Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Κυριακή, 25 Ιουνίου 2017

Ο ΘΕΙΟΣ ΚΩΣΤΑΣ

Πέντε παιδιά η γιαγιά μου από τη μεριά της μάνας μου.
Μεταξύ τους μια Ελένη (η μάνα μου) και ένας Κώστας (ή Κώτσος).
Μεσαίος στη σειρά ο Κώστας, άφησε το σχολείο νωρίς, μπήκε στη δουλειά. Από εδώ κι από εκεί. Εργατικός και φιλότιμος, όμως. Και το μεροκάματο στο σπίτι. Φαντάρος έμαθε να οδηγεί φορτηγά, απολύθηκε, δουλειά σε φορτηγά βρήκε, πολλά έργα η Θεσσαλία τότε, άλλαζε ο κάμπος, αλλού στραγγίζανε, αλλού επιχωματώνανε, έφερνε καμιά φορά το φορτηγό στο σπίτι της γιαγιάς, το "ανατρεπόμενο" το έλεγε, έτσι το έμαθα κι εγώ να το λέω.
Τις άλλες μέρες πηγαινοερχόταν με το ποδήλατο. Έτρωγε πολύ κάθε απόγευμα μόλις γύριζε, έπινε νερό από την κανάτα χωρίς ποτήρι, στρογγυλός και λιγομίλητος. Ήσυχος.
Κυριακές πρωί δεν είχε δουλειά. Ξαπλωμένος στο ντιβανάκι του με φώναζε να μου πει ιστορίες για τον Ταρζάν, αρκούδες, λιοντάρια, φίδια και λύκους. Και από μια τρύπα στο σοβά δίπλα στο προσκεφάλι του μου έλεγε βγαίναν όλα τα θηρία, η πόρτα της φωλιάς τους. Το απόγευμα είχε γήπεδο.
Πέρασε ο καιρός, από Καλαμπάκα πήγαμε Πορταριά, ύστερα Βόλο, η θεία παντρεύτηκε και έφυγε, ο "μικρός" μετανάστης στη Γερμανία, ο μεγάλος δάσκαλος, φευγάτος κι αυτός, έμεινε η γιαγιά με τον Κώστα.
Παντρεύτηκε κι ο Κώστας, πήρε την Ελένη - πες το σύμπτωση τα δύο από τα τρία αδέλφια "Ελένη" πήραν για γυναίκα, δύο Νίτσες στο σόι και μια Λέλα. Στο γάμο γλέντι με μουσικές και χορούς. Και η γιαγιά να κλαίει και να πλαντάζει. Τραγούδια για τη ξενιτιά ζήταγε ο γαμπρός και η καρδιά η δική της στο ξενιτεμένο στερνοπούλι που ούτε στο γάμο του αδελφού του δεν μπόρεσε να ρθεί.
Κωνσταντίνου και Ελένης εσονται κόρες δύο: Η Έφη και η Άννα Μαρία, ζουν στο σπίτι της γιαγιάς στα Τρίκαλα - έγινε πολυκατοικία χρόνια τώρα.
Και ο θείος ήρθε μια φορά στην Αθήνα. Να δει την ομάδα του τα Τρίκαλα να παίζει με τον Ολυμπιακό. Με πήγε στο γήπεδο κατόπιν συμφωνίας: Δεν έπρεπε να πανηγυρίσω αν έβαζε γκολ ο Ολυμπιακός. Πήγαμε στο γήπεδο, ψηλά στις εξέδρες του Καραϊσκάκη, τότε κατάλαβα ότι είχα μυωπία - ούτε που έβλεπα την μπάλα. Φώναζαν οι άλλοι "γκολ", καταλάβαινα κι εγώ την εξέλιξη.
Ο θείος Κώστας πέθανε το 1970, Ιούνιος ήταν. Τέτοια εποχή ήρθε από τα Τρίκαλα για το νοσοκομείο. Όγκος στον εγκέφαλο. Το διαράκι της Φιλολάου γέμισε. Εγώ έφυγα. Εποχή εξετάσεων, ούτε χώρος να κοιμηθώ δεν υπήρχε. Πήγα στην αδελφή του πατέρα μου να κοιμάμαι και να διαβάζω.
Πέθανε ο θείος, τεράστια η θλίψη. Τον έβλεπα μια εποχή στον ύπνο μου σας θιβετιανό μοναχό, να ζει σε μια καλύβα πάνω στα βουνά. Σκοτεινός και αμίλητος, με μια θλίψη στα μάτια.
Και σήμερα, ίσως λόγω της γιορτής που θα γιόρταζε αν ζούσε, να, δεν ξέρω γιατί, είπα να τα πω αυτά, έτσι, χωρίς προφανή λόγο.

Ίσως μόνο για την Έφη και την Άννα Μαρία. Για την αγάπη τους. 

Δεν υπάρχουν σχόλια: