρκτήριο Κεφάλαιο του Justice, Nature and the Geography of Difference ο Harvey προσφέρει μια θυσία εξευμενισμού προς τους κριτικούς του, μια θυσία η οποία πολύ λίγο εκτιμήθηκε ως τέτοια και που οδήγησε σε απαίτηση για μεγαλύτερες υποχωρήσεις. Είναι μια γνωστή εξέλιξη, όταν το επίδικο αντικείμενο τίθεται προς διαπραγμάτευση. Ο Harvey πιστεύει ότι το πολιτικό ζήτημα της ποθητής ενότητας του εργατικού κινήματος με τα ποικίλα κινήματα ταυτότητας μπορεί να επιλυθεί μέσω διαπραγματεύσεων. Αλλά αυτά σηκώνουν πολύ συζήτηση, θεωρητική και πολιτική και ας τα αφήσουμε εκεί – προς το παρόν τουλάχιστον.
Ο Harvey καταφεύγει στον Raymond Williams για να ερμηνεύσει την οριακή (border) θέση που καταλαμβάνει στη σύγκρουση για τη διάσωση των θέσεων εργασίας της αυτοκινητοβιομηχανίας στην Οξφόρδη. Ο Harvey συμμετέχει ενεργά, αλλά διαφωνώντας με τον εργατισμό που συνέχει το εργατικό συνδικάτο, αναζητά τη δημιουργία ενός ευρύτερου κινήματος της πόλης. Φαίνεται να υπονοεί ότι η μάχη είναι χαμένη, το εργοστάσιο θα κλείσει και ο χώρος του θα παραδοθεί σε ένα νέο σχέδιο οικιστικής ανάπλασης. Ο μαχητικός εργατικός αγώνας είναι μια έκφραση ενός particularism, μιας συνεκτικότητας της ομάδας εδαφοποιημένης στο εργοστάσιο, ο διανοούμενους Harvey έχει την ευρεία εικόνα, φιλοδοξεί για έναν παγκόσμιο επανακαθορισμό των πολιτικών προτεραιοτήτων. Όχι τυχαία επικαλείται τη φιλολογία, τα μυθιστορήματα του Raymond Williams, αναζητώντας να κατανοήσει αυτή ακριβώς τη μαχητική συνεκτικότητα που απομονώνει την ομάδα των εργατών, ενώ, ταυτοχρόνως, τους δίνει τη δύναμη να διεκδικήσουν, έστω και προσωρινά, την αξιοπρέπεια του αγώνα.  Ο μεθοδολογικός υπερπροσδιορισμός, η πληθώρα καθορισμών χωρίς ιεράρχηση αιτίων, οδηγεί σε ατομική αναστολή αποφάσεων. Μια κατάσταση intellectual indecision, διανοητικής αμηχανίας.
Είπα στην αρχή ότι το ερώτημα «τι θέλει να πει ο ποιητής» δεν έχει νόημα. Το νόημα δίνεται από τον αναγνώστη, αν ακουμπάει τα βιώματα και τις ανησυχίες, αν ζωντανεύει αναμνήσεις, αν σχετίζεται με το παρελθόν ή το παρόν. Υπάρχει ένα απόσπασμα του Raymond Williams που παραθέτει ο Harvey, το οποίο ίσως δεν πολυκαταλαβαίνει. Είναι στη σ. 282 του βιβλίου και θα μου επιτρέψετε να σας το διαβάσω.



"Η κρίση που με περιέβαλλε μετά τον θάνατο του πατέρα μου, που ήταν σοσιαλιστής και σιδηροδρομικός –δεν έχω καταφέρει να το εξηγήσω αυτό σωστά, ίσως να το εξήγησα εν μέρει στο μυθιστόρημά μου Border Country–, ήταν ένα αίσθημα ήττας μιας πολύτιμης ιδέας. Πιθανόν η αντίδρασή μου να ήταν παράλογη. Εντάξει, πέθανε, πέθανε πολύ νωρίς, αλλά οι άντρες και οι γυναίκες πεθαίνουν όντως. Ήταν όμως πολύ δύσκολο να μην τον δω σαν θύμα στο τέλος. Υποθέτω ότι αυτή η εμπειρία με έκανε να επιστρέψω στο ιστορικό μυθιστόρημα που γράφω τώρα, το People of the Black Mountain, το οποίο αφορά τις μετακινήσεις στην ιστορία, σε μια πολύ μεγάλη χρονική περίοδο, μέσα και διά μέσου ενός συγκεκριμένου μέρους στην Ουαλία. Και αυτή η ιστορία συνιστά ένα αρχείο […] ήττας, εισβολής, θυματοποίησης, καταπίεσης. Όταν βλέπει κανείς τι συνέβη στους ανθρώπους που αποτελούν τους προγόνους μου, του φαίνεται σχεδόν απίστευτο. […] Οι ήττες ήταν επανειλημμένες και το μυθιστόρημά μου προσπαθεί να εξετάσει απλώς την πιθανότητα να επιβιώσει το οτιδήποτε. Δεν μιλάω για μια απλή πατριωτική απάντηση: είμαστε Ουαλοί και είμαστε ακόμα εδώ. Μιλάω για την ανεξάντλητη προσαρμοστικότητα, ίσως και πονηριά, με την οποία κατάφεραν να επιβιώσουν οι άνθρωποι αυτοί υπό τις πιο δυσμενείς συνθήκες, καθώς και για την εντυπωσιακή ποικιλία πεποιθήσεων με τις οποίες εξέφρασαν την αυτονομία τους. Μια αίσθηση αξίας που έχει βρει τον δρόμο της μέσα από διαφορετικά είδη καταπίεσης κάθε λογής […] μια βαθιά ριζωμένη και ακατάλυτη, εντούτοις μεταβαλλόμενη επίσης, ενσάρκωση των δυνατοτήτων της κοινής ζωής."
        
Δεν ξέρω τι μπορεί να μετουσιώνει ο Harvey από το απόσπασμα αυτό. Ή μάλλον ξέρω: Μια επιβεβαίωση της θεωρητικής του προσέγγισης για την μαχητική ιδιαιτερότητα σε σχέση με το χώρο. Όμως, όταν το είδα, το μυαλό μου πήγε στα καθ’ ημάς. Στην ιστορία αυτού του τόπου, των αγώνων, των ηττών, εθνικών, ταξικών, συλλογικών και ατομικών, των συνεχειών και των παραιτήσεων, της προσπάθειας για επιβίωση, έστω και με δολιότητα. Η πικρή αίσθηση της ήττας που μετουσιώνεται σε αγώνα, η νικηφόρα αίσθηση του αγώνα που μετουσιώνεται σε ήττα για να αρχίσει εκ νέου. Η αλυσίδα των αγών και η αλυσίδα των ηττών. Του παρελθόντος που είναι πάντοτε παρόν.
Αν η «θέση στο μεταίχμιο» του Harvey είναι διανοητική, η αντίστοιχη του Raymond Williams είναι κοινωνική, έστω και αν ο χώρος αποτυπώνει τις ταξικές διαφορές, ή αν οι ταξικές διαφορές χωροθετούνται, οργανώνουν και οργανώνονται στο χώρο. Στο κείμενό του Η σημασία της Κοινότητας[3]  γράφει για τις πρώτες διαλέξεις που παρακολούθησε στο Cambridge:  
«Ο καθηγητής Knight … είπε ότι η λέξη «γειτονιά» στον Shakespeare εννοεί κάτι που κανένας άνθρωπος του 20ου αιώνα δεν μπορεί να κατανοήσει, γιατί σήμανε μια ολόκληρη σειρά υποχρεώσεων και ευθυνών πολύ πάνω του απλού γεγονότος της φυσικής εγγύτητας».
Και ενώ όλοι οι συμφοιτητές του κουνούσαν καταφατικά το κεφάλι τους, ο Raymond Williams σηκώθηκε «κατευθείαν απ’ το χωριό του», όπως γράφει, και είπε: «Ξέρω πολύ καλά τι σημαίνει γειτονιά με την πλήρη έννοια της λέξης».
Αγαπητοί μου φίλοι, σας βεβαιώνω ότι κι εγώ ξέρω πολύ καλά τι σημαίνει «γειτονιά», και τι σημαίνει «μεταίχμιο» χωρικό και κοινωνικό.           



[1]               N. Castree – D. Gregory (eds), David Harvey: A Critical Reader, 2006, Blackwell. 
[2]               T. Barnes, “Between Deduction and Dialectics: David Harvey on Knowledge”, στο N. Castree – D. Gregory (eds), David Harvey: A Critical Reader, 2006, Blackwell.
[3]               R. Williams, Resources of Class and Community, σ. 111 κ.ε.

Τρίτη, 17 Οκτωβρίου 2017

ΣΕΡΑΦΕΙΜ ΣΕΦΕΡΙΑΔΗ: ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΝΗΜΑ ΜΙΑΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ - ΑΝΑΛΥΣΕΙΣ ΚΑΙ ΚΕΙΜΕΝΑ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ


 Το κείμενο αυτό αποτελεί την εισήγησή μου στην παρουσίαση του βιβλίου του Σεραφείμ Σεφεριάδη, μαζί με τον συγγραφέα του και τους Γιάνη Γιανουλόπουλο, Γιάννη Κουζή και Γιάννη Μαυρή, στις 16 Οκτωβρίου 2017, στο Polis Art Café. 




Το βιβλίο του Σεραφείμ Σεφεριάδη (2017, εκδόσεις Τόπος), είναι κάτι πολύ περισσότερο από αυτό που μια επιπόλαιη ματιά θα αντιλαμβανόταν: ένα σύνολο κειμένων, γραμμένων σε διαφορετικές στιγμές των δέκα τελευταίων χρόνων με αφορμή, κυρίως, την τρέχουσα συγκυρία και τα οποία αποτυπώνουν την οπτική του συγγραφέα.  Με κανέναν τρόπο δεν έχουμε να κάνουμε με μια συλλογή συγκυριακών κειμένων. Έστω κι αν είναι γραμμένα για το «ευρύ κοινό» των εφημερίδων, συγκροτούν μια διεισδυτική, θεωρητικά κατευθυνόμενη, εξέταση της συγκυρίας. Χωρίς να συνιστούν περιγραφικά κείμενα – πρώτη ύλη του ιστορικού του μέλλοντος, θα αποτελέσουν  πολύτιμο ερμηνευτικό οδηγό του έργου του. Αλλά και αποτελούν πολύτιμο ερμηνευτικό οδηγό κατανόησης και αναστοχασμού δικό μας, των συγχρόνων, που ζήσαμε αυτά τα χρόνια όχι ως αποστασιοποιημένοι μελετητές των φαινομένων, αλλά ως ενεργοί πολίτες, ως βιώσαντες.
Ταυτοχρόνως, όπως ορθά επισήμανε ο Γιάνης Γιανουλόπουλος στην παρουσίαση του βιβλίου, κάθε ένα από αυτά θα μπορούσε να αποτελέσει αντικείμενο ανάλυσης και συζήτησης. Η αυτονομία των κειμένων που συναποτελούν το βιβλίο, όμως, παραμένει προσδιορισμένη από τις βασικές αρχές, θεωρίας και μεθόδου, που τα παράγουν, προσδίδοντας στο σύνολο την ενότητά του.
Ας δούμε τους όρους που συνθέτουν αυτήν την ενότητα. Ήδη καταγράφονται  στον τίτλο του βιβλίου: «Κόκκινο Νήμα» αφ’ ενός, «δεκαετία» αφ’ ετέρου. Στον υπότιτλο υπάρχει και μια δεύτερη χρονική, αλλά και ποιοτική, διευκρίνιση, «τα χρόνια της κρίσης», εισάγοντας τη λέξη «κρίση». Θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω με αυτές τις τρεις λέξεις: «νήμα», «δεκαετία», «κρίση».
Ας αρχίσουμε με τις δύο τελευταίες λέξεις: Ποια είναι αυτή η δεκαετία και γιατί συνδέεται με την «κρίση»; Και ποια είναι αυτή η «κρίση» και πώς οριοθετεί το χρόνο, το πλαίσιο της δεκαετίας; Τα κείμενα του βιβλίου, άρθρα, συνεντεύξεις, εισηγήσεις σε ποικίλες εκδηλώσεις, τοποθετούνται χρονικά στο πλαίσιο μιας δεκαετίας: Από το 2007 ως σήμερα με λίγες προγενέστερες εξαιρέσεις. Η χρονική αυτή οριοθέτηση αποκτά τη σημασία της μόλις συνδεθεί με τον προσδιορισμό της: τα χρόνια της κρίσης. Η κρίση, συνεπώς, είναι η έννοια που οργανώνει το περιεχόμενο, που του δίνει τη συνεκτικότητά του.
Αλλά για ποια κρίση πρόκειται; Μια πρώτη απάντηση θα ήταν, φυσικά, η οικονομική κρίση, η κρίση που εκδηλώθηκε το 2008 και η οποία, στην περίπτωση της Ελλάδας, εντάθηκε μέσω των Μνημονίων και συνεχίζεται ως σήμερα, «χωρίς φως στην άκρη του τούνελ», παρά μόνο το αμυδρό αντιφέγγισμα που προσφέρουν οι απόπειρες κανονικοποίησής της.
Μια τέτοια ερμηνεία δεν θα ήταν άστοχη: Έστω και αν η κρίση είναι οικονομική, προκύπτει, δηλαδή, κυρίως, από οικονομικούς μηχανισμούς, τα αίτια και οι συνέπειες δεν είναι μόνον οικονομικά, ούτε περιορίζονται στην οικονομία, Ούτε είναι μόνον γεωγραφικά: η κρίση δεν είναι περιορισμένη στην Ελλάδα. Προκύπτει ως αποτέλεσμα μηχανισμών που εγκαθιδρύθηκαν σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο εκφράζοντας την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου και του πολιτικού προγράμματος του νεοφιλελευθερισμού.
Ο Σεραφείμ Σεφεριάδης γνωρίζει πολύ καλά και την πολλαπλότητα των αιτίων και την ευρύτητα των συνεπειών της κρίσης. Και τοποθετείται στα σύντομα και συγκυριακά του κείμενα ανατέμνοντας αίτια, εκφάνσεις και συνέπειες, αφαιρώντας τα ψιμύθια του νεοφιλελεύθερου επιχειρήματος συστηματικά και αποτελεσματικά, επιτρέποντας να αναδειχθεί το αποτρόπαιο πρόσωπο πίσω από το προσωπείο.
Πιστεύω, όμως, ότι υπάρχει μια δεύτερη, αναγκαία κι αυτή, ανάγνωση της κρίσης, η οποία είναι περισσότερο κρίσιμη: Η ανάδειξη και η πτώση των κοινωνικών κινημάτων που, είτε αναφερόμενα στην γενικότερη κρίση της περιόδου, είτε σχετικώς ανεξάρτητα από αυτήν, αποτελούν το υλικό επιστημονικής αναζήτησης του Σεφεριάδη. Από τα κινήματα του Πανεπιστημίου και το κίνημα που ξεσπά με βιαιότητα μετά τη δολοφονία του Γρηγορόπουλου ως τα κινήματα των πλατειών, αλληλεγγύης προς τους πρόσφυγες και μετανάστες, το κίνημα κατά της ξενοφοβίας και του νέου φασισμού.
Ήδη στην Εισαγωγή του στο βιβλίο ο Σεφεριάδης μας εισάγει στη θεματολογία αυτή με τη διάκριση μεταξύ ακαδημαϊκών και ακτιβιστών. Στο θέμα θα επανέλθω, αλλά ας γυρίσουμε στο νήμα, που είναι κόκκινο.
Ο Σεφεριάδης στην Εισαγωγή του βιβλίου χρησιμοποιεί δύο φορές τον όρο «κόκκινο νήμα». Την πρώτη φορά (σ. 12) για να δηλώσει ότι το σύστημα νοημάτων που εκπέμπεται  από το λόγο και τη γραφή ακαδημαϊκών και ακτιβιστών είναι κοινό. Υπάρχει ένα κοινό νήμα αμφισβήτησης (εξ ου και κόκκινο) και ανατροπής, παρά τις διακριτές λειτουργίες που επιτελούνται. Την δεύτερη φορά γράφει:
«… αν κάτι συνεκτικά, ως ‘κόκκινο νήμα’, διατρέχει το πόνημα, αυτό είναι η σημασία της πολιτικής ως ελλόγου μετασχηματιστικού διαβήματος». (σ. 13).
Οι δύο αυτές αναφορές στο «κόκκινο νήμα» δεν είναι αντιφατικές: η δεύτερη λειτουργεί συμπληρωματικά, διευκρινίζοντας την πρώτη. Νομίζω αυτό είναι το κλειδί κατανόησης του βιβλίου, ο μίτος της Αριάδνης, που μας επιτρέπει να κινηθούμε με ασφάλεια στις αντιφατικές εκφάνσεις μιας σκληρής πραγματικότητας. Μας επιτρέπει, για να χρησιμοποιήσω μια μεταφορά που χρησιμοποιεί ο Σεφεριάδης, να κινηθούμε χαρτογραφικά, χρησιμοποιώντας ειδικούς χάρτες για τα μικρά (που δεν είναι καθόλου ασήμαντα) και τα μεγάλα.
Αλλά η «η σημασία της πολιτικής ως ελλόγου μετασχηματιστικού διαβήματος» είναι δηλωτική των αποστάσεων που χωρίζουν την προσέγγιση του πολιτικού φαινομένου από τον Σεφεριάδη σε σχέση με τον συντηρητικό ορισμό της πολιτικής ως «τέχνης του εφικτού», δηλαδή της a priori αποδοχής του υπαρκτού ως δεσμευτικού πλαισίου δράσης. Η πολιτική, και ελπίζω να μην παραποιώ την άποψη του Σεφεριάδη, συνιστά πράξη που διευρύνει το πεδίο των διαθέσιμων επιλογών μετασχηματίζοντας το υπάρχον σύστημα εξουσίας. Αλλιώς, η πολιτική, ως τέχνη του εφικτού, μετατρέπεται η ίδια σε διαχείριση, κάτι που έχουμε εμπεδώσει πολύ καλά με την εμπειρία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ.  Η έλλειψη του χάρτη και η έλλειψη της πυξίδας.
Τα κοινωνικά κινήματα επαναφέρουν στο προσκήνιο εκείνη την έννοια της πολιτικής που αντιτίθεται στην πολιτική ως διαχείριση. Τα κοινωνικά κινήματα απαιτούν μετασχηματισμούς του υπάρχοντος, μεταβολή του ισχύοντος, άλλοτε μικρής και άλλοτε μεγάλης κλίμακας, άλλοτε προς τη μια ή προς την άλλη κατεύθυνση. Τα κοινωνικά κινήματα στις ποικίλες εκφάνσεις τους γεννιούνται από τις αντιφάσεις ενός κοινωνικού συστήματος που δομείται πάνω στις κοινωνικές ανισότητες και, περαιτέρω, οργανώνει και θεσμοποιεί τις κοινωνικές ανισότητες.
Η μεταφορά του χάρτη της μικρής και της μεγάλης κλίμακας, νομίζω ότι, μας επιτρέπει μια επαρκή προσέγγιση των κοινωνικών κινημάτων: Τα κοινωνικά κινήματα αρθρώνονται με αναφορά σε ειδικά αιτήματα. Αυτή η ειδικότητα των αιτημάτων, αιτήματα ισότητας, περιβάλλοντος, αστικής συμμετοχής και επαναδιαπραγμάτευσης του κοινού χώρου, τα προσδίδει το μεταρρυθμιστικό τους χαρακτήρα, αλλά και τα καθιστά ευάλωτα: αρκεί να υπομνήσω το κραταιό φεμινιστικό κίνημα των δεκαετιών 60 και 70 και τη σημερινή σιγή του σε πληθώρα καταστάσεων, διαδικασιών και αντιλήψεων που υποτιμούν τη γυναίκα: Το φύλο, μας λέει η ιστορία, έχει και κοινωνική τάξη – η νέα μικροαστική τάξη κερδοσκόπησε πάνω στην ανισότητα του φύλου για να φτιάξει καριέρες, επαγγελματικές, επιστημονικές και πολιτικές, με όμοιο τρόπο που συνδικαλιστικές ηγεσίες κερδοσκόπησαν πάνω στους αγώνες των εργαζομένων. Ανάλογες διαδρομές βλέπουμε στο χώρο της οικολογίας.  
Ο Σεφεριάδης δεν αποδέχεται άκριτα την οπτική των «νέων» κοινωνικών κινημάτων, ιδιαίτερα όταν δημιουργούν μιαν αντίθεση με το παραδοσιακό κοινωνικό κίνημα, το κίνημα της εργατικής τάξης (δες λ.χ. το κείμενο στη σ. 80 κ.ε.). Γιατί το κίνημα της μισθωτής εργασίας, το κίνημα της νεωτερικότητας, έθεσε το γενικό αίτημα της απελευθέρωσης από τους ποικίλους καταναγκασμούς. Είναι αναγκαίο, συνεπώς, να δεχθούμε την ιεράρχηση των αιτημάτων μέσω μιας πορείας διαλεκτικής έντασης, που σημαίνει την αναγνώριση των διαφορών και αποστάσεων ως πρώτο αναγκαίο βήμα, πορεία όπου οι όροι της αντιπαράθεσης εκλογικεύονται και οργανώνουν μια ενότητα υπέρβασης των ειδικών αιτημάτων, μια μορφή γκραμσιανής ηγεμονίας, στην οποία, το οικονομικό παραμένει καθοριστικό, αλλά όχι απολύτως καθοριστικό.
Πώς μπορεί να δεθεί το μικρό με το μεγάλο, το ειδικό με το γενικό, το τοπικό με το εθνικό και το εθνικό με το παγκόσμιο, το περιβάλλον με την εργασία; Πώς θα μπορέσουμε στο ζήτημα των «ταυτοτήτων» που, σε μια όχι τόσο ακραία εκδοχή τους, οδηγεί σε προσεγγίσεις μεθοδολογικής και πολιτικής εξατομίκευσης, να κρατήσουμε ζωντανή ως έννοια και γόνιμη ως αναλυτική κατηγορία την κοινωνική τάξη; 
Είχα την τύχη να μου ζητηθεί προσφάτως να επιμεληθώ την ελληνική έκδοση του βιβλίου του David Harvey «Δρόμοι και Τρόποι του Κόσμου». Πρόκειται επίσης για ένα βιβλίο συλλογής άρθρων. Μεταξύ αυτών, στο άρθρο που επιγράφεται «Μαχητική Ιδιαιτερότητα και Παγκόσμιες Φιλοδοξίες» ο Harvey αναφέρεται στην προσωπική του εμπλοκή σε μια κινηματική καμπάνια για τη διάσωση του εργοστασίου αυτοκινήτων Morris στο Cowley στην Οξφόρδη το 1988. Αυτό που ήταν το επίδικο αντικείμενο ήταν η διάσωση των θέσεων εργασίας, ήδη σημαντικά μειωμένων, ενώ οι υπόλοιπες σταδιακά μετατρέπονταν σε κακοπληρωμένες και ασταθείς. Αλλά η προοπτική ήταν να κλείσει το εργοστάσιο και στους χώρους να γίνει μια «εξευγενισμένη αστική ανάπλαση».
Ο Harvey περιγράφει το δίλημμα του ακαδημαϊκού: Πώς να συμμετέχει ενεργά σε μια καμπάνια που τη θεωρεί αλυσιτελή, αφ’ ενός, ενώ οι παγκόσμιες τάσεις στην ανάπτυξη της αυτοκινητοβιομηχανίας, το ζήτημα του περιβάλλοντος, η αντίθεση στον καταναλωτισμό, που συνδέεται με τη χρήση του αυτοκινήτου, κλπ, τον οδηγούν στο να ευνοήσει μάλλον, παρά να αντισταθεί, στα προγράμματα αστικής ανάπλασης; Αλλά πώς θα ησυχάσει και την άλλη του συνείδηση, όταν γνωρίζει ότι η απώλεια των θέσεων εργασίας θα σημάνει τον μόνιμο αποκλεισμό από την εργασία, τη φτώχεια και την περιθωριοποίηση;
   Με βαριά καρδιά και με διαφωνίες συμμετέχει, με συγκρούσεις που τον απομακρύνουν από το συνδικαλιστικό κίνημα. Μιλάει, λοιπόν, για την «μαχητική ιδιαιτερότητα», τον μαχητικό κινηματικό αυτο-αποκλεισμό των εργατών από τον κοινωνικό τους περίγυρο (την υπόλοιπη πόλη), αναζητά την ερμηνεία στα μυθιστορήματα του Raymond Williams και, παραδόξως, αποφεύγει να καταφύγει στον Perry Anderson, που από τη δεκαετία του 1960 έχει θέσει το ζήτημα της αγγλικής ιδιαιτερότητας και του οικονομισμού των συνδικάτων.
Νομίζω ότι στο δίλημμα του Harvey, αυτό που θα ονόμαζα «αδυναμία λήψης αποφάσεων σε ένα υπερπροσδιορισμένο περιβάλλον», τυπική των ακαδημαϊκών διανοούμενων, έρχεται να απαντήσει, εμμέσως, πλην σαφώς, ο Σεφεριάδης. Στο δίλημμα «θεωρία ή πολιτική – κινηματική δράση» υπάρχει απάντηση, στο βαθμό που η θεωρία δεν γίνεται αυτοσκοπός, που η θεωρία δεν εξαντλεί την παρουσία της σε βιβλία, άρθρα, αίθουσες συνεδρίων και σεμιναρίων, στο βαθμό που η θεωρία δεν ξεχνιέται στο όνομα μιας πολιτικής της τέχνης του εφικτού, αλλά διαλέγεται με τα κινήματα, μπολιάζει και μπολιάζεται από αυτά. Στο βαθμό που η θεωρία, η θεωρία των κοινωνικών επιστημών, δεν κατανοεί τον εαυτό της ως ουδέτερη, υπερβατική και απόμακρη, αλλά ως πεδίο το οποίο διαπερνάται και ορίζεται από τις κοινωνικές συγκρούσεις.
Με τις σκέψεις αυτές, που μπορεί να τις θεωρήσατε αισιόδοξες, αλλά φοβάμαι ότι είναι απελπιστικά παράταιρες στη σύγχρονη πανεπιστημιακή πραγματικότητα, να μου επιτρέψετε να ολοκληρώσω την παρουσίαση ενός πολύ σημαντικού βιβλίου σπάνιου επιστημονικού ήθους και μαχητικότητας.