Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ:

Ενώ το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και του πολιτικού κόσμου είναι στραμμένο αποκλειστικά στο πρόβλημα και στη διαχείριση του δημόσιου χρέους, μια άλλη πτυχή της δυσμενούς κατάστασης, στην οποία έχει βρεθεί η ελληνική οικονομία, υπογραμμίζεται από ορισμένους διεθνείς αναλυτές.
            Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας, υποστηρίζουν, είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Το κύριο πρόβλημα είναι η ταχεία αύξηση του ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών, δηλαδή της διαφοράς μεταξύ εξαγωγών και εισαγωγών. Εισάγουμε διαρκώς περισσότερα από όσα εξάγουμε, κυρίως καταναλωτικά αγαθά, ενώ οι εισπράξεις από τον τουρισμό αδυνατούν να καλύψουν τις διαφορές. Οι αναλυτές σημειώνουν την κατάσταση ως ενδεικτική της χειροτέρευσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας κατά τα τελευταία 15 χρόνια και υπογραμμίζουν ότι η αναστροφή της τάσης επιβάλλει μια σημαντική «εσωτερική υποτίμηση» της ελληνικής οικονομίας. Υποστηρίζουν ακόμα ότι η προσπάθεια διαχείρισης του δημόσιου χρέους θα αποβεί αλυσιτελής, αν δεν δοθεί λύση στο πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας. Απλώς θα το μεταθέσει για ένα διάστημα 2-3 χρόνων.
            Έτσι, ένας ακόμη νέος όρος έχει μπει στη ζωή μας – χωρίς ακόμη να το έχουμε καταλάβει. Εσωτερική υποτίμηση. Τι σημαίνει, άραγε, αυτό που εκείνοι ζητάμε να κάνουμε; Και είναι μόνο οι «αναλυτές» που υποδεικνύουν ή απαιτούν, ή η εσωτερική υποτίμηση είναι εγγεγραμμένη ως αναγκαστική επιλογή στις συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
            Τον παλαιό εκείνο καιρό, όπου εθνικό νόμισμα της Ελλάδας ήταν δραχμή, κάθε φορά που η εθνική μας οικονομία πήγαινε κατά διαβόλου – μια κατάσταση καθόλου σπανία – η εθνική μας εκάστοτε κυβέρνηση αποφάσιζε την υποτίμηση της δραχμής με έναν και μοναδικό στόχο: Να κάνει τα εγχώρια προϊόντα φτηνότερα σε όρους ξένων νομισμάτων έναντι των στην αλλοδαπή παραγομένων, έτσι ώστε να αυξήσει τις εξαγωγές και να μειώσει τις εισαγωγές ενισχύοντας την εγχώρια παραγωγή.
            Βεβαίως, το λαμπρό αυτό οικονομικό μαντζούνι είχε ορισμένα ορατά μειονεκτήματα: Πρώτον, αύξανε αυτομάτως το δημόσιο χρέος προς την αλλοδαπή κατά το ποσοστό της υποτίμησης. Δεύτερον, αύξανε την τιμή ορισμένων κρίσιμων και ανελαστικών προϊόντων εισαγωγής, όπως το πετρέλαιο, των οποίων η τιμή τη μετρούσαν διεθνώς σε δολάρια. Τρίτον, η υποτίμηση ενίσχυε τον εγχώριο πληθωρισμό. Τέταρτον, το κόστος αυτών των δυσμενών παρενεργειών το πλήρωναν αυτοί που συνήθως – όχι συνήθως, κατά κανόνα, έναν περίεργο κανόνα που δεν έχει ανάγκη εξαιρέσεις προς επιβεβαίωση – πληρώνουν σ’ αυτή τη θαυμάσια χώρα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
            Σε κάθε περίπτωση, οι συχνές μεταπολιτευτικές υποτιμήσεις της δραχμής ελάχιστα μακροχρόνια θετικά αποτελέσματα είχαν: αντιθέτως, η υποτίμηση ενίσχυε τις πληθωριστικές πιέσεις, καθώς δημιουργούσε την αφορμή για εντυπωσιακές κερδοσκοπικές «προσαρμογές» των τιμών. Έτσι, η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος υποσκαπτόταν από τις κοινωνικές εκείνες ομάδες τις οποίες σκόπευε να ευνοήσει, δηλαδή τους επιχειρηματίες. Μωραίνει ο Κύριος, αλλά τη δική τους μωρία – η οποία εκδηλώνεται πανηγυρικά με την αλησμόνητη «επενδυτική αποχή» κατά της «σοσιαλμανίας» του Καραμανλή του πρεσβύτερου στη δεκαετία του 1970 και παρά την επικείμενη ένταξη της Ελλάδας και των επιχειρήσεών τους στο οικονομικά ανταγωνιστικό περιβάλλον της ΕΟΚ – πληρώνουμε εδώ και δεκαετίες. 
            Στο πλαίσιο αυτό, ήταν κατανοητή η τοποθέτηση όσων πίστεψαν ότι η υιοθέτηση του ευρώ και του αυστηρού πλαισίου οικονομικής διαχείρισης που επέβαλε θα οδηγούσε σε ένα σημαντικό νοικοκύρεμα των δημόσιων οικονομικών και σε μιαν αναγκαστική συμμόρφωση των ελληνικών επιχειρήσεων. Κατανοητή μεν, αδικαιολόγητη δε. Διότι με περισσή αθωότητα μετέγραψαν κοινωνικούς ιδεοτύπους σε πραγματικές κοινωνικές ομάδες, θεωρητικές κατασκευές σε επιθυμητές κοινωνικές καταστάσεις. Το εγχείρημα του «εκσυγχρονισμού» διαλύθηκε κάτω από το βάρος του πραγματικού κοινωνικού κόστους που επέβαλε στους πολλούς, χωρίς να αφήσει πίσω του μιαν αξιόλογη παραγωγική επένδυση. Δημιούργησε, όμως, στρατιές οργανωμένες ιδιωτικών συμφερόντων (η περίπτωση των ΚΕΚ είναι ένα παράδειγμα) που ανάλωσαν τους κοινοτικούς πόρους των διάφορων «πακέτων», δημιούργησε υποδομές προς δόξαν των εθνικών εργολάβων, δημιούργησε ολυμπιακά «έργα» σε μια επίδειξη νεοπλουτισμού και μεγαλομανίας.
            Και το δημόσιο χρέος μόνο λίγο καιρό ξαπόσταινε (όσο μπορούσε να το κρύψει η «δημιουργική λογιστική») και ξανά προς τη δόξα τραβούσε. Και τα ίδια έκαναν και οι επόμενοι, και τα ίδια θα έκαναν και οι τωρινοί. Μόνο που …
            Μόνο που ανακάλυψαν ότι τα συμφέροντα του ελληνικού πολιτικού συστήματος δεν είναι απλώς σε διάσταση με τα συμφέροντα των «πολλών», αλλά και σε διάσταση με τα συμφέροντα των μεγάλων. Η Γερμανία της Μέρκελ έχει βρει τη χρυσή συνταγή: καθηλώνοντας τα εισοδήματα των εργαζομένων, απορυθμίζοντας τις εργασιακές σχέσεις, διαλύοντας το κοινωνικό κράτος πουλάει φθηνά τα γερμανικά προϊόντα σε ακριβό ευρώ. Γιατί η αγορά της Γερμανίας έχει διευρυνθεί με τις αλλεπάλληλες διευρύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να οι επιχειρήσεις της να λειτουργούν προνομιακά. Όμως, η ανάγκη κοινωνικής συναίνεσης στο εσωτερικό επιβάλλει ο γερμανός εργαζόμενος με τον καθηλωμένο μισθό να αγοράζει φθηνά εισαγόμενα προϊόντα, να κάνει φθηνές διακοπές, να αποκτά φθηνές εξοχικές κατοικίες σε εξωτικά μέρη, όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία.
            Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες αυτών των χωρών πρέπει να γίνουν φθηνότερα. Η «εσωτερική υποτίμηση» που έχει εφαρμόσει η Μέρκελ εξάγεται στις ευπαθείς οικονομίες της Νότιας Ευρώπης, της Βαλτικής (η Λεττονία πρώτη) και της Ανατολικής Ευρώπης
(ηχούν οι καμπάνες για την Ουγγαρία). Δηλαδή, οι μισθοί πρέπει να μειωθούν, η απασχόληση στο δημόσιο να περιορισθεί, με την προσμονή για ακόμη μεγαλύτερη περιστολή των μισθών στον ιδιωτικό τομέα.
            Ο γκουρού, άλλωστε, του νυν πρωθυπουργού, ο Stiglitz, είναι υπέρμαχος της εσωτερικής υποτίμησης, όπως έδειξαν οι προτάσεις του για τη θεραπεία της οικονομίας της Ιρλανδίας, ενώ η έκταση του δημόσιου χρέους δεν τον απασχολεί και τόσο. Απλώς, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ χρησιμοποιεί το δημόσιο χρέος για να επιταχύνει τη διαδικασία της εσωτερικής υποτίμησης, την υποτίμηση της εργασίας.
            Το πρόβλημα με την Ελλάδα είναι ότι η παραγωγική της υποδομή έχει αποσαθρωθεί. Η επιχειρούμενη σε κύματα εσωτερική υποτίμηση του ΠΑΣΟΚ μάλλον θα οδηγήσει σε μια βαθειά ύφεση με αύξηση του πληθωρισμού. Σε έναν νέο φαύλο κύκλο. Α, και οι μισθωτοί θα την πληρώσουν ακριβά. Όπως πάντα. Αλλά ποιος νοιάζεται για δαύτους;     

Δεν υπάρχουν σχόλια: