Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΝΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΕΡΓΟΙ

 1.            ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΕΡΓΙΑ
Οι στατιστικές πηγές καταγράφουν την ταχεία αύξηση των ποσοστών ανεργίας σε ολόκληρη τη χώρα και για όλες τις ομάδες του πληθυσμού. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι σύντομα ένας στους πέντε από αυτούς που ανήκουν στο εργατικό δυναμικό θα είναι άνεργος και άνεργη. Οι προοπτικές ανάκαμψης της οικονομίας είναι σαφώς αρνητικές, αλλά και στην περίπτωση που η ύφεση παραχωρήσει τη θέση της σε μια ασθενή ανάκαμψη, η ανεργία θα μείνει σε αυτά τα υψηλά επίπεδα ή και θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο.
Η ανεργία αυτής της έκτασης και διάρκειας συνεπάγεται τη δημιουργία, με μεγάλη ένταση, τριών ειδών προβλημάτων:
                Η πρώτη κατηγορία προβλημάτων θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως το μακροοικονομικό πρόβλημα. Η ύπαρξη ανέργων συνεπάγεται παραγωγή για την κοινωνία στο σύνολό της (την εθνική οικονομία) μικρότερη από εκείνη που θα ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει.
                Η δεύτερη κατηγορία προβλημάτων σχετίζεται με την άσκηση της κοινωνικής πολιτικής έναντι των ανέργων. Η ανεργία δεν είναι μια απλή οικονομική μεταβλητή. Πίσω από τα απρόσωπα μεγέθη, τα ποσοστά και τις τάσεις δηλώνονται ανθρώπινες υπάρξεις και καταστάσεις. Πώς επιβιώνουν αυτοί οι άνθρωποι, πώς εξασφαλίζουν τους αναγκαίους πόρους για την συντήρησή τους; Τι σημαίνει η διόγκωση της ανεργίας και η παράταση του χρόνου παραμονής σε κατάσταση ανεργίας για τις κοινωνικές δομές; Ποιες είναι οι επιπτώσεις στους θεσμικούς μηχανισμούς του κράτους πρόνοιας ή στην δομή και συνοχή της οικογένειας; Τι συνεπάγεται αυτή η διόγκωση για τις κοινωνικές πρακτικές που συνήθως περιλαμβάνονται κάτω από τον ασαφή τίτλο «παραοικονομικές δραστηριότητες»; Ποιες είναι οι συνέπειες αυτών των δραστηριοτήτων για τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος και την κοινωνική δυναμική; Αλλά, και τι σημαίνει για τον άνεργο η κατάσταση της ανεργίας, ποιες είναι οι ψυχολογικές της συνέπειες και πώς επηρεάζει την αυτοεκτίμησή του και τις συμπεριφορές του, την καθημερινότητά του, δηλαδή;
                Η τρίτη κατηγορία προβλημάτων αφορά την επίπτωση της αυξημένης ανεργίας και της διόγκωσης της παρατεταμένης και εμμένουσας ανεργίας πάνω στα μεγέθη και τις λειτουργίες της αγοράς εργασίας. Πώς επηρεάζονται τα μεγέθη (το εργατικό δυναμικό, η απασχόληση, το επίπεδο των μισθών και οι μισθολογικές διαφορές, η παραγωγή και η παραγωγικότητα), οι θεσμοί (τα συνδικάτα, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, το εκπαιδευτικό σύστημα), οι πρακτικές (η πολιτική προσλήψεων-απολύσεων, η διάρθρωση των εσωτερικών αγορών εργασίας, οι εργατικές διεκδικήσεις, η συχνότητα, τα αιτήματα και η ένταση των απεργιών) από την ανασφάλεια της απασχόλησης και την πιθανότητα μείωσης του βιοτικού επιπέδου που συνεπάγεται ένα υψηλό επίπεδο ανεργίας και ένας μεγάλος χρόνος παραμονής στην ανεργία;
                Καμία από τις πιο πάνω ομάδες προβλημάτων δεν είναι ανεξάρτητη από τις λοιπές. Βεβαίως, το πολιτικό σύστημα φαίνεται να αγνοεί τόσο την ένταση, όσο και την έκταση του προβλήματος της ανεργίας, όπως και την πολλαπλότητα των συνεπειών της. Αντιθέτως, χρησιμοποιεί την ανεργία ως μηχανισμό διασφάλισης της παθητικής συναίνεσης, αλλά και ως ευκαιρία ανασύνθεσης και αναβίωσης παραδοσιακών και παρωχημένων μηχανισμών άγρας εκλογικής πελατείας (ΜΚΟ).
                Όμως, τι σημαίνει να είσαι άνεργος; Πώς αισθάνεται ένας εργαζόμενος που χάνει τη δουλειά του σε μια ηλικία που η εργασιακή αποκατάσταση είναι πιο δύσκολη από το να κερδίσει κάποιος το λαχείο; Ποιες συμπεριφορές εντέλλεται η βιωμένη ανεργία; Τι σημαίνει αυτό το τρομακτικό ποσοστό ανεργίας των νέων για την επαγγελματική τους ζωή;
                Ας εστιαστούμε σ΄αυτά τα ερωτήματα, όσο επιτρέπει ο χώρος.

2.            ΤΟ ΣΚΛΗΡΟ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑ
Η ανεργία δε θέτει σε κίνδυνο μόνο το επίπεδο διαβίωσης του άνεργου, καθώς στερείται των αναγκαίων χρηματικών πόρων που ήταν διαθέσιμοι διά του μισθού. Ακυρώνει τον χωρο-χρονικό διαχωρισμό που είναι σύμφυτος με την εμπέδωση της μισθωτής εργασίας ως κυρίαρχης κοινωνικής μορφής εργασίας. Ο διαχωρισμός του χώρου σε χώρο εργασίας και χώρο της ιδιωτικής ή δημόσιας ζωής, ο χωρισμός του χρόνου σε χρόνο αφιερωμένο στην εργασία έναντι αμοιβής και σε χρόνο «ελεύθερο», αφιερωμένο στις λοιπές υποχρεώσεις και καθήκοντα ουσιαστικά, ακυρώνεται για να αφήσει στη θέση του έναν ενιαίο χωρο-χρόνο, ο οποίος, αντί να διαθέτει στοιχεία ατομικής ελευθερίας, αποκτά τα χαρακτηριστικά του κενού. Εν μέρει γιατί ο «ελεύθερος» χρόνος και η επιτέλεση των καθηκόντων απαιτούν χρηματικούς πόρους για να αποκτήσουν περιεχόμενο στις σύγχρονες καταναλωτικές κοινωνίες.
                Ουσιαστικά, όμως, το κενό δεν μπορεί να καλυφθεί δια της κατανάλωσης, ακόμα και αν αυτή ήταν εφικτή. Η απόλυση ή η άρνηση πρόσληψης δηλώνουν με κατηγορηματικό τρόπο στον άνεργο και στον οικογενειακό και κοινωνικό του περίγυρο ότι η εργασία του δεν χρειάζεται στην οικονομία, ότι ο ίδιος είναι περιττός. Δεν υπάρχει θέση διαθέσιμη στην κοινωνία.
                Απαξίωση και απόρριψη. Το αίσθημα της απαξίωσης και της απόρριψης είναι βαθειά τραυματικό στον άνεργο. Οδηγεί σε ψυχικές διαταραχές, με κυριότερη την κατάθλιψη, όπως μελέτες ψυχιάτρων έχουν αποδείξει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930. Δεν είναι η εργασία του άχρηστη, είναι ο ίδιος άχρηστος. Να σημειώσω εν τάχει ότι η κρατούσα οικονομική θεωρία και η εφαρμοζόμενη πολιτική αντιμετωπίζουν τον άνεργο ως υπεύθυνο για την ανεργία. Να θυμίσω την έννοια του «απασχολήσιμου» και των νοηματικών συνεπαγωγών της. Η ενοχοποίηση του θύματος για να διασωθεί ο ένοχος δεν είναι ένα δικαστικό δράμα, χιλιοπαιγμένο στις δικαστικές αίθουσες και στην τέχνη, παίζεται καθημερινά και υπόγεια, αλλά κραυγαλέα και βοερά, στον δημόσιο λόγο. Ο άνεργος, άλλωστε, δεν μιλά δημοσίως, δεν έχει λόγο στα συνδικάτα, στην πολιτική, στον τύπο, στην τηλεόραση.
                Ο άνεργος ιδιωτεύει. Προσπαθεί να επιβιώσει λάθα. Στο κλειστό σπίτι, σε μακρινές διαδρομές που η συνάντηση με γνωστούς και συναδέλφους να είναι απίθανη, στη δημιουργία μιας εικονικής αναπαράστασης του εαυτού του, ενσυνείδητα ψεύτικης, ενός «δήθεν». Η οργάνωση της σχιζοφρένειας δεν είναι θέμα, επίσης, κινηματογραφικών ταινιών. Είναι η απτή πραγματικότητα.
                Τα σκληρά. Αλκοολισμός, ναρκωτικά, επιθετικότητα, διάλυση της οικογένειας. Περιθώριο. Ισορροπώντας σε τεντωμένο σκοινί, ο άνεργος, ανάμεσα στην ατομική του αξιοπρέπεια, όση διαθέτει και όση του έχει απομείνει, και στην ανάγκη επιβίωσης, διαισθάνεται ότι τα όρια μεταξύ του καλού και του κακού, του κοινωνικά αποδεκτού και του κοινωνικά μη αποδεκτού, έχουν γίνει ασαφή. Και αυτή η ασάφεια των ορίων καθιστά πρόσφορη τη διάβαση από το εδώ στο εκεί.

3.            ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΤΙ;
Η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει σήμερα προβλήματα τεράστια, καθώς στερείται των αναγκαίων θεσμικών μηχανισμών που υποδέχονται τα θύματα της ανεργίας. Δεν έχουμε επιδόματα ανεργίας, δεν έχουμε προνοιακά βοηθήματα, δεν έχουμε κοινωνικές υπηρεσίες, μειώνουμε την πρόσβαση στην εκπαίδευση, την υγεία και τη φροντίδα των απόμαχων. Αντί της καταστολής της ανεργίας επιλέγεται η καταστολή των ανέργων, των ενδεχομένων κινδύνων που συνεπάγεται για τη δημόσια τάξη αυτός ο τεράστιος αριθμός ανέργων. Πιστεύουν οι κρατούντες ότι η συνεκτικότητα της ελληνικής οικογένειας είναι ικανή να διαφυλάξει τα μέλη της από τη δοκιμασία της ανεργίας. Πλάνη μεγάλη. Η σύγχρονη ελληνική οικογένεια αδυνατεί πλέον να αναπληρώνει την ηχηρή απουσία της κοινωνικής πολιτικής.
                Η ανάγκη οι άνεργοι ως σύνολο και ως άτομα, καθένας ξεχωριστά, να αισθανθεί χρήσιμος στην κοινωνία ξανά, πολίτης με λόγο, άξιος σεβασμού από όλους μας, είναι τόσο προφανής. Ας είμαστε στο πλευρό τους. Η μάχη κατά της ανεργίας δεν είναι μόνο οικονομική, είναι πρωτίστως πολιτική και ηθική. Αλλιώς, ίσως, αύριο, να είμαστε κι εμείς και τα παιδιά μας, ένας ακόμα αριθμός στις στατιστικές καταγραφές της ανεργίας.          

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟ (2η Εκδοχή)

Η πολύ καλή δημοσιογράφος μου επιμελείται την εκπομπή Θηρία Ενήμερα μας γνωστοποίησε μέσω Facebook ένα νέο "άθλο" της νέας τεχνολογίας στο μικρό χωριό μας, τον πλανήτη Γη. Το Google streets, ή κάπως έτσι, δημοσιοποίησε τη φωτογραφία μιας γυναίκας που βγαίνει γυμνή από την πόρτα του σπιτιού της (στην πραγματικότητα, στην πίσω αυλή της) για να αντικρίσει έκπληκτη, και πανικόβλητη, τον φωτογραφικό φακό.
Εύλογοι οι συνειρμοί και οι αναλύσεις. Ζούμε σε μια κοινωνία που ο καθένας από μας, εκούσια ή ακούσια, είναι εκτεθειμένος σε κάθε πτυχή της προσωπικής του ζωής. Ο Μεγάλος Αδελφός διαθέτει τον πανοπτικόν οφθαλμό, όλα τα βλέπει, αλλά και όλα τα ακούει και, κυρίως, όλα τα αποθηκεύει. Και όλα είναι δυνητικά αξιοποιήσιμα σε έναν σημερινό ή αυριανό εκβιασμό ή "συναλλαγή", όπως λέγεται στους καλούς κύκλους, ή στη μεροληπτική αντιμετώπιση ατόμων που οι απόψεις τους δεν αρέσουν, που η συμπεριφορά τους προκαλεί την άρχουσα ηθική, που οι συνήθειές τους κρίνονται ως κατακριτέες.
Δε χρειάζεται να κουράσουμε πολύ το μυαλό μας για να ανασύρουμε πληθώρα υποθέσεων. Αρκεί να δούμε τις καθημερινές εφημερίδες, να παρακολουθήσουμε τις εκπομπές στην τηλεόραση. Από τα ροζ σκάνδαλα του Λευκού Οίκου ως τα κατορθώματα του Μπερλουσκόνι, από τις υποκλοπές του τηλεφώνου του τ. πρωθυπουργού της Ελλάδας ως τις βουτιές στην πισίνα του μεθυσμένου πρίγκιπα της κραταιάς, πλην γηραιάς, Αλβιόνος.
Άλλωστε, ο κανόνας ότι η ιδιωτική ζωή του άλλου δεν πρέπει να μας αφορά, έχει, ως κανόνας, τις κρίσιμες εξαιρέσεις του. Τα πολιτικά πρόσωπα, ως κατ΄εξοχήν και εξ ορισμού δημόσια πρόσωπα, είναι υπόλογα για τις ιδιωτικές πράξεις ή παραλείψεις τους, καθώς μαρτυρούν για το ατομικό τους ήθος. Η γυναίκα του Καίσαρα έπρεπε να μην είναι μόνον, αλλά και να φαίνεται στα μάτια των Ρωμαίων πολιτών, τίμια. Ο πολιτικά κυρίαρχος Περικλής αναγκάστηκε να υπερασπιστεί τη σχέση του με την Ασπασία στην Εκκλησία του Δήμου. Στα μικρά χωριά της Ρώμης και της Αθήνας όλοι γνώριζαν. Και οι κίνδυνοι για τους άρχοντες που προέτασσαν το ιδιωτικό σε βάρος του δημοσίου ήταν αυτονόητοι. 
Σήμερα ο σύζυγος ή ο σύζυγος, ο εραστής ή η ερωμένη, μπορούν να κερδοσκοπούν στο περιθώριο των δημόσιων λειτουργιών που ασκεί ο καλός ή η καλή υπουργός ή επίτροπος. Και αυτά είναι γνωστά, μόνο που δεν είναι κοινώς γνωστά, δεν τα ξέρουν όλοι. Η πληροφορία είναι ακριβή και πολύτιμη. Κυρίως είναι εξαργυρώσιμη. Ανταλλάσσεται με πολιτικές αποφάσεις, αναθέσεις, προνομιακή μεταχείριση. Αυτά τα βλέπουμε όλοι, τα ξέρουμε όλοι, ή τουλάχιστον, τα υποπτευόμαστε. Αλλά η απόδειξη δεν υπάρχει, αν και υπαρκτή. Αν δημοσιοποιηθεί, η ανταλλακτική της αξία χάνεται. 
Στη φωτογραφία του Google η άτυχη γυναίκα αναγκάζεται να γίνει δημόσιο θέαμα χωρίς να υπάρχει δημόσιο συμφέρον, πέραν από αδηφάγα ένστικτα. Κανενός από μας η ζωή δεν αλλάζει στο ελάχιστο από το αν είναι όμορφη ή άσχημη, λεπτή ή χονδρή, με μεγάλο στήθος ή με μικρό. Αλλάζει η δική της, ίσως, αισθανόμενη παγιδευμένη σ΄ένα βίαιο και απρόκλητο "αστείο", έχοντας να αντιμετωπίσει τη χλεύη ή τη συμπάθεια των οικείων και των γειτόνων.
Αν κάτι όφειλε να αλλάξει στη ζωή μας είναι να κατανοήσουμε αυτήν την έκφραση πανικού που αποτυπώνεται στο πρόσωπό της.
Ο ιδιωτικός χώρος καταλύεται, λοιπόν, μετατρέπεται σε δημόσιο. Τα όρια μεταξύ τους γίνονται όλο και λιγότερο σαφή. Για τον απλό άνθρωπο, όμως, μόνο, τον καθημερινό, αυτόν της διπλανής πόρτας, τον «ανώνυμο», κατά την αντιπαραθετική χρήση του «επώνυμου». Και αυτή η μετατροπή έχει όνομα: λέγεται ακραία εμπορευματοποίηση του ιδιωτικού χώρου, των προσωπικών μας στιγμών, των ευαισθησιών και συναισθημάτων μας, εν κατακλείδι, ολόκληρης της ζωής μας. Άνευ αξίας για το δημόσιο ως οντότητα, αποκτά την τρέχουσα ανταλλακτική αξία ως στιγμιαία εικόνα.
Ο καπιταλισμός, η αγορά προϊόντων και η αγορά εργασίας, οργάνωσε συστηματικά τον χωρο-χρονικό διαχωρισμό του ιδιωτικού και του δημόσιου μόνο για να τον καταλύσει.  

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ; ΜΙΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΓΕΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΤΡΕΧΟΥΣΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ

Το working paper του Φιλανδού συναδέλφου εξετάζει τη σχέση μεταξύ μεγέθους του ανδρικού μορίου και της ανάπτυξης (GNP).
Επισημαίνω ότι σκοπίμως γελιοποιεί την τρέχουσα οικονομική φιλολογία - και το κάνει καλά, με όλους της τους κανόνες.
Μια μικρή δικαίωση για μένα και το προ 20ετίας πόνημά μου για την Πολιτική Οικονομία της Ερωτικής Πράξης, που θα το βρήτε επίσης εδώ. 

http://www.scribd.com/doc/60297062/Male-Organ-and-Economic-Growth

Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΣΗΜΕΡΑ

Κείμενο γραμμένο πριν 20 χρόνια σχεδόν. Δυστυχώς τραγικά επίκαιρο. Γιατί οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι το κακό δεν έρχεται από τα "έξω". Το έχουμε ήδη προετοιμάσει, με πράξεις και παραλείψεις.

ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ, ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

Θεωρώ αναγκαίο, προκειμένου να ειπωθούν ορισμένα πράγματα έστω και με επιγραμματικό τρόπο, να κάνω μια εισαγωγική διάκριση. Ο τίτλος αυτής της θεματολογικής ενότητας περιλαμβάνει δύο έννοιες αμφίσημες: Τόσο η έννοια της διεπιστημονικότητας, όσο και η έννοια της εξειδίκευσης προσλαμβάνουν αντιθετικές σηματοδοτήσεις, τουλάχιστον σε πρακτικό επίπεδο. Δεν θεωρώ, δηλαδή, ότι υπάρχει μόνο μία αντιπαράθεση μεταξύ της "διεπιστημονικότητας" προς την "εξειδίκευση", αλλά ότι, σε αυξανόμενο βαθμό, μπορούμε να εντοπίσουμε αντιθετικές τάσεις στο εσωτερικό αυτών των χώρων. Θα δηλώσω εξ αρχής τις αντιθετικές τάσεις που χαρακτηρίζουν την έννοια της εξειδίκευσης για να περιορισθώ σε μία μόνο παρατήρηση αργότερα ως προς την διεπιστημονικότητα.
            Νομίζω ότι μπορούμε βάσιμα να υποστηρίξουμε ότι με την έννοια εξειδίκευση περιλαμβάνουμε αφ' ενός την ειδικευμένη γνώση στα πλαίσια ενός επιστημονικού κλάδου, αφ' ετέρου την επαγγελματική γνώση, δηλαδή το σύνολο των θεωρητικών γνώσεων, τεχνικών και πρακτικών που προετοιμάζουν ή και εξασφαλίζουν την άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος. Αν και υπάρχει μια κάποια επικάλυψη, θέλω να σημειώσω ότι οι δύο αυτές χρήσεις της έννοιας δεν είναι ταυτόσημες. Είναι χρήσιμο, επομένως, να γνωρίζουμε για ποιά ακριβώς έννοια "εξειδίκευσης" μιλάμε σήμερα και να την ορίζουμε ρητά.
            Σε σχέση με την διάκριση αυτή και για να διευκολύνω την σύντομη ανάπτυξη των απόψεών μου θα ήθελα να παρουσιάσω μιά παρατήρηση εμπειρικού χαρακτήρα, μιά θέση που φαίνεται να προκύπτει από την παρατήρηση, μια θέση ερμηνευτική και συνάμα πολιτική, και την αντίκρουση αυτής της θέσης.
            Πρώτα η παρατήρηση: Το εκπαιδευτικό σύστημα σε όλες τις βαθμίδες του υπόκειται σε μια γενικευμένη κριτική. Οι επικρίσεις προς το εκπαιδευτικό σύστημα εμφανίζονται σε όλες τις χώρες, ιδιαίτερα στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, και προέρχονται από το σύνολο των εχόντων λόγο για τα σχετικά ζητήματα: κυβερνήσεις, κόμματα, ΜΜΕ, και ειδικοί επιστήμονες παραδέχονται και επισημαίνουν την κρίση του εκπαιδευτικού συστήματος εδώ και αρκετά χρόνια. Η επίκριση που του απευθύνεται, συνήθως, τονίζει την αναντιστοιχία μεταξύ των γνώσεων που παρέχει και του είδους του εργατικού δυναμικού που καταρτίζει σε σχέση με τις ανάγκες μιας μεταβαλλόμενης, δηλαδή δυναμικής, αγοράς εργασίας.
            Η θέση που προκύπτει από αυτή την παρατήρηση φαίνεται να εξαντλεί την ανάλυση της κρίσης του εκπαιδευτικού συστήματος σε μια άρνηση εκσυγχρονισμού. Η αγορά εργασίας είναι το δυναμικό σύστημα που εξελίσεται ακολουθώντας τις μεταβολές στην παραγωγή και την τεχνολογία, ενώ το εκπαιδευτικό σύστημα παραμένει στάσιμο και απροσάρμοστο. Προς ενίσχυση αυτής της κριτικής γίνεται επίκληση μιας αυξανόμενης την τελευταία δεκαετία φιλολογίας για την αγορά εργασίας και την ανεργία, που θεωρεί την ανεργία ως, κατά κύριο λόγο, διαρθρωτική, οφειλόμενη στην αναντιστοιχία μεταξύ των προσόντων και των δεξιοτήτων των ανέργων και των αναγκών που καθορίζει η παραγωγή.
            Ως μόνη λύση προτείνεται η άρση αυτής της στασιμότητας, η προώθηση της προσαρμοστικότητας του εκπαιδευτικού συστήματος, αυτό, δηλαδή, που ονομάσθηκε "επιχειρηματική κατεύθυνση" του πανεπιστημίου ή τάση επαγγελματοποίησης της εκπαίδευσης γενικότερα.
            Σε ό,τι αφορά την τριτοβάθμια και, ειδικότερα, την πανεπιστημιακή εκπαίδευση η πιο πάνω λύση σημαίνει δύο συμπληρωματικές κατευθύνσεις: Πρώτον, την άμεση εμπλοκή της πανεπιστημιακής έρευνας με την επιχειρηματική έρευνα, τόσο την βασική, όσο και την έρευνα ανάπτυξης, γεγονός που επιφέρει, ή μάλλον, επιτείνει το γεωγραφικό και ενδοπανεπιστημιακό καταμερισμό του είδους και της ποιότητας της πανεπιστημιακής έρευνας με συνακολουθες επιπτώσεις στην ανάπτυξη της ερευνητικής δραστηριότητας κατά τομέα και ίδρυμα. Η τάση που προκύπτει είναι η διεύρυνση των ανισοτήτων μεταξύ των ιδρυμάτων και μεταξύ ερευνητικών χώρων μέσα στα ιδρύματα. Εν προκειμένω, η ανάλυση του τρόπου συγκρότησης των ερευνητικών ομάδων, της θεματολογίας και του εσωτερικού καταμερισμού εργασιών στα πλαίσια των προγραμμάτων διαπανεπιστημιακής συνεργασίας που προωθούνται από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και διαφωτιστική. Προσωπικά πιστεύω ότι μια τέτοια ανάλυση θα επιβεβαίωνε την άποψη που διαισθητικά - αν και όχι απόλυτα διαισθητικά - υποστηρίζω εδώ. Αλλά, στο ζήτημα αυτό δεν θα επεκταθώ.
            Δεύτερον, και αυτό αφορά το έτερο σκέλος της παραγωγής του πανεπιστημίου, η προτεινόμενη λύση υποστηρίζει την παραγωγή καταλλήλων ειδικοτήτων, δηλαδή ανθρώπων με γνώσεις που ζητούνται στην αγορά εργασίας. Στην Ελλάδα, αλλά και στα ξένα πανεπιστήμια, αυτό έχει σημάνει δύο πού συγκεκριμένα πράγματα: Αύξηση των εξειδικεύσεων σε προπτυχιακό επίπεδο και δημιουργία νέων γνωστικών αντικειμένων με σαφή επαγγελματικό προσανατολισμό σε πανεπιστημιακό επίπεδο.
            Νομίζω ότι σε σχέση με τα νέα γνωστικά αντικείμενα έχει προκύψει μια νέα πρακτική εφαρμογή της διεπιστημονικής γνώσης που ελάχιστα έχει απασχολήσει τον πανεπιστημιακό χώρο, αν και, πιστεύω, ότι είναι ένα εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα. Θα επανέλθω αμέσως σ' αυτό, αφού προσπαθήσω να στοιχειοθετήσω την αντίθεσή μου στην πιο πάνω θέση.
            Θα υποστηρίξω ότι η θέση της αναντιστοιχίας μεταξύ παραγομένων γνώσεων στο πανεπιστήμιο και αναγκών της αγοράς είναι λανθασμένη και ως προς την ερμηνεία που δίνει στην κρίση, ή, πιο σωστά, στην γενικευμένη αμφισβήτηση, του εκπαιδευτικού συστήματος και ως προς τις πολιτικές λύσεις που συνεπάγεται.
            Η ερμηνεία είναι λανθασμένη γιατί αντιλαμβάνεται τον χώρο της εκπαίδευσης σαν να ήταν ένα αυτόνομο σύστημα, πλήρως ανεξάρτητο από την παραγωγική δομή και την κοινωνική δυναμική, το οποίο, όμως, υπόκειται σε λειτουργικό καθορισμό από την αγορά εργασίας. Μ' άλλα λόγια, το εκπαιδευτικό σύστημα θεωρείται ως ένας ειδικός και ανεξάρτητος μηχανισμός παραγωγής δεξιοτήτων και γνώσεων προορισμένων να τύχουν άμεσης αξιοποίησης στην παραγωγική διαδικασία. Το εκπαιδευτικό σύστημα θεωρείται ως ένα σύστημα παραγωγής επαγγελμάτων, γεγονός που περιορίζει εξαιρετικά τον ρόλο του στην συνολική διαδικασία κοινωνικής αναπαραγωγής. Το εκπαιδευτικό σύστημα όντως προσδιορίζει επαγγελματικές κατηγορίες, δεν υπάρχει αμφιβολία γι' αυτό, αλλά αυτός ο προσδιορισμός ούτε αποτελεί την μοναδική λειτουργία του, ούτε γίνεται στη βάση μιας μονοσήμαντης αντιστοίχησης. Στο βαθμό που το εκπαιδευτικό σύστημα προσδιορίζει επαγγέλματα, αυτό γίνεται βάσει ενός αρνητικού ορισμού, ενός αποκλεισμού, των δυνατοτήτων άσκησης του επαγγέλματος: Το πτυχίο, και αυτό ισχύει μόνο για ορισμένα επιστημονικά επαγγέλματα, αποκλείει άτομα που δεν το κατέχουν από το να ασκήσουν το επάγγελμα, δεν συνεπάγεται, όμως, de facto άσκηση του επαγγέλματος απο τους πτυχιούχους. Το αν το επάγγελμα θα ασκηθεί ή όχι από τον πτυχιούχο εξαρτάται από μια πληθώρα παραγόντων που προσδιορίζουν τις δυνατότητες πρόσβασής του σε συγκεκριμένες θέσεις απασχόλησης και κυρίως εξαρτάται από την δυναμική της δομής απασχόλησης. Αν η δομή της απασχόλησης συρρικνώνεται ή, έστω, δεν αναπτύσσεται με ικανοποιητικούς ρυθμούς, αν οι σχέσεις των τμημάτων που την αποτελούν και η συνολική δυναμική είναι δυσμενής για την απασχόληση πτυχιούχων γενικώς ή ορισμένων πτυχιούχων, το πρόβλημα δεν αφορά το εκπαιδευτικό σύστημα ή, πάντως, το αφορά σε περιορισμένο βαθμό. Αντίθετα, η επικρατούσα άποψη καταλήγει σε μια μετατόπιση της κρίσης από μια κρίση εντοπισμένη στην οικονομική δυναμική σε μια, μερική, κρίση ενός θεσμού, σε μια εξωτερίκευση των μηχανισμών κρίσης από τον χώρο της οικονομίας στον χώρο της εκπαίδευσης.
            Η επικρατούσα τάση επαγγελματοποίησης της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης το μόνο που καταφέρνει είναι ουσιαστικά να δημιουργεί μια μόνιμη κατάσταση κρίσης στο εκπαιδευτικό σύστημα και ειδικότερα στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Πρόκειται για την τεχνητή δημιουργία μιας κρίσης νομιμοποίησης του ρόλου και των θεσμών της εκπαίδευσης και μάλιστα στο όνομα της αντιμετώπισης μιας υποτιθέμενης κρίσης λειτουργικότητας.
            Αλλά ακόμα και αν δεχθούμε αυτή την αντίληψη για τον ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος και του πανεπιστημίου ως μηχανισμού παραγωγής επαγγελμάτων, αν εξετάσουμε τις μεταβολές που εμφανίζονται στην οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας, η τάση για μεγαλύτερη εξειδίκευση σε προπτυχιακό, τουλάχιστον, επίπεδο είναι ελάχιστα δικαιολογημένη. Οι μεταβολές στην οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας για τα επαγγέλματα που προϋποθέτουν πανεπιστημιακή μόρφωση δεν φαίνεται να οδηγούν στην ένταση των εξειδικεύσεων, αλλά στην συγκέντρωση των καθηκόντων στα ανώτερα και στα μεσαία στρώματα της ιεραρχίας. Οι μεταβολές στις τεχνικές φαίνεται να επηρεάζουν περισσότερο τον τρόπο εργασίας των στελεχών, παρά των απλών εργαζομένων, και οι απαιτήσεις είναι για την παραγωγή στελεχών που μπορούν να αναλάβουν μια πληθώρα καθηκόντων ταυτόχρονα, παρά εξειδικευμένων σε ένα τομέα.
            Αυτή η παρατήρηση μας οδηγεί στα ζητήματα της διεπιστημονικότητας. Νομίζω ότι δεν απέχω πολύ από την πραγματικότητα όταν υποστηρίζω ότι. μέχρι σήμερα, η διεπιστημονική γνώση πρακτικά έχει θεωρηθεί ως παραθετική αντιμετώπιση των προβλημάτων και δεν έχει οδηγήσει στην συνθετική αντίληψη της πραγματικότητας. Μιλώντας αυστηρά για τις κοινωνικές επιστήμες, η έννοια της διεπιστημονικότητας έχει στρεβλωθεί σε σημείο να σημαίνει την επιλεκτική χρήση, συχνά, αντιφατικών θεωριών και πορισμάτων που προέρχονται από διάφορους γνωστικούς χώρους, παρά την ανάλυση του ενιαίου κοινωνικού γεγονότος, το αίτημα για μια ενιαία κοινωνική επιστήμη. Ο παραθετικός και ασύνδετος χαρακτήρας των "γνωστικών" αντικειμένων εμφανίζεται με ιδιαίτερη ένταση στα νέα τμήματα που δημιουργούνται αφ' ενός ως αποτελέσματα της τάσης επαγγελματοποίησης του πανεπιστημίου και αφ' ετέρου με την de facto αναγνώρισή του διεπιστημονικού χαρακτήρα των νέων τμημάτων. (Νομίζω ότι είναι αρκετά σαφές ότι τα νέα τμήματα, όσα τουλάχιστον ιδρύονται σε παλαιά πανεπιστημιακά ιδρύματα, εμφανίζουν ένα διεπιστημονικό αντικείμενο σπουδών).
            Ερχομαι, συνεπώς, σε ένα κρίσιμο ζήτημα που δεν αφορά μόνο τα νέα τμήματα, αν και σε αυτά ίσως το πρόβλημα να είναι πιό σοβαρό. Στο ελληνικό πανεπιστήμιο συναντάμε την μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης εξειδικευμένων μαθημάτων σε προπτυχιακό επίπεδο. Αυτό ισχύει τόσο για τα υποχρεωτικά, όσο και για τα κατ' επιλογή μαθήματα που προσφέρονται. Ο μεγάλος όγκος εμφάνισης των εξειδικευμένων μαθημάτων στα προγράμματα σπουδων κατά κανόνα γίνεται με τον περιορισμό του χρόνου διδασκαλίας των βασικών μαθημάτων κάθε επιστημονικού αντικειμένου - και όχι, κατ' ανάγκη, με το περιορισμό των μαθημάτων που στοχεύουν στην απόκτηση τεχνικών. Θεωρώ ότι το σημείο καμπής εμφανίζεται με την εφαρμογή του προηγούμενου νόμου για τα ΑΕΙ, του 1268/82. Η μετατροπή του ετησίου μαθήματος σε εξαμηνιαίο, δεν μείωσε μόνο τον χρόνο διδασκαλίας, αλλά έχει εξαφανίσει κυριολεκτικά τον αναγκαίο χρόνο εμπέδωσης του μαθήματος. Πριν, λοιπόν, περατωθεί μια ασθμαίνουσα διδασκαλία, χωρίς δυνατότητα επισκοπήσεων, ασκήσεων, επαναλήψεων κλπ οι φοιτητές καλούνται σε εξετάσεις σε βασικά μαθήματα (έξη κατα μέσο όρο σε κάθε εξάμηνο, δώδεκα ετησίως) το οποία καλούνται όχι μόνο να έχουν μάθει ώστε να ικανοποιήσουν τα κριτήρια των εξεταστών, αλλά και να έχουν ανακαλύψει τη σχέση με μια πληθώρα επιλογών και εξειδικευμένων μαθημάτων που προσφέρονται στη συνέχεια. Αν προσθέσουμε και την σύνηθη παραθετική διεπιστημονικότητα καταλήγουμε σε ένα χάος και σε μια απορία που εσφαλμένα αποδίδεται στους φοιτητές. Πρόκειται για το χάος του προγράμματος σπουδών και την απορία των διδασκόντων.
            Είπα προηγουμένως ότι η καμπή εμφανίζεται με την καθιέρωση των εξαμήνων. Πιό σωστά, με την κατάργηση της έδρας. Οχι γιατί θα συνηγορήσω υπέρ του θεσμού της έδρας, αλλά γιατί έχω την ευκαιρία να αναφέρω άλλη μια κοινοτυπία, χρήσιμη όμως, εφ' όσον θέλουμε να την ξεχνάμε. Και μ' αυτή να ολοκληρώσω την αντίκρουση της επικρατούσας αντίληψης για την κατεύθυνση που οφείλει να πάρει το πανεπιστήμιο. Σε πρακτικό επίπεδο οι προσπάθειες μεταρρύθμισης του πανεπιστημιακού χώρου εξαντλούνται σε διοικητικές μεταβολές που αγνοούν την εσωτερική δυναμική του πανεπιστημίου και του εκπαιδευτικού συστήματος, τις εσωτερικές αντιφάσεις και τον σύνθετο τρόπο με τον οποίο εσωτερικεύει ο χώρος της εκπαίδευσης τις κοινωνικές αντιφάσεις και την κοινωνική κρίση. Ο νόμος 1268/82 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα προς μελέτη, αλλά θα αρκεσθώ εδώ σε ένα σημείο που σχετίζεται ευθέως με τα πιό πάνω: Η κατάργηση της έδρας είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στην θέση της όχι μια συλλογικότητα, όπως μπορούσε να ήταν ο τομέας, αλλά ένας αστερισμός αυτόνομων "εδρών", ιδιαίτερα για τα ζητήματα που σχετίζονται με το πρόγραμμα σπουδών. Αποτέλεσμα ήταν η περιστολή των βασικών μαθημάτων, που αν και αναγκαία είναι "βαρετά" και εκτός των ερευνητικών ενδιαφερόντων, η πληθωρική ανάδειξη εξειδικευμένων μαθημάτων, η έλλειψη συνοχής των προγραμμάτων. Αποτέλεσμα να διδάσκουμε στα πανεπιστήμια πορίσματα ερευνών, αλλά όχι πώς φθάνουμε στα πορίσματα αυτά, να περιγράφουμε τις θεωρίες χωρίς να τις αναλύουμε, χωρίς να εντοπίζουμε ποιές είναι οι αναφορές και οι προϋποθέσεις των επιστημών μας, αρκούμασθε στην παράθεση χωρίς την σύνθεση, χωρίς να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις μιας κριτικής αντιμετώπισης της θεωρίας και των πορισμάτων της.
            Αυτό, θεωρώ, ότι είναι το μείζον πρόβλημα, γιατί ουσιαστικά δημιουργούμε πτυχιούχους που εξοπλίζονται μόνο με τεχνικές στατιστικού χαρακτήρα και κάποια ασύνδετα συμπεράσματα σύγχρονων ερευνητικών προγραμμάτων. Πάντως, φοβάμαι, ότι δεν τους εξοπλίζουμε με την αναγκαία προσαρμοστικότητα που θα τους επιτρέψει μια μεγαλύτερη ευελιξία στην επαγγελματική τους ζωή. Κατά κάποιο τρόπο η έμφαση στην επαγγελματοποίηση του πανεπιστημίου ενδέχεται να οδηγήσει στην ακόμη μεγαλύτερη κρίση επαγγελματικής αποκατάστασης των αποφοίτων του.

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

ΛΥΚΟΣ ΛΥΚΟΣ


Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα ταλαίπωρο χωριό της ελληνικής υπαίθρου, έφθασε ένας μάγκας λύκος. Γνώστης όλων των κανόνων της επικοινωνίας και της ψυχολογίας του πλήθους, κατάλαβε ότι η επιβίωσή του, δηλαδή, το να τρώει που και που κανένα χωρικό, εξαρτιόνταν από την εκμετάλλευση των αδυναμιών των υποψήφιων θυμάτων του. Λυκοφαγωμένοι αυτοί από παλιά, όρμαγαν μόλις ένοιωθαν λύκο κοντά και τον καθάριζαν με λοστάρια, πέτρες και αξίνες, χωρίς ιδιαίτερες διαδικασίες και οικολογικές ευαισθησίες. Και τα όσα είχαν περάσει τους είχαν αναπτύξει και ένα είδος αλληλεγγύης: μόλις ένας από αυτούς κινδύνευε, έτρεχαν όλοι.
Μεγάλο πρόβλημα, δύσκολη η λύση. Καθόταν ο λύκος και μελετούσε, σχεδίαζε, άλλαζε, ξαναοργάνωνε την τακτική του. Κατέληξε, λοιπόν, στο εξής σχέδιο. Βρήκε μια σπηλιά λίγο μακριά από το χωριό, στενή και σκοτεινή. Μπήκε μέσα, κρύφτηκε ώστε να μη φαίνεται καθόλου, και, τι μορφωμένος λύκος θα ήταν, έβγαλε κραυγή μεγάλη στ’ ανθρώπινα:
ΛΥΚΟΣ - ΛΥΚΟΣ
Άκουσε τη φωνή ένας φουκαράς χωρικός που πήγαινε στο χωραφάκι του, σκέφτηκε: Ρε γαμώ το, ξανάλθαν οι λύκοι στο χωριό, βούτηξε την τσάπα του και έτρεξε να καθαρίσει. Μπήκε στη σπηλιά, σκοτάδι πίσσα, ώσπου να συνηθίσουν τα μάτια του, είχε φαγωθεί, πάει καλά του.
Του άρεσε του λύκου η φτιάξη, όταν τον έκοβαν οι πείνες, περίμενε να μείνει εκεί κοντά ένας χωρικός και έβαζε τις φωνές: ΛΥΚΟΣ - ΛΥΚΟΣ. Τι γινόταν μετά είναι εύκολο να το καταλάβετε.
Πέρασαν χρόνια και καιροί. Γέρασε ο Λύκος, ήρθε άλλος στο θέση του, έμαθε το κόλπο κι αυτός, άρχισε τις πρακτικές εφαρμογές. Κάθε τρεις και λίγο κι ένας κάτοικος του χωριού γινόταν γεύμα στο τραπέζι του Λύκου.
Στο χωριό άρχισαν να οργίζονται. Ρε τι γίνεται εδώ; Πώς λιγοστεύουμε συνέχεια; Πού είναι οι άνδρες μας, οι γυναίκες μας, τα παιδιά μας, οι γείτονες; Μερικοί σκέφτηκαν να στήσουν ενέδρες, άλλοι να ρίξουν μια μούντζα και να φύγουν για πάντα, άλλοι τα έβαλαν με τον κοινοτάρχη, το δασοφύλακα, τον παπά και το δάσκαλο, κάποιοι άλλοι μιλούσαν για τον παλιό καιρό που στο βορρά υπήρχαν κυνηγοί ειδικευμένοι στην καταπολέμηση του λύκου, σχετικά απομονωμένο το χωριό, ούτε φως, ούτε τηλέφωνο , δεν έμαθαν ότι οι κυνηγοί έθρεφαν λύκους και μια ωραία μέρα κάναν ένα έτσι οι λύκοι, παν οι κυνηγοί, μαντάρα και το χωριό τους, άστα να πάνε. Κι όσο οι χωριάτες τσακώνονταν, όλο και λιγόστευαν.
Μετά άρχισαν και οι παραλογισμοί. «Θεία τιμωρία ο λύκος» , είπαν μερικοί. «Μας τιμωρεί ο Θεός γιατί δε νηστεύουμε Τετάρτες και Παρασκευές». Άλλοι το είδαν πιο αγωνιστικά: «Επειδή τρώμε πολύ, χάσαμε την ευκινησία και την αγωνιστικότητά μας. Χρειάζεται σκληρή πειθαρχία, επιστροφή στις παραδόσεις και στα ιδεώδη του χωριού». Κάποιοι κουτοπόνηροι έβαλαν τα μεγάλα μέσα. Σου λέει, «συντοπίτης μας ο Λύκος, δε μπορεί, θα νοιάζεται για το χωριό. Τι πρέπει να κάνουμε; Να τον προσεγγίσουμε, να του μάθουμε καλούς τρόπους, να του δείξουμε το σωστό».
Ξεκίνησαν αυτοί οι τελευταίοι, άλλος μόνος, άλλοι παρέα - παρέα από δυο τρεις νοματαίους, πήγαν μόνοι τους στο στόμα του λύκου. Κανένας δεν τους ξανάδε, μόνο ένας δυο έβγαιναν που και που, μόνο τα κεφάλια τους, χωρίς σώματα, αιωρούμενα πάνω από τα μαύρα δέντρα του δάσους και με γουρλωμένα μάτια, γεμάτα ένταση, ανοιγόκλειναν τα στόματα και έβγαζαν άναρθρους ήχους. Α, ναι, μια τη γλύτωσε: Η Μαρία η Φαρμάκω, όπως την έλεγαν στο χωριό, γιατί όποιος είχε σχέση μαζί της πέθανε πριν περάσει βδομάδα. Οι φήμες λέγανε ότι ο Λύκος μύρισε το φαρμάκι στο αίμα της και έκανε συμφωνία μαζί της: την έστειλε σε ένα ποτάμι μακρινό να του ψαρεύει ψάρια.
Ο κόσμος άρχισε και αγανακτούσε, εν τω μεταξύ. Και εκεί που λέγαν να κάνουν μπραφ και να περιποιηθούνε το Λύκο, να σου και εμφανίζεται στο χωριό μια νέα αγέλη Λύκων. Αρχηγό είχαν ένα νεαρό λύκο, γελαστό και έξω καρδιά, που άρχισε τις υποσχέσεις. «Ακούστε», είπε. «Αυτός ο άρπαγας σας τρώει το βιος, σας τρώει και εσάς τους ίδιους. Εγώ και η φαμίλια μου θα τον διώξω. Και σας υπόσχομαι ότι εμείς είμαστε άλλου είδους λύκοι. Τρώμε μόνο ζώα επιβλαβή για σας. Ποτέ οικόσιτα. Όσο για ανθρώπινο κρέας, και μόνο η μυρωδιά του μας αηδιάζει».
Σκέφτηκαν λίγο οι χωριάτες, είχαν γεμίσει και τα χωράφια αρουραίους που τρώγαν ότι φύτρωνε, παλικαράδες δεν ήταν να κάνουν μόνοι τη δουλειά, άντε, του’ πανε, όρμα και βλέπουμε.
Έφυγε λοιπόν κακήν κακώς ο παλιός λύκος, ήρθε να η νέα αγέλη. Καλά πήγε για λίγο καιρό, μετά άρχισαν οι βουτηχτές: μια κότα στην αρχή, ένα αρνί μετά, κάτι κατσίκια που δεν τους είχε διαβάσει η μαμά τους το σχετικό παραμύθι, φθάσαμε και στους ανθρώπους. Ο αρχηγός λύκος είχε εν τω μεταξύ χοντρύνει, είχε γίνει τεράστιος, στην αγέλη τον κορόϊδευαν, είχε χάσει τον έλεγχο. Απελπισία οι χωριάτες. Αυτοί δεν έστηναν παγίδες και λύκος - λύκος και τέτοια. Έτρωγαν στην ψύχρα. Και οι αρουραίοι πολλαπλασιαζόντουσαν με εκθετική πρόοδο, όπως το είχε προβλέψει, άλλωστε, κι ο Μάλθος, μπερδεύοντας λίγο τα είδη θηλαστικών.
Πέρασε λίγος καιρός, να’ σου μια νέα αγέλη λύκων. Μοιάζαν με τους παλιούς, αλλά κάτι είχαν κάνει κι έδειχναν άλλοι. Αρχηγό είχαν ένα γέρικο σχετικά λύκο, που οι άλλοι τον φώναζαν «το παιδί», θεός ξέρει γιατί. Το παιδί πήγε στο χοντρολύκο. «Αρκετά φάγατε», είπε με ευφράδεια. «Ήρθε η σειρά μου». Ο χοντρολύκος μισοκοιμόταν κι είπε να γυρίσει πλευρό να συνεχίσει τον ύπνο, αλλά βαρέθηκε κι έμεινε εκεί να κοιτάει με τα τρία τέταρτα των ματιών κλειστά. «Σήκω ρε να παλέψουμε», είπε το παιδί και πήρε στάση μαχητή κουνγκ φου. «Δεν είσαι καλά», είπε ο χονδρολύκος και ολισθαίνοντας πάνω στην συρόμενη στο έδαφος κοιλιά του την έκανε με βαριά βήματα.
Οι νέοι λύκοι ήταν όμως παλιάς κοπής. Ήξεραν όλα τα παλιά κόλπα και μερικά καινούργια ακόμα. Οι φήμες λέγανε ότι κατά την απουσία τους ταξίδεψαν σε μέρη μακρινά και έμαθαν  νέα πράγματα φοβερά και τρομερά. Πάντως είτε τα έφεραν από έξω, είτε ήταν στο αίμα τους, αυτό που γινόταν ήταν σκέτος εφιάλτης. Γέροι, νέοι και παιδιά είχαν παραδοθεί στις ορέξεις της αγέλης. Έντρομοι οι άνθρωποι κλειδώθηκαν στα σπιτάκια τους και έτρεμαν για το τι θα τους συμβεί. Και το παιδί, ίσως από συνήθεια, ίσως μιμούμενο τους προγόνους του, έμπαινε συχνά στη σπηλιά και φώναζε με φωνή επιτηδευμένα παιδική: ΛΥΚΟΣ - ΛΥΚΟΣ.
Έγινε το έλα να δεις μετά. Οι λύκοι μπήκαν μέσα στο χωριό και τρώγαν ό,τι κυκλοφορούσε. Κάθε οικογένεια είχε τουλάχιστον ένα νεκρό ή χαμένο για πάντα. Απόλυτη καταστροφή.
Μέχρι που… Να μέχρι που κάτι πιτσιρικάδες, λιμασμένοι από την πείνα, πήραν σφεντόνες, ανέβηκαν στα κεραμίδια και άρχισαν τον πετροπόλεμο. Και θες η τέχνη του πετροπόλεμου, θες η πείνα που έβαζε φωτιές, θες η θεία δίκη, κάθε πέτρα έβρισκε στόχο. Κουτσάθηκε ο ένας λύκος, τυφλώθηκε ο άλλος, σπάσανε τα δόντια του τρίτου, άλλος έτσι, άλλος αλλιώς, η αγέλη ήταν σε αποσύνθεση. Και πάνω που η προηγούμενη αγέλη, με νέο ορεξάτο αρχηγό, ήταν έτοιμη να ξαναμπεί στο παιγνίδι, οι πόρτες των σπιτιών άνοιξαν, νέοι, γέροι, παιδιά, άνδρες και γυναίκες όρμησαν έξω με μαγκούρες, τσάπες, κλαδευτήρια και μπλάστρες. Πήραν στο κυνήγι τους λύκους, άλλους σκότωσαν, άλλους έπνιξαν στο ποτάμι, άλλους τους έγδαραν και άλλους τους έκοψαν ουρές και αυτιά και τους άφησαν να γυρίζουν στις ερημιές, να τους βλέπουν οι άλλες αγέλες και να αλλάζουν δρόμο.
Κι ενώ το χωριό ετοιμαζόταν για τη μεγάλη γιορτή της σωτηρίας, καθώς έπεφτε το σκοτάδι μια φωνή παιδιού ακούστηκε: ΛΥΚΟΣ - ΛΥΚΟΣ. Άρπαξαν ξανά τα αυτοσχέδια όπλα και χύθηκαν ξανά όλοι στα δάσος. Η κραυγή ερχόταν από την καταραμένη σπηλιά, αυτή τη φριχτή παγίδα, όπου τόσοι δικοί τους μαρτύρησαν. Έριξαν δάδες μέσα και τη φώτισαν καλά και μπήκαν μέσα ,με προσοχή.
Πάνω σ’ ένα σωρό κόκαλα καθόταν ο Λύκος Παιδί και κραύγαζε ΛΥΚΟΣ - ΛΥΚΟΣ. Κάποιοι τον περιέγραψαν κωμικό, ο πιο αστείος λύκος που είδαν ποτέ. ¨Άλλοι, πιο παρατηρητικοί μιλούσαν μετά για το κενό βλέμμα, για τα μάτια που κοίταζαν, αλλά δεν έβλεπαν. Το κεφάλι που παλούκωσαν στην πλατεία εκείνο το ίδιο βράδυ, ούτε έβλεπε, ούτε άκουγε, ούτε μιλούσε, στα σίγουρα.
Ένα παραμύθι σας είπα, σαν εκείνα που μου έλεγε η γιαγιά μου χειμωνιάτικα πρωινά, καθώς βουτούσε κομμένες φετούλες στο βαρύ γλυκό καφέ της και έψηνε λουκάνικα στην ξυλόσομπα για να φάει το πρωταγγόνι της. Τώρα προπονούμαι για παππούς, ελπίζω όχι σύντομα, και, όπως ξέρουν οι κόρες μου, μ’ αρέσει να μπερδεύω παραμύθια, φαντασίες και αλήθειες στην ίδια ιστορία, πράγμα απαράδεκτο για τα παιδιά που θέλουν ευθείες διηγήσεις με ηθικά διδάγματα. Αλλά εσείς, μεγάλα παιδιά, ξέρετε ότι δεν κινδυνεύετε από τα παραμύθια μου, ούτε καν υπάρχουν λύκοι. Ούτε και ηθικά διδάγματα.
                

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΤΗ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ, ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΔΡΟΜΟΣ…


Θα θυμάστε, βεβαίως, τον διαβόητο Στρως Καν να μιλάει «στο πόπολο σαν τον ναυαγοσώστη» που έλεγε παλιά και ο Σαββόπουλος (πριν αναλάβει ο ίδιος την άσκηση της ναυαγοσωστικής). Μιλούσε ως θεράπων ιατρός, δίνοντας απλόχερα αλάνθαστες συνταγές, εκτελώντας ακριβείς (και ακριβούς) ακρωτηριασμούς, κόβοντας τούτο και ράβοντας το άλλο. Τότε τον είχα πει τσαρλατάνο: οι «συνταγές» του δεν έβγαιναν από την επιστημονική γνώση των οικονομικών, αλλά από βιβλία μεσαιωνικής αλχημείας.
            Να που οι εξελίξεις μας αναγκάζουν να αλλάξουμε την ιατρική ρόμπα με το σκούφο του μάγειρου. Όχι μόνον γιατί η πολιτική σκηνή έχει γίνει μια προφανής κουζίνα και τα μαγειρέματα δίνουν και παίρνουν. Αλλά γιατί η απόλυτη αποτυχία του Μνημονίου, ως προς τους ρητά δηλωμένους στόχους του, εύκολα μπορεί να μεταφερθεί στο χώρο της μαγειρικής: από τη μαγγανεία στα μαγειρεία, μια ανάσα δρόμος.
            Ό,τι απέτυχε το μνημόνιο ως προς την επίτευξη των στόχων που ρητά έθεσε, δεν αμφιβάλει κανένας πια, ούτε οι θερμότεροι και οι ανοητότεροι των υποστηρικτών του. Και επειδή, ως γνωστόν, η επιτυχία έχει πολλούς πρόθυμους πατεράδες, αλλά η αποτυχία κανέναν πρόθυμο να αποδεχθεί την πατρότητα, η κυβέρνηση συγκλονίζεται από το καταλυτικό δίλημμα: Ήταν λάθος η πολιτική ή λάθος η εφαρμογή της; Με άλλα λόγια, φταίει η συνταγή ή ο μάγειρος;
            Νομίζω ότι η αναλογία είναι και ακριβής και χρήσιμη. Διότι η κυβέρνηση (και όχι μόνον) σπαράσσεται κυριολεκτικά από το δίλημμα: Από τη μια οι Χρυσοχοίδης, Διαμαντοπούλου, Λοβέρδος και λοιπές ακραίες νεοφιλελεύθερες φιλοδοξίες, από την άλλη η Κατσέλη – Αρσένη, Ρέππας και Καστανίδης, με τον Βενιζέλο να επιδεικνύει τον αδυναμία του και αντάρτικο να οργανώσει με επιτυχείς ελιγμούς, αλλά ούτε σε τακτικό στρατό να ηγηθεί.
            Οι μεν υποστηρίζουν τη συνταγή και ρίχνουν το βάρος στην εκτέλεση: οι πατάτες παράβρασαν, το ψητό βγήκε ωμό, η σάλτσα έκοψε, ο μάγειρας-Παπακωνσταντίνου τα έκανε μαντάρα, αλλά φταίνε και τα υλικά και τα σκεύη: η κουζίνα δεν κάνει σωστή θερμοκρασία, το ψυγείο τα μαράγκιασε, η μελιτζάνες πικρές και οι ντομάτες νερουλές: φταίει η δημόσια διοίκηση, φταίει η αντιπολίτευση που τυπικά υπάρχει και δεν έχει πλήρως συνθηκολογήσει, φταίνε αυτοί που τους ψήφισαν και έδωσαν πολιτική οντότητα σ' αυτές τις διαπρεπείς προσωπικότητες της επιστήμης και του επαγγέλματος (στις συντεχνίες αναφέρονται – σ’ αυτό μάλλον θα συμφωνήσω), και, κυρίως, η «ηγεμονία της αριστεράς». Μάλιστα. Η παροιμία λέει εύγλωττα «της κοντής ψωλής της φταίνε οι τρίχες» και από τρίχες, άλλο τίποτα.
            Βεβαίως, η πλέον απολαυστική εξ όλων αυτών είναι η Πανορίτη. Γι’ αυτήν φταίει απλώς το στομάχι του πελάτη, του ελληνικού λαού, δηλαδή. Σε πέντε-επτά χρόνια θα αποδώσουν τα μέτρα, είπε σοβαρά και παγκοσμιοτραπεζικά, δηλαδή θα συνηθίσετε στην αηδία που σας ταϊζουμε, εκτός και αν προλάβετε και πεθάνετε, σα το γαϊδούρι του Χότζα, μόνο που στη λογοκριμένη ιστορία που μας παρεδόθη έχει παραληφθεί η σκηνή που ο έξαλλος από την αναγκαστική δίαιτα και ημιθανής γάιδαρος πρόλαβε να στείλει στον αγύριστο τον οικονόμο αφέντη του με κλωτσιά αντάξια 5 εκατομμυρίων ευρώ στο χρηματιστήριο της κλωτσοπατινάδας. Υψηλή πολιτική στον μαυροπίνακα και στου κασίδη την κεφάλα.
            Φταίει ο μάγειρος, φταίει ο εξοπλισμός, φταίνε τα υλικά, φταίει και ο πελάτης που πληρώνει, αλλά δεν τρώει. Πάει καλά.
            Το άλλο μέτωπο τώρα: Φταίει η συνταγή, σιγοψιθυρίζουν. Καλοί κι αυτοί. Όταν τους λέγαμε ότι η συνταγή είναι μάπα, αυτοί δήλωναν την εμπιστοσύνη τους στο μάγειρο και τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού και ανέλαβαν ασμένως τη λάντζα. Τώρα οι άλλοι τους κατηγορούν ότι δεν ξεπλένουν επαρκώς και με την απαιτούμενη ταχύτητα.
            Βεβαίως, σιγοψιθυρίζουν. Φοβούνται μήπως και ταράξουν το θεόσταλτο στις συνεχείς μεταπτώσεις που χαρακτηρίζουν τις απανταχού θεότητες: από τον τρόμο στη νιρβάνα, χωρίς ενδιάμεσο στάδιο.
            Κάθε «μαγαζί» μπορεί να έχει την κουζίνα που του αξίζει. Και αν η πελατεία δεν γουστάρει, πάει πιο κάτω: Και ο κάθε αποτυχημένος μάγειρος μπορεί να αισθάνεται περήφανος: Στο κάτω-κάτω δε μαγειρεύει για μας, αλλά για τους πέντε-δέκα φίλους του. Μόνο μη μας ζητήσει να πληρώσουμε το λογαριασμό.

ΔΥΟ, ΤΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΜΑΘΑ ΑΠΟ ΕΚΕΙΝΟΝ


Γνώρισα τον Άγγελο Ελεφάντη γύρω στα 1980. Θυμάμαι τη μορφή του πάνω από τη μονταζιέρα του ΠΟΛΙΤΗ να με κοιτά διερευνητικά πάνω από τα γυαλιά που καθόντουσαν χαμηλά στη μύτη. Με κάποια διαλείμματα παρακολούθησα την περιπέτεια ως το 1994 περίπου. Και έμαθα εκεί πράγματα που κανένα πανεπιστήμιο δεν προσφέρει. Πολλά, πάρα πολλά, αλλά θα αρκεσθώ να σας πω σήμερα μόνο δύο ή τρία.
            Το πρώτο πράγμα που έμαθα και προσπάθησα έκτοτε να εφαρμόσω – άλλοτε επιτυχώς και συχνά με πλήρη αποτυχία – ήταν μια ρητή εντολή – παραίνεση: Όταν γράφεις να έχεις πάντα στο μυαλό σου τον αναγνώστη. Να έχουμε πάντα τον αναγνώστη στο μυαλό μας όταν γράφουμε. Δηλαδή να μπούμε σ’ ένα κρυφό διάλογο μαζί του, να προλάβουμε τις απορίες και ενστάσεις του, να δούμε, ακόμα, και τις γκριμάτσες και τα χαμόγελα, να διατυπώσουμε τις απόψεις μας απλά και εύληπτα. Μ’ αυτό τον τρόπο να αποκαλύψουμε στον αναγνώστη τη σκέψη μας τη μύχια, τους κρυφούς συλλογισμούς. Να καταστούμε διάφανοι στα μάτια και στο μυαλό του άλλου, δηλαδή στα μάτια και στο μυαλό το δικό μας.
Το γράψιμο του Άγγελου ήταν πάντα έτσι. Ένας ζωντανός διάλογος με έναν πραγματικό ή φανταστικό συνομιλητή, γι’ αυτό επιθετικός και αγαπησιάρικος ταυτόχρονα, δομημένος με αυστηρότητα, σαν να απαντούσε σε διατυπωμένα αντεπιχειρήματα. Αλλά και προσιτός, απλός και κατανοητός, χωρίς να καταφεύγει σε εντυπωσιασμούς και φτηνά κόλπα. Λόγος τετράγωνος και οξύς, διεισδυτικός, όπως αρμόζει σε ισότιμους συνομιλητές. Λόγος αποκαλυπτικός του ίδιου του Άγγελου, μια διαρκής και σε βάθος εξομολόγηση.
            Το δεύτερο πράγμα που έμαθα ήταν ότι δεν υπάρχουν μικρά και μεγάλα πράγματα, μικρά και μεγάλα γεγονότα. Ο σχολιασμός της οικονομικής πολιτικής ή ενός βαρυσήμαντου λόγου του πρωθυπουργού ή άλλου πολιτικού ηγέτη είχε την ίδια σημασία με εκείνον για ένα απλό γεγονός της καθημερινότητας, μια σύντομη είδηση, μια φράση, αρκεί να είχε ο σχολιαστής την ικανότητα να δει πίσω από την επιφάνεια το κρυμμένο υπόβαθρο, τις κοινωνικές παραμέτρους, διαστάσεις και αναφορές, την ιστορικότητά του κοντολογίς. Δείγμα τρανό το αφήγημα «Η Ιστορία του Παππού μου» που μας διηγήθηκε ένα μεσημέρι στον Τσάρο σαν παραμύθι καθηλωτικό με το μοναδικό τρόπο που είχε να αφηγείται. Μετά από χρόνια το παραμυθένιο αφήγημα έγινε ιστορική πραγματεία για ανθρώπους, τόπους και καταστάσεις. Το απλό γεγονός απόκτησε ρίζες και κλαδιά, περιέλαβε ολόκληρες εποχές, το ανέκδοτο έγινε ιστορία.
            Το τρίτο πράγμα που έμαθα και το οποίο συνδέεται απόλυτα με το προηγούμενο είναι η πολεμική ιαχή του Άγγελου: «Βουρ στο εποικοδόμημα». Ο χώρος της ιδεολογίας, οι ιδεολογικοί μηχανισμοί, οι ιδεολογικές διεργασίες, τα ελάχιστα με τις σοβαρές συνέπειες, τα μικρά που αποκαλύπτουν τα μεγάλα, δεν ήταν μόνο το προνομιακό πεδίο του αγώνα ενός πολύπτυχου διανοούμενου. Αποτελούσε για τον Άγγελο το στρατηγικό πεδίο αντιπαράθεσης, το πεδίο στο οποίο όφειλε η αριστερά να αναμετρηθεί και να συγκροτηθεί μέσα από αυτήν την αναμέτρηση. Το πεδίο που το διατήρησε, όσο μπορούσε, ως το τέλος ανοικτό.
            Αυτά κέρδισα από τον Άγγελο. Μια οπτική διαφορετική από αυτή που είχα πριν το γνωρίσω, ένα διαφορετικό τρόπο να βλέπω τα πράγματα, να τα αναγνωρίζω, να τα ανιχνεύω και να τα εκφράζω. Και αυτό είναι για μένα μια μόνιμη οφειλή.