Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τρίτη, 22 Νοεμβρίου 2011

ΠΙΕΤΡΟ ΙΝΓΚΡΑΟ: Η ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ


Από την παρουσίαση του βιβλίου στην Καλλιθέα, με τη Μαρώ Τριανταφύλλου, τον Μάκη Καβουριάρη, τον Θοδωρή Ψαλιδόπουλο  και τον Πέτρο Κακολύρη. Στο χώρο του Δημαρχείου - Αίθουσα Συνεδριάσεων Δημοτικού Συμβουλίου 


Από τις εκδόσεις Εύμαρος, σε μετάφραση της Τόνιας Τσίτσοβιτς και με φροντίδα μεγάλη από τον εκδότη Πέτρο Κακολύρη, με τη βοήθεια της Αφροδίτης Κουκουτσάκη και της Γιάννας Κατσιαμπούρα, όλων φίλων αγαπημένων, κυκλοφόρησε και στα ελληνικά το βιβλίο – συζήτηση του παλαίμαχου κομμουνιστή ηγέτη Πιέτρο Ινγκράο «Η Αγανάκτηση Δεν Αρκεί».
          Στον εξαιρετικό του πρόλογο, ο αγαπητός συνάδελφος Μιχάλης Ψημίτης ανατέμνει τη σκέψη του Ινγκράο τόσο αναλυτικά, όσο και σε βάθος, αφήνοντας ελάχιστα σημεία κενά για μια πρόσθετη, όχι αντιθετική, προσέγγιση. Και ήδη έχουν γραφεί και άλλα άρθρα που παρουσιάζουν το βιβλίο στον τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό, για να μην αναφερθώ και στην πρώτη παρουσίαση που έγινε στον Εύμαρο , ώστε ο σχολιασμός ήδη να παρέλκει. Αξίζει να αναφέρω, ενδεικτικά μόνο, ανάμεσα σε πολλές και γόνιμες αναλύσεις, το κείμενο του Δημοσθένη Παπαδάτου – Αναγνωστόπουλου στην Αυγή, στις 6 Νοεμβρίου. Μόνο το γεγονός των πολυάριθμων βιβλιοπαρουσιάσεων και συζητήσεων που προκάλεσε μαρτυρά τόσο για την αξία του, όσο και για την αγωνία, την ανάγκη, όλων μας να κατανοήσουμε τα πολιτικά συμβαίνοντα. 


      

Όμως, να, μπήκα και εγώ στον πειρασμό να προσθέσω μερικές σκέψεις, όχι κατ΄ ανάγκην για το βιβλίο, αλλά με αφορμή το βιβλίο και τη θεματολογία του.
          Θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω με ένα, φαινομενικά τουλάχιστον, εξωτερικό γεγονός. Ο Ινγκράο διαλέγεται και σχολιάζει το βιβλίο του Εσέλ, το γνωστό «Αγανακτήστε». Και οι δυο τους ανήκουν στην ίδια γενιά: τη γενιά που μεγάλωσε και έδρασε στη μαύρη εποχή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, στη γενιά της αντίστασης κατά του φασισμού και του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού. Μοιάζει, η γενιά εκείνη, να δηλώνει την παρουσία της σήμερα, για έσχατη ίσως φορά δια ζώσης. Είναι τυχαίο γεγονός, μια σύμπτωση; Θα απαντήσω κατηγορηματικά πως όχι. Ο Ινγκράο, ο Εσέλ, οι δικοί μας αντιστασιακοί που επίσης μίλησαν προσφάτως, όλοι κατανοούν ότι αυτό που διακυβεύεται σήμερα είναι περισσότερο από την οικονομική μας ευημερία. Κάτι πιο σημαντικό από την τύχη, την αφορμή ή τη μίμηση τους κάνει να μιλήσουν, να «εξεγερθούν» εκ νέου και με διαφορετικό τρόπο από το παρελθόν, με διαφορετικά, ίσως ζητούμενα, αλλά και να βρεθούν, μέσα από τη διαφωνία, σε έναν κοινό τόπο για άλλη μια φορά. Κάτι για το οποίο αγωνίστηκαν τότε και κάτι που έμοιαζε μέχρι πρόσφατα διαπαντός κατεκτημένο. Ο Ινγκράο το έχει θέσει το ζήτημα, αυτό του κοινού ενοποιητικού στοιχείου, σε άλλη στιγμή, που μας την υπενθυμίζει η Μαρία Λουίζα Μπότσια:
«Ο φόβος μου είναι μήπως μου πάρουν όχι τόσο το ψωμί ούτε το Σύνταγμα, όσο να σβηστεί η ιδέα του ανθρώπου» (σελ. 18).
Η ιδέα του ανθρώπου τέθηκε σε αμφισβήτηση στο μεγάλο σφαγείο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, στα πεδία της μάχης και στα πεδία εκτελέσεων, στα κρεματόρια και στους χώρους βασανιστηρίων, στις πόλεις που γκρεμίστηκαν, στο Λονδίνο, στη Βαρσοβία, στη Δρέσδη και τη Χιροσίμα, στο Στάλινγκραντ. Η ιδέα του ανθρώπου αμφισβητήθηκε πρακτικά, ολοκληρωτικά, ανεπανάληπτα, γιατί είχε προηγουμένως αλωθεί στις αντιλήψεις των συγχρόνων και στις πρακτικές των κυβερνήσεων.
Δε θέλω, βέβαια, να αναλύσω το πώς φθάσαμε στον Πόλεμο ή να περιγράψω το τι ακολούθησε, τη μεγάλη υπόσχεση της δημοκρατίας, της ισότητας, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ευημερίας, της εκπαίδευσης για όλους, της εργασίας για όλους. Γι΄ αυτές τις μεγάλες υποσχέσεις οι λαοί σε Δύση και Ανατολή πολέμησαν, μάτωσαν, πένθησαν και νίκησαν. Γιατί αυτές οι μεγάλες υποσχέσεις έλειπαν πριν από τον Πόλεμο. Και μαζί τους έλειψαν οι προϋποθέσεις για τις ατομικές αρετές: την αξιοπρέπεια, πρωτ΄ απ΄  όλα, την αμφισβήτηση και την αμφιβολία.
Να πώς θεωρώ ότι δένουν οι απόψεις του Ινγκράο με εκείνες του Εσέλ: Και οι δύο θέτουν στο επίκεντρο δύο, φαινομενικά αντιθετικές, αλλά επί της ουσίας συμπληρωματικές έννοιες με κοινό πεδίο αναφοράς: Και οι δύο αναφέρονται στη σχέση υποκειμένου, ατομικού υποκειμένου, και κοινωνίας, υποκειμένου και πολιτικής, υποκειμένου και κινήματος, υποκειμένου και συλλογικότητας.
Αυτό το ζήτημα μπορούν να το θέσουν με επάρκεια και οι δυο τους, καθώς προέρχονται από τη γενιά της Αντίστασης και της Νίκης, τη γενιά που βρήκε την αξιοπρέπεια να αμφισβητήσει και να μετατρέψει την αμφισβήτηση σε συλλογικό αγώνα, με ή, συχνότερα, χωρίς αμφιβολία.
Και ο Ινγκράο κατανοεί πολύ καλά, σε αντίθεση με τον Εσέλ, το κρίσιμο πρόβλημα: Πώς η ατομική αγανάκτηση μετατρέπεται σε συλλογικό αγώνα, στο συλλογικό υποκείμενο; Δεν μας δίνει ρητή απάντηση σ΄ αυτό το κείμενο – συνέντευξη. Στο τέλος της πολιτικής του διαδρομής, στο τέλος του βίου του, ενδιαφέρεται να μιλήσει για το προσωπικό του βίωμα, να τοποθετήσει τη δική υποκειμενικότητα απέναντι στο δικό του συλλογικό υποκείμενο, το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Γι αυτό αναφέρεται στην αμφιβολία και στη λογοτεχνική παραγωγή, την ποίηση ως χώρου υποδοχής της αμφιβολίας, οργάνωσης της αναγκαίας αμφισημίας, αλλά και της ρητής πολιτικής και ιδεολογικής τοποθέτησης μέσα στο προστατευμένο από την τέχνη περιβάλλον.
Αν θέλουμε να κατανοήσουμε την πρόταση του Ινγκράο πρέπει να τοποθετήσουμε αυτήν την κατάθεση στο πλαίσιο της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος, του ιταλικού κομμουνιστικού κινήματος, στην ιστορία των ιδεών του, στις αναλύσεις του Γκράμσι για το συλλογικό υποκείμενο, το συλλογικό διανοούμενο, στην έννοια της ηγεμονίας.
Και στο σημείο αυτό οι ομοιότητες της σημερινής εποχής με το μεσοπόλεμο και την άνοδο του φασισμού είναι ορατές: Και τότε και τώρα η αριστερά είχε χάσει, είχε χάσει πολιτικά, αλλά, πριν χάσει πολιτικά, είχε χάσει στον αγώνα των ιδεολογιών.  Όχι των ιδεών, αλλά των πρακτικών καθημερινής διαχείρισης της πραγματικότητας. Στο κάλεσμα της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας σήμερα για τη διαμόρφωση της απόλυτης ατομικής υποκειμενικότητας, στη μεταφυσική της εξατομίκευσης, στη θέαση του ατόμου – επιχείρησης, η αριστερά υποχώρησε, ο ατομισμός έγινε λάβαρο και τα συνεκτικά στοιχεία του λόγου της, η αλληλεγγύη, η ανιδιοτέλεια, η συντροφικότητα, για μεγάλο διάστημα εγκαταλείφθηκαν. Η αποκατάστασή τους, θέλω να πιστεύω, επιχειρείται πλέον υπό τη βία  του σύγχρονου οικονομικού και κοινωνικού πολέμου που εκ νέου αμφισβητεί το θεσμικό πλαίσιο που επέτρεψε την άνθηση της ατομικότητας ως ιδεολογίας.
Ο Ινγκράο κατανοεί ότι το σύγχρονο πολιτικό σύστημα έχει χάσει τη νομιμοποίησή του. Οι μορφές νομιμοποίησης της πολιτικής ήταν πάντα συνδεδεμένες με τις μορφές του κράτους: Το κράτος δικαίου βάσιζε τη νομιμοποίησή του στις διαδικασίες και στους θεσμούς: Την πάνδημη εκλογή της Βουλής και της Κυβέρνησης, την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, την αρχή της πλειοψηφίας. Το κράτος πρόνοιας της μεταπολεμικής περιόδου βάσιζε τη νομιμοποίησή του στην επίτευξη στόχων: πλήρης απασχόληση, μείωση κοινωνικών ανισοτήτων, γενικευμένη πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην υγεία και στις κοινωνικές υπηρεσίες. Τώρα ζούμε σε καθεστώτα παθητικής νομιμοποίησης:  Οι κυβερνήσεις αναζητούν την αποδοχή των πολιτικών τους από τις «αγορές» και από τους τεχνοκράτες υπερεθνικών οργανισμών, ενώ θεωρούν ότι έχουν τη συναίνεση του λαού, όταν ο λαός δεν αντιδρά, δε διαδηλώνει και δε μάχεται στους δρόμους, όταν δεν αμφισβητεί έμπρακτα.
          Έμπρακτα. Να η λέξη που χωρίζει τον Ινγκράο από τον Εσέλ. Η αγανάκτηση δε φτάνει, αν δεν γίνει πράξη. Πράξη όχι ατομική, γιατί ο ατομισμός εγγράφεται στη μήτρα της ηγεμονίας των κυρίαρχων δυνάμεων. Πράξη συλλογική, οργανωμένη έστω και αυθορμήτως, έστω και αν δεν υπάρχει εκ των προτέρων σχέδιο. Το σχέδιο είναι μια πράξη μου συνεχώς εξελίσσεται, ανατρέπεται, επιβεβαιώνεται και αναθεωρείται. Το σχέδιο δεν προϋπάρχει της πράξης. Και αυτές τις βίαιες μεταλλάξεις του σχεδίου καλείται να ενσωματώνει και να διυλίζει το συλλογικό υποκείμενο, να τις εξορθολογίζει, να τις μετατρέπει σε πολιτική, δηλαδή σε πράξη εστιασμένη στον πυρήνα των σχέσεων ταξικής εξουσίας. Και όσο τα σύγχρονα αριστερά κόμματα αρνούνται να αναλάβουν το ρόλο του συλλογικού διανοούμενου, να δεχθούν την εντασιακή σχέση αγάπης και απόρριψης με το αυθόρμητο και να το μετουσιώσουν σε πολιτική, η αγανάκτηση ποτέ δε θα φθάνει.  
Και η ποίηση; Είναι η ποίηση σιωπή; Είναι η στιγμή της αμφιβολίας; Είναι η αμηχανία του πολιτικού μπροστά στην πολιτική; Παρά τα όσα ειπώθηκαν και γράφηκαν, νομίζω όχι. Η ποίηση δεν είναι η σιωπή του ποιητή - όσο κακότεχνος και αν είναι – είναι η κραυγή του. Φωνάζει σπαράζοντας για πράγματα που θα ήθελε να τα πει με το όνομά τους, αλλά είναι υποχρεωμένος να τα μεταμφιέσει πίσω από μεταφορές, μετατοπίσεις και συνηχήσεις.
Υποχρεωμένος από τι; Υποχρεωμένος όχι από την αδυναμία να μιλήσει, αλλά από την αδυναμία να ακουστεί. Μπορεί έτσι να επαναδιατυπώσει μέσα από άλλες μορφές ερωτήματα που δεν μπόρεσαν να τεθούν, απαντήσεις που δεν μπόρεσαν να δοθούν, όχι μεμονωμένα, αλλά συλλογικά, στοχεύοντας στο συναίσθημα, όχι στο μυαλό. Αγανακτήστε, μας προτρέπει και ο Ινγκράο, και η ποίηση μας παρακινεί στην αγανάκτηση, αλλά όχι ως απλή αντίδραση, αλλά μέσα από την επεξεργασία της.
Γκράμσι, Κριτική Θεωρία, Μπένγιαμιν, εύκολα αναγνωρίζονται στην σκέψη του Ινγκράο. Και όσοι από μας αποπειρώνται να χειριστούν λογοτεχνικές μορφές μιας χαμηλότερης ποιότητας, όπως το χρονογράφημα, παίζοντας κρυφτό, ενίοτε θανάσιμο, με τον αναγνώστη, το χρόνο και την πραγματικότητα, κατανοούμε ίσως καλύτερα ότι το εγχείρημα του Ινγκράο ως ποιητή δεν είναι καταφυγή, δεν είναι διαφυγή, δεν είναι σιωπή. Είναι η απόλυτη έκθεση, η απόλυτη ανάληψη ευθύνης.   

1 σχόλιο:

Ανώνυμος είπε...

το διάβασα και χτες στην Αυγή, εξαιρετικό (ειδικά τα περί το "έμπρακτα")