Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τρίτη, 8 Φεβρουαρίου 2011

ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σαν σήμερα, 8 Φεβρουαρίου, το 1828 γεννήθηκε στην πόλη Ναντ ο Ιούλιος Βερν. Φαντάζομαι ότι δεν υπάρχει συνομήλικός μου που να μη διάβασε κάποια από τα βιβλία του. Ο υπογραφόμενος είχε καμιά δεκαπενταριά από αυτά σε μια εξαιρετική έκδοση – νομίζω του Αστέρα – με χοντρό κόκκινο εξώφυλλο και τις παλιές γκραβούρες για εικονογράφηση. Χαμένα και αυτά, όπως και αρκετά άλλα, σε συνθήκες μυστηρίου.
            Ωστόσο, μια συνεργασία με το φίλο και συμμαθητή μου Γιάννη επέτρεψε και στους δυο μας να διαβάσουμε πολύ περισσότερα: Είχαμε κανονίσει μεταξύ μας να δωρίζει ο ένας στον άλλο βιβλία του Βερν στις αντίστοιχες εορτές: ονομαστικές, γενέθλια, Χριστούγεννα, κλπ., με προσυνεννόηση για την αγορά. Ταξιδεύαμε λοιπόν με τον Βερν σ’ όλο τον κόσμο: στην Αφρική, στην Ωκεανία, στη Νότια Αμερική, στις Ηνωμένες
Πολιτείες (παράξενη διαθήκη), ταξιδεύαμε πάνω από τις θάλασσες και κάτω από τις θάλασσες, στον αέρα και στο διάστημα, με σιδηρόδρομο, καράβια, υποβρύχια, αεροπλάνα και διαστημόπλοια, με άμαξες, βαρκούλες και αερόστατα. Μάθαμε γεωγραφία ψάχνοντας τους χάρτες, αρχές φυσικής και μαθηματικών, αποκλειστήκαμε σε νησιά ναυαγοί και σε φάρους στην άκρη του κόσμου, γνωρίσαμε, ή έτσι νομίσαμε, άγνωστους λαούς.
            Τώρα θα μου πείτε, και δικαίως, τι σχέση έχουν αυτά περί Βερν με τη διδασκαλία της πολιτικής οικονομίας; Όχι, δεν πρόκειται να κάνω κάποια ανάγνωση του Βερν από την οπτική αυτή. Μια ιστορία θα πω, ιστορία πραγματική, σε πρώτο πρόσωπο.
            Όταν ξεκίνησα να διδάσκω στο Πανεπιστήμιο, ένα από τα μαθήματα που έκανα ήταν η Πολιτική Οικονομία. Αντικείμενο, βεβαίως, ο Μαρξ. Εκεί, λοιπόν, γύρω στο 1990, την εποχή των μεγάλων καταρρεύσεων, οι φοιτητές άκουγαν Μαρξ και έβγαζαν σπυριά. Το μάθημα ήταν υποχρεωτικό, ήταν ανάγκη να το παρακολουθήσουν και να το διαβάσουν, αλλά ενδιαφέρον bellow zero, όπως λεν οι σύγχρονοι.
            Σκέφτηκα, λοιπόν, μια μεγάλη αλλαγή: να καταργηθεί το μάθημα από υποχρεωτικό και να γίνουν στη θέση του δύο κατ’ επιλογήν μαθήματα με τίτλο «Σχολές Οικονομικής Σκέψης». Στα μαθήματα αυτά θα γινόταν στην αρχή ορισμένες παραδόσεις φιλοσοφίας και επιστημολογίας των οικονομικών και μετά μια ιστορική περιδιάβαση στους εμποριοκράτες, την κλασική πολιτική οικονομία, για να φθάσουμε στο Μαρξ και το έργο του.
            Αμ’ έπος, αμ’ έργον, βρέθηκα στο αμφιθέατρο για την πρώτη διάλεξη. Θέμα, πώς μεταβάλλεται διαχρονικά το αντικείμενο της πολιτικής οικονομίας, καθώς προσδιορίζεται από κοινωνικές διεργασίες και τον τρόπο θεώρησης της πραγματικότητας. Είχα βρει, εν προκειμένω, και ένα γλαφυρό, κατά τη γνώμη μου, παράδειγμα, οικείο στο ακροατήριο.
            Άρχισα, λοιπόν, να μιλάω για λογοτεχνία και, πιο συγκεκριμένα, για δυο βιβλία, δυο μεγάλες αφηγήσεις. Η πρώτη ήταν «Η Διήγηση του Αρθούρου Γκόρντον Πυμ» του Εντγκαρ Άλλαν Πόε, και η δεύτερη «Η Σφίγγα των Πάγων» του Ιουλίου Βερν (ελπίζω να σας έφυγε η απορία).
            Το πρώτο γραμμένο λίγο πριν το 1840, το δεύτερο το 1897, μια απόσταση σχεδόν 60 χρόνων μεταξύ τους, αλλά ένα κοινό στοιχείο. Η Σφίγγα των Πάγων αποτελούσε τη συνέχεια του έργου του Πόε, αφού, όχι μόνο η Διήγηση ήταν η αφορμή για το βιβλίο του Βερν, αλλά και ένας ήρωας της Διήγησης έχει ενεργό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας της Σφίγγας. Αυτή η ταυτότητα επέτρεπε να αναδειχθούν οι διαφορές στην οπτική των δύο συγγραφέων, ειδικότερα στα κίνητρα που ώθησαν τους αντίστοιχους ήρωες στη δίνη της περιπέτειας.
            Το κίνητρο στον Πόε ήταν απλό: Η περιπέτεια για την περιπέτεια, το κρυστάλλωμα του ρομαντισμού. Το κίνητρο στο Βερν ήταν πιο σύνθετο. Η περιέργεια αφ’ ενός, δηλαδή η γνώση και η λύση ενός μυστηρίου, αλλά, κυρίως, η κατάκτηση. Η εκστρατεία στο Νότιο Πόλο οργανώνεται και με σκοπό να ανακαλυφθούν πλουτοπαραγωγικές πηγές που θα γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης.
            Αυτά περίπου προσπαθούσα να πω, πώς αλλάζει, δηλαδή, η θεώρηση του κόσμου που μας περιβάλλει, πώς αλλάζουν οι αντιλήψεις και πώς αυτές οι αλλαγές μεταβάλλουν και τον τρόπο που οι οικονομολόγοι αντιλαμβάνονται την οικονομία και το οικονομικό πρόβλημα και, επομένως, την επιστήμη τους.
            Καθώς έλεγα λοιπόν αυτές τις «σοφίες», αντιλαμβάνομαι ότι τα πρόσωπα στο ακροατήριο έχουν παγώσει και τα μάτια με κοιτάζουν με τρόμο και απελπισία. Αντιλαμβάνομαι ότι κάτι δεν πάει καλά.
            «Τον Πόε τον ξέρετε;» ρώτησα. Παγερή σιωπή. Ο πάγος στην αίθουσα μεταφέρθηκε στη σπονδυλική μου στήλη και άρχισε τα σουλάτσα πάνω-κάτω.
            «Τον Βερν, όμως, θα το έχετε διαβάσει» είπα προσδοκώντας τη σωτήρια επιβεβαίωση. Σφάλμα μέγα. Η παγωνιά έμεινε εκεί αιωρούμενη πάνω από τα έδρανα και τους απόμακρους φοιτητές. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα σαν ώρες. Ένα χέρι σηκώθηκε από μια φοιτήτρια που καθόταν μπροστά. Η σωτηρία, σκέφτηκα.
            «Μήπως είναι εκείνος που τον έδειχνε η τηλεόραση σε κινούμενα σχέδια;» άκουσα την τρεμάμενη, διστακτική φωνή της να λέει.
            Πώς δεν έπαθα εγκεφαλικό! Παρακαλούσα να μπορούσα να εξαφανιστώ, να γίνω μυρμηγκάκι να χωθώ σε καμιά χαραμάδα ή μύγα να φύγω από την ανοικτή πόρτα πετώντας. Άλλαξα γραμμή άρον-άρον, τελείωσα όπως – όπως το μάθημα, και γύρισα ράκος στο γραφείο.
            Πολιτισμικό χάσμα. Η γενιά της μεταπολίτευσης είχε κάκιστη σχέση με τη λογοτεχνία και το βιβλίο και το διάβασμα. Είχα μπροστά μου, το συνειδητοποιούσα οδυνηρά, τη γενιά της τηλεόρασης, της εικόνας και της ταχύτητας εναλλαγής της. Καλύτερη ή χειρότερη από εμάς τους παλαιότερους δεν ξέρω, ούτε είναι σημαντικό. Διαφορετική, όμως, σίγουρα.
            Πήρα το μάθημά μου. Δεν υπάρχουν αυτονόητα στην αίθουσα διδασκαλίας. Αν αυτό με έκανε, επίσης, καλύτερο ή χειρότερο καθηγητή, δεν ξέρω. Ξέρω όμως ότι με άλλαξε.