Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τρίτη, 12 Οκτωβρίου 2010

ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ 2009

Σκηνή Πρώτη: Η πρώτη σκηνή δεν διεκδικεί καμιά πρωτοτυπία. Καθημερινή σκηνή στη λαϊκή αγορά της γειτονιάς. Τη δείξανε στην αρχή τα κανάλια, χρόνια τώρα, όταν ο τότε αρμόδιος υπουργός του ΠΑΣΟΚ έδινε τη μάχη των τιμών από πάγκο σε πάγκο, από μπρόκολα σε λάχανα. Μπέρδευε λίγο τα ζαρζαβατικά, αλλά ο άνθρωπος υπουργός ήταν, όχι γεωπόνος, ούτε καν μάγειρας. Η σκηνή έδειχνε φτωχόκοσμο, να ξεδιαλέγει λαχανικά που άδειαζαν οι πωλητές στο δρόμο, καθώς η λαϊκή τελείωνε, όσα προϊόντα αγοράσθηκαν, αγοράσθηκαν, τα υπόλοιπα, ταλαιπωρημένα, έχασαν την ανταλλακτική τους αξία. Η φύρα του παραγωγού και του έμπορου δόθηκε στην ανάλωση των απορριμματοφόρων και της χωματερής.
            Αλλά αυτό που δεν είχε ανταλλακτική αξία, είχε χρηστική αξία για κάποιους συμπολίτες μας που περίμεναν το άδειασμα των καλαθιών για να αποκτήσουν μια πράσινη σαλάτα, λίγα χόρτα, ίσως μια δυναμωτική σούπα. Σκηνή που σόκαρε, και τα πανταχού παρόντα κανάλια την κατέγραψαν και τη μετέδωσαν στο πανελλήνιο, ακριβώς για την αίσθηση αυτή που προκαλούσε στους θεατές τους. Χρόνια μετά, η εικόνα επαναλαμβάνεται κάθε μέρα στις γειτονιές της Αθήνας. Γινόμαστε καθημερινοί μάρτυρές της, δια γυμνού οφθαλμού, εμείς οι υπόλοιποι που η εργασία και ο μισθός μας επιτρέπουν να πληρώνουμε αυτό που τρώμε. Δια γυμνού οφθαλμού, γιατί τα κανάλια δεν είναι πια εκεί για να την καταγράψουν. Έπαψε πια να αποτελεί αξιοπερίεργο, εξοικειωθήκαμε μαζί του, η εικόνα του ανθρώπου που σκυφτός ψάχνει και ξεδιαλέγει στο σωρό των «σε πέντε λεπτά γίνονται σκουπίδια» δεν μας ταράζει, δεν μας εξοργίζει, ούτε καν μας συγκινεί. Τα απόβλητα λαχανικά ανταμώνουν τους απόβλητους καταναλωτές τους.
            Μόνο που ο αριθμός αυτών των τελευταίων αυξάνεται συνεχώς. Δεν είναι πια οι οριακές περιπτώσεις των κραυγαλέα φτωχών που με ανεπαρκή σύνταξη, χωρίς οικογενειακή υποστήριξη, απόμαχοι και συντετριμμένοι δίνουν τον κλεφτοπόλεμο της καθημερινής επιβίωσης. Δεν είναι οι, σπάνιοι άλλωστε στα καθ’ ημάς, κατ’ επιλογήν άστεγοι και περιθωριακοί. Όλο και συχνότερα συναντάμε σχετικά προσεκτικά ντυμένους κύριους και ευπρεπείς κυρίες να γέρνουν στο σωρό, ψάχνοντας με επιμονή για λίγα μαρουλόφυλλα. Είναι εκείνοι που η ανέχεια τους άλλαξε και τις ώρες επίσκεψης στη λαϊκή: όχι πια πρωί – πρωί, αλλά αργά το μεσημέρι, μόλις πριν τη διάλυση. Πολλοί άλλαξαν και τη λαϊκή που επισκέπτονται. Η λαϊκή γι’ αυτούς έπαψε να είναι αγορά, τόπος συνάντησης με τους γείτονες, αφορμή διάδοσης των μικρών οικογενειακών συμβάντων, τόπος αστεϊσμού και γκρίνιας με τους πωλητές. Πρόσταξαν εαυτούς «λάθετε βιώσαντες», χωρίς να γνωρίζουν τον Επίκουρο,  όχι από επιλογή, από ανάγκη, μην το μάθει η γειτονιά, μη γίνουν περίγελος των γνωστών, μην πληγεί η ευάλωτη αξιοπρέπεια, κρυφά, λάθρα, μακάρι να γινόντουσαν αόρατοι.

Σκηνή Δεύτερη. Μεσημεράκι του Αγίου Πνεύματος σε έκθεση ακριβών γερμανικών αυτοκινήτων γίνεται πανικός. Μεγάλος αριθμός αγοραστών συνωστίζεται με τα χαρτιά στο χέρι για την παραγγελία του πολυπόθητου πολυτελούς τετράτροχου. Οι πωλητές ιδροκοπούν και δέχονται τη μια παραγγελία πίσω από την άλλη. Οι παραγγελίες – αποτέλεσμα των πρόσφατων κυβερνητικών μέτρων – θα σώσουν, ίσως, μερικές θέσεις εργασίας στη χειμαζόμενη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, αλλά η γενναιοδωρία του έλληνα πρωθυπουργού θα συναντήσει την αχάριστη σκληρότητα της κας Μέρκελ: Καμία παρέκκλιση από το Σύμφωνο Σταθερότητας.

Οι δύο σκηνές επιδέχονται πληθώρα αναλύσεων. Μπορεί κάποιος να εντοπίσει το κραυγαλέο του πλούτου σε αντιπαράθεση προς την ταπεινότητα της φτώχειας. Να αναλύσει ακολουθώντας τον Μαρξ τη διαλεκτική σχέση μεταξύ τους, να επισημάνει ότι η φτώχια των πολλών είναι προϋπόθεση του πλούτου των ολίγων. Να κραυγάσει, να καγχάσει, να καταγγείλει. Επιτρέψτε μου να κάνω κάτι άλλο.
            Θα επιχειρήσω με δύο λόγια να περιγράψω το ελληνικό οικονομικό αδιέξοδο. Αδιέξοδο όχι σημερινό, αλλά οργανωμένο δεκαετίες τώρα. Υπήρχαν πάντα πλούσιοι και φτωχοί σ΄ αυτόν τον τόπο. Οι πλούσιοι αγόραζαν πάντα είδη πολυτελείας, προερχόμενα εκ του εξωτερικού. Οι φτωχοί αγόραζαν φτηνά προϊόντα, ελληνικής κατασκευής. Ρούχα, παπούτσια, τσάντες, τρόφιμα, υπηρεσίες εκπαίδευσης και υγείας, διακοπές και διασκέδαση,
παραγόντουσαν τα μεν αλλού, τα δε εδώ, ανάλογα με το βαλάντιο. Μετά άρχισε το μεγάλο κόλπο της αναδιανομής. Λίγο η ανεργία, λίγο η στασιμότητα των μισθών, λίγο οι «ευελιξίες», λίγο το ανέκδοτο «ελληνικό κράτος πρόνοιας», από κοντά οι μεταρρυθμίσεις, το συνταξιοδοτικό, οι ιδιωτικοποιήσεις, το χρηματιστήριο, τα φτηνά χέρια στα όμορα κράτη, οι πλούσιοι πλουτήσαν περισσότερο, οι φτωχοί έγιναν πιο φτωχοί. Τα μεσαία στρώματα πολώθηκαν: κάποιοι προόδευσαν και αναρριχήθηκαν, οι περισσότεροι κατρακύλησαν. Τα αποθέματα εξαντλήθηκαν στις χρηματιστηριακές φούσκες, η ακίνητη περιουσία «αξιοποιήθηκε» πέραν των ορίων, η αντιπαροχή τελείωσε, τα κτήματα έγιναν ήδη οικόπεδα, οι πεζούλες μετατράπηκαν σε απούλητες μεζονέτες – 3.000 απούλητες μόνο στην Τήνο πέρυσι το καλοκαίρι -, οι κάρτες και οι δόσεις έγιναν βρόγχος, οι απαιτήσεις της ζωής πολλαπλασιάστηκαν.
            Μια κοινωνία διχοτομημένη, και ας διατηρεί την επίφαση της ενότητάς της. Η διχοτομημένη κοινωνία είναι συντηρητική: τον τόνο τον δίνουν τα μεσαία στρώματα που χάνουν. Αλλά η διχοτομημένη κοινωνία διαβρώνει τις προοπτικές παραγωγικής ανανέωσής της: καθώς οι φτωχοί φτωχαίνουν, τα μεσαίας ποιότητας εγχώρια προϊόντα εκτοπίζονται στην κατανάλωση από ευτελή εισαγόμενα. Η εξάπλωση των κινέζικων εμπορικών σε κάθε γειτονιά δεν μαρτυρά για τον οικονομικό δυναμισμό της Κίνας, αλλά για τη σταδιακή εξαθλίωση του καταναλωτή. Και η εξαθλίωση του καταναλωτή συνεπάγεται νομοτελειακά το σβήσιμο των εμπορικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων που υπηρετούσαν τις ανάγκες αυτού του μικρομεσαίου καταναλωτικού κοινού.
            Οι όροι για τη διατύπωση μιας ηγεμονικής πρότασης από την αριστερά είναι εκεί. Η διατύπωσή της αργεί. Και όσο αργεί, η κρυφή γοητεία του ρατσισμού θα εξαπλώνεται.    
             
      

Δεν υπάρχουν σχόλια: