Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Πέμπτη, 8 Οκτωβρίου 2015

ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΙΕΤΡΟ ΙΝΓΚΡΑΟ: ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΕΣ ΚΑΙ ΕΠΙΚΑΙΡΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ - ΚΙ ΕΝΑ ΕΠΙΜΕΤΡΟ



Τη Δευτέρα 6 Οκτωβρίου ο Πέτρος Κακολύρης οργάνωσε εκδήλωση προς τιμή του Πιέτρο Ινγκράο στον φιλόξενο Εύμαρο και είχε την καλοσύνη να με καλέσει να μιλήσω. Η εισήγησή μου δημοσιεύτηκε στο Redbook, αλλά έκρινα ότι μερικές προσθήκες ήταν αναγκαίες, μετά τις εισηγήσεις του Πέτρου και της Τόνιας Τσίτσοβιτς,  αλλά και της συζήτησης που ακολούθησε, Ιδού λοιπόν.






Ομολογώ ότι αισθάνομαι αμηχανία και ακατάλληλος να μιλήσω για τον Πιέτρο Ινγκράο, αυτή την πολύ σημαντική μορφή της πολιτικής και της διανόησης της Ιταλικής Κομμουνιστικής Αριστεράς, που δεν έγινε ή, ορθότερα, δεν επιδίωξε να γίνει μορφή της ευρωπαϊκής αριστεράς.

Δεν φοίτησα στην Ιταλία, δεν γνωρίζω ιταλικά, δεν τον συνάντησα ποτέ, όπως, άλλωστε πολλούς άλλους που θα ήθελα να έχω συναντήσει, αλλά, αυτή η εκ των πραγμάτων απόσταση δεν εμπόδισε την επίδρασή του στον τρόπο που έμαθα να βλέπω την κοινωνία, τις συγκρούσεις, τη στρατηγική, τον κομμουνισμό.

Δεν θα αποτολμούσα, συνεπώς, ποτέ μια συνολική τοποθέτηση για τον Πιέτρο Ινγκράο. Θα μου ήταν πιο βολικό να μιλήσω για την επίδρασή του σε μια συγκεκριμένη συγκυρία στην ελληνική ανανεωτική κομμουνιστική αριστερά των αρχών της δεκαετίας του 1980. Και, βεβαίως, όχι σ’ όλη την αριστερά, μόνο στα εγχώρια τμήματά της που αναζητούσαμε αναφορές να πιαστούμε από κάπου για να επιβεβαιώσουμε την αριστερή μας ταυτότητα, αφ’ ενός, αλλά να προσφέρουμε μια εναλλακτική πολιτική πρόταση στην εσφαλμένη κυρίαρχη πολιτική του ΚΚΕ εσωτερικού. Μέσα από αυτήν τη φαινομενικά βολική αφήγηση, η οποία, ελπίζω να είναι κατανοητό ότι και υποκειμενική είναι και, ως εκ τούτου, καθόλου βολική, καθώς έχει τη μορφή της προσωπικής κατάθεσης, θα προσπαθήσω να αναδείξω μια – δύο πτυχές της πολιτικής σκέψης και της θεωρητικής του συμβολής. Τα λοιπά είναι έργο αρμοδιότερων και ικανότερων εμού.

Έφυγα για την Αγγλία το καλοκαίρι του 1975 με ένα πτυχίο οικονομικών επιστημών στο συρτάρι και μια αποσκευή νεοκλασικής μικροοικονομικής και κεϋνσιανής μακροοικονομικής στη βαλίτσα. Γύρισα, σχεδόν μόνιμα, την άνοιξη του 1978 μαρξιστής, επίσης μόνιμα. Η βρετανική αριστερή διανόηση είχε χωριστεί στα δύο: οι μεν είχαν υποκύψει στη σαγήνη του μαρξισμού made in France, οι δε ήταν πολέμιοι του αλτουσεριανού δομισμού. Η «υπόθεση Γκράμσι» είχε αρχίσει να γίνεται θέμα αυξανόμενου ενδιαφέροντος, ιδιαίτερα μετά το άρθρο του Perry Andersonthe antinomies of Antonio Gramsci” στο New Left Review το 1976. Ο ιταλικός μαρξισμός έκρουε όλο και ισχυρότερα τις πύλες, ιδιαίτερα μετά την έκδοση του συλλογικού τόμου που επιμελήθηκε η Chantal Mouffe (Gramsci and Marxist Theory, 1979) και την ταυτόχρονη σχεδόν έκδοση του κύκνειου άσματος του ημέτερου Νίκου Πουλαντζά (Κράτος – Εξουσία – Σοσιαλισμός, 1978).

Τα βιβλία του Ινγκράο δεν μεταφράστηκαν στα αγγλικά, ούτε στα γαλλικά νομίζω, ό,τι γνώριζα ήταν περίπου μέσα από τον σπασμένο καθρέφτη: Από σκόρπιες ειδήσεις που ξεκινούν από τη δεκαετία του 1970 ως σήμερα, από σπάνιες συνεντεύξεις του μεταφρασμένες στα ελληνικά έντυπα, από μαρτυρίες συντρόφων του, αργότερα, του Μάγκρι, της Καστελίνα, της Ροσάντα. Μεσολαβημένες αφηγήσεις και, συνεπώς, διαθλασμένες, όπως κάθε αφήγηση ή μαρτυρία, όπως και κάθε ανάγνωση, άλλωστε. Το 1979 εκδίδεται από το Θεμέλιο η συλλογή άρθρων και συνεντεύξεων «Μάζες και Εξουσία» σε μετάφραση Ανταίου Χριστοστομίδη και Σοφίας Τσαμίχα, βιβλίο που περιλαμβάνει τα περισσότερα άρθρα – αλλά όχι όλα – όσα αποτέλεσαν την ιταλική πρωτότυπη έκδοση (1977). Κάποια άρθρα αφαιρέθηκαν και ένα αντικαταστάθηκε – ίσως γιατί ήταν πολύ ιταλικού ενδιαφέροντος για το ελληνικό κοινό. Άρθρα που καλύπτουν μια μεγάλη χρονική περίοδο από το 1964 ως το 1977 με κύριο χαρακτηριστικό την παρέμβαση στη συγκυρία. Δεν αποσκοπούν, δηλαδή, στην οργανωμένη και συγκροτημένη θεωρητική τοποθέτηση, αλλά στην διερεύνηση της πολιτικής, οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης με τη χρήση των θεωρητικών προταγμάτων.



Λίγα χρόνια μετά (1983) εκδίδεται από τις εκδόσεις Πολύτυπο ένα δεύτερο βιβλίο που αποτελείται από μια μεγάλη σε έκταση συνέντευξη στον Ρομάνο Λέντα με τίτλο «Η Κρίση και ο Τρίτος Δρόμος», επίσης σε μετάφραση του Ανταίου Χριστοστομίδη. 

Επιτρέψτε μου μια μικρή παρέκβαση: Το 1978 διασπάται η νεολαία του ΚΚΕ εσωτερικού και δημιουργείται η Β’ Πανελλαδική με άμεσες αναφορές στον Αλτουσέρ. Στο 2ο Συνέδριο του ΚΚΕ εσωτερικού επιβεβαιώνεται η γραμμή της ΕΑΔΕ και της κυριαρχίας του Κύρκου, οι πλατφόρμες Σταύρου Καρά και Μπριλλάκη μειοψηφούν, παρά την αποτυχία της Συμμαχίας. Το 1981 το ΠΑΣΟΚ θριαμβεύει στις εκλογές, το ΚΚΕ εσωτερικού παίρνει το ελάχιστο του 1,35%, ο Κύρκος πανηγυρίζει τη νίκη του ΠΑΣΟΚ στην Ομόνοια και στο 3ο Συνέδριο επέρχεται η αλλαγή στην ηγεσία (Μπανιάς) και στην πολιτική με δειλά και αβέβαια βήματα.

Από το 1978 ως το 3ο Συνέδριο όσοι από εμάς διαφωνούσαμε με την πολιτική γραμμή αναζητούσαμε θεωρητικά και πολιτικά επιχειρήματα, δεκανίκια αν θέλετε, που να μην ταυτίζονται με την «καταραμένη» αλτουσεριανη άποψη, να διαθέτουν ένα είδος κομματικής νομιμοποίησης. Η «περίπτωση Ινγκράο» ήταν η πλέον ενδεδειγμένη. Στέλεχος του ΚΚΙ προβεβλημένο, επικεφαλής της αριστερής αντιπολίτευσης του κόμματος, πρώην διευθυντής της Unita, Πρόεδρος της Βουλής. Το πρώτο βιβλίο έδινε ερείσματα στην άσκηση μιας «συνετής» εσωκομματικής αντιπολίτευσης και στην αναζήτηση μιας σύγχρονης ριζοσπαστικής αριστεράς, το δεύτερο βάθαινε τις διαφορές μας από το εγχείρημα ΠΑΣΟΚ.





Έτσι «συνάντησα» τον Πιέτρο Ινγκράο. Ατελής και μερική συνάντηση και, από τη μεριά μου, αυστηρά χρησιμοθηρική, εργαλειακή μπορείτε να πείτε. Θέλω να πιστεύω ότι, παρά ταύτα, υπήρξε γόνιμη. Αυτό αντιλαμβάνομαι μετά από 30τόσα χρόνια, όταν, επέστεψα στον Ινγκράο για να προετοιμάσω τη σημερινή παρουσίαση, να ανακαλέσω στη μνήμη και να επιβεβαιώσω και να διαψεύσω τις τότε απόψεις μου γι’ αυτόν.

Ας έλθω, λοιπόν, μετά όλη αυτή τη φλυαρία στο δικό μου διάβασμα του Ινγκράο. Θα μείνω σ’ αυτά τα δύο βιβλία, αφού για το τρίτο, «Η Αγανάκτηση Δεν Αρκεί», που μετέφρασε η Τόνια Τσίτσοβιτς, έχω μιλήσει και γράψει.

Υπάρχουν μια σειρά από θέματα που έρχονται και επανέρχονται συνεχώς στα κείμενα αυτά. Το ζήτημα του κράτους και των αναγκαίων μετασχηματισμών του, η κριτική στο κράτος πρόνοιας, η κριτική και οι αποστάσεις από τη σοσιαλδημοκρατία, ο ρόλος των κοινωνικών κινημάτων, η οπτική της αριστεράς στην οργάνωση της εργασίας, το ζήτημα της δημοκρατίας, αναδεικνύονται στο πρώτο βιβλίο και επανέρχονται, τοποθετημένα σε μια ελαφρώς διαφορετική βάση,  στην οπτική της κρίσης, στο δεύτερο βιβλίο, μαζί με την προοπτική της τότε αριστεράς στην τότε Ευρώπη.

Το υπόβαθρο, στο οποίο τοποθετείται, ακόμη και στις περισσότερο συγκυριακές αναζητήσεις, είναι σαφές: Ο Γκράμσι, η ιστορία και η έννοια της ηγεμονίας. Η ηγεμονία ως εργαλείο ανάλυσης, αλλά και ως στρατηγικός στόχος. Και η δημοκρατία ως αναπόσπαστο στοιχείο αυτής της ηγεμονικής στρατηγικής.

Κομβικό σημείο είναι το ζήτημα του κράτους. Ο Ινγκράο είναι κατά του κράτους, ακόμα και του κράτους πρόνοιας της ώριμης σοσιαλδημοκρατίας. Υποστηρίζει τη διάλυσή του, αλλά μια διάλυση που επέρχεται σταδιακά, καθώς οι δομές και οι μηχανισμοί του εκδημοκρατίζονται, καθώς οι λαϊκές μάζες παρεμβαίνουν, αναλαμβάνουν τις λειτουργίες του, το μετασχηματίζουν. Μην πιστέψετε ότι υπάρχει μια απλουστευτική εξελικτική αντίληψη στη σκέψη του, ότι αρκεί να εξασφαλιστεί η κοινοβουλευτική δημοκρατία, αρκεί μια κυβέρνηση της αριστεράς για να μετασχηματιστεί το κράτος. Ο Ινγκράο μιλάει για κοινωνικές διεργασίες στο σύνολο των κοινωνικών θεσμών, για κοινωνικές συγκρούσεις, για ανατροπές, αντιφάσεις και οπισθοχωρήσεις, και εκεί αναγνωρίζει την αναγκαιότητα του τακτικισμού και των συμβιβασμών, αρκεί η κατεύθυνση να είναι σαφής και η πυξίδα του ταξιδιού προσανατολισμένη στον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της κοινωνίας. Αυτό είναι το κριτήριο, η λυδία λίθος, που κρίνει τις τακτικές κινήσεις.

Δεν είναι τυχαίο που ο Ινγκράο μιλάει με απόλυτο τρόπο για την ανάγκη ενός μεσοπρόθεσμου προγράμματος, ενός προγράμματος οργάνωσης των κοινωνικών παρεμβάσεων, δηλαδή οργάνωσης των κοινωνικών συγκρούσεων σε χρόνο και τόπο, δηλαδή σε συγκεκριμένους τομείς και μηχανισμούς του κράτους και της κοινωνίας. Ούτε είναι τυχαίο ότι καταφέρεται με οξύτητα κατά του συντεχνιασμού. Η στρατηγική της ηγεμονίας οφείλει να ενοποιήσει διασπώντας τα επιμέρους συμφέροντα, μεταπλάθοντάς τα, όχι να τα διατηρήσει. Η ηγεμονική πρόταση δεν είναι πολυσυλλεκτική, είναι πρόταση κοινωνικής αναδιοργάνωσης, προϋποθέτει τη μαζική συμμετοχή, την άμεση λαϊκή παρέμβαση.

Το κράτος πρόνοιας της σοσιαλδημοκρατίας δεν ανταποκρίνεται σ’ αυτές τις διαδικασίες. Αντιθέτως, ενισχύει τα συντεχνιακά συμφέρονται, ενισχύει την κρατική γραφειοκρατία και την απομόνωση των λαϊκών μαζών από την οργάνωση της κρατικής πολιτικής, κατακερματίζει αντί να ενοποιεί, μετατρέπει τα συνδικάτα μέσω τις «τριμερούς» διαβούλευσης σε εξάρτημα του κράτους, επιτρέπει τη συγκέντρωση της οικονομικής ισχύος και της διαπλοκής μεταξύ πολιτικού προσωπικού και ιδιωτικών συμφερόντων. Η μάχη κατά της διαφθοράς, διαφθοράς σύμφυτη στη λογική, στο modus vivendi των οικονομικών μονοπωλίων, δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με την «αναζωπύρωση του μοραλισμού». Μια έγκαιρη προειδοποίηση για την επιχείρηση «καθαρά χέρια» και τα όσα ακολούθησαν, αλλά και μια προειδοποίηση για το σήμερα. 

Όταν ο Ινγκράο αναφέρεται στη μαζική λαϊκή παρέμβαση, την παρέμβαση των μαζών, δεν περιορίζει την αναφορά του μόνο στο εργατικό κίνημα. Αντιθέτως, η παρέμβαση αυτή προϋποθέτει την ενεργό παρουσία των ποικίλων κοινωνικών κινημάτων που γεννιούνται στα πλαίσια του κράτους πρόνοιας στην εποχή της άνθισής του και εντείνονται και διεκδικούν στην εποχή της κρίσης του. Το εργατικό κίνημα έχει να μάθει πολλά από τα «νέα» κινήματα, των γυναικών, των νέων, των οικολόγων, τα τοπικά και αυτοδιοικητικά κινήματα, αλλά και τα κινήματα αυτά έχουν να μάθουν πολλά από την εμπειρία της εργασίας, την εμπειρία του εργατικού κινήματος. Η αναπόφευκτη ένταση μεταξύ τους αποτελεί την κρίσιμη διαδικασία αλληλοκατανόησης, αμοιβαίου σεβασμού και λειτουργικής σύνδεσης στην οργάνωση της ηγεμονικής πρότασης.

Αυτή είναι η κύρια παρέμβαση του Ινγκράο: Ο διαχωρισμός μεταξύ ενός τυπικού εκδημοκρατισμού που εξαντλείται στην φαινομενική ισονομία και την τυπική διαδικασία του κοινοβουλευτισμού και των κρατικών θεσμών και ενός εκδημοκρατισμού με τη μορφή της διαδικασίας, των άμεσων παρεμβάσεων των μαζών στην ίδια την πολιτική διαδικασία και στους θεσμούς, η μετατροπή των θεσμών σε πεδίο κοινωνικής διαπάλης. Παρεμβάσεις που οδηγούν στη δημιουργία νέων θεσμών, νέων αποτυπωμάτων εξουσίας, νέων μορφών κρατικής οργάνωσης και πολιτικής. Με τα λόγια του Ινγκράο :

«… μια διαδικασία που συνεπάγεται ρήξεις, ποιοτικά άλματα, βαθιές δομικές αλλαγές, αλλά και αμφίρροπα περάσματα, αντιφατικές καταστάσεις» (1983, 115)

Η διαφορά μεταξύ ενός «δημοκρατικού δρόμου» προσχηματικού και γραμμικού, και ενός δημοκρατικού δρόμου ουσιαστικού, βαθειά μεταρρυθμιστικού και ριψοκίνδυνου.
Ριψοκίνδυνου γιατί η έκβαση αυτών των αγώνων ούτε εύκολη, ούτε δεδομένη είναι. Ο Ινγκράο δεν επιχειρηματολόγησε γι’ αυτό: επιχειρηματολόγησε για την αναγκαιότητά τους σε μια εποχή, όπως και σήμερα, που αυτή η αναγκαιότητα δεν ήταν καθόλου δεδομένη.

Άλλωστε, τον κίνδυνο αυτόν τον δοκίμασε ο ίδιος με το μετασχηματισμό του ΚΚΙ σε σοσιαλδημοκρατικό, την προσωρινή ένταξή του στο νέο κόμμα και την αποχώρησή του από αυτό σε λίγους μήνες. Δεν ήταν τυχαίο ότι ο Ινγκράο πολέμησε σθεναρά τη διάλυση του ΚΚΙ (1991), όπως είχε πολεμήσει τη σοσιαλδημοκρατική τάση υπό τον Ναπολεόνι στη δεκαετία του 1960. Η δημοκρατία στο κόμμα ήταν όρος εκ των ων ουκ άνευ. Η απόσταση από τον «υπαρκτό σοσιαλισμό» και από τη σοσιαλδημοκρατία είναι σαφής και ρητά δηλωμένη στο σύνολο των αναλύσεών του.

Στον πρόλογο που γράφει για την ελληνική έκδοση του βιβλίου «Η Κρίση και ο Τρίτος Δρόμος» επισημαίνει:

«Πολλές φορές σ’ αυτόν τον αιώνα, διάφορες μερίδες της αστικής τάξης, έχοντας να αντιμετωπίσουν πολιτικές και κοινωνικές κρίσεις, κάλεσαν τις «ισχυρές» μερίδες της εργατικής τάξης σε μια «συμμαχία των παραγωγικών στρωμάτων», που αφ’ ενός μεν, θα έπρεπε να λάβει υπόψη της το απαραβίαστο της καπιταλιστικής εξουσίας και αφ’ ετέρου θα δεχόταν ένα κοινό «παραγωγικό» μέτωπο ενάντια στην οικονομική κερδοσκοπία, τον παρασιτισμό, τις σπατάλες. Με λίγα λόγια: «εκσυγχρονισμός» ενάντια στην καθυστέρηση. … Σήμερα, όμως, ποια επίπεδα απασχόλησης, ποιον πολιτικό «εκσυγχρονισμό», και ποια απάντηση στα διάχυτα ερωτήματα για την ποιότητα της ζωής μπορεί να προσφέρει μια τέτοια προοπτική;» (1983, 14).
Θα μπορούσα να προσυπογράψω αυτό το κείμενο για την Ελλάδα του 3ου Μνημονίου χωρίς δισταγμό. Μόνο που την «ποιότητα ζωής» θα την αντικαθιστούσα με το «για ποια ζωή».   

Για τον Ιγκράο η κρίση που εκδηλώνεται στη δεκαετία του 1970 δεν είναι μια δημοσιονομική ή οικονομική κρίση, είναι μια ολική-δομική κρίση, μια κρίση με παγκόσμιες διαστάσεις. Μια κρίση που ο νεοφιλελευθερισμός δεν μπορεί να αντιμετωπίσει παρά μεταθέτοντας τις εκδηλώσεις της από το ένα πεδίο εμφάνισης στο άλλο. Το πόσο ορθή ήταν η εκτίμηση αυτή παρέλκει να το πω. Σαράντα χρόνια μιας βαθειάς κρίσης οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής, με επίπεδα ανεργίας ασυμπίεστα, με όξυνση όλων των ανισοτήτων, με υποχώρηση της δημοκρατίας, των κοινωνικών και των ατομικών δικαιωμάτων. Ο Ινγκράο γράφοντας στις αρχές της δεκαετίας του 1980 αδυνατεί, όπως όλοι μας, να προβλέψει τις δραματικές επιπτώσεις. Μοιάζει να τρέφει ελπίδες στο διάλογο με τη σοσιαλδημοκρατία, έναν διάλογο ανοικτό, χωρίς περιχαράξεις αμοιβαίες, όπως λέει. Και θεωρεί ότι η στιγμή είναι κατάλληλη για το διάλογο αυτόν, γιατί η σοσιαλδημοκρατία έχει ηττηθεί: ηττήθηκε στο προνομιακό της χώρο, στην οργάνωση του κράτους πρόνοιας. Ευελπιστεί, αν και με πολλές επιφυλάξεις, ότι η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία θα επανακάμψει σε μια πιο αριστερή πολιτική μέσα από την στρατηγική της ήττα. Λάθος του μεγάλο. Η επιλογή της ευρωπαϊκής σοσιαλδημοκρατίας ήταν ο μετασχηματισμός της σε ήπιο νεοφιλελευθερισμό – ή και λιγότερο ήπιο μερικές φορές- , στη ρήξη της με τα εργατικά συνδικάτα, στην εγκατάλειψη της πολιτικής στο όνομα της διαχείρισης.

Ο Ινγκράο έγκαιρα είχε διαισθανθεί τον κίνδυνο η αριστερά, η κομμουνιστική αριστερά, να μετατραπεί σε εφεδρεία της σοσιαλδημοκρατίας, να κινηθεί για να «καλύψει» το πολιτικό κενό. Με κόστος να χάσει τον εαυτό της.

Ο Πιέτρο Ινγκράο, οι απόψεις και οι προτάσεις του, οι μάχες που έδωσε για το ΚΚΙ και μέσα στο ΚΚΙ, ηττήθηκαν. Παραδόξως, διατηρώ την πεποίθηση ότι οι αναλύσεις του, οι χαμένες μάχες του, έχουν ιστορικά κερδηθεί, έχουν ιστορικά δικαιωθεί.




  


 

ΕΠΙΜΕΤΡΟΝ


Τρεις αναγκαίες προσθήκες.
Πρώτον, για τη δημοκρατία στο κόμμα. Ο Ινγκράο πάλεψε και επέβαλε τη δημόσια διαφωνία στο κόμμα, ήδη από το Συνέδριο του 1966. Το δικαίωμα της μειοψηφίας να δημοσιοποιεί την άποψή του, το δικαίωμα κάθε στελέχους και μέλους να εκφράζεται ελεύθερα και να αντιτίθεται στις αποφάσεις της εκάστοτε πλειοψηφίας. Η δημοκρατία στο κόμμα, η ελεύθερη διακίνηση ιδεών και πολιτικών προτάσεων ήταν το εκ των ων ουκ άνευ για να μείνει το κόμμα ζωντανό, να προσλαμβάνει την κοινωνική πραγματικότητα, να στοχάζεται, διαβουλεύεται και αποφασίζει.

Πώς συμβιβάζεται αυτή η αξιακή πρόταση, και, ταυτοχρόνως, πρόταση οργάνωσης της πολιτικής, με την εγκατάλειψη του «Μανιφέστου» των Μάγκρι, Ροσέντα, Καστελίνα, των «παιδιών» του, στον διοικητικό αποκλεισμό του κομματικού μηχανισμού;  Ακόμη και σήμερα εκείνοι αισθάνονται διπλά προδομένοι από τον Ινγράο. Πρώτη φορά για τα όσο προηγήθηκαν και οδήγησαν στην απόσχιση του Μανιφέστο, δεύτερη φορά για την άρνησή του να προσχωρήσει και να συμβάλει στη δημιουργία της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης. Ο Κρόνος που έφαγε τα παιδιά του, κατά μία έννοια.

Θα μπορούσε να εξηγήσει τη στάση αυτή του Ινγκράο ως σύγκρουση δύο αξιωμάτων: Της δημοκρατίας και του σεβασμού των δικαιωμάτων της μειοψηφίας, αφ’ ενός, της ενότητας του κόμματος, αφ’ ετέρου. Η ιστορία έδειξε ότι η ενότητα δεν διασφαλίζεται με την παραβίαση της δημοκρατίας. Η ενότητα προϋποθέτει τη δημοκρατία, όχι το ανάποδο. Και ο Ινγκράο, οι απόψεις του, όπως και τα «παιδιά του» πλήρωσαν βαρύ τίμημα στις «αμφιβολίες» του Ινγκράο.

Άλλωστε, στην ενότητα του κόμματος υπάρχουν οι κόκκινες γραμμές: Ο Ινγκράο έφυγε από το κόμμα, όταν το κόμμα έφυγε από τον εαυτό του, έπαψε να είναι αυτό που ο Ινγκράο πάλεψε να γίνει όλη του τη ζωή.

Η δεύτερη παρατήρηση έχει να κάνει με τη διαβόητη «αμφιβολία» του Ινγκράο. Δεν έχω διαβάσει το σχετικό βιβλίο, μπορεί να κάνω λάθος – να η δική μου αμφιβολία. Διαβάζοντας, όμως, τα διαθέσιμα στα ελληνικά κείμενά του, δεν διακρίνω πολλές αμφιβολίες. Στην πολιτική στρατηγική και στη θεωρία ο Ινγκράο είναι σαφής και οριστικός με τον πλέον κατηγορηματικό τρόπο. Ούτε η αμφιβολία προκύπτει από την ανάγκη του να συζητά και να λαμβάνει υπ’ όψη τις απόψεις του άλλου: Αλλιώς θα ήταν πολιτικά αυτιστικός και παραδείγματα πολιτικού αυτισμού υπάρχουν πάμπολλα.

Η αμφιβολία εστιάζεται, έτσι το κατανοώ, στην πολιτική πράξη, στην τακτική. Σε έναν κόσμο αντιφάσεων η αμφιβολία για το τι είναι καλύτερο να γίνει είναι αναπόφευκτη. Η αίσθηση του δημοκρατικού δρόμου ως μιας διαδικασίας ρήξεων καθιστά την αμφιβολία εγγενή και τη δημοκρατία, και την εσωκομματική δημοκρατία, αναγκαία.

Τρίτη παρατήρηση, ετεροχρονισμένη. Οι απόψεις του Ινγκράο για τα κοινωνικά κινήματα και την ηγεμονική στρατηγική είχαν αποτυπωθεί με σχετική ακρίβεια στη λεγόμενη «Τρίτη άποψη» του Κώστα Φιλίνη και Θανάση Αθανασίου το 1986. Πέρασα πολλές ώρες συζητώντας με τον Κώστα, πριν και μετά το Συνέδριο εκείνο. Μου έλεγε ότι η εγκατάλειψη του «Κ» ήταν το τίμημα για τη δημιουργία μιας γνήσιας αριστερής πλειοψηφίας, του αντέτεινα ότι η εγκατάλειψη του «Κ» μας οδηγεί στη σοσιαλδημοκρατία, την ηττημένη από το νεοφιλελευθερισμό σοσιαλδημοκρατία. Και οι δύο δεν είχαμε καμιά αμφιβολία για το τι έπρεπε να γίνει.   

     
 





Τετάρτη, 7 Οκτωβρίου 2015

ΧΑΙΡΕΤΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΖΑΧΑΡΙΑ ΔΕΜΑΘΑ






Αγαπημένε μου φίλε, συνάδελφέ μου, συνταξιδιώτη μου στις μαγικές λεωφόρους και τις δύσβατες ατραπούς της Πολιτικής Οικονομίας και της Ιστορίας, ήλθα να σε χαιρετίσω εκ μέρους του Τμήματός μας, εκ μέρους των συναδέλφων, των φοιτητών μας, των διοικητικών.

Δύσκολο μου είναι, σχεδόν αδύνατο. Δεν ακούς, αλλά θα σου μιλήσω σα να άκουγες, θα σου πω αυτά που λέγαμε και αυτά που δεν μπόρεσα ή δε θέλησα να σου πω, που είναι πολλά, τα συναισθήματα βαριά και οι λέξεις λίγες και στενές.

Σχεδόν τριάντα χρόνια μοιραστήκαμε την καθημερινότητα του Τμήματος μας, της ζωής του Πανεπιστημίου μας, τις χαρές και τις λύπες, τις ελπίδες και τις απογοητεύσεις, δώσαμε μάχες που κερδίσαμε και μάχες που χάσαμε, μαλώσαμε μεταξύ μας και ξανα-αγαπηθήκαμε, ζήσαμε μια πλούσια ζωή.

Και η ζωή μας ήταν πλούσια γιατί ήσουν εσύ που σκόρπιζες αυτόν τον πλούτο απλόχερα και ανιδιοτελώς. Όσοι το αντιληφθήκαμε, σε αγαπήσαμε. Και μοιραστήκαμε μαζί σου και χάρη σε σένα αυτόν τον άυλο πλούτο, τον πλούτο της γνώσης, της συναδελφικότητας και του ακαδημαϊκού ήθους.     

Μας έδειξες τα μονοπάτια που βάδιζε η σκέψη σου χωρίς να τα κρύβεις, μας προφύλαξες χίλιες φορές από ολισθήματα, ευκολίες και γραμμικότητες τόσο στη σκέψη, όσο και στην καθημερινή μας συνύπαρξη. Πρόθυμος να αναλαμβάνεις τα δύσκολα, τα αναγκαία και βαρετά, αλλά και τα καινούργια, αυτά που άνοιγαν πύλες γνώσης. Απλόχερα και ανιδιοτελώς. Δεν ζήτησες ποτέ τίποτα. Είχες πάντα την αυτάρκεια του σημαντικού ανθρώπου, του ολοκληρωμένου επιστήμονα, αλλά και τη μόνιμη ανάγκη να συζητάς, να διαβάζεις, να μαθαίνεις από τους άλλους, την εγγενή περιέργεια.

Σ΄ όλη μου τη ζωή θα έχω την πρώτη εικόνα που είδα από σένα. Απρίλιος ήταν του 1975 και έδινα το τελευταίο μάθημα για το πτυχίο. Και μπήκες ολοστρόγγυλος, γελαστός, παιγνιώδης – η πρώτη σου επιτήρηση θα ήταν στο Οικονομικό της Νομικής – και η επίπλαστη σοβαροφάνεια των εξετάσεων θρυμματίστηκε. Μετά πολλά χρόνια, το 1988 σε ξαναβρήκα στην Πάντειο – συνάδελφο πια. Και έμεινες πάντα γλυκός, στρογγυλός, και παιγνιώδης, διδάσκοντας πολιτική οικονομία και ήθος, ήθος προσωπικό και ήθος ακαδημαϊκό. Αμφισβητώντας συνεχώς την επίπλαστή μας σοβαροφάνεια, ανατρέποντας με την κοινή λογική τον παραλογισμό μας, προβάλλοντας νέες διεξόδους στον εγκλωβισμό μας, δείχνοντας τα όρια της κοινής λογικής μας. Ένας τεχνίτης της λογικής και της υπέρβασής της ταυτοχρόνως.

Ζαχαρία, φίλε μου, συνταξιδιώτη μου, σ’ αγάπησα γα την ικανότητά σου να ανατρέπεις και να αμφισβητείς, την ικανότητά σου να εμμένεις σε στέρεες αρχές επιστημονικών γνώσεων και ήθους. Σε αγάπησα, όπως αγαπάει κάποιος τους καλούς δασκάλους του, τους δοκιμασμένους  φίλους, τους σπάνιους και δημιουργικούς συναδέλφους και συνεργάτες. Για τη μεγάλη σου καρδιά, για τη βαθειά σου ευγένεια.

Εκ μέρους του τμήματος, εκ μέρους του Διεπιστημονικού Σεμιναρίου για την Κρίση και του Σεμιναρίου για τον Μαρξ, σε χαιρετώ. Δεν προλάβαμε να τα σχεδιάσουμε μαζί φέτος. Η ζωή μας θα συνεχιστεί, πολύ πιο φτωχή χωρίς εσένα.