Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τετάρτη, 27 Οκτωβρίου 2010

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΚΑΡΤΑ

Ο σταθμός που αγαπώ, που με συντροφεύει στις ώρες της δουλειάς και της μοναξιάς, που με διασκεδάζει και, ενίοτε, με κάνει να αγανακτώ, είναι ο 105,5 στο κόκκινο. Τίποτε περίεργο.
            Ο αγαπημένος μου σταθμός, λοιπόν, προσπαθεί να διορθώσει τα οικονομικά του προωθώντας μιαν εκπτωτική κάρτα, έχοντας συμβληθεί με επιχειρήσεις, κυρίως θέατρα, κινηματογράφους, βιβλιοπωλεία και δισκοπωλεία. Ενδιαφέρουσα προσπάθεια και εύχομαι να είναι επιτυχής.
            Μόνο που αυτή η καμπάνια μου θύμισε μια παλιά εποχή, όταν ήμουν νέος, 19 χρονών, το 1971, φοιτητής που το καλοκαίρι έψαχνε να βρει τρόπο να βγάλει το χαρτζιλίκι του.
            Είχα δει μιαν αγγελία σε μια εφημερίδα που μου κίνησε το ενδιαφέρον και απευθύνθηκα στην εταιρεία για τα σχετικά. Η δουλειά ήταν να προωθήσουμε στην ελληνική αγορά μιαν κάρτα, η οποία εξασφάλιζε εκπτώσεις σε έναν αριθμό καταστημάτων της Αθήνας και του Πειραιά, κάτι σαν την κάρτα του Κόκκινου, έναντι μιας ετήσιας συνδρομής.
            Πέντε – έξι σαν και μένα, αγόρια και κορίτσια, φοιτητές και φοιτήτριες, βρεθήκαμε στο σύντομο σεμινάριο και, μετά, στο «πεδίο μάχης». Κερατσίνι. Φτωχογειτονιά, εκείνη την εποχή, πολλοί ναυτικοί, μονοκατοικίες και λίγες πολυκατοικίες.  
            Χωρίσαμε δρόμους και αρχίσαμε να κτυπάμε κουδούνια, καλοκαιρινά απογεύματα. Λέγαμε το στόρυ, άλλοι μας έκλειναν την πόρτα, άλλοι μας έκλειναν το μάτι, άλλοι τσιμπούσαν και αποκτούσαν την πολυπόθητη κάρτα, τα χαρτιά συμπληρώνονταν, οι υπογραφές έπεφταν, μαζί και η προκαταβολή.
            Προς το τέλος της εβδομάδας, μάλλον Παρασκευή θα ήταν, κτύπησα την πόρτα μιας μονοκατοικίας, φτωχικής απ’ έξω, με τη σιδερένια πόρτα και το ημιαδιαφανές γυαλί. Μου άνοιξε ένας μικρόσωμος γέροντας, γύρω στα 70 – 75.
            «Έλα, παιδί μου» φώναξε, σχεδόν, με ακατανόητο ενθουσιασμό. «Αχ! Όπως σε είδα πίσω από το τζάμι της πόρτας νόμισα πως ήσουν ο γιος μου που έχει μπαρκάρει μήνες τώρα. Έλα, έλα να σου κάνω καφέ».
            Μπήκα παραζαλισμένος. Κάθισα στο ταπεινό δωμάτιο, σαλόνι, υπνοδωμάτιο και κουζίνα μαζί, έφτιαξε καφεδάκια στο μπρίκι, μου μίλαγε για ταξίδια που έκανε στα νιάτα του με φορτηγά και το γιό του που μπήκε στο πόδι του.
            Δε με ρώτησε τι ήθελα. Δεν τόλμησα να του πω. Μια ώρα μετά, τον χαιρέτησα και έφυγα, ενώ με ξεπροβοδούσε με ευχές και παινέματα.
            Την άλλη μέρα παραιτήθηκα.

Δευτέρα, 25 Οκτωβρίου 2010

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ Α.Ε. ΚΑΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ Ε.Π.Ε.

Από την "Ελευθεροτυπία"
Σε «Πανεπιστήμια Α.Ε.» μετατρέπονται τα ΑΕΙ
Ηλεκτρονική Έκδοση enet.gr, 17:56 Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

Να δω τη Διαμαντοπούλου ως chear leader της κυβέρνησης να φωνάζει
ΠΑΥΛΕ ΘΕΕ, ΠΑΡΕ ΤΑ Π.Α.Ε.
και τί άλλο!!!

Κυριακή, 24 Οκτωβρίου 2010

ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΕΙΣ !!!

Μια που τα παιδιά της ΚΝΕ μου έκαναν την τιμή να με επισκεφθούν και να μου δώσουν το προεκλογικό φυλλάδιο της Λαϊκής Συσπείρωσης με υποψήφιο περιφερειάρχη τον σ. Θανάση Παφίλη, μπήκα στον πειρασμό – παρακινούμενος και από το δεύτερο ήμισυ του τίτλου του συνδυασμού (Συσπείρωση) να σχολιάσω επιγραμματικώς το προεκλογικό πεδίο:
           
            Λοιπόν, το ΚΚΕ σ’ αυτές τις εκλογές συσπειρώνει την Κεντρική του Επιτροπή, με ολίγα ανοίγματα προς τα κατώτερα κομματικά όργανα. Καθόλου κακό.
           
            Η Νέα Δημοκρατία προσπαθεί να συσπειρώσει τους Καραμανλικούς και να αποσυσπειρώνει τους Μητσοτακικούς.

            Το ΠΑΣΟΚ συσπειρώνει τον Κουβέλη και αποσυσπειρώνει τον εαυτό του, ενώ αποδιαρθρώνει, μετά την κοινωνία, και τη λογική.

            Ο ΣΥΡΙΖΑ – τμήμα Α συσπειρώνει εν μέρει τους διαφωνούντες του ΠΑΣΟΚ, ενώ αποσυσπειρώνει τον Συνασπισμό.

            Ο ΣΥΡΙΖΑ – τμήμα Β συσπειρώνει παλαιούς τριτοδιεθνιστές και τεταρτοδιεθνιστές και αποσυσπειρώνει τον ΣΥΡΙΖΑ (Α+Β).

            Ο Καρατζαφέρης συσπειρώνεται γενικώς. Ο καλός μύλος όλα τα αλέθει.

            Ο Δημαράς αποσυσπειρώνει συσπειρώνοντας το αποσυσπειρωμένο  ΠΑΣΟΚ.

            Μπορώ, εν προκειμένω, να προβλέψω και τα αποτελέσματα:
           
Πρώτον, όλοι οι συνδυασμοί θα νικήσουν.

Δεύτερον, το ΠΑΣΟΚ θα εξασφαλίσει μερικές δεκάδες χιλιάδες λουκέτα μικρομεσαίων και μερικές εκατοντάδες χιλιάδες νέων ανέργων. Ειδικά η κα Διαμαντοπούλου θα λύσει με κοινωνική συμμετοχή και δημοκρατικές ψηφοφορίες κάθε επιστημονικό και φιλοσοφικό ερώτημα που ταλανίζει αιώνες τώρα την επιστημονική κοινότητα. Επιστημονικά ορθό θα είναι ό,τι πρεσβεύει η κυβέρνηση.

Τρίτον, το ΚΚΕ θα πετύχει τη συσπείρωση της ΚΕ. Ενδεχομένως να αποκαταστήσει και τον Μπέρια.

Τέταρτον, ο Συνασπισμός θα εξασφαλίσει μια νέα αμηχανία και τη σύμφυτη εσωκομματική γκρίνια (ανεξαρτήτως αποτελέσματος). Η αμηχανία ενδέχεται να διασκεδαστεί με δραστηριότητες κοινωνικής συναναστροφής, με πρώτη τις μουσικές καρέκλες – και τα μουσικά σκαμνάκια σε ορισμένες περιπτώσεις.

Πέμπτον, ο ΣΥΡΙΖΑ Β θα συναντήσει τις μάζες. Προβλέπεται πενταπλασιασμός του ποσοστού από το 0,5%.

Έκτον, ο Σαμαράς θα εξασφαλίσει μερικές αποχωρήσεις Μητσοτακικών. Τους υπόλοιπους θα τους διαγράψει.

Έβδομον, ο Δημαράς θα εξασφαλίσει περίοπτη θέση στις βουλευτικές λίστες του ΠΑΣΟΚ.

Τέλος, οι αριστεροί θα βράζουν στο ζουμί τους, μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο. Αλλά, ποιος τους χ… αυτούς. 

Α, ναι. Οι διάσημες τηλεπερσόνες θα υποστηρίζουν στα δελτία τους με περισσή ένταση αυτά τους έλεγαν οι αιθεροβάμονες, ουτοπιστές, περιθωριακοί και παλαιομοδίτες αριστεροί οικονομολόγοι, αυτά ακριβώς που αντιμετώπιζαν με σηκωμένο φρύδι και ειρωνικά μειδιάματα πριν λίγο μόλις καιρό. Η δε ΓΣΕΕ θα συνεχίσει την αντίσταση κατά του μνημονίου. Ο νέος στόχος, μετά το Πόρτο Καράς, θα είναι – και για συμβολικούς λόγους – η Ελούντα. Ή, όπως έλεγε και μια ψυχή: First we take Manhattan, then we take Berlin. Μόνο που το boredom διαρκεί πολύ περισσότερο από την προβλεφθείσα εικοσαετία[1].      


[1]               They sentenced me to twenty years of boredom, for trying to change the system from within. Αυτά είναι στίχοι του Leonard Cohen, τέλος της δεκαετίας του 1980, που μου είχε φανεί εξαιρετικά ταιριαστό για τις εξελίξεις της τότε ανανεωτικής αριστεράς. Φοβάμαι ότι εξακολουθούν να έχουν επικαιρότητα.

Πέμπτη, 14 Οκτωβρίου 2010

ΙΟΥΛΙΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Θυμάμαι μικρό παιδί τον Ιούλιο του 1965. Η αποστασία και η ανατροπή της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου του πρεσβύτερου έδωσαν την αφορμή για την πρώτη επαφή μου με την πολιτική ζωή του τόπου, περισσότερο συστηματικά από τις σκόρπιες εντυπώσεις που συνέλλεγα μέχρι τότε. Πριν πάω ακόμα σχολείο θυμάμαι τον πατέρα μου να αγωνιά πάνω από το ραδιόφωνο ακούγοντας τα αποτελέσματα κάποιων εκλογών – μάλλον του 56 θα ήταν. Θυμάμαι την κρίση της Κούβας και την ανησυχία των μεγάλων για τον πιθανό πυρηνικό όλεθρο. Θυμάμαι τα νέα της δολοφονίας του Λαμπράκη.
            Ο πατέρας μου φανατικός κεντρώος πλήρωνε ακόμα τη συμμετοχή του στην αντίσταση και την αποκήρυξη του κόμματος. Δεν μπορούσα παρά να ταυτιστώ μαζί του και να παίρνω μέρος με έξαψη, στα 13 μου, σε πολιτικές συζητήσεις και διαμάχες των μεγάλων, τα καλοκαιρινά εκείνα βράδια. Διάβαζα με πάθος την εφημερίδα της ημέρας (Τα Νέα), αρχίζοντας από το πολεμικό χρονογράφημα του Ψαθά και τις γελοιογραφίες.
            Μια γελοιογραφία που είχε χαραχθεί στο μυαλό: Ήταν του Φωκίωνα Δημητριάδη και έδειχνε τον Γεώργιο Παπανδρέου τον πρεσβύτερο σαν τον Μπετόβεν να παίζει με πάθος πιάνο προς το αντικείμενο του έρωτά του, μια όμορφη γυναίκα που τον κοίταζε χαμογελώντας, γέρνοντας λίγο το κορμί της ενθαρρυντικά προς το μέρος του οιστρηλατημένου πιανίστα. Στο μακρύ φόρεμα – μανδύα που φορούσε έγραφε ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ και η λεζάντα διευκρίνιζε: «Στην αιώνια αγαπημένη», μια σαφή αναφορά στον κρυφό έρωτα του μουσουργού.
            Μετά από χρόνια και διαβάζοντας την ελληνική ιστορία του μεσοπολέμου, της κατοχής και της απελευθέρωσης, αναθεώρησα τις πρώιμες εκείνες απόψεις μου. Το αντικείμενο του πόθου του Γεωργίου Παπανδρέου (του πρεσβυτέρου, βεβαίως, βεβαίως) δεν ήταν η Δημοκρατία, αλλά απλώς η Εξουσία. Έμαθα και το κατάλαβα καλά ότι για την κατάκτηση αυτής της ωραίας κόρης (;) ο Γεώργιος Παπανδρέου ο πρεσβύτερος μπορούσε να είναι και βασιλικός και βενιζελικός, μπορούσε να συνεργάζεται με τον Παπάγο και να δηλώνει την πίστη του στη λαοκρατία, μπορούσε να είναι φιλολαϊκός και βαθειά αντι-αριστερός, να συμπυκνώνει όλες τις αντιφάσεις χωρίς πρόβλημα και χωρίς πρόσχημα, αρκεί να προσέγγιζε τον πολυπόθητο στόχο. Μέσα από αυτές τις οργανωμένες αντιφάσεις ο εκτελεστής του εμφύλιου έγινε ο champion της δημοκρατίας.
            Σχεδόν μισό αιώνα μετά, θα αναρωτηθεί ο υπομονετικός αναγνώστης, τι νόημα έχουν αυτά; Τίποτα, πέραν από τους συνειρμούς που γεννάει η τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα. Θυμήθηκα τη γελοιογραφία, καθώς άκουγα στην τηλεόραση τις οργισμένες αντιδράσεις της ηγεσίας και βουλευτών του ΠΑΣΟΚ για τις δηλώσεις δύο επιφανών συνταγματολόγων – στελεχών και οι δύο του ΠΑΣΟΚ, εκτός αν δεν είναι πια. Εκτός από το θλιβερό της δήλωσης ότι «οι απόψεις των δύο συνταγματολόγων απηχούν προσωπικές θέσεις», λες και ρωτούσαν οι δημοφιλείς πολιτικοί αναλυτές της τηλεόρασης τη διάσημη σκυλού τραγουδίστρια Μία Καιμόνη πώς θα λυθεί το ασφαλιστικό, το πρόβλημα των μεταναστών και ποιες είναι οι συνέπειες του πειράματος για την αρχή του σύμπαντος στον τουρισμό της Μυκόνου, και όχι επιστήμονες που μιλούσαν για το αντικείμενο της επιστήμης τους και μάλιστα για το Σύνταγμα, για την τελική διατύπωση του οποίου έχουν συνεισφέρει αμφότεροι τα μέγιστα, οι δηλώσεις των ΠΑΣΟΚ λοιπόν ερχόντουσαν να επιβεβαιώσουν αυτά που έγραφα λίγους μήνες πριν για τον εθισμό στη διαφθορά, για το σκοπό που αγιάζει τα μέσα, για τον ευτελισμό θεσμών και διαδικασιών.
            Είδα ξαφνικά στο μυαλό μου τον Γεώργιο Παπανδρέου τον junior να παίρνει τη μορφή παιδικής σβούρας και να στροβιλίζεται με ένα παγωμένο χαμόγελο και απλανές βλέμμα, να στροβιλίζεται τρελά και να καλύπτει τεράστιες αποστάσεις στην πολιτική αρένα: Από την καρατζαφέρια ακροδεξιά με τους «λαθρομετανάστες» και τη συνταγή του «νόμου και της τάξης» ως τους οικολογούντες με την πράσινη επιχειρηματική ανάπτυξη. Από τους υπερεθνικιστές μέχρι τους συναινετικούς. Από τους παραδοσιακούς μέχρι τους εκσυγχρονιστές. Και από τους τραπεζίτες και βιομήχανους ως τους καταναλωτές, γιατί, ως γνωστόν, οι μισθωτοί εργαζόμενοι υπάρχουν μόνον για να ψηφίζουν στη ΓΣΕΕ. Ένα χαμόγελο, έστω και αμήχανα παγωμένο, για καθένα. Και καθώς στριφογύριζε ο δρόμος προς την Εξουσία άνοιγε και όλα τα εμπόδια συντρίβονταν: Συντάγματα και Νόμοι, ηθικές αρχές και διαδικασίες, δημόσια πανεπιστήμια και νέοι, εργασιακές σχέσεις και κοινωνικά δικαιώματα, μετανάστες και διανοούμενοι, λέξεις και νοήματα, βορά στις «δημοκρατικές» εφημερίδες και στα δημοκρατικότερα κανάλια.
            Α ναι. Η σβούρα έβγαζε ήχο. Όχι εκείνο το γνωστό σύριγμα, καθώς έσκιζε τον αέρα, αλλά μιλούσε με φωνή και έλεγε: «Πού πήγαν τα λεφτά, πού πήγαν τα λεφτά;». Περίεργο είναι, αλλά δε σκέφτηκε ποτέ να ρωτήσει τους διπλανούς του;     
  

Η ΚΡΙΣΗ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥΣ

Πριν ένα μήνα περίπου, στις 10 Απριλίου, έγινε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο η πρώτη από μια σειρά ημερίδων που οργανώνει η Επιστημονική Εταιρεία Κοινωνικής Πολιτικής με γενικό θέμα «Οικονομική Κρίση και Κοινωνική Πολιτική». Τα ζητήματα που αναδείχθηκαν στην ημερίδα αναφερόντουσαν στις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην αγορά εργασίας, στην ανεργία, στην αύξηση των επισφαλών εργασιακών σχέσεων και στην φτώχεια. Με συντονιστή τον Νίκο Πετραλιά, μίλησαν ο Πάνος Τσακλόγλου, ο Χρήστος Παπαθεοδώρου και ο Γιάννης Κουζής, σ΄ ένα ακροατήριο, ικανοποιητικό σε αριθμό, παρά τις δυσχέρειες της Εταιρείας να «διαφημίσει» επαρκώς την εκδήλωση, αλλά και ζωντανό και απαιτητικό.
            Σε μια σύντομη παρέμβασή μου είπα κάτι ελλειπτικά και έλαβα μια, κατά τη γνώμη μου, ενδιαφέρουσα απάντηση από τον Τσακλόγλου. Ας γίνω πιο συγκεκριμένος.
            Υποστήριξα ότι τα ΜΜΕ, οι πολιτικοί, οι διεθνείς οργανισμοί, αλλά και ο ακαδημαϊκός χώρος, αναφέρονται στην κρίση, όταν η κερδοφορία του κεφαλαίου μειώνεται. Μιλάμε κατά καιρούς για κρίσεις του χρηματιστηρίου, μιλάμε σήμερα για την κρίση του παγκόσμιου χρηματοδοτικού συστήματος και εννοούμε τις χρηματικές απώλειες που αντιμετωπίζουν οι «παίκτες – κατά Σημίτη – επενδυτές» ή τις ζημιές τραπεζών και ασφαλειών. Όμως, εδώ και περισσότερο από τριάντα χρόνια, ένας κρίσιμος, ίσως ο κρισιμότερος, κοινωνικός χώρος βρίσκεται σε κατάσταση κρίσης: η αγορά εργασίας. Και η κρίση της αγοράς εργασίας δεν αναδεικνύεται παρά περιστασιακά μόνο και σε σχέση με την κρίση κερδοφορίας.
            Η απάντηση του Τσακλόγλου υπήρξε περισσότερο σύντομη, αλλά ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα. Κυρίως γιατί είναι αποκαλυπτική του τρόπου με τον οποίο κατανοούνται τα κοινωνικά προβλήματα από τον κυρίαρχο οικονομικό νεοκλασικισμό, στην νεοφιλελεύθερη και στην τρέχουσα σοσιαλδημοκρατική (;) εκδοχή του. Ο Τσακλόγλου είπε ότι η κρίση είναι ένα προσωρινό φαινόμενο και είναι παράλογο να θεωρούμε ότι κάτι είναι σε κρίση για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
            Η απάντηση του Τσακλόγλου εδράζεται πλήρως στην εμπιστοσύνη των οικονομολόγων για την ικανότητα των αγορών να διορθώνουν αυτόματα και να επανέρχονται σε ισορροπία. Οι κρίσεις οφείλονται σε εξωτερικά γεγονότα, κακές πολιτικές επιλογές, καταστροφές, κλπ., που διαταράσσουν την εύρυθμη λειτουργία των αγορών και προκαλούν σοκ. Οι αγορές έχουν την ικανότητα να ενσωματώσουν το σοκ, επαναβρίσκοντας την προηγούμενη ομαλή λειτουργία. Ο ρόλος του κράτους, επομένως, έγκειται στο να επιταχύνει αυτήν την εξομάλυνση, αποκαθιστώντας την εμπιστοσύνη των οικονομικά «δρώντων υποκειμένων» στην αποτελεσματικότητα των αγορών και παραμερίζοντας τα θεσμικά εμπόδια στην απρόσκοπτή τους λειτουργία. Επομένως, η κρίση δεν είναι παρά μια παροδική κατάσταση, ένα προσωρινό φαινόμενο, κάτι που «δεν μπορεί να διαρκεί πολύ χρόνο».
            Ας διατυπώσω, λοιπόν, τις ενστάσεις μου. Πρώτον, αυτή η αντίληψη της κρίσης ταυτίζει την κρίση με τα φαινόμενά της. ‘Όπως ο πυρετός δεν είναι η αρρώστια, έτσι και η πτώση της κερδοφορίας, η ανεργία, η διεύρυνση των ανισοτήτων, κλπ., δεν είναι η κρίση, αλλά οι εκδηλώσεις της κρίσης. Η κρίση οφείλεται σε οικονομικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς που τη δημιουργούν και οι οποίοι δεν είναι «εξωτερικοί» προς το οικονομικό σύστημα. Η κρίση δεν οφείλεται σε τυχαία γεγονότα, κακές πολιτικές, άπληστους χρηματιστές ή εσφαλμένες εκτιμήσεις. Η πρόσφατη κρίση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος έχει τις απαρχές της στην εγκατάλειψη από τις ΗΠΑ των δεσμευτικών ρυθμίσεων του Μπρέτον Γούντς το 1971 και η ισχύς και αποδοχή του δολαρίου έκτοτε βασίστηκε στην πολιτική και. ιδιαίτερα, τη στρατιωτική κυριαρχία των ΗΠΑ, παρά στην αμφίβολη οικονομική τους ευρωστία. Το σύστημα των κυμαινομένων ισοτιμιών κατέστησε τα εθνικά νομίσματα αντικείμενο της διεθνούς κερδοσκοπίας, υποσκάπτοντας μία από τις βασικότερες λειτουργίες του κράτους, δηλαδή τον έλεγχο επί του εθνικού νομίσματος.
            Επομένως, η έλλειψη των συμπτωμάτων δεν σημαίνει, κατ’ ανάγκην, την έλλειψη του μηχανισμού κρίσης. Αλλά στην περίπτωση της αγοράς εργασίας τα συμπτώματα τα τελευταία 30 χρόνια πλεονάζουν: υψηλότατα επίπεδα ανεργίας, πολλαπλάσια από εκείνα της δεκαετίας του 1960 – εκτός αν θεωρήσουμε, όπως ορισμένοι ακραίοι νεοφιλελεύθεροι υποστηρίζουν ότι τότε η αγορά εργασίας ήταν σε κρίση -, καθήλωση των μισθών, διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων, εξάπλωση της φτώχειας, κοινωνική περιθωριοποίηση σημαντικών μερίδων του πληθυσμού, ενίσχυση του διευθυντικού δικαιώματος σε βαθμό που θυμίζει 19ο αιώνα, επιμήκυνση ωραρίων, περιορισμό κοινωνικών δικαιωμάτων. Περαιτέρω, εξάπλωση της επισφαλούς εργασίας, η οποία βρίσκει αντίθετους τους εργαζόμενους, παρά τις κατά καιρούς ωραιοποιήσεις πίσω από εύηχους όρους, όπως «ευελιξία», εναρμόνιση εργασίας και οικογενειακής ζωής κλπ., και παρά τις εξαγγελθείσες νομοτέλειες των νέων τεχνολογιών, της παγκοσμιοποίησης και των ποικίλων και με ταχύτητα αστραπής διαδεχόμενης η μία την άλλη «νέων» κοινωνιών, ων ο αριθμός ουκ έστι.
            Αν λοιπόν τα συμπτώματα είναι εκεί και εμείς δεν τα βλέπουμε ή έχουμε κάποιο βαθμό ιδεολογικής μυωπίας που εμποδίζει τη δράση της επιστημονοσύνης μας, ή, τα βλέπουμε και τα θεωρούμε αποτελέσματα της κανονικής λειτουργίας του συστήματος, αναπόφευκτα και ασήμαντα γεγονότα, δυσάρεστα, ίσως, αλλά εν τέλει αποδεκτά, υποπροϊόντα της μεγαλειώδους αναπτυξιακής διαδικασίας. Η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς, ιδιαίτερα τους αριβίστες – και δηλώνω προς αποφυγήν κάθε παρανόησης ότι δεν εννοώ τον Τσακλόγλου -, ενώ η δαρβινική οικονομική σκέψη μόνο τους δυνατούς.
            Στην κυρίαρχη αντίληψη η αγορά εργασίας που εμφανίζει αυτά τα συμπτώματα δεν είναι σε κρίση. Άλλωστε η εργασία είναι ένας απλός συντελεστής παραγωγής που αν θα χρησιμοποιηθεί και πόσο θα χρησιμοποιηθεί, σε ποιες συνθήκες, ρυθμούς και χρόνους, σε ποια τιμή, δεν αφορά το φορέα της, το μισθωτό, αλλά την επιχείρηση και την κερδοφορία της. Άλλωστε, η αγορά εργασίας «οφείλει» να απορροφήσει το σοκ της κρίσης, επιβεβαιώνοντας, μέσω της ανεργίας, των χαμηλών μισθών και της εργασιακής ανασφάλειας, την αποκατάσταση της κερδοφορίας.
            Εξακολουθώ να διδάσκω στους φοιτητές μου ότι η υποκειμενοποίηση της εργασίας στη νεοκλασική σκέψη αρνείται την ανθρώπινη υπόσταση του εργαζόμενου, τον καθιστά ένα υποκείμενο χωρίς παρελθόν και μέλλον, χωρίς όρια αντοχής, χωρίς ανάγκες. Είναι λυπηρό και επιστημονικά απαράδεκτο να πιστεύουμε ότι οι απλουστεύσεις ενός μηχανιστικού υποδείγματος αποτυπώνουν και την πραγματικότητα.
            Μέσα από αυτήν την αντίληψη η κρίση ταυτίζεται με τα συμπτώματα και το μόνο σύμπτωμα που μετράει είναι η κατάσταση της κερδοφορίας. Σύμπτωμα της κρίσης του κεφαλαίου, που θεωρείται σύμπτωμα της γενικής κρίσης, καθώς το κέρδος έχει γίνει αποδεκτό ως ο μόνος μηχανισμός αξίωσης της εργασίας, αξίωσης κάθε πτυχής της κοινωνικής ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος. Η κρίση του κεφαλαίου γίνεται κρίση της μισθωτής εργασίας, αλλά η κρίση της μισθωτής εργασίας δεν αφορά παρά μόνο όσους την υφίστανται. Αυστηρά και μόνο τους μισθωτούς και τις οικογένειές τους.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ:

Ενώ το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και του πολιτικού κόσμου είναι στραμμένο αποκλειστικά στο πρόβλημα και στη διαχείριση του δημόσιου χρέους, μια άλλη πτυχή της δυσμενούς κατάστασης, στην οποία έχει βρεθεί η ελληνική οικονομία, υπογραμμίζεται από ορισμένους διεθνείς αναλυτές.
            Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας, υποστηρίζουν, είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Το κύριο πρόβλημα είναι η ταχεία αύξηση του ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών, δηλαδή της διαφοράς μεταξύ εξαγωγών και εισαγωγών. Εισάγουμε διαρκώς περισσότερα από όσα εξάγουμε, κυρίως καταναλωτικά αγαθά, ενώ οι εισπράξεις από τον τουρισμό αδυνατούν να καλύψουν τις διαφορές. Οι αναλυτές σημειώνουν την κατάσταση ως ενδεικτική της χειροτέρευσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας κατά τα τελευταία 15 χρόνια και υπογραμμίζουν ότι η αναστροφή της τάσης επιβάλλει μια σημαντική «εσωτερική υποτίμηση» της ελληνικής οικονομίας. Υποστηρίζουν ακόμα ότι η προσπάθεια διαχείρισης του δημόσιου χρέους θα αποβεί αλυσιτελής, αν δεν δοθεί λύση στο πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας. Απλώς θα το μεταθέσει για ένα διάστημα 2-3 χρόνων.
            Έτσι, ένας ακόμη νέος όρος έχει μπει στη ζωή μας – χωρίς ακόμη να το έχουμε καταλάβει. Εσωτερική υποτίμηση. Τι σημαίνει, άραγε, αυτό που εκείνοι ζητάμε να κάνουμε; Και είναι μόνο οι «αναλυτές» που υποδεικνύουν ή απαιτούν, ή η εσωτερική υποτίμηση είναι εγγεγραμμένη ως αναγκαστική επιλογή στις συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
            Τον παλαιό εκείνο καιρό, όπου εθνικό νόμισμα της Ελλάδας ήταν δραχμή, κάθε φορά που η εθνική μας οικονομία πήγαινε κατά διαβόλου – μια κατάσταση καθόλου σπανία – η εθνική μας εκάστοτε κυβέρνηση αποφάσιζε την υποτίμηση της δραχμής με έναν και μοναδικό στόχο: Να κάνει τα εγχώρια προϊόντα φτηνότερα σε όρους ξένων νομισμάτων έναντι των στην αλλοδαπή παραγομένων, έτσι ώστε να αυξήσει τις εξαγωγές και να μειώσει τις εισαγωγές ενισχύοντας την εγχώρια παραγωγή.
            Βεβαίως, το λαμπρό αυτό οικονομικό μαντζούνι είχε ορισμένα ορατά μειονεκτήματα: Πρώτον, αύξανε αυτομάτως το δημόσιο χρέος προς την αλλοδαπή κατά το ποσοστό της υποτίμησης. Δεύτερον, αύξανε την τιμή ορισμένων κρίσιμων και ανελαστικών προϊόντων εισαγωγής, όπως το πετρέλαιο, των οποίων η τιμή τη μετρούσαν διεθνώς σε δολάρια. Τρίτον, η υποτίμηση ενίσχυε τον εγχώριο πληθωρισμό. Τέταρτον, το κόστος αυτών των δυσμενών παρενεργειών το πλήρωναν αυτοί που συνήθως – όχι συνήθως, κατά κανόνα, έναν περίεργο κανόνα που δεν έχει ανάγκη εξαιρέσεις προς επιβεβαίωση – πληρώνουν σ’ αυτή τη θαυμάσια χώρα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
            Σε κάθε περίπτωση, οι συχνές μεταπολιτευτικές υποτιμήσεις της δραχμής ελάχιστα μακροχρόνια θετικά αποτελέσματα είχαν: αντιθέτως, η υποτίμηση ενίσχυε τις πληθωριστικές πιέσεις, καθώς δημιουργούσε την αφορμή για εντυπωσιακές κερδοσκοπικές «προσαρμογές» των τιμών. Έτσι, η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος υποσκαπτόταν από τις κοινωνικές εκείνες ομάδες τις οποίες σκόπευε να ευνοήσει, δηλαδή τους επιχειρηματίες. Μωραίνει ο Κύριος, αλλά τη δική τους μωρία – η οποία εκδηλώνεται πανηγυρικά με την αλησμόνητη «επενδυτική αποχή» κατά της «σοσιαλμανίας» του Καραμανλή του πρεσβύτερου στη δεκαετία του 1970 και παρά την επικείμενη ένταξη της Ελλάδας και των επιχειρήσεών τους στο οικονομικά ανταγωνιστικό περιβάλλον της ΕΟΚ – πληρώνουμε εδώ και δεκαετίες. 
            Στο πλαίσιο αυτό, ήταν κατανοητή η τοποθέτηση όσων πίστεψαν ότι η υιοθέτηση του ευρώ και του αυστηρού πλαισίου οικονομικής διαχείρισης που επέβαλε θα οδηγούσε σε ένα σημαντικό νοικοκύρεμα των δημόσιων οικονομικών και σε μιαν αναγκαστική συμμόρφωση των ελληνικών επιχειρήσεων. Κατανοητή μεν, αδικαιολόγητη δε. Διότι με περισσή αθωότητα μετέγραψαν κοινωνικούς ιδεοτύπους σε πραγματικές κοινωνικές ομάδες, θεωρητικές κατασκευές σε επιθυμητές κοινωνικές καταστάσεις. Το εγχείρημα του «εκσυγχρονισμού» διαλύθηκε κάτω από το βάρος του πραγματικού κοινωνικού κόστους που επέβαλε στους πολλούς, χωρίς να αφήσει πίσω του μιαν αξιόλογη παραγωγική επένδυση. Δημιούργησε, όμως, στρατιές οργανωμένες ιδιωτικών συμφερόντων (η περίπτωση των ΚΕΚ είναι ένα παράδειγμα) που ανάλωσαν τους κοινοτικούς πόρους των διάφορων «πακέτων», δημιούργησε υποδομές προς δόξαν των εθνικών εργολάβων, δημιούργησε ολυμπιακά «έργα» σε μια επίδειξη νεοπλουτισμού και μεγαλομανίας.
            Και το δημόσιο χρέος μόνο λίγο καιρό ξαπόσταινε (όσο μπορούσε να το κρύψει η «δημιουργική λογιστική») και ξανά προς τη δόξα τραβούσε. Και τα ίδια έκαναν και οι επόμενοι, και τα ίδια θα έκαναν και οι τωρινοί. Μόνο που …
            Μόνο που ανακάλυψαν ότι τα συμφέροντα του ελληνικού πολιτικού συστήματος δεν είναι απλώς σε διάσταση με τα συμφέροντα των «πολλών», αλλά και σε διάσταση με τα συμφέροντα των μεγάλων. Η Γερμανία της Μέρκελ έχει βρει τη χρυσή συνταγή: καθηλώνοντας τα εισοδήματα των εργαζομένων, απορυθμίζοντας τις εργασιακές σχέσεις, διαλύοντας το κοινωνικό κράτος πουλάει φθηνά τα γερμανικά προϊόντα σε ακριβό ευρώ. Γιατί η αγορά της Γερμανίας έχει διευρυνθεί με τις αλλεπάλληλες διευρύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να οι επιχειρήσεις της να λειτουργούν προνομιακά. Όμως, η ανάγκη κοινωνικής συναίνεσης στο εσωτερικό επιβάλλει ο γερμανός εργαζόμενος με τον καθηλωμένο μισθό να αγοράζει φθηνά εισαγόμενα προϊόντα, να κάνει φθηνές διακοπές, να αποκτά φθηνές εξοχικές κατοικίες σε εξωτικά μέρη, όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία.
            Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες αυτών των χωρών πρέπει να γίνουν φθηνότερα. Η «εσωτερική υποτίμηση» που έχει εφαρμόσει η Μέρκελ εξάγεται στις ευπαθείς οικονομίες της Νότιας Ευρώπης, της Βαλτικής (η Λεττονία πρώτη) και της Ανατολικής Ευρώπης
(ηχούν οι καμπάνες για την Ουγγαρία). Δηλαδή, οι μισθοί πρέπει να μειωθούν, η απασχόληση στο δημόσιο να περιορισθεί, με την προσμονή για ακόμη μεγαλύτερη περιστολή των μισθών στον ιδιωτικό τομέα.
            Ο γκουρού, άλλωστε, του νυν πρωθυπουργού, ο Stiglitz, είναι υπέρμαχος της εσωτερικής υποτίμησης, όπως έδειξαν οι προτάσεις του για τη θεραπεία της οικονομίας της Ιρλανδίας, ενώ η έκταση του δημόσιου χρέους δεν τον απασχολεί και τόσο. Απλώς, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ χρησιμοποιεί το δημόσιο χρέος για να επιταχύνει τη διαδικασία της εσωτερικής υποτίμησης, την υποτίμηση της εργασίας.
            Το πρόβλημα με την Ελλάδα είναι ότι η παραγωγική της υποδομή έχει αποσαθρωθεί. Η επιχειρούμενη σε κύματα εσωτερική υποτίμηση του ΠΑΣΟΚ μάλλον θα οδηγήσει σε μια βαθειά ύφεση με αύξηση του πληθωρισμού. Σε έναν νέο φαύλο κύκλο. Α, και οι μισθωτοί θα την πληρώσουν ακριβά. Όπως πάντα. Αλλά ποιος νοιάζεται για δαύτους;     

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

ΑΥΞΗΣΗ ΔΙΔΑΚΤΡΩΝ ΣΤΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ ΤΗΣ ΜΒ ΚΑΙ ΕΝΤΑΣΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΝΙΣΟΤΗΤΩΝ

http://www.dw-world.de/dw/article/0,,6106293,00.html

Δείτε στο link σημερινές ειδήσεις για τις εξελίξεις στα πανεπιστήμια της Μ. Βρετανίας. Επίκαιρο.

ΦΑΝΤΙΝΑ

Διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα ο αναγνώστης διακρίνει, επισημαίνει και επικεντρώνεται σε πτυχές, καταστάσεις, συναισθήματα και χαρακτήρες που ένας άλλος αναγνώστης απλώς θα τα παρατηρούσε και θα προσπερνούσε αδιάφορα. Όπως στην καθημερινή μας ζωή, η πρόσληψη ενός λογοτεχνικού έργου μεσολαβείται από τον ίδιο τον αναγνώστη: τις γνώσεις, τις εμπειρίες, τις ευαισθησίες και τα συναισθήματά του. Αυτό που ο Αλτουσέρ ονόμασε «η προβληματική της ανάγνωσης», τα ερωτήματα που θέτουμε ως αναγνώστες στο κείμενο, ενυπάρχει «σε πρακτική μορφή», έστω και μη πλήρως συνειδητή, και μέσα από αυτή την προκατειλημμένη ανάγνωση συλλέγουμε τις αναγνωρίσιμες ψηφίδες και ανα-δημιουργούμε τη δική μας εκδοχή.
            Διαβάζοντας τους «Άθλιους» του Ουγκώ, όταν ήμουν παιδί σε μορφή Κλασσικών Εικονογραφημένων, παρασύρθηκα από την πλοκή και το αίσθημα αδικίας. Αναπόφευκτο να υπερισχύσει η περιπέτεια και τα ηθικοπλαστικά στοιχεία, άφθονα, άλλωστε, στον Ουγκώ. Μεγαλώνοντας και διαβάζοντας το πλήρες κείμενο αρκετές φορές, σε διάφορες φάσεις της ζωής μου, «διάβασα» τα ηθικά διλήμματα των ηρώων, την ιστορία μέσα στο μυθιστόρημα, ίσως και μερικές πτυχές που δεν αφορούν παρά μόνο εμένα. Σήμερα, θα επιχειρήσω ένα διαφορετικό «διάβασμα»: την ανάγνωση των «Αθλίων» από την οπτική ενός οικονομολόγου που ασχολείται με την αγορά εργασίας.
            Στους «Άθλιους» υπάρχει ένας χαρακτήρας που λειτουργεί ως ιδεατός τύπος του προλεταρίου, της μισθωτής εργασίας. Η Φαντίνα δίνει το όνομά της στο πρώτο μέρος του έργου, αλλά η παρουσία της είναι περιορισμένη. Η ιστορία της είναι ένα μικρό ρυάκι που προετοιμάζει, μαζί με άλλες μικρές, προσωπικές ιστορίες, τη δημιουργία του χειμάρρου που ακολουθεί. Η δράση της εξιστορείται σε λίγα κεφάλαια και ο θάνατός της έρχεται πριν ολοκληρωθεί το πρώτο μέρος.
            Η ιστορία της είναι, ελπίζω, γνωστή. Η Φαντίνα είναι μια νέα κοπέλα από μιαν επαρχιακή πόλη. Γοητεύεται από έναν νεαρό γόνο αριστοκρατικής οικογένειας, τον ακολουθεί στο Παρίσι και ζει μαζί του ανέμελα, ώσπου αυτός την εγκαταλείπει, ενώ εγκυμονεί ένα κοριτσάκι. Χωρίς πόρους, η Φαντίνα επιχειρεί την επιστροφή στην πατρίδα. Αφήνει τη μικρή κόρη της στη φροντίδα ενός ξενοδόχου και της γυναίκας του έναντι αμοιβής, ώστε το ηθικό της παραστράτημα να μην αποτελέσει εμπόδιο στο να βρει δουλειά. Η εργασία βρίσκεται στο εργοστάσιο του Γιάννη Αγιάννη, πρώην κατάδικου, που πέρασε 20 χρόνια στα κάτεργα για ένα ψωμί που έκλεψε, προκειμένου να ταΐσει τα ανίψια του. Το εργοστάσιο ανθίζει χάρις στο κεφάλαιο που εξασφάλισε στον πρώην κατάδικο ένας άγιος εφημέριος, αλλά και στην εφευρετικότητα του ίδιου του Αγιάννη, που αλλάζει τον τρόπο παραγωγής. Η Φαντίνα αισθάνεται αισιοδοξία, αλλά το ηθικό της παράπτωμα μαθαίνεται, εκείνη απολύεται και αγωνίζεται να ζήσει ράβοντας στο δωμάτιό της. Η μοίρα της είναι σκληρή, καθώς οι οικονομικές απαιτήσεις του ξενοδόχου για τη διατροφή της κόρης της αυξάνονται. Μια υποτιθέμενη αρρώστια της κόρης οδηγεί τη Φαντίνα να ξεπουλήσει τα πάντα και να καταλήξει άθλια πόρνη. Η σωτήρια παρέμβαση του Αγιάννη έρχεται καθυστερημένη. Η Φαντίνα ξεψυχά με την υπόσχεση του Αγιάννη να φροντίσει την κόρη της.
            Μελόδραμα. Χωρίς αμφιβολία. Όλα τα στοιχεία είναι μελοδραματικά: οι ατυχίες, οι αδικίες, οι καλοί, οι κακοί, οι ηθικοί, οι δυνατοί, οι αδύναμοι, οι ελεούντες και οι ανελέητοι. Χαρακτήρες αδροί και μονοδιάστατοι, που μπαίνουν στον κύκλο της ιστορίας με προκαθορισμένες αντιδράσεις και υπηρετούν χωρίς ταλαντεύσεις το ρόλο που τους έδωσε ο συγγραφέας. Ίσως με την εξαίρεση του Ιαβέρη, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.
            Ας δούμε, λοιπόν, πίσω από το μελόδραμα. Η Φαντίνα δεν έχει χρήματα, δεν έχει περιουσία, δε μπορεί να υπολογίζει στη βοήθεια συγγενών και φίλων, δεν έχει παρά τον εαυτό της και την κόρη της. Τα λίγα που αποκόμισε από τη σχέση της με τον αριστοκράτη νέο – λινά, μετάξια και δαντέλες – τα ξεπουλά για να πληρώσει τα χρέη της στο Παρίσι και να χρηματοδοτήσει την πορεία της (γιατί ταξιδεύει με τα πόδια) προς την επαρχιακή της πόλη. Εκεί ελπίζει, αγνώριστη, να ζήσει με την εργασία της και να συντηρήσει την κόρη της.
            Ο ιδεατός τύπος της μισθωτής εργασίας είναι προφανής: Η Φαντίνα δεν έχει μέσα παραγωγής, δεν έχει οικογενειακούς δεσμούς, δεν έχει τίποτα. Ο ίδιος ο Ουγκώ φροντίζει να μας τη συστήσει: «Η Φαντίνα ήταν από τα όντα εκείνα, που φυτρώνουν … από τα έγκατα του λαού. Βγαλμένη από τα πιο ανεξιχνίαστα σκοτάδια, είχε στο μέτωπό της το σημάδι του ανωνύμου και του αγνώστου» (σ. 144). Μόνη της, διαθέτει μόνο την ικανότητά της να εργάζεται. Να εργάζεται ως μισθωτή, ώστε να αποκτήσει τα αναγκαία προς επιβίωση, τη δική της επιβίωση και της κόρης της. Αν μείνουμε σ’ αυτό, η «αποκάλυψη» είναι αδιάφορη. Όμως, πίσω από αυτό το σκαρίφημα, κρύβονται πολύ περισσότερα.
            Πρώτον, η αναπαραγωγή της μισθωτής εργασίας, η αναπαραγωγή του εργαζόμενου ως βιολογικής και κοινωνικής οντότητας, η αναπαραγωγή της μελλοντικής γενιάς των εργαζομένων (κόρη) είναι πλήρως εμπορευματοποιημένη. Η Φαντίνα χρειάζεται χρήματα για να αποκτήσει τα αναγκαία προς το ζην, χρειάζεται χρήματα για τα τροφεία της κόρης της. Το κράτος έχει να της δείξει μόνο το πτωχοκομείο και στο παιδί της το ορφανοτροφείο-άσυλο, η εκκλησία δεν αποτελείται από άγιους επισκόπους και η φιλανθρωπία είναι όχι και τόσο αφιλοκερδής – ιδιαίτερα όταν αποδέκτης της είναι μια νέα γυναίκα. Ο Ουγκώ, συνεπώς, επιλέγει ως γυναίκα φορέα στο πρότυπο του μισθωτού, γιατί θέλει να εξαφανίσει κάθε δυνατότητα μη εμπορευματοποιημένης αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης. Να τονίσει με τη γυναικεία αδυναμία το εύθραυστο της βιολογικής και κοινωνικής υπόστασης των μισθωτών, καθώς εντάσσονται στις πλήρως εμπορευματοποιημένες σχέσεις του αναδυόμενου βιομηχανικού καπιταλισμού. Αυτές οι εμπορευματοποιημένες σχέσεις (the money nexus) αποστερούν από τους μισθωτούς το δικαίωμα στην (άθλια) επιβίωση, κατά την έκφραση του Polanyi, που εξασφάλιζε η προγενέστερη κοινωνική οργάνωση. Η Φαντίνα εντάσσεται πλήρως στις ανταλλακτικές σχέσεις: Μισθώνει την εργασία της, πληρώνει τη διατροφή της κόρης της, πληρώνει για να αποκατασταθεί η υγεία της κόρης της, νοικιάζει δωμάτιο, αποκτά τα στοιχειώδη έπιπλα με δάνειο, αποκτά και ένα καθρέπτη, την πολυτέλεια να βλέπει την ομορφιά της να σβήνει, μέρα με τη μέρα. Και όταν απολύεται και ο μισθός σταματά, πάλι σε εμπορευματικές σχέσεις καταφεύγει: δουλεύει ράβοντας στο δωμάτιό της, όχι με μισθό, αλλά κατ’ αποκοπή, με το κομμάτι, για τον εργολάβο. Μόνο που η αμοιβή είναι μικρή και οι κίνδυνοι της εμπορευματοποιημένης παραγωγής πολλαπλάσιοι: Ο εργολάβος «αξιοποιεί» την πάμφθηνη εργασία των φυλακισμένων γυναικών, ο ανταγωνισμός είναι οξύς.     
            Η Φαντίνα, λοιπόν, ξεπουλά για να επιβιώσει: τα στολίδια, τα μετάξια, οι δαντέλες θυσιάζονται πρώτα. Μετά τα μαλλιά, τα δόντια ξεπουλιούνται, πολύτιμα μέλη του σώματος, αλλά και στολίδια, δηλωτικά της γυναικείας υπόστασής της. Μαθαίνει στην οικονομία της στέρησης, στην επιβίωση με το τίποτα. Το τίποτα όμως αναπαράγει το τίποτα, όχι την εργασιακή δύναμη, την ικανότητα να μπορεί να εργάζεται, πολύ δε περισσότερο να μεγαλώσει τη μέλλουσα γενιά των μισθωτών, την κόρη της. Χωρίς φως, χωρίς θέρμανση, με ελάχιστη τροφή, η αναπαραγωγή διακόπτεται. Πριν την οριστική διακοπή, το μοιραίο φυσικό θάνατο, ο ηθικός θάνατος: Η Φαντίνα κάνει πεζοδρόμιο.
            Το πεζοδρόμιο, η συστηματική ή ευκαιριακή πορνεία, εμπλέκει τη γυναίκα σε τυπικές εμπορευματικές σχέσεις επίσης. Η απόλυτα σωματοποιημένη εργασία της πόρνης, που πρέπει να πνίξει τα συναισθήματα προς τον άλλον, αλλά, κυρίως, προς εαυτόν, για να μείνει ανέπαφη, ψυχρή, αμέτοχη, ικανή να υποδεχθεί και να ικανοποιήσει τον επόμενο τυχαίο πελάτη, δηλαδή να αναπαράξει την ειδική εργασιακή της δύναμη. Η Φαντίνα δεν διαθέτει την αναγκαία απόσταση από την εργασία της. Τα πειράγματα και οι ύβρεις των περαστικών δε γλιστράνε σα σταγόνες στο μουσαμά. Η Φαντίνα σπάει, δεν έχει τις ειδικές κοινωνικές και ψυχολογικές δεξιότητες του επαγγέλματος. Αντεπιτίθεται στην υβριστή, συλλαμβάνεται, απειλείται με εξάμηνη φυλακή.  
            Το πεζοδρόμιο, η αλητεία, οι μικροκλοπές, τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας είναι σύμφυτα με τη δημιουργία της μισθωτής εργασίας, με τη συγκρότηση της αγοράς εργασίας. Οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ μισθωτής εργασίας και εγκλήματος, μεταξύ της καλβινικής ηθικής της έντιμης εργασίας και της ανηθικότητας είναι λεπτές και οι μισθωτοί τις διαβαίνουν συνεχώς. Σε μια κοινωνία που η έννοια του μισθωτού εργαζόμενου ταυτίζεται με εκείνη του φτωχού, σε μια κοινωνία, δηλαδή, γενικευμένης φτώχειας, σε μια κοινωνία όπου η πενία των πολλών είναι προϋπόθεση για την ευμάρεια του έθνους, κατά την έκφραση του Μαρξ, το αδήριτο μέλημα είναι η επιβίωση. Και στο βωμό της επιβίωσης, η ηθική είναι περιττή.
            Η «ηθικοποίηση» της εργατικής τάξης είναι το μεγάλο κοινωνικό στοίχημα που διαρκεί περισσότερο από έναν αιώνα. Ο «όχλος» των αστικών κέντρων, διωγμένος από γη με τις περιφράξεις στην Αγγλία, δε μετατράπηκε ακαριαία σε μισθωτή εργασία. Η οικονομία των πολλαπλών ενασχολήσεων που διαδέχονται η μία την άλλη σύμφωνα με τις εποχές του χρόνου ή τις διαθέσιμες «ευκαιρίες» εργασίας, η ενίσχυση των άτακτων μεροκάματων με τα μικρο-εγκλήματα και την πορνεία, την επαιτεία και την αλητεία, αποτελούν τον κανόνα και όχι την εξαίρεση. Ο τρόμος της αστικής κοινωνίας, εκφρασμένος από τον Μάλθο, και κωδικοποιημένος, κατά τον Φράνκο Μορέττι, από τη Σέλεη στον Φραγκεστάιν, το δύσμορφο τέρας που αποκτά σώμα από μέλη νεκρών, που απαιτεί (ή, ορθότερα, εκλιπαρεί για) την αναπαραγωγή του (μια νύφη) προκαλώντας τρόμο στο δημιουργό του, που ανιχνεύει το μέλλον που θα προκύψει απ’ τη συναίνεσή του στο αίτημα (μια γενιά τεράτων!!!), πρέπει να καταπραϋνθεί. Το φάρμακο είναι γνωστό: το άσυλο, η φυλακή και το κάτεργο, ο διαχωρισμός σε αξιοπαθούντες και σε αναξιοπαθούντες των Νόμων περί Πτωχών. Το κράτος δραστηριοποιείται εξαπολύοντας τους κατασταλτικούς μηχανισμούς προκειμένου να επιτευχθεί ο κοινωνικός έλεγχος των «εργαζόμενων πτωχών». Ο έλεγχος του αριθμού και ο έλεγχος της συμπεριφοράς τους.
            Οι δύο στόχοι της «ηθικοποίησης» προβάλλουν ήδη από το τέλος του 18ου αιώνα: Ο όχλος πρέπει να γίνει νοικοκύρης. Να πάψει να σπέρνει νόθα, να καταπολεμήσει τα ένστικτα και την προδιάθεση στη μέθη. Και να γίνει πρόθυμος να εργασθεί στα εργοστάσια, τα ναυπηγία και τα ορυχεία, ζώντας σε τρώγλες που φτιάχνει δίπλα στο χώρο εργασίας, στη μολυσμένη ατμόσφαιρα από τους καπνούς των φουγάρων, στο κάρβουνο της ατμόσφαιρας και στην καρβουνόσκονη του δαπέδου, χωρίς αποχετεύσεις, χωρίς καν πατώματα ή παράθυρα. Κάθε ικμάδα ζωτικότητας, κάθε διαθέσιμη ενέργεια, πρέπει να διοχετευθεί στη σκληρή δουλειά, σε μια ζωή σύντομης διάρκειας, αλλά των μεγάλων ωραρίων εργασίας.
            Η ηθικοποίηση της εργασίας καθοδηγεί τις πρώτες έρευνες πεδίου για τη φτώχεια και την κατάσταση των εργαζομένων. Ο Booth χρησιμοποιεί ένα ταξινομητικό σχήμα που βασίζεται σε ηθικά κριτήρια (η «άγρια και ημι-εγκληματική ομάδα, η ομάδα που αποτελείται από άτομα που για «για πνευματικούς, ηθικούς ή σωματικούς λόγους δεν είναι ικανοί για καλύτερη απασχόληση», οι δουλευτάδες που δεν προνοούν για το μέλλον, κλπ.). Ο Poulot τρεις δεκαετίες νωρίτερα ταξινομούσε τους μισθωτούς εργάτες στη Γαλλία. Η ταξινόμηση του Poulot παρομοιάζει με εκείνη του Booth, με τις κατώτερες ομάδες στην ιεράρχηση να χαρακτηρίζονται ως «βρώμικοι, αποκρουστικοί, χυδαίοι, άξεστοι, αδαείς, απερίσκεπτοι και κτηνώδεις», απρόθυμοι να εργασθούν τακτικά.
            Ο διάσημος Ford, που πολύ μελάνι χύθηκε για χάρη του ως προσωποποίηση του φορντισμού, συνδύασε το μεροκάματο των 5 δολαρίων με το τμήμα προσωπικού της αυτοκινητοβιομηχανίας του, το οποίο ήταν επιφορτισμένο να παρακολουθεί την ιδιωτική ζωή των εργαζομένων: αν εκκλησιάζονται, αν πηγαίνουν σε μπαρ, αν ήταν καλοί οικογενειάρχες, αν είχαν ύποπτες επαφές με συνδικαλιστές και πολιτικούς αγκιτάτορες. Όσοι κρίνονταν ως ηθικά και πολιτικά προβληματικοί απλώς απολύονται: η πόρτα του Παραδείσου της πλουσιοπάροχης αμοιβής έκλεινε πίσω τους, όπως ακριβώς έκλεισε η πόρτα του εργοστασίου του Γιάννη Αγιάννη πίσω από την πλάτη – ή στα μούτρα - της αμαρτωλής Φαντίνας.
            Το κράτος με τους θεσμούς του προσωποποιείται στον Ιαβέρη, τον άτεγκτο αστυνόμο που χωρίς ενδοιασμό εφαρμόζει το Νόμο. Όταν ο Νόμος έρθει αντιμέτωπος με το ηθικό δίλημμα, όταν αναρωτηθεί για το ηθικό περιεχόμενο των προβλέψεων και των εντολών του, αυτοκαταργείται: Ο Ιαβέρης αυτοκτονεί, δίνοντας διέξοδο στην προσωπική του κρίση, καθώς αντιλαμβάνεται ότι το δικό του δίκαιο, το δίκαιο του Νόμου, δεν είναι παρά ένα τυπικό δίκαιο, στερημένο ηθικού περιεχομένου, δηλαδή ένα δίκαιο – μη δίκαιο, που παράγει την αδικία αντί της δικαιοσύνης. «Πρώτη απ’ όλες τις εξουσίες, είναι η συνείδηση» (σ. 223), τα λόγια που βάζει ο Ουγκώ στο στόμα του Αγιάννη στην πρώτη αντιπαράθεση με τον Ιαβέρη. Η εξουσία του Νόμου έρχεται αντιμέτωπη με την εξουσία της συνείδησης και, τουλάχιστον, στους Άθλιους, στον Ουγκώ όπως και στον Σοφοκλή, ηττάται κατά κράτος. Στη λογοτεχνία ο συγγραφέας μπορεί να επιβάλει τους ηθικούς κανόνες.
            Αλλά το έργο έχει ήδη επιτελεσθεί όχι από τον κρατικό μηχανισμό, αλλά από την αστική κοινωνία. Το κράτος βάζει την τελική πινελιά στο δράμα. Το «πέρασμα» της Φαντίνας από την τακτική εργασία στο εργοστάσιο στην επισφάλεια της κατ’ αποκοπήν εργασίας του ραψίματος στο δωμάτιό της και της πορνείας στους δρόμους της πόλης εξασφαλίζεται από την ηθική της επιστάτισσας του εργοστασίου, αυτής που αναλαμβάνει στο χώρο της παραγωγής το ρόλο του κεφαλαίου, ρόλο πολιτικό και, προφανώς, ιδεολογικό, όπως μας έμαθε ο Πουλαντζάς. «…(Η) επιστάτρια δίκασε τη Φαντίνα και την καταδίκασε μόνη της» (σ. 205) Το τμήμα προσωπικού του Φορντ μονοπρόσωπο.
            Η Φαντίνα δεν αντιμετωπίζει μόνο την οικονομική ανέχεια και την επισφάλεια. Ζει απομονωμένη από τις άλλες εργάτριες, τις πρώην συναδέλφους της, στο δωματιάκι της, προσπαθώντας να κρατήσει τους ρυθμούς παράδοσης που καθορίζει ο έμπορος, δουλεύοντας όσο της επιτρέπει το φως της ημέρας και του μοναδικού κεριού που διαθέτει. Νοιώθει την απομόνωσή της, νοιώθει την αποστροφή τους, ίσως γιατί ο φόβος μη τυχόν μοιραστούν την ατυχία της πνίγει κάθε συναίσθημα ανθρώπινης τρυφερότητας και συμπάθειας. Ακόμα και για τη Φαντίνα, το μοναχικό χορταράκι, η ανάγκη της συντροφικότητας ικανοποιείται στη δυσδιάκριτη φιγούρα της γριάς Μαργαρίτας, που με την εμπειρία της στην απόλυτη φτώχια, την εισάγει στην οικονομία της πενίας. Υπόμνηση, μακρινός αχός, του ρόλου μιας διαλυμένης από τις εμπορευματικές σχέσεις οικογένειας, αλλά καθοριστικής για την αναπαραγωγή του πιο εύθραυστου απ’ όλα: της εργασίας, δηλαδή, του φορέα της, του ίδιου του εργαζόμενου
Όσοι δε σπεύδουν να καταδικάσουν τους μετανάστες για το παρεμπόριο και την πορνεία, όσοι δεν οικτίρουν τους συμπολίτες τους που μαζεύουν τα υπόλοιπα των λαϊκών αγορών, όσοι δεν αποδίδουν στους άνεργους την ευθύνη για την ανεργία και στους φτωχούς την ευθύνη για τη φτώχια, όσοι διακρίνουν στο εγγύς μέλλον το τραχύ απώτερο παρελθόν, όσοι αντιλαμβάνονται ότι η καταστολή του κράτους είναι σήμερα το υποκατάστατο των κοινωνικών υπηρεσιών, όσοι διατηρούν τη συνείδηση ως υπέρτατη εξουσία, ξέρουν τι πρέπει να γίνει. Χωρίς εγωισμούς, χωρίς ταλαντεύσεις, χωρίς μικροπολιτικές, κυρίως, χωρίς ανοησία.   
                  

ΠΑΤΩΝΤΑΣ ΣΤΑ ΑΓΚΑΘΙΑ

Το κείμενο αυτό γράφτηκε στα τέλη Αυγούστου, σχεδόν 2 μήνες πριν (2009). Απαντούσε σε μια διαφορετική πολιτική συγκυρία. Λίγες μέρες μετά, η κήρυξη των εκλογών οδήγησε στην αποσιώπηση. Άλλες ήταν οι προτεραιότητες τότε. Ωστόσο, πιστεύω ότι διατηρεί την επικαιρότητά του στο βαθμό που «συνομιλεί αντιπαραθετικά» με πολιτικά πιστεύω σημαντικού τμήματος του Συνασπισμού. Όθεν ανασύρεται από το απρόσιτο της ηλεκτρονικής μνήμης και διεκδικεί την προσοχή του αναγνώστη. 

Το άρθρο του Σωτήρη Λεβέντη (Αυγή, 25 Αυγούστου) με τίτλο «Εξωθεσμική Αριστερά και το 1989» θα ήταν για μένα πολιτικά αδιάφορο και ρηχό, αν δεν διέθετε ένα σημαντικό προτέρημα. Είναι ενδεικτικό μιας πολιτικής λογικής που εξακολουθεί να εμφιλοχωρεί στο χώρο του Συνασπισμού, λογική η οποία, άλλωστε, υπήρξε κυρίαρχη και «ιδρυτική», καταστατική, κατά μια έννοια, του εγχειρήματος. Από την άποψη αυτή έχει ενδιαφέρον, καθώς δείχνει την εμμονή σε αντιλήψεις, οι οποίες πολιτικά και εκλογικά αποδείχθηκαν εσφαλμένες και θνησιγενείς.
            Το κρίσιμο στοιχείο του άρθρου του Λεβέντη και το οποίο οργανώνει την επιχειρηματολογία του είναι η αντίληψη για το κράτος και την πολιτική. Αυτή η αντίληψη δομεί τρία, ιστορικά διακριτά, αλλά ενιαία στην ουσία επιχειρήματα: Πρώτον, ότι στόχος της δημιουργίας του Συνασπισμού το 1989 ήταν η συμμετοχή στην κυβέρνηση. Δεύτερον, ότι η αριστερά οφείλει να είναι «αξιοσέβαστη και αξιόπιστη πολιτική δύναμη», προοπτική η οποία ακυρώνεται από τον αντισυστημικό και, ίσως, εξωθεσμικό (το οποίο το ταυτίζει με το αντιθεσμικό) χαρακτήρα της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ. Τρίτον, η λύση του προβλήματος είναι η διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ και η επανάκαμψη του Συνασπισμού στις θέσεις και την ηγεσία των αρχών της δεκαετίας του 1990.
            Δεν νομίζω ότι αδικώ το άρθρο του Λεβέντη ούτε παραποιώ τη σκέψη του στο παραμικρό. Ωστόσο, πιστεύω απολύτως ότι η αντίληψη που τον κατευθύνει είναι υπεύθυνη σε μεγάλο βαθμό για την κακοδαιμονία του χώρου. Και επειδή οι καλοί τρόποι δεν μας επιτρέπουν να αντιπαρατεθούμε στους γηραιούς ηγέτες  (διάβαζε Κύρκο) διακινητές αυτών των απόψεων, ας τα πω στον νεώτερο Λεβέντη, κατά τη γνωστή λαϊκή ρήση για τη νύφη και την πεθερά.
            Κάθε πολιτικό κόμμα, δεξιό, αριστερό ή άμορφο, δημιουργείται με ένα σκοπό: να αναλάβει την εξουσία και να «κυβερνήσει», δηλαδή να δει τις ιδέες του και τις προτάσεις του να εφαρμόζονται. Προφανώς αυτή η αρχή οφείλεται σε δύο βασικές παραδοχές: πρώτον, γιατί πιστεύει ότι αυτά που προτείνει στην κοινωνία επιλύουν σημερινά και αυριανά προβλήματα, απαντούν, δηλαδή, σε σαφώς καθορισμένα κοινωνικά προβλήματα. Δεύτερον, γιατί πιστεύει ότι η ιεράρχηση των προς επίλυση προβλημάτων, δηλαδή η αναγνώρισή τους ως πραγματικά κοινωνικά προβλήματα και η κατάταξή τους από πλευράς προτεραιοτήτων, δεν ικανοποιείται από τους άλλους κομματικούς χώρους. Αν οι δύο αυτές προϋποθέσεις δεν ικανοποιούνται, τότε το εν λόγω κόμμα δεν έχει λόγο ύπαρξης σε σχέση με την κοινωνική δυναμική. Μπορεί να εξυπηρετήσει άλλες σκοπιμότητες, περισσότερο ιδιοτελείς,  των μελών και στελεχών του, αλλά το κοινωνικό ενδιαφέρον είναι οριακό, αν μη ανύπαρκτο.
            Οι προϋποθέσεις αυτές αποτυπώνονται στα προγράμματα και τις θέσεις των κομμάτων, αλλά και στη συνολική φυσιογνωμία τους. Τα πολιτικά προγράμματα καταγράφουν και ιεραρχούν προβλήματα και λύσεις και αποτυπώνουν τις διαφορές από τα λοιπά κόμματα. Ένα κόμμα σχετικά μικρό που δεν στοχεύει στη δημιουργία μονοκομματικής κυβέρνησης και δεν φροντίζει για τη διαφοροποίηση του προγράμματος και του πολιτικού του λόγου θα κατασπαραχθεί από το εγγύτερο μεγαλύτερο. Νόμος των οικονομικών, αλλά και της πολιτικής ζωής επιβεβαιωμένος πλειστάκις θετικά και αρνητικά από την ιστορική διαδρομή της αριστεράς σ’ όλη τη μεταπολίτευση, εν Ελλάδι και εν Ευρώπη. Στη δε φυσιογνωμία του κόμματος αποτυπώνεται ο τρόπος διαχείρισης και επίλυσης των εσωτερικών προβλημάτων, ένδειξη και του τρόπου που μέλλεται να διαχειριστεί τα κοινά.
            Αν αυτά ισχύουν για ένα οποιοδήποτε κόμμα, ισχύουν στο πολλαπλάσιο για ένα κόμμα της Αριστεράς. Γιατί η Αριστερά τοποθετείται εξ ορισμού σε μια διαδικασία μεταβολής των κοινωνικών δομών και των σχέσεων εξουσίας εκφράζοντας τα κοινωνικά συμφέροντα των κοινωνικά αδύναμων. Αυτός είναι ο στρατηγικός στόχος και αν για το δρόμο (δηλαδή την τακτική) με τον οποίο ο στρατηγικός στόχος μπορεί να καταστεί εφικτός μπορεί να διατυπώνουμε τις όποιες απόψεις, ο στρατηγικός στόχος παραμένει: ο ριζικός μετασχηματισμός της κοινωνίας, ο σοσιαλισμός, και στα καθ’ ημάς με δημοκρατία και δια της δημοκρατίας. Φαντάζομαι ότι σ’ αυτά τα περίπου αυτονόητα ουδεμία αντίρρηση υπάρχει ή, αν υπάρχει καλό είναι να ειπωθεί για να ξέρουμε γιατί μιλάμε.
            Ένα πρώτο συμπέρασμα από τα πιο πάνω είναι ότι για ένα αριστερό κόμμα η συμμετοχή στην κυβέρνηση δεν είναι αυτοσκοπός. Η συμμετοχή σε κυβερνητικά συμμαχικά σχήματα δεν αποκλείεται εκ των προτέρων, αλλά εξαρτάται από το βαθμό που διευκολύνει την προώθηση του στρατηγικού στόχου. Και εφ’ όσον ο επαγγελλόμενος σοσιαλισμός δεν θα είναι μόνο δημοκρατικός, αλλά και θα επιτευχθεί με τη δημοκρατία, δηλαδή με την ελεύθερη έκφραση της λαϊκής βούλησης, το πρόβλημα τίθεται σε όρους ηγεμονίας.
            Η λέξη «ηγεμονία» μάλλον είναι άγνωστη στις συνεκδηλώσεις στον Λεβέντη. Ηγεμονία δε σημαίνει ποιος έχει απλά το πάνω χέρι, αλλά πώς μορφοποιείται μέσω της πολιτικής πρακτικής και του προγράμματος ένας σχηματισμός κοινωνικών δυνάμεων που αναγνωρίζει ότι τα συμφέροντα και οι επιδιώξεις τους εκπροσωπούνται από το εν λόγω κόμμα. Ας πω εκ των προτέρων ότι η «ηγεμονία» δεν σημαίνει τακτικισμούς, συναίνεση ή διάλογο, πολύ δε περισσότερο ατομικές στρατηγικές. Αντιθέτως, στην εγκαθίδρυση της  ηγεμονίας η φυσιογνωμία του κόμματος λειτουργεί όπως το τσιμέντο στα τούβλα. Αποτελεί την σε πρακτική μορφή ιδεολογία, προείκασμα του μέλλοντος.
            Ήταν, λοιπόν, το πρώτο ζήτημα που θέτει ο Λεβέντης, η συμμετοχή στις κυβερνήσεις 1989-90 προωθητική έστω και κατ’ ελάχιστο της διαμόρφωσης κάποιων τέτοιων προϋποθέσεων; Ο Λεβέντης υποστηρίζει ότι η συμμετοχή της Αριστεράς στην κυβέρνηση της τότε εποχής υπήρξε ευεργετική για την Αριστερά. Γιατί; Όχι επειδή προώθησε κάποιες μεταρρυθμίσεις σημαντικές – τομές τις αποκαλούσε ο Νίκος Πουλαντζάς προσδίδοντας το χαρακτήρα του μη αναστρέψιμου – ή έστω τμήματος του προγράμματός της, αλλά γιατί «σήμερα η αριστερά δεν είναι παρίας του πολιτικού συστήματος. Δεν λειτουργεί πια Συμβούλιο του Στέμματος (sic) από το οποίο η αριστερά είναι εξ ορισμού αποκλεισμένη. Τα δύο αριστερά κόμματα της χώρας αντιμετωπίζονται ως πολιτειακοί παράγοντες, ως θεσμοί».
            Φοβάμαι ότι ο Λεβέντης και όσοι συμμερίζονται την άποψη αυτή έχουν χάσει την αίσθηση της ιστορίας. Το 1989 δεν είναι τα χρόνια του διωγμού και του πολιτικού απομονωτισμού της Αριστεράς της πρώτης μετεμφυλιακής περιόδου. Το lapsus του Συμβουλίου του Στέμματος είναι ενδεικτικό για μια σκέψη αγκυλωμένη στο παρελθόν. Τα κόμματα της Αριστεράς είναι νόμιμα, συμμετέχουν στη Βουλή, διαθέτουν δημάρχους και κοινοτάρχες, συνδικαλιστικές παρατάξεις, αναγνωρίζονται από τους λοιπούς κομματικούς χώρους ως αντίπαλοι ή συνεργάτες. Είναι ιστορικό λάθος να θεωρούμε κάτι διαφορετικό για την περίοδο της μεταπολίτευσης, αλλά και πολιτική αφέλεια. Όσοι λοιπόν αριστεροί αντέδρασαν στο εγχείρημα της συγκυβέρνησης, μεταξύ των οποίων και εγώ, το ΚΚΕεσ. ΑΝ-ΑΡ, και το περιοδικό ΠΟΛΙΤΗΣ, δεν αντιδράσαμε για κανέναν άλλο λόγο, παρά γιατί η συμμετοχή της πρόχειρα συγκολλημένης αριστεράς, χωρίς πολιτικό πρόγραμμα και χωρίς ιδεολογική όσμωση η ίδια, οδηγούσε σ’ αυτό που οδήγησε. Και επειδή καθένας πλέον οφείλει να μιλά μόνο για τον εαυτό του, τίτλος του άρθρου μου στον ΠΟΛΙΤΗ εκείνης της εποχής ήταν «η ‘ενότητα’ που διασπά». Το ποιος είχε στοιχειώδη πολιτική διόραση και ποιανού οι πολιτικές εκτιμήσεις διαψεύστηκαν κραυγαλέα για πολλοστή φορά δεν θα είχε κανένα νόημα να αναφερθεί, αν τα αποτελέσματα δεν τα πληρώναμε ακόμα και σήμερα. Ή κάνω λάθος;
            Είχε αρνητικές συνέπειες αυτή η συμμετοχή για την Αριστερά; Νομίζω ναι. Μετά την αποχώρηση του ΚΚΕ από το εγχείρημα και εξ αιτίας του τρόπου δόμησης του τότε Συνασπισμού παρακολουθούσαμε – εμείς οι εκτός – την τότε πρόεδρο του Συνασπισμού να καλεί σε διάλογο το εκάστοτε ΠΑΣΟΚ, χωρίς ποτέ να διατυπώνει έστω και στοιχειωδώς θέσεις του Συνασπισμού. Θέσεις σημαίνει να έχεις κάτι για να συμφωνήσεις και, ενδεχομένως, να διαφωνήσεις. Να τοποθετηθείς δηλαδή πάνω στα προβλήματα. Θα επανέλθω επ’ αυτού πιο κάτω, αλλά μια αντιπαραβολή με την τρέχουσα πολιτική τοποθέτηση της γερμανικής αριστεράς στο ζήτημα της συμμετοχής σε μια κυβέρνηση συμμαχίας με το SPD δείχνει ανάγλυφα τις διαφορές. Αποτέλεσμα: ο Συνασπισμός να γίνει αντιληπτός ως συμπληρωματική δύναμη προς το ΠΑΣΟΚ, αντίληψη που ενισχύθηκε από τη, σχεδόν μαζική, συμμετοχή στελεχών του  – μελών της ΚΠΕ – σε θέσεις πολιτικής ευθύνης στις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ. Και γενικούς γραμματείς είδαμε, και συμβούλους, και, αργότερα, υπουργούς. Προσέφερε κάτι αυτή η «συνεργασία» στην υπόθεση της Αριστεράς; Θα συμφωνήσουμε, ελπίζω, πως όχι. Ούτε το «ύφος και το ήθος της εξουσίας» άλλαξε, ούτε ένα μέτρο προς τα συμφέροντα των εργαζομένων προώθησε. Προώθησε, βεβαίως, καριέρες ορισμένων και εδώ ας μη πούμε τίποτε περισσότερο. Όλοι γνωρίζουμε.
            Και αυτό έγινε γιατί τα στελέχη αυτά ούτε περισσότερο ούτε λιγότερο ικανά ήταν και είναι από τα αντίστοιχα ιθαγενή του ΠΑΣΟΚ. Απλώς με τη συνεργασία έχασαν την ειδοποιό διαφορά της αριστεράς. Δηλαδή την εμμονή στην υπεράσπιση των συμφερόντων των πολλών και αδύναμων από τους λίγους και ισχυρούς. Η αριστερή ιδιότητα, η ιδιότητα του αριστερού, δεν είναι ρούχο ή έπιπλο να το πακετάρουμε και να το σέρνουμε μαζί μας, καθώς αλλάζουμε κομματικές εστίες. Βεβαίως δικαίωμά τους να παρακολουθούν ευέλικτα τις οβιδιακές μεταστροφές του ΠΑΣΟΚ παρά τις μεταβολές στην πολιτική γραμμή του κόμματός τους. Με απλά λόγια, το ερώτημα αν ο Χριστοδουλάκης είναι καλύτερος υπουργός από τον Παπαντωνίου ή αν η Δαμανάκη είναι καλύτερη από τη Διαμαντοπούλου με αφήνει παγερά αδιάφορο: σημασία έχει η πολιτική που ασκούν και υπηρετούν και οι διαφορές στο θέμα αυτό είναι δυσδιάκριτες.
            Περιγράφω λίγο απλοϊκά το ζήτημα της ηγεμονίας. Η ηγεμονία αποτυπώνεται σε πολιτικές και αντιλήψεις για την πολιτική. Θεωρώ τον Λεβέντη και τους υποστηρικτές αυτών των απόψεων περί συμμετοχής στην κυβέρνηση πολιτικά υποψιασμένους για να αντιλαμβάνονται ότι η πολιτική συγκρότηση της κυβέρνησης και η ασκούμενη πολιτική δεν είναι τμηματοποιημένη, αλλά ενιαία. Αλλιώς δεν είναι κυβέρνηση, είναι παιδική χαρά.
            Νομίζω ότι αυτά καλύπτουν τις ενστάσεις μου στα δύο από τα τρία ζητήματα που θίγει ο Λεβέντης. Μένει το αντισυστημικό. Υποψιάζομαι ότι με τον όρο εννοούνται στην τρέχουσα αργκώ μια σειρά διαφορετικών ζητημάτων: από τα κοινωνικά κινήματα και τον ακτιβισμό ως τις απεργίες και από στάσεις «ιδεολογικής καθαρότητας» και σεχταρισμού ως την κατανόηση της ανάγκης συμπαράταξης, συνεργασίας και ενότητας στη δράση του Συνασπισμού με την εκτός Βουλής αριστερά.
            Πιστεύω όμως ότι ο Λεβέντης υπονοεί κάτι περισσότερο: ότι δεν μπορεί να υπάρξει πολιτική εκτός των «κανόνων» του τυπικού πολιτικού συστήματος, της κυβέρνησης, δηλαδή, της Βουλής και των κομμάτων. Αυτή η αντίληψη είναι εσφαλμένη: Ας διαβάσει λίγο Πουλαντζά, στο κάτω-κάτω ένα δικό μας ίδρυμα φέρει το όνομά του και διεκδικούμε, ίσως όχι πολύ ζεστά, τη δική του παράδοση.       
Να υπενθυμίσω ότι η «αντισυστημική» δράση επέφερε μερικές ανατροπές στην κυβερνητική πολιτική ή καθυστέρησε την εφαρμογή της. Στα πανεπιστήμια η ακύρωση της αναθεώρησης του άρθρου 16 ήταν μια τέτοια στιγμή, άλλο αν στη συνέχεια η νίκη χάθηκε. Βεβαίως υπάρχουν ευθύνες επ’ αυτού, αλλά μήπως θέλετε να τις καταλογίσουμε τώρα; Οι μαθητικές κινητοποιήσεις κατά του νόμου Αρσένη είναι μια άλλη στιγμή. Ο Δεκέμβρης μια τρίτη. Η συμμετοχή του Συνασπισμού στο παγκόσμιο κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης επίσης ανέδειξε αυτά τα αντισυστημικά χαρακτηριστικά και ενίσχυσε την εκλογική επιβίωσή του. Σε κάθε περίπτωση ο Συνασπισμός απόκτησε πολιτική δυναμική σε σχέση με τα αντισυστημικά κινήματα – και αυτό δούλεψε καλά, όσο η θεσμολαγνεία του έχει επιτρέψει. Εδώ και καιρό όμως η σχέση του πολιτικού Συνασπισμού με τα κινήματα διαβάλλεται και υπονομεύεται, όχι μόνο από τους «άλλους».
            Ο Συνασπισμός διέθετε ένα μεγάλο πλεονέκτημα – αυτό που ο Λεβέντης θεωρεί πρόβλημα: μπορούσε να έχει τον πολυπόθητο θεσμικό ρόλο (αυτονόητο άλλωστε), όντας ανοικτός στις αντισυστημικές διεργασίες. Η αναπόφευκτη ένταση μεταξύ των δύο δεν πρέπει να μας παραπλανά. Οι δύο όψεις αποτελούν κρίσιμες βαλβίδες ασφάλειας, ελέγχου της ορθής, κατά τη γνώμη μου, πολιτικής μεταξύ του άκριτου κυβερνητισμού και της μυθοποίησης της αντισυστημικής πρακτικής. Πολύ δε περισσότερο, όταν η κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, και όχι μόνο του δικομματισμού, είναι ευανάγνωστη. Ότι αποδειχθήκαμε ανεπαρκείς είναι δεδομένο. Αλλά η επιστροφή στο Συνασπισμό προ του ΣΥΡΙΖΑ είναι απωθητική και πολιτικά αλυσιτελής.           
                              

Ο ΚΥΡ’ ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΘΑΝΕ

Ο κυρ’ Αντώνης πέθανε. Όχι εκείνος του τραγουδιού που είχε τα μάτια καθαρά και αχτένιστα μαλλιά. Εκείνος ήταν μακρινός, μας συντρόφευε στις παιδικές φαντασιακές αναζητήσεις μας, γλυκόπικρα. Ο άλλος κυρ’ Αντώνης, αυτός που πέθανε πραγματικά πριν λίγες μέρες, δεν έγινε ποτέ θέμα τραγουδιού. Αλλά κατάφερε να μπει στη ζωή μου, όπως και στη ζωή πολλών άλλων, με τρόπο απλό, αλλά και αδήριτο.
            Ο κυρ’ Αντώνης δεν είχε μαλλιά για να τα αφήνει αχτένιστα και τα μάτια του είχαν χάσει από καιρό τη λάμψη τους. Κουρασμένα βάραιναν πίσω από τα βλέφαρα, σπάνια κοιτάζοντας ψηλά, σαν να τα τραβούσε έλξη μυστική και ακαταμάχητη προς το τσιμέντο που σκέπαζε το πάτωμα του μαγαζιού του.
            Γιατί ο κυρ’ Αντώνης ήταν μαγαζάτορας. Μαγαζί μια τρύπα απέναντι από το γραφείο μου πίσω από το Πάντειο. Φτιαγμένο με τσιμεντότουβλα, με σοβάδες και μπογιά άσπρη που ξέφτιζε, χωρίς παράθυρο, μια μόνο σιδερένια πόρτα. Και μέσα όλη η παράταιρη πραμάτεια: Φρέσκο ψωμί, τυριά και σαλάμια στο ψυγείο, καφέδες, κονσέρβες στα ράφια, για ανθρώπους, σκύλους και γάτες, τσιγάρα, μπουκάλια νερό, αναψυκτικά, κρασί και ούζο, λάδια για φαγητό και λάδια αυτοκινήτων, μπαλαντέζες, λάμπες για σπίτια και αυτοκίνητα, ασφάλειες, βαλβολίνες και υγρά φρένων, γιαούρτια, καρφιά και βίδες και άλλα πολλά ανεπάντεχα που ούτε μπορούσες να φανταστείς. Ένα πραγματικό πολυκατάστημα οργανωμένο μέσα σε ελάχιστα τετραγωνικά έτοιμο να εξυπηρετήσει την αραιή αλλά σταθερή πελατεία του.
            Και η πελατεία του ήταν το ίδιο ποικίλη όπως και το εμπόρευμά του. Η μαστοράντζα και οι βοηθοί των πολλών συνεργείων αυτοκινήτων τριγύρω, οι συνάδελφοι της Αριστοτέλους 29, οι φοιτητές, προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί, που αναζητούσαν καφέ και τσιγάρο, ελάχιστοι κάτοικοι της περιοχής.
            Είκοσι χρόνια πρωί, μεσημέρι ως αργά το απόγευμα θυμάμαι κάθε μέρα τον κυρ’ Αντώνη να είναι στο μαγαζί, να μεταφέρει φιάλες πετρογκάζ με το αρχαίο τρίκυκλο, να λιάζεται στον ήλιο έξω από το μαγαζί στην πλαστική καρέκλα και να συζητάει με το φίλο του τον Ηρακλή, τον εκπληκτικό απόμαχο τεχνίτη των επίπλων. Είκοσι χρόνια που τον ήξερα εγώ, ποιος ξέρει πόσα προηγουμένως.
            Το μαγαζί έκλεινε σταθερά μια βδομάδα τέλος της άνοιξης. Ο κυρ’ Αντώνης εξαφανιζόταν. Ήταν οι ημέρες της τιμής του και των οδυνηρών αναμνήσεων. Γιατί ο κυρ’ Αντώνης επέζησε στο Νταχάου και αυτή η βδομάδα ήταν η τιμητική πρόσκληση από τη γερμανική κυβέρνηση για τους επιζήσαντες. Μια συγγνώμη, δηλαδή, αν ποτέ αυτή είναι αρκετή.
            Ο κυρ’ Αντώνης ποτέ δε μίλησε για τα πάθη του, τα κουράγια του και την τύχη του. Λίγοι γνώριζαν το μυστικό. Κι αν τον ρωτούσες, όταν γύριζε από το ετήσιο προσκύνημα στον τόπο του μαρτυρίου, έβλεπες μια συγκινημένη λάμψη στο βάθος του ματιού, που σηκωνόταν σαν σε εξαίρεση και σε κοίταζε στα μάτια, μουρμούριζε κάτι και άλλαζε κουβέντα.
            Τα τελευταία χρόνια οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά. Δηλαδή πήγαιναν χειρότερα από πριν. Η περιοχή γέμισε ταχυφαγεία και καφέ, τα μαστόρια άρχισαν να πίνουν φρέντο και να τρων σάντουιτς, κι’ εμείς επίσης. Τα συνεργεία ένα-ένα κλείνουν και γίνονται αποθήκες επώνυμων ανταλλακτικών και καφέ για φοιτητές.  Η υγεία του κυρ’ Αντώνη κλονίστηκε μαζί με την οικονομική υγεία του μαγαζιού. Αρρώστιες, διαβήτης, τρεις ακρωτηριασμοί σ’ ένα χρόνο, θάνατος.
            Το μαγαζί μένει κλειστό. Δεν θα τον καλημερίσω άλλη φορά, δεν θ’ ακούσω από εκείνον το «καλή μέρα κυρ’ Απόστολε». Η ζωή θα κυλήσει σε πιο αποστειρωμένο περιβάλλον. Κάτι τόσο μακρινό, τόσο οικείο, χάθηκε.          

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟ

Έφθασαν, λοιπόν, οι μέρες της τελικής κρίσης. Δώδεκα χρόνια θητείας στα σχολικά θρανία, χιλιάδες ώρες στις αίθουσες και αντίστοιχες ώρες διδασκαλίας από δασκάλους, καθηγητές και φροντιστές, λίγους εμπνευσμένους και πολλούς βαριεστημένους, λίγους με γνώσεις και σεμνότητα, πολλούς επαρμένα αδαείς, λίγους να νοιάζονται και πολλούς να αδιαφορούν, λίγους να θυσιάζονται μέσα και έξω από τη σχολική αίθουσα και πολλούς δραχμοφονιάδες, άλλες τόσες ώρες μοναχικής «μελέτης», βρίσκουν εντός ολίγου τη δικαίωσή τους. Η διαδικασία των πέναλτι αρχίζει.
            Εισαγωγικές εξετάσεις εν όψει, η αγωνία στο κατακόρυφο και οι «δρώντες παράγοντες» εν πλήρη δράση. Οι γονείς - παράγοντες να ακτινοβολούν αγωνία, νεύρα και υπολογισμό, «θα γράψει καλά να μπει σε καμιά αξιοπρεπή σχολή και εδώ στο σπίτι, ή θα έχουμε ενοίκια, έξοδα και τρεχάματα ανά την Ελλάδα, ο Θεός ξέρει σε ποιο τμήμα του κερατά, διάβασε ρε, λίγες μέρες μείνανε», οι φροντιστές - προπονητές δίνουν τις χιλιοειπωμένες οδηγίες, «τους ορισμούς αυτολεξεί, η μεθοδολογία των ασκήσεων …, τα κεφάλαια SOS τα μαθαίνουμε απ’ έξω», οι καθηγητές του Λυκείου – γυμναστές έχουν ήδη αποχωρήσει στο βάθος της εικόνας, «ότι μάθατε, μάθατε, ψυχραιμία και κάντε μια-δυο καλές επαναλήψεις». Το κοουτσάρισμα τελειώνει, οι γονείς κάνουν τις τελευταίες φυσικοθεραπευτικές κινήσεις, μπας και χαλαρώσουν λίγο τα τεντωμένα νεύρα και μην έχουμε καμιά νευροψυχολογική κράμπα της τελευταίας στιγμής, υπόσχονται και κανένα πριμ, αναλόγως της οικονομικής κατάστασης. Οι υποψήφιοι φοιτητές έτοιμοι για τον στίβο των εξετάσεων και της ευγενούς άμιλλας, όπως αλλιώς λέγεται η αρένα.
Οι δημοσιογράφοι και τα ΜΜΕ έχουν πάρει θέση στις κερκίδες έτοιμοι να περιγράψουν τις φάσεις, να αξιολογήσουν τα θέματα – τρεις κατηγορίες, ως γνωστόν, εύκολα, βατά και δύσκολα – και να πάρουν τις αναγκαίες συνεντεύξεις από νικητές και νικημένους. Έχουν άλλωστε από δίπλα και τους σχολιαστές, έγκριτους φροντιστηριατζήδες, που με απόλυτη επάρκεια λύνουν τα θέματα και επισημαίνουν με περισσή επιστημονική και διδακτική παρρησία ότι «η απάντηση στο 3ο θέμα είναι από τη δεύτερη παράγραφο της 86ης σελίδας ως την τρίτη γραμμή της πρώτης παραγράφου της 87ης σελίδας του σχολικού εγχειριδίου». Οι διαιτητές – βαθμολογητές τσεκάρουν τις κίτρινες και κόκκινες κάρτες να βγαίνουν εύκολα και αποστηθίζουν τις οδηγίες της Κεντρικής Επιτροπής Διαιτησίας – συγνώμη της Κεντρικής Επιτροπής Εξετάσεων, ήθελα να πω. Και τα μέλη της Επιτροπής εναρμονίζονται με τα πολιτικά κελεύσματα «εύκολα θέματα, να μπουν όσοι χωράνε, μη μείνουνε άδειες θέσεις και κλείσουν τμήματα ελλείψει πελατείας και φωνάζουν οι ταβερνιάρηδες και οι καφετεριατζήδες και όσοι δώσανε το υστέρημά τους να μετατρέψουν στάβλους και αποθήκες σε ενοικιαζόμενα διαμερίσματα κατάλληλα για φοιτητές και κατσαρίδες». Γιατί, ως γνωστόν, του έλληνα μικρο-ιδιοκτήτη ο τράχηλος ζυγόν δεν υπομένει, και αν ο αρμόδιος υπουργός δε βρει τρόπο να τον «διευκολύνει», έχει και αλλού υπουργούς που είναι περισσότερο ευάλωτοι στα λαϊκά αιτήματα. Άλλωστε, όλη η χωροθέτηση του ελληνικού πανεπιστημίου στην υπόθεση της περιφερειακής και τοπικής ανάπτυξης υποτάχθηκε. Ποιάς επιστήμης, ποιου μέλλοντος, ποιας οικονομικής και κοινωνικής αναγκαιότητας; Απλά πράγματα, τόσο απλά, όσο το κλείσιμο του ματιού και το κτύπημα στην πλάτη με συνένοχη οικειότητα.
Σ’ αυτό σκηνικό οι φουκαράδες υποψήφιοι μετατρέπονται σε τερματοφύλακες με διπλό ρόλο, κάτι σαν τον Νικοπολίδη πριν λίγες μέρες. Πρέπει να σκοράρουν, να ρίξουν τον ανώνυμο αντίπαλο στο χώμα, να γράψουν «καλύτερα». Και πρέπει να αποκρούσουν, να μην επιτρέψουν να μπουν στη ζωή τους, όλα όσα πλουσιοπάροχα μίζερα τους δώσαμε όλοι, παράγοντες και πρόεδροι, προπονητές και γυμναστές, δημοσιογράφοι, διαιτητές και υπουργοί. Να διατηρήσουν αμόλευτη τη ψυχούλα τους, το δικαίωμα να συγκινούνται, έστω και αν η συγκίνηση μπορεί να σημαίνει να χάσουν το πέναλτι. Οι παίκτες που είχαν λόγο να είναι συγκινημένοι, αυτοί που κτυπούσαν το τελευταίο πέναλτι της καριέρας τους, άλλωστε, το έχασαν.
Οι χιλιάδες υποψήφιοι είναι από κοινού στην αρένα, αλλά καθ’ ένας μόνος του. Δεν υπάρχουν πλήθη να επευφημούν ή να λοιδορούν. Ας δεχθούν τα σιωπηλά μας χειροκροτήματα και την προσωπική μου συγνώμη.  

Η ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΠΡΟΣΒΑΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΩΤΑΤΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ


Μόνον όσοι εθελοτυφλούν ή αδιαφορούν πλήρως δεν αντιλαμβάνονται την βαθύτατη κρίση του εκπαιδευτικού συστήματος. Εδώ και χρόνια οι συνάδελφοί μου στο Πανεπιστήμιο διαπιστώνουμε τα περιορισμένα γνωστικά εφόδια που διαθέτουν οι σπουδαστές μας: απόλυτη αδυναμία αναλυτικής και συνθετικής σκέψης, κριτικής θεώρησης, μάθηση που εξαντλείται στην αναπαραγωγή του «συγγράμματος» στις εξετάσεις και, μετά τις εξετάσεις, ο «σκληρός δίσκος» του μυαλού μετατρέπεται σε παλίμψηστο, σβήνεται για να αποθηκεύσει νέες, ασύνδετες με τις προηγούμενες, έννοιες, τεχνικές και θεωρίες. Αμφιβάλω αν θα υπάρξει συνάδελφος να ισχυρισθεί ότι οι φοιτητές του μπορούν να αξιοποιήσουν γνώσεις που προέρχονται από διαφορετικά «μαθήματα» προκειμένου να δώσουν απάντηση σε στοιχειώδη ερωτήματα. Αμφιβάλω αν, πέραν από έναν εξαιρετικά ολιγάριθμο αριθμό φοιτητών, οι φοιτητές μας μπορούν να «θυμηθούν» τι έμαθαν το προηγούμενο εξάμηνο, ή να ανακαλέσουν τμήματα, έστω, της ύλης μαθημάτων στα οποία εξετάσθηκαν πριν από δύο – τρεις εβδομάδες.
            Η ευθύνη είναι, βεβαίως, δική μας, ευθύνη των πανεπιστημιακών δασκάλων. Υπάρχει, όμως, και μια μεγαλύτερη ευθύνη και αυτή πρέπει να την αναγνωρίσουμε και να την αντιμετωπίσουμε ριζικά. Σήμερα, όχι αύριο, γιατί τα περιθώρια έχουν προ πολλού εξαντληθεί. Για να γνωρίσουμε τα αίτια, ας δούμε ορισμένα συμπτώματα.
            Στη σχολική ζωή του Λυκείου ορισμένα γεγονότα επαναλαμβάνονται τελετουργικά: Πριν μερικά χρόνια, πριν την «επανάσταση» Αρσένη, η τελετουργία συνίστατο στο κάψιμο των διδακτικών βιβλίων με το τέλος της σχολικής χρονιάς. Αντί η πολιτική και εκπαιδευτική ηγεσία να κατανοήσει τα αίτια της ακραίας αυτής συμβολικής βίας κατά του μέσου της γνώσης, αρκέσθηκε να ψελλίζει κάτι για να πληρώνουν οι γονείς τα κατεστραμμένα βιβλία. Από την εποχή του Αρσένη και των μαζικών μαθητικών αντιδράσεων η τελετουργία άλλαξε: οι μαθητές καταλαμβάνουν τα σχολεία, άλλοτε με αιτήματα, συχνότερα με ανυπαρξία αιτημάτων, κάπου εκεί κοντά στην επέτειο του Πολυτεχνείου και μέχρι τις γιορτές των Χριστουγέννων. Ούτε η νέα τελετουργία έπεισε την πολιτική και εκπαιδευτική ηγεσία για την ανάγκη να εμβαθύνει πέρα από τα φαινόμενα, να κατανοήσει το νόημα της συμβολικής, ξανά, βίας, να αναζητήσει αίτια. Ίσως γιατί κατά βάθος γνώριζε και γνωρίζει ότι το βαθύτερο αίτιο της συμβολικής βίας των μαθητών είναι αυτή η ίδια, οι πολιτικές που έχουν οργανώσει το εκπαιδευτικό σύστημα σ’ όλες τις βαθμίδες, από το δημοτικό ως το λύκειο, σε ένα σύστημα που προκαλεί το μίσος στην εκπαίδευση και στη γνώση.
            Πώς αλλιώς μπορεί να γίνουν κατανοητά τα συμβαίνοντα αυτά, να ερμηνευθεί η βία κατά των βιβλίων, των σχολικών εγκαταστάσεων, των εξοπλισμών, η έμμεση απειλή κατά των διδασκόντων και των συμμαθητών-«φυτών»; Έχουμε, μήπως, μια εγγενώς βίαιη γενιά που τα σπάει, όταν και όπου βρει ευκαιρία, παρασυρόμενη από τα κόμματα, τους αναρχικούς και τους κουκουλοφόρους; Ανώριμα άτομα που αρκεί να τα νουθετήσουμε, να τα διαπαιδαγωγήσουμε, να τους μάθουμε την προσαρμογή στους κανόνες μιας εκπαιδευτικής διαδικασίας κατά τους μεν, ή τη συντεταγμένη παρέλαση με υψωμένη τη γροθιά κατά τους άλλους;
            Βεβαίως όχι. Οι νέοι μας ούτε ανώριμοι είναι, ούτε από φύση τους βίαιοι. Είναι βαθιά μελαγχολικοί και εν πολλοίς απελπισμένοι. Μελαγχολικοί γιατί στο σχολείο δεν τους δόθηκε η χαρά της γνώσης και της δημιουργίας: Για να περάσουν στις εξετάσεις πρέπει να μάθουν το τυπικό των επιτυχών απαντήσεων: μιας τυπικής μεθοδολογίας ασκήσεων, μιας τυπικής φόρμας απαντήσεων, μιας απέραντης παπαγαλίας φράσεων ακατανόητων, ακόμα και από μας τους καθηγητές των πανεπιστημίων, που συνθέτουν τα σχολικά βιβλία. Η προετοιμασία των εισαγωγικών εξετάσεων είναι βάρβαρη. Για δυο χρόνια οι μαθητές του λυκείου εργάζονται συνεχώς από τις 7 το πρωί ως τα βαθιά μεσάνυχτα, τρέχοντας από το σχολείο στο φροντιστήριο και από το φροντιστήριο στο σπίτι στη μοναξιά του δωματίου, με σύντομες τυπικές κουβέντες με τους γονείς, ένα μικρό τηλεφώνημα με τους φίλους, ένα ολιγόλεπτο ξέκλεμα στο διαδίκτυο. Η έξοδος, οι λοιπές δραστηριότητες, η μουσική, ο χορός, οι τέχνες, ο αναγκαίος χαβαλές, είναι ξεχασμένα. Και όταν συμβούν, η πρόσκαιρη απόλαυση έχει το τίμημα της ενοχής.
Απελπισμένοι, γιατί ολ’ αυτές οι θυσίες, το κάτεργο των ελεύθερων μαθητών, γίνονται στο όνομα, αποτελούν το τίμημα, της μελλοντικής επαγγελματικής αποκατάστασης. Ας γελάσουμε. Κάθε χρόνο μπαίνουν στα πανεπιστήμια και στα ΤΕΙ σχεδόν 80.000 νέοι και αποφοιτούν πολύ λιγότεροι. Η πρόσβαση των αποφοίτων στη δομή της απασχόλησης είναι εξαιρετικά περιορισμένη, πλην ορισμένων τμημάτων, κυρίως, ελευθέρων επαγγελμάτων, που έχουν ακόμη κάποιες δυνατότητες. Ας μας πει κάποιος, τέλος πάντων, από αυτούς που έχουν επιβάλει στους μαθητές στην ηλικία των 16 ετών να διαλέξουν επάγγελμα, κλάδο σπουδών βάσει του επαγγέλματος και της μελλοντικής επαγγελματικής αποκατάστασης, αν έχει την παραμικρή ιδέα πώς θα είναι η αγορά εργασίας μετά από οκτώ, δέκα ή παραπάνω χρόνια, όταν οι σημερινοί μαθητές της Β’ Λυκείου, που κάνουν σήμερα τις επιλογές ζωής, θα διεκδικήσουν τη θέση τους;
Φτιάξαμε ένα ψεύτικο δίλημμα στους μαθητές με τραγικές συνέπειες. Φέραμε άκαιρα στην επιλογή των σπουδών τη χρησιμοθηρία της επαγγελματικής αποκατάστασης. Όταν οι επιλογές γίνονται όχι από ενδιαφέρον, κλίση, ταλέντο, αγάπη, αλλά με άμεσους και ανταλλάξιμους στόχους έναντι του απάνθρωπου τιμήματος που καλούνται να πληρώσουν, αξίες χρήσης που υπηρετούν ένα σκοπό, τα αποτελέσματα δεν πρέπει να ξαφνιάζουν. Και αλλοίμονο όταν ο σκοπός αποδειχθεί ανέφικτος και οι θυσίες μάταιες.
Η ματαίωση αρχίζει με τα αποτελέσματα. Λίγες σχολές αποτελούν την πρώτη επιλογή των επιτυχόντων. Οι υπόλοιποι στοιβάζονται σε σχολές που δεν ήταν επιλογή τους με ένα αίσθημα πρόωρης αποτυχίας. Γιατί ένας που μπήκε στην κτηνιατρική, ενώ ήθελε να γίνει παιδίατρος, θα μπορέσει να ασκήσει με ενδιαφέρον το επάγγελμά του; Γιατί πήρε 18,5 και όχι 19, μας δίνει την απάντηση το αξιοκρατικό σύστημα. Και ένας που πήρε 17 και αγαπά τα ζώα και φροντίζει και περιποιείται τα αδέσποτα γατιά και σκυλιά και μαζεύει τραυματισμένα πουλάκια μπορεί να γίνει βοηθός ακτινολόγου μέσα από κάποιο ΤΕΙ. Αξιοκρατικό σύστημα, βαθειά παράλογο.
Έτσι, λοιπόν, οι φοιτητές εγγράφονται στο πρώτο έτος. Με την αναπηρία του Λυκείου στις αποσκευές, με την αδιαφορία στην καρδιά. Δεν έμαθαν να διαβάζουν, δεν έμαθαν να αναζητούν, δεν έχουν απορίες. Αλλά όποιος δεν έχει απορίες είναι νεκρός στο χώρο της επιστήμης. Και στο ελληνικό πανεπιστήμιο, αν δεν το γνωρίζετε, διδάσκονται επιστήμες, όχι επαγγελματικές δεξιότητες. Και το ενδιαφέρον μπορεί να ξυπνήσει εκεί κοντά στο τρίτο έτος, από θεία επιφοίτηση ή από κάποιον φωτισμένο καθηγητή, αλλά για πολύ λίγους. Οι υπόλοιποι διεκπεραιώνουν τις πανεπιστημιακές σπουδές με κεκτημένη ταχύτητα και κεκτημένες δεξιότητες. Αν συζητήσεις μαζί τους θα διαπιστώσεις ότι ποια είναι η υπόθεση, ποιος είναι ο συλλογισμός-επιχείρημα, ποιο είναι το συμπέρασμα, ποιο είναι το παράδειγμα αποτελούν μια αδιευκρίνιστη ενότητα συγκεχυμένων πραγμάτων που ίσως να διαχωρίζονται και να αυτονομούνται από τις παραγράφους που δομούν τυπικά το κείμενο.
Το σύστημα εισαγωγικών εξετάσεων στην Ελλάδα σε διάφορες παραλλαγές έχει παγιωθεί και τα αποτελέσματα τα γνωρίζουμε όλοι. Ναι, είναι ένα αξιοκρατικό σύστημα, αλλά η αξιοκρατία του είναι ρηχή. Περιορίζεται στη βαθμολόγηση ενός γραπτού εξετάσεων, αλλά δεν αξιολογεί το πραγματικό ενδιαφέρον, την αναζήτηση, την πρωτότυπη σκέψη, τα ερωτηματικά, τις ευαισθησίες. Και διαμορφώνει στάσεις απέναντι στο εκπαιδευτικό σύστημα χρησιμοθηρικές και στάσεις απώθησης απέναντι στη γνώση. Το σύστημα των εισαγωγικών εξετάσεων έχει πληγώσει βαθειά αυτούς που έπρεπε να υπηρετεί. Είναι ένα βλαβερό σύστημα, πρέπει να τελειώσει εδώ και τώρα.
Δύο εύλογα ερωτήματα προκύπτουν. Ωραία, αν υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση, τι θα γίνει; Έχουν τα πανεπιστήμια την υποδομή να δεχθούν αυτόν τον μεγάλο όγκο φοιτητών; Και δεύτερον, ακόμα και αν τα πανεπιστήμια μπορέσουν να ανταποκριθούν, τι θα γίνει μετά στην αγορά εργασίας; Και ίσως ένα τρίτο: Και τι περιεχόμενο θα έχουν οι σπουδές στο Λύκειο;
Ας το πω με τη μέγιστη σαφήνεια: Η ελεύθερη πρόσβαση στα πανεπιστήμια, χωρίς να θεραπεύει όλα τα αμαρτήματα του εκπαιδευτικού μας συστήματος, αποτελεί την μέγιστη ευκαιρία επαναπροσδιορισμού του. Μέσα από τη διαπιστωμένη βαθειά του κρίση, μπορεί να δώσει την ευκαιρία ενός νέου, συνολικού, ριζικού προσανατολισμού.
Το Λύκειο μπορεί να αναδειχθεί σε αυτόνομη και αποτελεσματική βαθμίδα της εκπαίδευσης, είτε ως έχει, δηλαδή, ως βαθμίδα μετά την εννιάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση, είτε ενταγμένο στην δωδεκάχρονη υποχρεωτική εκπαίδευση. Ο στόχος της εκπαίδευσης στο Λύκειο πρέπει να ορισθεί εκ νέου: αποστολή του Λυκείου δεν είναι η εισαγωγή στο Πανεπιστήμιο, ούτε η εισαγωγή σε επιστήμες. Ο στόχος του Λυκείου είναι να διαμορφώνει σύγχρονους πολίτες, ικανούς να διαχειρίζονται την ατομική τους ζωή, να κατανοούν και να παρεμβαίνουν στο περιβάλλον τους. Πρέπει να δίνει, συνεπώς, γνώσεις μιας συνολικής παιδείας, από τη λογοτεχνία, τα μαθηματικά, την ιστορία, τις φυσικές επιστήμες και τις κοινωνικές επιστήμες και τις τέχνες. Αλλά οι γνώσεις αυτές δεν μπορεί να είναι σε επίπεδο εισαγωγής στην επιστήμη, αλλά γνώσεις αξιοποιήσιμες στην καθημερινότητα του πολίτη. Και οι γνώσεις αυτές θα πρέπει να συνδυάζονται με πρακτικές που να αναδεικνύουν τη σημασία τους στην καθημερινή ζωή. Με άλλα λόγια, να ανοίγουν τα μάτια του μαθητή στον έξω κόσμο, να του μάθουν να συλλέγει, να αξιολογεί και να                             οργανώνει τις ποικίλες πληροφορίες και ερεθίσματα, να τον οδηγήσουν να δει τον κόσμο. Ένα σχολείο παιδείας, ανοικτό στην κοινωνία, όχι ένα σχολείο τυπικής και ανούσιας γνώσης.
Το Πανεπιστήμιο, από την άλλη πλευρά, οφείλει να αλλάξει. Η ελεύθερη πρόσβαση μπορεί να γίνει η αφορμή να θεραπευτούν δεινά του ελληνικού πανεπιστημίου που δεν θέλουμε να ακουμπήσουμε: η πρόωρη εξειδίκευση των προπτυχιακών σπουδών, ο κατακερματισμός των επιστημονικών αντικειμένων, η γεωγραφική διασπορά. Η ελεύθερη πρόσβαση εντέλλεται τη συγχώνευση τμημάτων, την απλούστευση του προγράμματος σπουδών, την ενίσχυση των συνήθως παραμελημένων βασικών μαθημάτων και την κατάργηση των μαθημάτων υπερβολικής εξειδίκευσης. Το πανεπιστήμιο της ελεύθερης πρόσβασης μπορεί να γίνει πιο λιτό, αλλά περισσότερο αποτελεσματικό στην αναπαραγωγή της επιστημονικής γνώσης, περισσότερο παραγωγικό στην παραγωγή νέας γνώσης. Και αν αυτό σημαίνει να δουλεύουμε περισσότερο στη διδασκαλία εμείς οι πανεπιστημιακοί, ας συνειδητοποιήσουμε όλοι ότι το ουσιαστικό που συνοδεύει το επίθετο είναι η λέξη «δάσκαλος».
Και από δουλειά; Το Πανεπιστήμιο δεν προσφέρει εργασία, δεν εγγυάται εργασία, ποτέ δεν το έκανε και ποτέ δεν θα το κάνει. Προσφέρει πρόσβαση σε επαγγέλματα, αποκλείοντας εκείνους που δεν διαθέτουν το αντίστοιχο πτυχίο από το να το ασκήσουν και αυτό στο βαθμό που προϋποτίθεται η κατοχή πτυχίου για την άσκηση του επαγγέλματος. Ωστόσο, σ’ αυτή τη μεγάλη συζήτηση, ας μου επιτρέψετε μια γνώμη που προέρχεται από το γνωστικό αντικείμενο που υπηρετώ, δηλαδή τα οικονομικά της εργασίας, και την εμπειρία μου μετά από είκοσι χρόνια συζητήσεων με φοιτητές και πτυχιούχους. Αυτοί που αγαπούν αυτό που κάνουν, αυτοί που επιθυμούν μια δουλειά γιατί τους αρέσει και όχι για τα λεφτά ή το κύρος της, αυτοί είναι βέβαιο ότι θα πετύχουν επαγγελματικά. Μπορεί να αργήσουν, αλλά θα πετύχουν. Και αυτός είναι ο τελευταίος λόγος υπέρ της ελεύθερης πρόσβασης στο ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο.

ΔΕ ΜΟΥ ΜΙΛΑΕΙ ΚΑΝΕΝΑΣ !!!

Η βδομάδα που πέρασε ήταν η χειρότερη της ζωής μου. Ένοιωσα τη μοναξιά μου να παγιώνεται σα μόνιμη, σκληρή και αμείλικτη σύντροφος. Η παραδοσιακή δυσθυμία μου αυξήθηκε, ο χρόνος επεκτάθηκε απειλητικά, μαύρες σκέψεις με γέμισαν, παρηγοριά καμιά. Μουσική, διάβασμα και τα λοιπά απέβησαν μάταια. Το ίδιο και η παραδοσιακή συνταγή της εργασιοθεραπείας. Ούτε οι φίλοι, ούτε οι γνωστοί, ούτε κανένας δε μπόρεσαν να βοηθήσουν. Και μάλλον σκόπιμα απέφυγα τα πολλά-πολλά μαζί τους.
            Μαύρα χάλια, δηλαδή. Και τι να κάνω; Άρχισα την αυτό-ανάλυση.
            «Τι έχεις, ρε αγόρι μου;» - αγόρι παρά κάτι εξήντα, θα μου πείτε, αλλά είπα να με καλοπιάσω - έθεσα το ερώτημα στον εαυτό μου. «Γιατί ζορίζεσαι και σ’ έχει πάρει από κάτω;». Μούγκα ο δικός σου!
            «Ρε» του λέω «μήπως τα πήρες επειδή το ηρωϊκό σου πανεπιστήμιο αναβάλλει για καμιά δεκαπενταριά μέρες την έναρξη της εξεταστικής περιόδου;».
            Το κτήνος μέσα μου έμεινε βουβό, αν και αισθανόμουνα τους συλλογισμούς να απλώνονται με ταχύτητα ηλεκτρονικού υπολογιστή. Δυο χρόνια τώρα το Πάντειο αργούσε περί τον ενάμιση μήνα να ξεκινά τα μαθήματα – έτσι, χωρίς κατανοητό λόγο. Φέτος όμως, αρχίσαμε στην ώρα μας και το τέλος του εξαμήνου ήταν γνωστό: 18 Ιανουαρίου άρχιζαν οι εξετάσεις. Αμ δε! Ο πρύτανης ζήτησε από τη σύγκλητο την αναβολή για δύο περίπου εβδομάδες, επειδή δεν είχε φροντίσει να γίνει μειοδοτικός διαγωνισμός για την αναπαραγωγή των σημειώσεων – όπως κυκλοφορεί ευρέως – ή για κάποιον άλλο δύσκολο να γίνει πιστευτός λόγο. Σε λίγο κατάλαβα ότι η επεξεργασία έλαβε τέλος. «Αρνητικό» πήρα τη μονολεκτική απάντηση.
            Μπήκα σε αμηχανία. Αποφάσισα να γίνω πιο ελαστικός και να χρησιμοποιήσω προχωρημένες τεχνικές. «Δε μου λες το λόγο, πες μου τουλάχιστον τι αισθάνεσαι», είπα/
            «Να, ρε συ. Νοιώθω ότι δε με θέλει κανένας στην παρέα του. Νοιώθω αποκλεισμένος, έξω από τα πράγματα, στερημένος κοινωνικής συντροφιάς και αναγνώρισης».
            Κόντεψα να πέσω κάτω. «Τι λες ρε!», αγρίεψα. «Όλο έξω είσαι, όλο παρέες και ταβέρνες και μπαράκια και φίλους που σε αγαπάνε και στο δείχνουν. Τι άλλο θέλεις
            Σιωπή πάλι. Ωστόσο, ένοιωθα τις αντιστάσεις να κάμπτονται. «Να, ήθελα αίγλη» ψιθύρισε. «Και από πότε επιζήτησες την αίγλη εσύ που κυμαίνεσαι μεταξύ καθωσπρεπισμού και περιθωρίου;» του αντιμίλησα, ενώ η πίεσή μου ανέβαινε στο κόκκινο. «Τι υποκριτικό κτήνος που είσαι!» συνέχισα. «Όχι, αίγλη, Αίγλη με κεφαλαίο. Ήθελα να με είχε καλέσει ο Κύρκος». «Δεν είμαστε καλά! Και γιατί να σε καλέσει; Εδώ δεν κάλεσε άλλους και άλλους, εσένα θα καλούσε; Δεν κάλεσε τον πρόεδρο, δεν κάλεσε το Μαργαρίτη, ούτε καν το Μπαγιώργο. Δεν κάλεσε ούτε το Μητσοτάκη, ούτε τους επιγόνους του. Γιατί να καλέσει εσένα; Για την ασήμαντη παρουσία σου στην αριστερά
            Ξεροκατάπιε με δυσκολία. «Όχι μωρέ. Άλλωστε πάντα αντίθετοι ήμασταν, ακόμα και όταν ήμασταν στην ίδια όχθη, αλλά πάντα απέναντι. Αλλά να, είμαι καθηγητής πρωτοβάθμιος, πρόεδρος επιστημονικής εταιρείας, υπήρχαν και άλλοι συνάδελφοι καλεσμένοι …». «Ψώνιο» κραύγασα ασυγκράτητος. «Ξεχνάς ότι ανήκεις στην κατηγορία των ηττημένων, το έγραψε ο Αλιβιζάτος καθαρά στην Καθημερινή πριν ένα μήνα (13/12/09), ότι υποθάλπεις τις βίαιες αριστερίστικες εκδηλώσεις, ότι έχεις συμβάλει στη διάλυση του πανεπιστημίου
            «Στο Πάντειο, πάντως, το πανεπιστήμιο διαλύεται και από την παρούσα πρυτανεία που στηρίχθηκε από καλεσμένο του Λεωνίδα και τους φίλους του» τον άκουσα να μουρμουρίζει και αμέσως πιο επιθετικά «ή μήπως εμείς οι ηττημένοι διοικούμε τα πανεπιστήμια και οργανώνουμε αναπομπές για τους μη αρεστούς χωρίς νόμιμη αιτιολόγηση, ενώ αποδεχόμαστε εκλογές που πάσχουν τόσο στην τυπική (π.χ., διδακτορικά που έχουν εκπονηθεί από κοινού με άλλους), όσο και στην ουσιαστική τους διάσταση
            Έκανα λίγο πίσω. Το θεώρησα λίγο αφελές το επιχείρημα. Άλλωστε προς τι ο διαχωρισμός σε νικητές και ηττημένους πανεπιστημιακούς, αν όχι και γι’ αυτό; «Ούτε τη Μπουρνόβα κάλεσε» είπα συμβιβαστικά και αλλάζοντας εύσχημα το θέμα. «Και πάντως ο Κύρκος θέλει κοντά του νικητές και όχι ηττημένους. Πολιτικούς με αστραφτερή σκέψη, διανοούμενους με ρίζες στην κοινωνία, επιχειρηματίες με επιφάνεια και κοινωνικό έργο, εργάτες …» κόμπιασα «αλήθεια, ήταν κάποιος τέτοιος εκεί;» ρώτησα τραυλίζοντας. Σιωπή. Το κτήνος δε μίλησε για λίγο, αλλά το είπε «Κατάλαβες γιατί ήθελα να ήμουν εκεί; Γιατί εκεί ήταν ολόκληρο το έθνος, πλην των αποκλήρων».
            Μπλέξαμε στη σημειολογία, σκέφτηκα, ανάθεμα που του την έμαθα στα νιάτα μας.
Άφησα τον εαυτό μου στη θλίψη του. Η κατάστασή του επιδεινώθηκε όταν στις ειδήσεις άκουσε τον υπουργό κο Παπακωνσταντίνου να δηλώνει ότι θα μιλήσει με το ΣΥΡΙΖΑ μόνο, αν ο Τσίπρας βρει κάμποσα εκατομμύρια για να σώσει την Ελλάδα. «Άλλη μια πόρτα φάγαμε» μούγκρισε και, πριν του πω «εκεί που μας χρωστάγανε, ζητάνε και το βόδι»   κλείστηκε στο δωμάτιο, σφραγίζοντας πόρτες και παράθυρα. Και εγώ πήρα σβάρνα τα φαρμακεία για αντικαταθλιπτικά.