Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τετάρτη, 22 Δεκεμβρίου 2010

ΜΙΑ ΣΤΟ ΚΑΡΦΙ ΚΑΙ ΜΙΑ ΣΤΟ ΠΕΤΑΛΟ

Η ΚΑΤΑ ΚΑΛΥΒΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑΣ

Υπάρχουν κείμενα που είναι αποκαλυπτικά της ιδεολογικής ανάγνωσης του αντικειμένου τους, ώστε να επιτρέπουν τη συζήτηση και, ενδεχομένως, την αντιπαράθεση χωρίς τα προσχήματα μιας δήθεν «αντικειμενικότητας» ή, ακόμη, και της επιχειρηματολογίας.
            Το άρθρο του Στάθη Καλύβα στην Καθημερινή της (θεωρητικά Κυριακής) 17 Δεκεμβρίου, σελίδα 21,με τίτλο «Η ελληνική περεστρόικα», διαθέτει αυτό το χαρακτηριστικό. Εκ πρώτης όψεως, το κείμενο δεν διεκδικεί ούτε πρωτοτυπία, ούτε καν συνεκτικότητα των επιχειρημάτων. Αλλά τον Καλύβα δεν τον ενδιαφέρουν αυτά. Μέσα σε κάτι λιγότερο από 800 λέξεις ο συγγραφέας του καταφέρνει να αναμίξει την κατάρρευση του Σοβιετικού μοντέλου με το ελληνικό μνημόνιο και το ελληνικό πανεπιστήμιο. Από την περεστρόικα του Γκορμπατζώφ στην ελληνική οικονομία και από την ελληνική οικονομία στην ελληνική κοινωνία των συντεχνιών και από τις συντεχνίες στους πρυτάνεις. Θα μου επιτρέψετε, λοιπόν, πριν το σχολιασμό, να προσπαθήσω να ανασυνθέσω το κείμενο, ώστε να αποκτήσει τη στοιχειώδη νοηματική συνέχεια – ή, τουλάχιστον, να την αποκτήσει για μένα.
            Τι μας λέει ο Καλύβας; Πρώτον, ότι τα τελευταία τριάντα χρόνια (δηλαδή από την κατάρρευση της Χούντας και εντεύθεν) υπήρξε στην Ελλάδα ένα «σύστημα», ένα «παλαιό καθεστώς» (sic), το οποίο είναι «άρρωστο», έχει «στρεβλώσεις». Είναι τόσο άρρωστο και έχει τόσες στρεβλώσεις που «μια υγιής κοινωνία θα επεδίωκε την άμεση και ριζική αλλαγή του ξεπεσμένου αυτού συστήματος». Άλλωστε «το υπάρχον καθεστώς έχει ξοφλήσει οριστικά».
            Δεύτερον, «η προσαρμογή η καλύτερα διόρθωση της ελληνικής οικονομίας μέσω του Μνημονίου αποτελεί … μια απόπειρα … συνολικής και ριζικής μεταρρύθμισης ενός ολόκληρου άρρωστου συστήματος, κυριολεκτικά στο παρά πέντε». (κράτησα τη στίξη του δημοσιευμένου κειμένου και το άτονο στο πρωτότυπο του προφανώς διαζευκτικού «η»).
            Τρίτον, «οι στρεβλώσεις του ‘παλαιού καθεστώτος’ … έχουν ταυτιστεί στη χώρα μας με μια μακρά περίοδο αδιάκοπης ευημερίας».
            Τέταρτον, εξ αιτίας αυτής της μακράς περιόδου ευημερίας «είναι, επομένως, εντελώς φυσικό το Μνημόνιο να συναντά ισχυρές αντιδράσεις, ιδιαίτερα από την πλευρά των οργανωμένων συντεχνιών του ευρύτερου δημόσιου τομέα που ωφελήθηκαν ιδιαίτερα και που έχουν να χάσουν κάτι πολύ παραπάνω από τις αλυσίδες τους».
            Πέμπτον, «οι συντεχνίες αυτές αποτελούν κεντρικό στοιχείο του ευρύτερου πολιτικού συστήματος, το οποίο εξακολουθεί να διαχειρίζεται τις τύχες της χώρας παρότι την οδήγησε στη χρεοκοπία».
            Έκτον, αν αποτύχει το Μνημόνιο, μαύρο φίδι που μας έφαγε. Θα ανακαλύψουμε «τι ακριβώς σημαίνει βίαιη προσαρμογή».

            Ας πάρουμε μιαν ανάσα. Τι καινούργιο φέρνει ο διακεκριμένος καθηγητής του Yale στην επιχειρηματολογία για το Μνημόνιο; Ουσιαστικά τίποτε. Μάλλον πρόκειται για ανούσιες επαναλήψεις των όσων καταιγιστικά εκτοξεύουν οι υπουργοί, ο Στρως Καν (γιατροί και θεραπείες), ο Πάγκαλος (μαζί τα φάγαμε), τα κανάλια και οι σχετικές εφημερίδες. Πόσο πειστικά είναι αυτά; Ελάχιστα και η αξιοπιστία τους μειώνεται με ταχείς ρυθμούς, καθώς οι αντιρρήσεις που εκφράστηκαν στην πολιτική του Μνημονίου αποδεικνύονται πλέον διορατικές από το χαζοχαρούμενο τρομοκρατισμό των ιδαλγών του.
Μόνον το πρώτο σημείο διεκδικεί κάποιο βαθμό πρωτοτυπίας, τουλάχιστον ως προερχόμενο από την δεξιά παράταξη, στην οποία ανήκει ο Καλύβας. Να το πω ξανά: το μεταπολεμικό – όχι μόνο το μεταπολιτευτικό – πρότυπο ανάπτυξης της ελληνικής κοινωνίας είναι στην εντατική και οι εργολάβοι κηδειών συνωστίζονται στον διάδρομο.
            Θα συμφωνήσω ασμένως στο σημείο αυτό και θα απορρίψω τα υπόλοιπα πέντε. Ήδη από το 1985 υποστηρίζω την άποψη ότι η ελληνική οικονομία (και κοινωνία) αντιμετωπίζει μια βαθειά κρίση, που γίνεται οδυνηρότερη και λαμβάνει, εξελισσόμενη, ποικιλία εκφάνσεων (φαινομένων) λόγω της αδυναμίας να σχηματιστεί μια γνήσια ηγεμονική πρόταση. Ανεκδοτολογικά, θυμάμαι μια, ίσως τη μοναδική, κοινή εκδήλωση του Κέντρου Μαρξιστικών Σπουδών (ΚΜΑΣ) με το Κέντρο Μαρξιστικών Ερευνών (ΚΜΕ) και το αντίστοιχο του ΠΑΣΟΚ εκεί το 1985 ή 1986, όταν άρχισα την εισήγησή μου με τη φράση (περίπου): «Στην ελληνική κοινωνία ταιριάζει η φράση του Γκράμσι ότι το παλαιό έχει πεθάνει, αλλά το καινούργιο δεν έχει γεννηθεί», φράση που έκανε τον παριστάμενο εκπρόσωπο της μεγάλης βιομηχανίας να πηδήξει στον ουρανό.
            Αλλά, και ας με συγχωρέσει ο Καλύβας, αυτά είναι λόγια του αέρα, αν δεν τεκμηριώνονται. Και η απόδοση της ελληνικής κακομοιριάς στις συντεχνίες του δημόσιου τομέα δεν αποτελεί τεκμηρίωση, αλλά κουβέντα καφενείου – και μάλιστα περασμένης εποχής. Γι’ αυτό ο Καλύβας προτιμά να τοποθετηθεί με αξιώματα, δηλαδή δογματικά, παρά με επιχειρήματα. Γιατί το όποιο σχετικό επιχείρημα δεν μπορεί να παραγνωρίσει τις ευθύνες των κυρίαρχων κοινωνικών, και όχι μόνον πολιτικών, δυνάμεων, της κυρίαρχης ελληνικής αστικής τάξης, όπως αυτή μορφοποιήθηκε ιστορικά μέσα στην κατοχή και στον εμφύλιο και στο παρατεταμένο καθεστώς εκτάκτου ανάγκης. Περί μαυραγοριτών και δοσίλογων ο λόγος και οι λαμπρές εξαιρέσεις δεν ακυρώνουν τη γενική εικόνα.
            Στην Ελλάδα των παντοδύναμων συντεχνιών και των αδύναμων επιχειρηματιών, κατά τον Καλύβα, η πανεπιστημιακή κοινότητα όχι μόνον είναι μια άλλη αισχρή συντεχνία που αρνείται την οδυνηρή, πλην αναγκαία, θεραπεία, αλλά αποτελεί την εστία μόλυνσης ολόκληρης της κοινωνίας. Αντιγράφω:
«Η δυσλειτουργία των ΑΕΙ δηλητηριάζει ολόκληρη την κοινωνία … Το πανεπιστήμιο φέρει τεράστια ευθύνη για τη διάχυση μιας κουλτούρας μετριότητας και ανορθολογισμού. Τα τηλεοπτικά παράθυρα, για παράδειγμα, αποτελούν μετεξέλιξη σε ύφος και ήθος των φοιτητικών συνελεύσεων. Εξακολουθεί, επίσης, να ειδικεύεται στην παραγωγή ενός ανθρωπότυπου, του ‘επαγγελματία’ συνδικαλιστή που κυριαρχεί στα κόμματα και όχι μόνο, ενώ συμβάλλει ακόμα και στην υποβάθμιση του κέντρου της πρωτεύουσας μέσω των επιπτώσεων που έχει πάνω σ’ αυτό ο χρεοκοπημένος θεσμός του ‘πανεπιστημιακού άσυλου’».
            Τι να πει κανείς, παρά έτσι είναι, αν έτσι νομίζετε, όπως απαντάμε σε ανθρώπους που ούτε καν μια απάντηση δεν αξίζουν. Προφανώς ο άνθρωπος νομίζει ότι επιχειρηματολογεί με αφορισμούς, γενικεύσεις και αβαθείς συσχετισμούς. Το δικαίωμα στην άγνοια είναι αναφαίρετο δικαίωμα, παρά τις επιταγές του Διαφωτισμού. Και ο Καλύβας έχει πλήρη άγνοια για το ελληνικό δημόσιο πανεπιστήμιο και για τα προβλήματα – πολύ σοβαρά, δυστυχώς, - που το κατατρέχουν.
           
            Α, και η περεστρόικα; Η περεστρόικα είναι το «εύρημα», η γκλαμουριά του ρηχού αυτού κειμένου. Ο Καλύβας επικαλείται την περεστρόικα και την αποτυχία της για να υπογραμμίσει το τι μας περιμένει, αν αποτύχει το Μνημόνιο: η κατάρρευση, όπως κατέρρευσε η Σοβιετική Ένωση. Να ενισχύσει, δηλαδή, τα δραματικά εφέ.
            Γράφει: «Η αναλογία με τη σοβιετική περεστρόικα έχει βέβαια μεταφορικό χαρακτήρα». Εξ όσων γνωρίζω, η χρήση των μεταφορών ανήκει σε άλλο είδους του γραπτού λόγου και όχι σε αυτό που ασκεί ο Καλύβας. Αλλά και ως αναλογία (και όχι ως μεταφορά) υποσκάπτεται από τον ίδιο: Υποστηρίζει ότι εκεί κανένας δεν κόπιασε να υποστηρίξει το παλαιό καθεστώς, ενώ εδώ μάχονται λυσσωδώς κραταιές συντεχνίες.
            Και μια και ο Καλύβας ειδικεύεται στη βία των εμφυλίων πολέμων και αφού μας είπε τον εχθρό (τις συντεχνίες, τα πανεπιστήμια, τους πολιτικούς, τα κόμματα, τους φοιτητές, κλπ.) δεν μπαίνει στον κόπο να μας ονοματίσει τις φίλιες δυνάμεις; Μπας και έχω ελπίδα σωτηρίας δηλαδή.           

1 σχόλιο:

ΗΡΑΚΛΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ είπε...

Μπράβο Λάκη! 100 μαυραγορίτες, οι ιδιοκτήτες του "οικοπέδου Ελλάς", είναι αυτοί που το κατάντησαν χέρσο. Αυτοί και όχι το πολιτικό σύστημα, ούτε το δημόσιο πανεπιστήμιο. Αυτοί τα δικά τους τα παιδιά τα έστειλαν σε πανεπιστήμια σαν αυτά του αρθρογράφου σου και όχι στην Πάντειο ούτε στο ΠΑΠΕΙ!
ΗΧ