Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΚΑΣΔΑΓΛΗ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΝΕΡΓΟΥ ΧΑΛΑΝΔΡΙ 18 ΜΑΪΟΥ 2015

Στο Χαλάνδρι μαζί με την Ευγενία Λουπάκη, τον Χριστόφορο Κάσδαγλη και τον Διονύση Αντύπα, καλεσμένοι από το Πολιτιστικό του ΣΥΡΙΖΑ Χαλανδρίου. Ζεστή ατμόσφαιρα, ζωηρή συζήτηση, παρά τον εμπρησμό του Δημοτικού Θεάτρου της Ρεματιάς την ίδια μέρα. 




Είναι πραγματικά μεγάλη τιμή για μένα και ευχαρίστηση ταυτοχρόνως να είμαι εδώ σήμερα μαζί σας για να συζητήσουμε το μοναδικό αυτό βιβλίο που επιμελήθηκε ο Χριστόφορος με σπάνια διεισδυτικότητα και ευαισθησία. Το Ημερολόγιο Ενός Ανέργου σταχυολογεί ιστορίες ανδρών και γυναικών που αντιμετώπισαν και οι περισσότεροι συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν την φρικτή πραγματικότητα της ανεργίας. Ιστορίες που κατέθεσαν σε πρώτο πρόσωπο στο σχετικό blog που οργάνωσε και διαχειρίστηκε ο Χριστόφορος.
Ήδη έχω αναφέρει τα δύο θέματα που σκοπεύω να θίξω: Την φρικτή πραγματικότητα της ανεργίας και την προσωπική κατάθεση. Θα μου επιτρέψετε, επίσης, να ολοκληρώσω με κάποιες σκέψεις για το δια ταύτα, δηλαδή επί της πολιτικής.
Η ζοφερή πραγματικότητα της ανεργίας και της φτώχιας, οι επιπτώσεις της έλλειψης εργασίας, της ευκαιριακής εργασίας, των χαμηλών μισθών στις συνθήκες ζωής των μισθωτών προκάλεσε το ενδιαφέρον ήδη από τον 19ο αιώνα. Από την πρώτη αποτύπωση που επιχείρησε ο Ένγκελς (1845) και του Henry Mayhew (1851 – 61) ως τις πολυάριθμες έρευνες πεδίου σε Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ηνωμένες Πολιτείες στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, είτε ως αναζήτηση των αιτίων της φτώχιας στην ακατανόητη διαλεκτική ενός αυξανόμενου πλούτου και μιας εμμένουσας πενίας, είτε ως λαογραφική περιγραφή, είτε ως φόβος για την κοινωνική αποσταθεροποίηση του συστήματος, είτε, ακόμη και κυρίως, ως μια αφήγηση εφησυχασμού και ενοχοποίησης των θυμάτων, το ζήτημα της ανεργίας ήταν παρόν, αναγνωρισμένο και, εν πολλοίς, καθοριστικό, αν και όχι συνήθως ρητά.
Αυτές οι πρωτόλειες, αλλά πρωτοποριακές έρευνες, εστιάζονται στις συνθήκες διαβίωσης, στο περιβάλλον των ανέργων. Η φτώχια στις ποικίλες διαβαθμίσεις καταγράφεται, και τα αίτιά της αναζητούνται στην αστάθεια της απασχόλησης, και, περαιτέρω, αποδίδονται στα εργασιακά, νοητικά και ηθικά μειονεκτήματα των ίδιων των φτωχών. Η στρατηγική ηθικοποίησης των φτωχών μισθωτών αναδεικνύεται εκ νέου, μετά τη σκληρή πειθάρχηση των σωματικών ποινών, του κάτεργου και του work house, είτε στη δημιουργία των γραφείων εργασίας και των επιδομάτων ανεργίας στη Μεγάλη Βρετανία (μεταρρύθμιση BeveridgeChurchill - 1909) είτε με τη δημιουργία του ιδιότυπου «Γραφείου Προσωπικού» του Ford.
Η μεγάλη κρίση μερικές δεκαετίες αργότερα επαναφέρει το ζήτημα: Να υπομνήσω την περιοδεία του Orwell (The road to Wigan Pier – 1937) στο βιομηχανικό βορρά της Αγγλίας, το βιβλίο του Allan Hutt (The Condition of the Working Class in Britain – 1933) ή τις έρευνες της Mirra Komarovsky για τις επιπτώσεις της κρίσης στην οικογενειακή ζωή και σχέσεις της «γενιάς» της κρίσης του 1929.  Η Marie Jahoda την ίδια εποχή θεμελίωνε τις επιπτώσεις της ανεργίας στην ψυχική υγεία των ανέργων με τη μελέτη της για το Marienthal, μια βιομηχανική πόλη που υπέστη τα δεινά από την κρίση στην Αυστρία (1932).
Τι έχουμε μάθει από όλη αυτή τη φιλολογία; Μάθαμε ότι η ανεργία δε θέτει σε κίνδυνο μόνο το επίπεδο διαβίωσης του άνεργου, καθώς στερείται των αναγκαίων χρηματικών πόρων που ήταν διαθέσιμοι διά του μισθού. Δεν οδηγεί απλώς τον άνεργο και την οικογένειά του σε μια βαθειά φτώχια, συχνά στην απόλυτη ανέχεια. Ταυτόχρονα, ακυρώνει τον χωρο-χρονικό διαχωρισμό που είναι σύμφυτος με την εμπέδωση της μισθωτής εργασίας ως κυρίαρχης κοινωνικής μορφής εργασίας. Ο διαχωρισμός του χώρου σε χώρο εργασίας και χώρο της ιδιωτικής ή δημόσιας ζωής, ο χωρισμός του χρόνου σε χρόνο αφιερωμένο στην εργασία έναντι αμοιβής και σε χρόνο «ελεύθερο», αφιερωμένο στις λοιπές υποχρεώσεις και καθήκοντα, ουσιαστικά ακυρώνεται για να αφήσει στη θέση του έναν ενιαίο χωρο-χρόνο, ο οποίος, αντί να διαθέτει στοιχεία ατομικής ελευθερίας, αποκτά τα χαρακτηριστικά του προσωπικού κενού. Εν μέρει γιατί ο «ελεύθερος» χρόνος και η επιτέλεση των καθηκόντων απαιτούν χρηματικούς πόρους για να αποκτήσουν περιεχόμενο στις σύγχρονες καταναλωτικές κοινωνίες.
Ουσιαστικά, όμως, το κενό δεν μπορεί να καλυφθεί δια της κατανάλωσης, ακόμα και αν αυτή ήταν εφικτή. Η απόλυση ή η άρνηση πρόσληψης δηλώνουν με κατηγορηματικό τρόπο στον άνεργο και στον οικογενειακό και κοινωνικό του περίγυρο ότι η εργασία του δεν χρειάζεται στην οικονομία, ότι ο ίδιος είναι περιττός. Δεν υπάρχει θέση διαθέσιμη στην κοινωνία, όπως απερίφραστα και κυνικά δήλωνε ο Μάλθος.
Απαξίωση και απόρριψη. Το αίσθημα της απαξίωσης και της απόρριψης είναι βαθειά τραυματικό στον άνεργο. Οδηγεί ευθέως στην ενοχοποίηση του εαυτού. Οδηγεί σε ψυχικές διαταραχές, με κυριότερη την κατάθλιψη, όπως οι μελέτες της Jahoda έχουν αποδείξει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 και επιβεβαιώνουν οι σύγχρονες ψυχιατρικές έρευνες. Δεν είναι η εργασία του άχρηστη, είναι ο ίδιος άχρηστος, αυτό έτσι εκλαμβάνεται από τον ίδιο. Να σημειώσω εν τάχει ότι η κρατούσα οικονομική θεωρία και η εφαρμοζόμενη πολιτική αντιμετωπίζουν τον άνεργο ως υπεύθυνο για την ανεργία και τον φτωχό υπεύθυνο για τη φτώχια. Να θυμίσω την έννοια του «απασχολήσιμου» και των νοηματικών συνεπαγωγών της. Η ενοχοποίηση του θύματος για να διασωθεί ο ένοχος δεν είναι ένα δικαστικό δράμα, χιλιοπαιγμένο στις δικαστικές αίθουσες και στην τέχνη, παίζεται καθημερινά και υπόγεια στις ζωές μας, αλλά και κραυγαλέα και βοερά, στον δημόσιο λόγο. Ο άνεργος, άλλωστε, δεν μιλά δημοσίως, δεν έχει λόγο στα συνδικάτα, στην πολιτική, στον τύπο, στην τηλεόραση.
Ο άνεργος ιδιωτεύει. Προσπαθεί να επιβιώσει λανθάνων. Στο κλειστό σπίτι, σε μακρινές διαδρομές, που η συνάντηση με γνωστούς και συναδέλφους να είναι απίθανη, στη δημιουργία μιας εικονικής αναπαράστασης του εαυτού του, ενσυνείδητα ψεύτικης, ενός «δήθεν». Η οργάνωση της σχιζοφρένειας δεν είναι θέμα, επίσης, κινηματογραφικών ταινιών. Είναι η απτή πραγματικότητα στην καθημερινότητα του άνεργου.
Τα σκληρά. Αλκοολισμός, ναρκωτικά, επιθετικότητα, οικογενειακή βία, απόρριψη από τους οικείους, διάλυση της οικογένειας. Περιθώριο. Ισορροπώντας σε τεντωμένο σκοινί, ο άνεργος, ανάμεσα στην ατομική του αξιοπρέπεια, όση διαθέτει και όση του έχει απομείνει, και στην ανάγκη επιβίωσης, διαισθάνεται ότι τα όρια μεταξύ του καλού και του κακού, του κοινωνικά αποδεκτού και του κοινωνικά μη αποδεκτού, έχουν γίνει ασαφή. Και αυτή η ασάφεια των ορίων καθιστά πρόσφορη τη διάβαση από το εδώ στο εκεί.
Αυτά τα ξέραμε. Από μελέτες πολλών ερευνητών, πολλών ειδικοτήτων. Και όσοι από μας τους οικονομολόγους ασχοληθήκαμε με την ανεργία όχι για να κάνουμε καριέρα, να γράψουμε άρθρα ή να πληρωθούμε για μελέτες, σκύψαμε με δέος και ταπεινότητα στη βιβλιογραφία αυτή, την παρακείμενη του αντικειμένου μας. Μέσα από τη μελέτη αυτού του δευτερογενούς υλικού, ο άνεργος ή η άνεργος πάλευε να ξαναβρεί την ανθρώπινη υπόσταση, να πάψει να είναι αριθμός, χρονολογική τάση, παράγοντας σε ένα σύστημα μακροοικονομικών εξισώσεων.
Αποκτούσε, όντως, την ανθρώπινη υπόσταση, αποκτούσε πρόσωπο; Όχι ακριβώς. Σ’ όλες τις πολυάριθμες και πολυσέλιδες αυτές έρευνες, οι άνεργοι μιλούσαν μέσω τρίτου, μέσω του επιστήμονα, του δημοσιογράφου ή του ερασιτέχνη ερευνητή. Αυτός μιλούσε για εκείνους, το τι έλεγαν εκείνοι έφθανε στ’ αυτιά μας μέσα από προκαθορισμένα θεωρητικά σχήματα, περιγραφές και ερωτηματικά που δεν ήταν δικά τους. Ή, πιο σωστά, όχι εντελώς δικά τους. Ο ερευνητής μεσολαβούσε, μετάφραζε, άλλοτε έντιμα κι άλλοτε όχι, πάντοτε όμως διαθλαστικά, τα νοήματα του άνεργου στο δικό του νοηματικό πλαίσιο.




Αυτή είναι η τεράστια καινοτομία του εγχειρήματος που εκπόνησε ο Χριστόφορος. Οι άνεργοι μιλούν για πρώτη φορά σε πρώτο πρόσωπο, χωρίς μεσολαβητή. Μαρτυρούν για το πολλαπλό μαρτύριο της ανεργίας. Και οι μαρτυρίες αυτές, όσο και προετοιμασμένος να είσαι, όσο και αν έχεις εντρυφήσει στις πηγές, στις έρευνες πεδίου, στις θεωρίες και τις στατιστικές, είναι μια πολύ δυνατή γροθιά στο στομάχι. Αυτό ένοιωσα, ακούγεται κοινότυπο και χιλιοειπωμένο, ίσως να μην υπάρχουν λέξεις να το περιγράψω. Άλλωστε, μου πήρε χρόνο να διαβάσω αυτό το βιβλίο των 210 σελίδων. Δεν μπορούσα να αντιμετωπίσω περισσότερο από μια, το πολύ δύο, καταθέσεις την ημέρα.
Ας πάρουμε αποστάσεις από τη συγκίνηση. Για πρώτη φορά παγκοσμίως παρουσιάζεται αυτό το υλικό, οι προσωπικές καταθέσεις των ανέργων σε πρώτο πρόσωπο. Συλλεγμένο, ταξινομημένο σε ενότητες, με σύντομες, εύστοχες και διεισδυτικές σημειώσεις από τον Χριστόφορο. Με κόπο και πόνο έγινε, χωρίς αμφιβολία, κι αυτή η δουλειά. Και με πολύ ευαισθησία. Για να γίνει αυτό το βιβλίο των μαρτυριών των σύγχρονων μαρτύρων ένα ιστορικό ντοκουμέντο της εποχής μας, της Ελλάδας των Μνημονίων και της κρίσης.
Ένα ιστορικό ντοκουμέντο και, ταυτόχρονα, ένα έργο με επιστημονική βαρύτητα που δεν έχει εκτιμηθεί. Γιατί αυτές οι μαρτυρίες, συλλεγμένες και ταξινομημένες, επιβεβαιώνουν αυτό που ξέραμε δευτερογενώς, αυτό που υποψιαζόμαστε διαισθητικώς. Μέγιστη συνεισφορά.
Ας πάρω μια ακόμη απόσταση και να μιλήσω για τη διπλή λογοκρισία των μαρτυριών. Η πρώτη μορφή λογοκρισίας είναι η αυτολογοκρισία. Τα παιγνίδια του συνειδητού και του «πρέπει», της δημιουργίας μιας εικόνας του εαυτού για τους άλλους, τα παιγνίδια του ασυνείδητου, της δημιουργίας μιας εικόνας του εαυτού για τον εαυτό. Η εξιστόρηση του άνεργου, καθενός από μας που μιλάμε για τη ζωή μας, υπόκειται στη διπλή αυτή, συνειδητή και ασυνείδητη, μετατόπιση.
Η δεύτερη λογοκρισία, η λογοκρισία του αναγνώστη. Ο Althusseur μας δίδαξε, τουλάχιστον ένα πράγμα: ότι δεν υπάρχει «αθώα» ανάγνωση. Τα κείμενα είναι εκεί, κατατεθειμένα, απτά. Το τι διαβάζει ο καθένας και κάθε μια από μας σ’ αυτά, δεν είναι. Εξαρτάται από εμάς τους ίδιους, από το τι ζητάμε να δούμε σ’ αυτά, από ποιες είναι οι προσλαμβάνουσες παραστάσεις, ποιες είναι οι ευαισθησίες μας.
Ας έλθω στο τρίτο θέμα, στο θέμα της πολιτικής. Πριν λίγες μέρες μου ζητήθηκε από τον Τάσο Νυφαδόπουλο, τον γλύπτη του Αγάλματος για την Κρίση, ένα σύντομο κείμενο για τα αποκαλυπτήρια. Σημείωνα εκεί τα εξής:

«Στην Ελλάδα ζήσαμε με την ανεργία σε διάφορες εποχές. Ζήσαμε με την ανεργία, αλλά δε μάθαμε να την αντιμετωπίζουμε. Με κράτος και πολιτικές αδιάφορες και μυωπικές, αποθέσαμε τη διαχείριση των ανέργων σε παραδοσιακούς μηχανισμούς. Στην οικογένεια και στη μετανάστευση. Παρά τη σταθεροποίηση του ποσοστού ανεργίας σε επίπεδα μεταξύ του 8 και του 11% σ’ όλη την περίοδο ως την έκρηξη που προκάλεσε η κρίση, καλλιεργήθηκε η καθησυχαστική εντύπωση ότι η ανεργία στην Ελλάδα ήταν φαινομενική: είτε οι άνεργοι ήταν απρόθυμοι να εργασθούν, μια άποψη ιδιαίτερα δημοφιλή μεταξύ πολιτικών και δημοσιογράφων, είτε ήταν αποτέλεσμα της ανεργίας των νέων και των γυναικών, δηλαδή ομάδων, των οποίων η ανεργία δεν είχε – πιο σωστά, θεωρούσαν ότι δεν είχε - σημαντικές κοινωνικές συνέπειες. Η ρητορική της ανεργίας των νέων και των γυναικών εμπέδωνε, ταυτοχρόνως, τον ιδιότυπο διαχωρισμό τους από την ομάδα των «κύριων» εργαζομένων, των breadwinners, των ώριμων και των ανδρών. Η ανεργία οφειλόταν στους ανέργους, τα θύματα εκλήφθηκαν ως θήτες.
Οι προκαταλήψεις για την ανεργία οδήγησαν στην πολιτική έλλειψη προετοιμασίας μηχανισμών ικανών να την αντιμετωπίσουν. Αντιθέτως, από τη δεκαετία του 1980 ως σήμερα έχουμε τη διασπάθιση τεράστιων χρηματικών ποσών με μηδενικά αποτελέσματα: Η επιδότηση νέων θέσεων εργασίας επιδότησε τους εργοδότες και όχι τη δημιουργία νέων θέσεων, οι δαπάνες για την κατάρτιση κατέληξαν στη δημιουργία και εμπέδωση του λόμπυ των ΙΕΚ και των ΚΕΚ και μια πληθώρας προγραμμάτων που αντιμετώπιζαν την ανεργία των εκπαιδευτών, αλλά όχι των εκπαιδευομένων, οι δομές του ΟΑΕΔ παρέμειναν εξαιρετικά υποστελεχωμένες και αναποτελεσματικές, τα επιδόματα ανεργίας περιορισμένα και ανεπαρκή.
Και μετά ήρθε η κρίση. Το πώς δεν μας απασχολεί εδώ. Η κρίση στην Ελλάδα κτύπησε με βιαιότητα την ασθμαίνουσα παραγωγική δομή, επέτεινε την αποβιομηχάνισε, διέλυσε τον παραγωγικό ιστό. Διέλυσε ταυτόχρονα τις εργασιακές σχέσεις, τις ζωές εργαζομένων και ανέργων, ενέτεινε τις ανισότητες, όξυνε τους αποκλεισμούς, οδήγησε στην φτώχεια μεγάλες μερίδες του πληθυσμού, προκάλεσε μαζική κατάθλιψη και αύξησε δραματικά τις αυτοκτονίες. Οι ανεπάρκειες των μηχανισμών αντιμετώπισης των συνεπειών της ανεργίας, οι ανεπάρκειες ενός υποτυπώδους και αναποτελεσματικού κράτους προνοίας εκδηλώθηκαν πλήρως.
Το έγκλημα δεν ήταν στιγμιαίο. Σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε από τους σχεδιαστές και εκτελεστές της οικονομικής πολιτικής, από τους σχεδιαστές και εκτελεστές των πολιτικών απασχόλησης δεκαετίες τώρα. Για λόγους αδιαφορίας, άγνοιας ή με σκοπό, αδιάφορο.
Στο άγαλμα που βλέπουμε ο έντρομος άνθρωπος προσπαθεί να ισορροπήσει σ’ ένα δείκτη που καταρρέει. Ένα δείκτη που συμβολίζει την παραγωγή, την ευημερία, το οικογενειακό εισόδημα, τη ζωή εν τέλει. Και τα συστήματα προστασίας – λαβές συγκράτησης, εξοπλισμός προστασίας, «μαξιλαράκια» - απλώς δεν υπάρχουν.»


Θα ήταν παράλογο να ζητήσει κάποιος τη δημιουργία αυτών των αναγκαίων μηχανισμών προστασίας των ανέργων αμέσως. Στην κρίση, όπως στην κρίση, για να παραφράσω τη γνωστή ρήση για τον πόλεμο: a la guerre comme a la guerre.

Αυτό σημαίνει ότι η αντιμετώπιση της ανεργίας οφείλει να προσλάβει δύο διακριτές διαστάσεις: Πρώτον, βραχυχρόνια να χρησιμοποιήσει το σύνολο των διαθέσιμων μέτρων και πολιτικών, όχι με την ελπίδα αντιμετώπισης του προβλήματος, αλλά μείωσης του πόνου. Δεύτερον, αυτή η βραχυχρόνια και εν πολλοίς αναποτελεσματική πολιτική δεν πρέπει να αποτρέπει τον αναγκαίο και τεράστιο μετασχηματισμό κρατικών μηχανισμών, όπως του ΟΑΕΔ, της Επιθεώρησης Εργασίας, κλπ. Στον πόλεμο όπως στον πόλεμο, αλλά η υπόσχεση για την μετά τον πόλεμο δημιουργία συνθηκών πλήρους απασχόλησης και αποτροπής της μαζικής ανεργίας έγινε από τη Βρετανική κυβέρνηση το 1942, στη μέση του πολέμου και με αβέβαια την έκβασή του. Τυχαίο; Καθόλου.

Και έρχεται αυτό το βιβλίο, αυτή η προσπάθεια και ανοίγει εκ νέου μιαν άλλη οπτική, πολιτική οπτική. Γιατί αναδεικνύει ένα άλλο σύνολο αναγκών. Πώς μπορεί να σπάσει η απομόνωση, το αίσθημα αδυναμίας, η αυτοενοχοποίηση των θυμάτων; Να κάτι που θα μπορούσε να δουλέψει, αν δουλέψουμε πολύ. Σπάζοντας την απομόνωση, στηρίζοντας άτομα, οικογένειες και συλλογικότητες στη γειτονιά, προσφέροντας ψυχολογική στήριξη, αποκαθιστώντας την ατομική τους χρησιμότητα για τον εαυτό τους και το σύνολο. Το μπλοκ του Ημερολογίου θα μπορούσε να αποτελέσει το αρχικό σημείο εκκίνησης για την επαφή των ανέργων μεταξύ τους, για τη διάρρηξη του αποκλεισμού, για τη διεκδίκηση του δημόσιου λόγου και χώρου.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για αυτοοργάνωση των ανέργων. Χρειάζεται πρωτοβουλία, χώρος συναντήσεων, «ψυχές» οργάνωσης και δραστηριοποίησης. Με γνώση, ευαισθησία και αλτρουισμό. Και στην προοπτική αυτή, κράτος, τοπική αυτοδιοίκηση, εκπαιδευτικές δομές και δομές υγείας οφείλουν να στρατευτούν.     

Η ανάγκη οι άνεργοι ως σύνολο και ως άτομα, καθένας ξεχωριστά, να αισθανθεί χρήσιμος στην κοινωνία ξανά, πολίτης με λόγο, άξιος σεβασμού από όλους μας, είναι τόσο προφανής. Ας είμαστε στο πλευρό τους. Η μάχη κατά της ανεργίας δεν είναι μόνο οικονομική, είναι πρωτίστως πολιτική και ηθική. Αλλιώς, ίσως, αύριο, να είμαστε κι εμείς και τα παιδιά μας, ένας ακόμα αριθμός στις στατιστικές καταγραφές της ανεργίας.