Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τρίτη, 30 Νοεμβρίου 2010

Προσαρμογή και Αντίσταση: Οι Νεανικές Υποκουλτούρες (Απόσπασμα από ένα βιβλίο που καρκινοβατεί)

Οι θεωρίες του εκκοινωνισμού που παρουσιάσαμε πιο πάνω (οι διάφορες εκδοχές του διμοσμού) αντιλαμβάνονται τη μετάβαση από το εκπαιδευτικό σύστημα ως μια διαδικασία διαφοροποιημένης ομοιομορφίας. Η διαφοροποίηση ήταν αποτέλεσμα του εκπαιδευτικού συστήματος και της οικογένειας. Η αντίδραση των νέων, ο τρόπος πρόσληψης των γνώσεων, στάσεων, συμπεριφορών, γλωσσικών κωδίκων κλπ., από τα αντικείμενα της ιδεολογικής «εγχάραξης» που μέσω αυτής μετατρέπονται σε υποκείμενα, δεν αποτέλεσε ιδιαίτερο θέμα εξέτασης.
            Θα πρέπει να παραδεχθούμε ότι, τουλάχιστον οι προσεγγίσεις του Althusser και των συνεργατών – μαθητών του άφηναν ένα περιθώριο εναλλακτικών εκβάσεων. Έχοντας ορίσει το εκπαιδευτικό σύστημα ως κρατικό ιδεολογικό μηχανισμό και έχοντας υποστηρίξει ότι η ταξική διαμάχη δεν περιορίζεται μόνο στα πλαίσια της οικονομικής δομής, αλλά διαπερνά το σύνολο του κοινωνικού σχηματισμού, η σχολή αυτή επέτρεψε, θεωρητικά τουλάχιστον, την πιθανότητα σημαντικών ρήξεων, που θα έθεταν σε αμφισβήτηση τη συμβολή του εκπαιδευτικού συστήματος στη διαδικασία της κοινωνικής αναπαραγωγής. Μια τέτοια δυνατότητα αναγνωρίζεται ρητά από τον Ν. Πουλαντζά, ιδιαίτερα στο τελευταίο βιβλίο του[1]. Σε κάθε περίπτωση αυτή η αναγνώριση δεν έφθανε για να περιλάβει τις πρακτικές μορφές αντίδρασης των νέων στις διαδικασίες εκκοινωνισμού. Τα υποδείγματα κοινωνικής αναπαραγωγής «επικεντρώθηκαν περισσότερο στην υποταγή των νέων στις κυρίαρχες δομές παρά στις αντίδραση των νέων»[2].
            Εμπειρικές έρευνες[3] στα τέλη της δεκαετίας του 1970 και στη δεκαετία του 1980 έδειξαν ότι οι νέοι ανέπτυσσαν αμυντικούς μηχανισμούς στις διαδικασίες εκκοινωνισμού, είτε απορρίπτοντάς τες είτε τροποποιώντας και προσαρμόζοντάς τες, ώστε να περιλάβουν και τις ατομικές τους επιδιώξεις (accommodation).
            Κατά παράδοξο τρόπο, το πρόβλημα δεν συνδέθηκε με τη δραματική επιδείνωση της θέσης των νέων στην αγορά εργασίας, αλλά με την εμφάνιση πολιτιστικών προτύπων και ποικίλων μορφών νεανικής υπο-κουλτούρας. Ο P. Willis[4] επεσήμανε ότι η αντίθεση των νέων, που προέρχονταν από την εργατική τάξη και τους οποίους παρακολούθησε στην έρευνά του, βασίστηκε σε μια κουλτούρα που απόρριπτε το σχολικό σύστημα και περιλάμβανε «αντίθεση στην εξουσία και απόρριψη των συμμαθητών τους που έδειχναν προσαρμογή»[5]. Περαιτέρω εντόπισε στοιχεία ρατσισμού και σεξισμού, τα οποία θεώρησε ως προερχόμενα από τις εργατικές γειτονιές και τους χώρους εργασίας.
            Το βασικό επιχείρημα – συμπέρασμα του Willis ήταν ότι οι νέοι δεν «ωθούνται» σε θέσεις εργασίας που δεν επιθυμούν, αλλά χρησιμοποιούν στοιχεία της κουλτούρας που αναπτύσσουν για να διαμορφώσουν τις ειδικές συνθήκες κοινωνικής ένταξης. Η κουλτούρα κατά της εκπαίδευσης ουσιαστικά συνεπάγεται την πρόωρη διακοπή των σπουδών – δηλαδή, αυτό που θα θεωρούσαν οι εκπρόσωποι της οπτικής του εκκοινωνισμού ως «αποτυχία». Οι προοπτικές για την αγορά εργασίας των νέων αυτών ήταν προκαθορισμένες: ανειδίκευτη εργασία και ανεργία. Η ανάλυση του Willis, αντί να αντικρούει τα συμπεράσματα των αναλύσεων της κοινωνικής αναπαραγωγής, υποδείκνυε την ύπαρξη επιμέρους μηχανισμών ενδοταξικών διαφοροποιήσεων. Ωστόσο, εισήγαγε στη συζήτηση για τη μετάβαση από το σχολείο στην αγορά εργασίας την έννοια της κουλτούρας των νέων και τις πρακτικές αντίθεσης και προσαρμογής στις κεντρικές διαδικασίες εκκοινωνισμού.
Παρά το γεγονός ότι τα συμπεράσματα του Willis επικρίθηκαν, ιδιαίτερα για τη σύνδεση που δημιούργησε μεταξύ στοιχείων ρατσιστικής και σεξιστικής ιδεολογίας και του άμεσου κοινωνικού περιβάλλοντος των νέων, η μεθοδολογική του προσέγγιση και ο τρόπος ανάλυσης (η ανίχνευση αντιστάσεων και προσαρμογών στις κύριες διαδικασίες εκκοινωνισμού) ακολουθήθηκαν ευρέως.  
Τα ζητήματα που σχετίζονται με τις νεανικές κουλτούρες απόκτησαν κεντρική θέση στις αναλύσεις για τους νέους, καθώς οι διάφορες μορφές νεανικών υπο-κουλτουρών θεωρήθηκαν ως κομβικές στον καθορισμό της κοινωνικής ταυτότητας των νέων. Είναι, όμως, άξιας παρατήρησης το γεγονός ότι οι «μεγάλοι» δομικοί καθορισμοί, της κοινωνικής τάξης, του φύλου, της φυλής ή της εθνότητας, παρέμειναν ισχυροί, οριοθετώντας το πεδίο εντός του οποίου οι ατομικές επιλογές, οι στρατηγικές και οι επιδιώξεις – φιλοδοξίες μπορούσαν να διατυπωθούν[6].
            Είναι, επίσης, άξιο παρατήρησης ότι, ενώ το ζήτημα της κοινωνικής ταυτότητας των νέων προσεγγίσθηκε μέσω της νεανικής υπο-κουλτούρας, δηλαδή της οργάνωσης πολιτισμικών προτύπων, αξιακών συστημάτων, στάσεων ζωής, τρόπου συμπεριφοράς, μουσικών προτιμήσεων και τρόπου ενδυμασίας σε ομάδες νέων, οι νεανικές υποκουλτούρες δεν θεωρήθηκαν ότι αποτελούσαν την οργάνωση μιας, προσωρινής ή μονιμότερης, διαδικασίας εκκοινωνισμού, διακριτής και συχνά σε απόλυτη αντίθεση με την κυρίαρχη, υπό την επίδραση μηχανισμών διαφορετικών από τους μηχανισμούς της οικογένειας και του εκπαιδευτικού συστήματος, αλλά ως απόδειξη της αποτελεσματικής και αυτόνομης παρουσίας των δρώντων υποκειμένων (agents) και της ελεύθερης επιλογής από αυτά[7].  

ΝΕΑΝΙΚΕΣ ΥΠΟΚΟΥΛΤΟΥΡΕΣ
Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΩΝ PUNKS
Η έκδοση του βιβλίου του Willis (1977) συνέπεσε με την εξάπλωση της punk νεανικής κουλτούρας. Αν τα κινήματα των νέων στο τέλος της δεκαετίας του 1960 αμφισβητούσαν την ικανότητα του κράτους πρόνοιας να εξασφαλίσει κοινωνική ισότητα και επιζητούσαν τη δομική μεταβολή της κοινωνίας, με την υιοθέτηση νέων αξιών και μέσω του μαζικού κινήματος, το κίνημα των punks (=αλήτες) χαρακτηρίζεται από μηδενισμό, άρνηση κάθε εξουσίας και μια κουλτούρα ατομικής αυτάρκειας (do it yourself). Αν τα αιτήματα του Μάη του 1968 στη Γαλλία, αλλά και σε πολλές άλλες χώρες, ήταν ευθέως πολιτικά και επιζητούσαν ένα νέο μέλλον για τους νέους, η στάση των punks προκύπτει από τη διαπίστωση της ανυπαρξίας κάθε μέλλοντος:
There is no future in England’s dreaming
Don’t be told what you want, don’t be told what you need
There’s no future no future no future for you
τραγουδούσαν οι Sex Pistols, αντιπροσωπευτικό συγκρότημα των punks, εκφράζοντας την απόγνωση σε μια κοινωνία που η ανεργία αυξανόταν και το μέλλον έχανε τις βεβαιότητες του παρελθόντος.
Η απόγνωση στους punks συνοδευόταν από την επιθετικότητα και τάσεις αυτοκαταστροφής. Στο ίδιο τραγούδι καταλύονται οι ηθικές δεσμεύσεις  

            Όταν δεν υπάρχει μέλλον, πώς μπορεί να υπάρχει αμαρτία
            Είμαστε τα λουλούδια στον σκουπιδοτενεκέ
            Είμαστε το δηλητήριο στην ανθρώπινη μηχανή 
            Είμαστε το μέλλον, το δικό σου μέλλον
‘Η πάλι στο τραγούδι των Pogues “Dirty Old Town”

            Θα φτιάξω μόνος μου ένα καλό κοφτερό τσεκούρι
            Από λαμπερό ατσάλι δοκιμασμένο στη φωτιά
            Θα σε πελεκίσω σα γέρικο νεκρό δέντρο
            Βρωμιάρα γριά πόλη

Μπορεί εύκολα να διακριθεί η διαφορά από το ειρηνιστικό «Imagine» του John Lennon, το «Revolution» των Beatles, ή την κριτική στην οργάνωση του εκκοινωνισμού από τον Lennon πάλι στο «Working Class Hero»
.
Η ιδεολογία των punks ήταν στον κύριο κορμό της αντι-καπιταλιστική, κατά των φυλετικών διακρίσεων, υπέρ της ισότητας των φύλων και με τόνους οικολογικής συνείδησης. Ωστόσο, υπήρξαν ομάδες punks με νέο-ναζιστική ιδεολογία. Η ενδυματολογική μόδα των punks, με τα φθαρμένα ρούχα, τις παραμάνες και τα σκισίματα, υποδήλωνε τον αντι-καταναλωτισμό, αλλά και τις «χαρακιές» που επέφερε η κοινωνία στο σώμα των νέων.
Η ανίχνευση της ιδεολογίας των νεανικών κινημάτων στη μουσική, στους ρυθμούς, τον τρόπο παιξίματος και στους στίχους δεν πρέπει να ξαφνιάζει. Τα νεανικά κινήματα ή οι νεανικές ομάδες μεταπολεμικά ορίσθηκαν σε σχέση με μουσικά ιδιώματα και γι’ αυτό έγιναν ευάλωτες στην εμπορευματοποίηση που επέβαλε η πολιτιστική βιομηχανία.





[1]               Ν. Πουλαντζάς, Το Κράτος, η Εξουσία, ο Σοσιαλισμός, 1982, Θεμέλιο.
[2]               C. Wallace, “Social Reproduction and School Leavers: A Longitudinal Perspective” στο K. Hurrelmamm and U. Engel, (eds), The Social World of Adolescents: International Perspectives, 1989, Walter de Gruyter. Αναφέρεται από τον P. Rudd, op. cit., σ. 260.
[3]               Θα πρέπει να σημειωθεί ότι οι έρευνες πεδίου που έχουν γίνει περιλαμβάνουν εξαιρετικά μικρά σε αριθμό δείγματα νέων. Δες P. Rudd, op. cit., σ. 260 κ.ε.
[4]               P. Willis, Learning to Labour: How Working Class Kids get Working Class Jobs, 1977, Grower.
[5]               P. Rudd, op. cit., σ. 260.
[6]               Παρέβαλε και τη θεωρία της structuration του A. Giddens. Δες επίσης G. Jones and C. Wallace, Youth, Family and Citizenship, 1992, Open University Press, και K. Roberts, Youth and Employment in Modern Britain, 1995, Oxford Un. Press.
[7]               Η ανάγνωση που επιχειρεί ο Rudd είναι χαρακτηριστική. Η διαμάχη μεταξύ εκείνων που ερμηνεύουν τα κοινωνικά φαινόμενα με αναφορά στις κοινωνικές δομές (structuralism) και εκείνων που πρεσβεύουν την αυτόνομη δράση των υποκειμένων είναι παλαιά στις κοινωνικές επιστήμες.

Δεν υπάρχουν σχόλια: