Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τρίτη, 26 Απριλίου 2011

ΖΟΥΜΕ ΕΝΑ ΘΡΙΛΕΡ (2η εκδοχή)


Διαβάζοντας εφημερίδες, μπλογκς, ειδήσεις και σχόλια, παρακολουθώντας τις εκπομπές γνώμης που τις λένε "ειδήσεις" στην τηλεόραση, κατάλαβα πολύ καλά, για άλλη μια φορά, ότι οι ιδεολογισμοί που διατρέχουν την επιχειρηματολογία των κυβερνώντων είναι τόσο ισχυροί που οδηγούν σε μια επικίνδυνη διαστροφή της πραγματικότητας. Αυτό θα ήταν, ενδεχομένως, ενδιαφέρον. Θα ήταν μια καλλιτεχνική παρέμβαση και μάλιστα θεατρικού χαρακτήρα, ενός είδους θεάτρου, του θεάτρου του παραλόγου, στα συμβαίνοντα. Φοβάμαι, όμως, ότι είναι τόσο προφανώς βίαιη η αδιαφορία τους για τον "μέσο" πολίτη, για όλους, δηλαδή, εμάς πλην των ελάχιστων γνωστών και αφανών κερδοσκόπων, που είναι απλώς κυνικά επικίνδυνη. Το θέαμα που οργανώνεται, που παύει να είναι ένα απλό θέαμα, αλλά μας εγκαλεί ως πρωταγωνιστές και ως κομπάρσους, δεν είναι θεατρικό δρώμενο του απόλυτου παραλογισμού[1].
Η ελληνική πολιτική και οικονομική ζωή έχει αποκτήσει τα τελευταία δυο τουλάχιστον χρόνια τη δομή ενός καλά οργανωμένου θρίλερ. Από τις εφησυχαστικές σκηνές της αρχής, την πλασματική αρμονία που έκρυβε στο βάθος της εικόνας τις έντονες αντιθέσεις, από τις βεβαιότητες για το μέλλον και από τα ειδυλλιακά τοπία, ανακαλύψαμε σταδιακά, ίχνος με ίχνος, σημάδι με σημάδι, την παρουσία του "κακού".  Και το κακό έχει φανερωθεί, πλέον, με όλη του τη δόξα, την ένταση και τη δύναμή του με τη μορφή του χρηματιστικού κεφαλαίου, να το πω παραβολικά, με τη μορφή του βαμπίρ[2].
Ας μιλήσουμε λοιπόν υπαινικτικά, χρησιμοποιώντας μεταφορές και αναλογίες. Μήπως η παραβολική γλώσσα μπορέσει και φθάσει καλύτερα στα αυτιά και στο μυαλό. Άλλωστε, οι αναλύσεις περισσεύουν, ό,τι έπρεπε να ειπωθεί αλλιώς, έχει ειπωθεί εδώ και μήνες, περισσότερο από έναν χρόνο τώρα. Και τα αδιέξοδα των πολιτικών επιλογών είχαν επισημανθεί με απόλυτη ακρίβεια.
Αν θέλουμε να μιλήσουμε υπαινικτικά για τα πράγματα, μπορούμε να βρούμε χιλιάδες αναλογίες. Θα αρκεστώ σε ελάχιστες, παραπέμποντας τον αναγνώστη στο έξοχο κείμενο του Moretti για τα λοιπά. Η άυλη υλικότητα του βαμπίρ και η άυλη υλικότητα του χρήματος αποτελούν το κοινό στοιχείο που επιτρέπει τις παραβολές να ξεδιπλωθούν.
Όπως στο θρίλερ πρέπει να κυριευθούμε από τον τρόμο: Τρόμο για το γεγονός ότι τίποτα δεν μπορεί να μας προσφέρει προστασία, έστω και προσωρινή[3]. Τρόμο για το γεγονός της διαπιστωμένης ή καλλιεργημένης ως αποδειγμένης ανεπάρκειας μας, της αδυναμίας αντίστασης στο κακό. Τρόμος από το ακατανόητο της φύσης του.
Όπως το βαμπίρ το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι παγκοσμιοποιημένο: Δεν δεσμεύεται από γεωγραφικές περιοχές ή εθνικά σύνορα. Έχει μια αρχική «πατρίδα», αλλά την αφήνει, κυκλοφορεί σαν κοσμοπολίτης, αποκτά άλλες εστίες και πολλαπλασιάζει τον εαυτό του χωρίς περιορισμό, χωρίς όρια, εθνικά, κοινωνικά, ανεξαρτήτως φυλής ή φύλου.
Όπως το βαμπίρ στις λαϊκές δοξασίες και στη λογοτεχνία, το χρηματιστικό κεφάλαιο πρέπει να κληθεί για να σ' επισκεφθεί. Απαιτείται η πρόσκληση-πρόκληση με τη μορφή της λαγνείας, της σωματοποιημένης αμαρτίας. Σαν το καλό θρίλερ, όλοι μας πρέπει να αισθανθούμε συν-ένοχοι, φορείς της αμαρτίας της αδικαιολόγητης καλοπέρασης, ώστε να γίνουμε τα επόμενα ατομικά και συλλογικά θύματα του σύγχρονου βαμπιρισμού. Το μέγεθος της αμαρτίας δεν έχει σημασία, ούτε καν αν αυτή τελέστηκε: αρκεί η σκέψη, η επιθυμία είναι το κάλεσμα του τέρατος.
Και όπως στο καλό θρίλερ οι κανόνες της φύσης και της λογικής καταργούνται, οι αγαπημένοι μας σχολιαστές παραβιάζουν κάθε έννοια λογικής, κάθε έννοια επιστημονικής γνώσης, κάθε έννοια κοινωνικής σχέσης. ΠΡΟΚΑΛΟΥΝ ΤΗ ΜΕΘΟΔΕΥΜΕΝΗ ΣΥΓΧΥΣΗ. Η απώλεια της λογικής, ο φόβος ότι έχουν τρελαθεί, είναι η κοινή εμπειρία όσων έρχονται σε άμεση επαφή με το βαμπίρ. Το μυαλό δεν χωράει αυτό που οι αισθήσεις πιστοποιούν: ένας λαός με ψυχικές διαταραχές, οι έρευνες ψυχικής υγείας πιστοποιούν αυτό που ήταν ήδη γνωστό από το μεσοπόλεμο, από τις έρευνες της Jahoda στους άνεργους βιομηχανικούς εργάτες της Γερμανίας. Δε χρειάζεται να ενστερνιστούμε τη συνωμοσιολογία της Klein, ως ερμηνευτικό πλαίσιο, για να αποδεχθούμε τα αποτελέσματα του shock  treatment: τον απόλυτο αποπροσανατολισμό, το νοητικό χάος.  
Το μόνο που μας λεν είναι ότι το τέρας θέλει να τραφεί. Και όπως στη λογοτεχνία και τη λαϊκή παράδοση το τέρας τρέφεται με αίμα, το αίμα των ζωντανών, το αίμα της ζωντανής εργασίας (πέστε το υπεραξία, αν θέλετε). Και κάθε φορά ο πολλαπλασιασμός των θυμάτων μειώνει τον αριθμό των δυνητικών θυμάτων. Είναι μια διαδικασία κλειστή, αδιέξοδη, αυτοκαταστροφική, για το ίδιο το βαμπίρ, όχι μόνο για τα θύματα.
Και όπως στη λογοτεχνία και στη λαϊκή παράδοση το βαμπίρ δρα τη νύχτα, δηλαδή στο σκοτάδι, στο παρασκήνιο. Η δράση του δε γίνεται ποτέ δημόσια, δεν κοινοποιείται. Μόνο τα αποτελέσματά της γίνονται γνωστά, το μετά, όχι το πριν ή το τώρα.
Και το μόνο όπλο για την καταστροφή του δεν είναι παρά το φως (το φως της γνώσης και της επιστήμης) και το παλούκι στην καρδιά. Και αν η επιστήμη, δηλαδή, η επιστημονική κοινότητα δεν κάνει το χρέος της, το παλούκωμα μένει ως μόνη εναλλακτική λύση για τη σωτηρία.


[1]               Αν και πήρε προσωρινά στοιχεία κωμικοτραγικά με εκείνα τα απολαυστικά: το περίστροφο πάνω στο τραπέζι, το όπλο οπλίστηκε κοκ., κάτι από γουέστερν σπαγγέτι παιγμένο από ατάλαντους ηθοποιούς. Σύντομα το κωμικό υποχώρησε και το τραγικό κυριάρχησε. Το απόλυτο σκηνοθετικό εύρημα, βεβαίως, παραμένει το διάγγελμα του Καστελόριζου: Δεν είναι μόνο η εικαστική αντίθεση μεταξύ της ομορφιάς του νησιού και του τραγικού περιεχομένου του. Είναι η σαφής αποστασιοποίηση του εκφωνητή του διαγγέλματος από τον τόπο του δράματος. Το δηλούμενο άμεσο: «εγώ είμαι έξω και πέρα». Ο Σωτήρας ανέκαθεν δεν μπορούσε να μην είναι παρά «έξω και πέρα», επείσακτος στο δράμα, αμέτοχος στα όσα έχουν οδηγήσει στην τραγική στιγμή, τη συμπύκνωση των αντιθέσεων και αντιφάσεων. Έξω και πέρα, δηλαδή, αθώος του αίματος τούτου.   
[2]               Η παραβολή μεταξύ βαμπίρ και χρηματιστικού κεφαλαίου δεν είναι εφεύρημά μου: Υπάρχει στο Κεφάλαιο του Μαρξ και έχει αξιοποιηθεί με ιδιαίτερα γόνιμο τρόπο από τον Franco Moretti στο NLR, 136, σ' ένα άρθρο με τίτλο "the Dialectic of Fear"
[3]               Τα μελλοντικά θύματα του Δράκουλα αισθάνονται άνετα επισκεπτόμενα το κάστρο-καταφύγειό του, όσο έχουν άγνοια. Μετά αντιλαμβάνονται με τρόμο ότι ούτε το σπίτι τους δεν προσφέρει την παραμικρή προστασία.  

Δεν υπάρχουν σχόλια: