Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα στην ΑΥΓΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κείμενα στην ΑΥΓΗ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

ΔΥΟ, ΤΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΜΑΘΑ ΑΠΟ ΕΚΕΙΝΟΝ


Γνώρισα τον Άγγελο Ελεφάντη γύρω στα 1980. Θυμάμαι τη μορφή του πάνω από τη μονταζιέρα του ΠΟΛΙΤΗ να με κοιτά διερευνητικά πάνω από τα γυαλιά που καθόντουσαν χαμηλά στη μύτη. Με κάποια διαλείμματα παρακολούθησα την περιπέτεια ως το 1994 περίπου. Και έμαθα εκεί πράγματα που κανένα πανεπιστήμιο δεν προσφέρει. Πολλά, πάρα πολλά, αλλά θα αρκεσθώ να σας πω σήμερα μόνο δύο ή τρία.
            Το πρώτο πράγμα που έμαθα και προσπάθησα έκτοτε να εφαρμόσω – άλλοτε επιτυχώς και συχνά με πλήρη αποτυχία – ήταν μια ρητή εντολή – παραίνεση: Όταν γράφεις να έχεις πάντα στο μυαλό σου τον αναγνώστη. Να έχουμε πάντα τον αναγνώστη στο μυαλό μας όταν γράφουμε. Δηλαδή να μπούμε σ’ ένα κρυφό διάλογο μαζί του, να προλάβουμε τις απορίες και ενστάσεις του, να δούμε, ακόμα, και τις γκριμάτσες και τα χαμόγελα, να διατυπώσουμε τις απόψεις μας απλά και εύληπτα. Μ’ αυτό τον τρόπο να αποκαλύψουμε στον αναγνώστη τη σκέψη μας τη μύχια, τους κρυφούς συλλογισμούς. Να καταστούμε διάφανοι στα μάτια και στο μυαλό του άλλου, δηλαδή στα μάτια και στο μυαλό το δικό μας.
Το γράψιμο του Άγγελου ήταν πάντα έτσι. Ένας ζωντανός διάλογος με έναν πραγματικό ή φανταστικό συνομιλητή, γι’ αυτό επιθετικός και αγαπησιάρικος ταυτόχρονα, δομημένος με αυστηρότητα, σαν να απαντούσε σε διατυπωμένα αντεπιχειρήματα. Αλλά και προσιτός, απλός και κατανοητός, χωρίς να καταφεύγει σε εντυπωσιασμούς και φτηνά κόλπα. Λόγος τετράγωνος και οξύς, διεισδυτικός, όπως αρμόζει σε ισότιμους συνομιλητές. Λόγος αποκαλυπτικός του ίδιου του Άγγελου, μια διαρκής και σε βάθος εξομολόγηση.
            Το δεύτερο πράγμα που έμαθα ήταν ότι δεν υπάρχουν μικρά και μεγάλα πράγματα, μικρά και μεγάλα γεγονότα. Ο σχολιασμός της οικονομικής πολιτικής ή ενός βαρυσήμαντου λόγου του πρωθυπουργού ή άλλου πολιτικού ηγέτη είχε την ίδια σημασία με εκείνον για ένα απλό γεγονός της καθημερινότητας, μια σύντομη είδηση, μια φράση, αρκεί να είχε ο σχολιαστής την ικανότητα να δει πίσω από την επιφάνεια το κρυμμένο υπόβαθρο, τις κοινωνικές παραμέτρους, διαστάσεις και αναφορές, την ιστορικότητά του κοντολογίς. Δείγμα τρανό το αφήγημα «Η Ιστορία του Παππού μου» που μας διηγήθηκε ένα μεσημέρι στον Τσάρο σαν παραμύθι καθηλωτικό με το μοναδικό τρόπο που είχε να αφηγείται. Μετά από χρόνια το παραμυθένιο αφήγημα έγινε ιστορική πραγματεία για ανθρώπους, τόπους και καταστάσεις. Το απλό γεγονός απόκτησε ρίζες και κλαδιά, περιέλαβε ολόκληρες εποχές, το ανέκδοτο έγινε ιστορία.
            Το τρίτο πράγμα που έμαθα και το οποίο συνδέεται απόλυτα με το προηγούμενο είναι η πολεμική ιαχή του Άγγελου: «Βουρ στο εποικοδόμημα». Ο χώρος της ιδεολογίας, οι ιδεολογικοί μηχανισμοί, οι ιδεολογικές διεργασίες, τα ελάχιστα με τις σοβαρές συνέπειες, τα μικρά που αποκαλύπτουν τα μεγάλα, δεν ήταν μόνο το προνομιακό πεδίο του αγώνα ενός πολύπτυχου διανοούμενου. Αποτελούσε για τον Άγγελο το στρατηγικό πεδίο αντιπαράθεσης, το πεδίο στο οποίο όφειλε η αριστερά να αναμετρηθεί και να συγκροτηθεί μέσα από αυτήν την αναμέτρηση. Το πεδίο που το διατήρησε, όσο μπορούσε, ως το τέλος ανοικτό.
            Αυτά κέρδισα από τον Άγγελο. Μια οπτική διαφορετική από αυτή που είχα πριν το γνωρίσω, ένα διαφορετικό τρόπο να βλέπω τα πράγματα, να τα αναγνωρίζω, να τα ανιχνεύω και να τα εκφράζω. Και αυτό είναι για μένα μια μόνιμη οφειλή.      

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

ΙΟΥΛΙΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Θυμάμαι μικρό παιδί τον Ιούλιο του 1965. Η αποστασία και η ανατροπή της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου του πρεσβύτερου έδωσαν την αφορμή για την πρώτη επαφή μου με την πολιτική ζωή του τόπου, περισσότερο συστηματικά από τις σκόρπιες εντυπώσεις που συνέλλεγα μέχρι τότε. Πριν πάω ακόμα σχολείο θυμάμαι τον πατέρα μου να αγωνιά πάνω από το ραδιόφωνο ακούγοντας τα αποτελέσματα κάποιων εκλογών – μάλλον του 56 θα ήταν. Θυμάμαι την κρίση της Κούβας και την ανησυχία των μεγάλων για τον πιθανό πυρηνικό όλεθρο. Θυμάμαι τα νέα της δολοφονίας του Λαμπράκη.
            Ο πατέρας μου φανατικός κεντρώος πλήρωνε ακόμα τη συμμετοχή του στην αντίσταση και την αποκήρυξη του κόμματος. Δεν μπορούσα παρά να ταυτιστώ μαζί του και να παίρνω μέρος με έξαψη, στα 13 μου, σε πολιτικές συζητήσεις και διαμάχες των μεγάλων, τα καλοκαιρινά εκείνα βράδια. Διάβαζα με πάθος την εφημερίδα της ημέρας (Τα Νέα), αρχίζοντας από το πολεμικό χρονογράφημα του Ψαθά και τις γελοιογραφίες.
            Μια γελοιογραφία που είχε χαραχθεί στο μυαλό: Ήταν του Φωκίωνα Δημητριάδη και έδειχνε τον Γεώργιο Παπανδρέου τον πρεσβύτερο σαν τον Μπετόβεν να παίζει με πάθος πιάνο προς το αντικείμενο του έρωτά του, μια όμορφη γυναίκα που τον κοίταζε χαμογελώντας, γέρνοντας λίγο το κορμί της ενθαρρυντικά προς το μέρος του οιστρηλατημένου πιανίστα. Στο μακρύ φόρεμα – μανδύα που φορούσε έγραφε ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ και η λεζάντα διευκρίνιζε: «Στην αιώνια αγαπημένη», μια σαφή αναφορά στον κρυφό έρωτα του μουσουργού.
            Μετά από χρόνια και διαβάζοντας την ελληνική ιστορία του μεσοπολέμου, της κατοχής και της απελευθέρωσης, αναθεώρησα τις πρώιμες εκείνες απόψεις μου. Το αντικείμενο του πόθου του Γεωργίου Παπανδρέου (του πρεσβυτέρου, βεβαίως, βεβαίως) δεν ήταν η Δημοκρατία, αλλά απλώς η Εξουσία. Έμαθα και το κατάλαβα καλά ότι για την κατάκτηση αυτής της ωραίας κόρης (;) ο Γεώργιος Παπανδρέου ο πρεσβύτερος μπορούσε να είναι και βασιλικός και βενιζελικός, μπορούσε να συνεργάζεται με τον Παπάγο και να δηλώνει την πίστη του στη λαοκρατία, μπορούσε να είναι φιλολαϊκός και βαθειά αντι-αριστερός, να συμπυκνώνει όλες τις αντιφάσεις χωρίς πρόβλημα και χωρίς πρόσχημα, αρκεί να προσέγγιζε τον πολυπόθητο στόχο. Μέσα από αυτές τις οργανωμένες αντιφάσεις ο εκτελεστής του εμφύλιου έγινε ο champion της δημοκρατίας.
            Σχεδόν μισό αιώνα μετά, θα αναρωτηθεί ο υπομονετικός αναγνώστης, τι νόημα έχουν αυτά; Τίποτα, πέραν από τους συνειρμούς που γεννάει η τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα. Θυμήθηκα τη γελοιογραφία, καθώς άκουγα στην τηλεόραση τις οργισμένες αντιδράσεις της ηγεσίας και βουλευτών του ΠΑΣΟΚ για τις δηλώσεις δύο επιφανών συνταγματολόγων – στελεχών και οι δύο του ΠΑΣΟΚ, εκτός αν δεν είναι πια. Εκτός από το θλιβερό της δήλωσης ότι «οι απόψεις των δύο συνταγματολόγων απηχούν προσωπικές θέσεις», λες και ρωτούσαν οι δημοφιλείς πολιτικοί αναλυτές της τηλεόρασης τη διάσημη σκυλού τραγουδίστρια Μία Καιμόνη πώς θα λυθεί το ασφαλιστικό, το πρόβλημα των μεταναστών και ποιες είναι οι συνέπειες του πειράματος για την αρχή του σύμπαντος στον τουρισμό της Μυκόνου, και όχι επιστήμονες που μιλούσαν για το αντικείμενο της επιστήμης τους και μάλιστα για το Σύνταγμα, για την τελική διατύπωση του οποίου έχουν συνεισφέρει αμφότεροι τα μέγιστα, οι δηλώσεις των ΠΑΣΟΚ λοιπόν ερχόντουσαν να επιβεβαιώσουν αυτά που έγραφα λίγους μήνες πριν για τον εθισμό στη διαφθορά, για το σκοπό που αγιάζει τα μέσα, για τον ευτελισμό θεσμών και διαδικασιών.
            Είδα ξαφνικά στο μυαλό μου τον Γεώργιο Παπανδρέου τον junior να παίρνει τη μορφή παιδικής σβούρας και να στροβιλίζεται με ένα παγωμένο χαμόγελο και απλανές βλέμμα, να στροβιλίζεται τρελά και να καλύπτει τεράστιες αποστάσεις στην πολιτική αρένα: Από την καρατζαφέρια ακροδεξιά με τους «λαθρομετανάστες» και τη συνταγή του «νόμου και της τάξης» ως τους οικολογούντες με την πράσινη επιχειρηματική ανάπτυξη. Από τους υπερεθνικιστές μέχρι τους συναινετικούς. Από τους παραδοσιακούς μέχρι τους εκσυγχρονιστές. Και από τους τραπεζίτες και βιομήχανους ως τους καταναλωτές, γιατί, ως γνωστόν, οι μισθωτοί εργαζόμενοι υπάρχουν μόνον για να ψηφίζουν στη ΓΣΕΕ. Ένα χαμόγελο, έστω και αμήχανα παγωμένο, για καθένα. Και καθώς στριφογύριζε ο δρόμος προς την Εξουσία άνοιγε και όλα τα εμπόδια συντρίβονταν: Συντάγματα και Νόμοι, ηθικές αρχές και διαδικασίες, δημόσια πανεπιστήμια και νέοι, εργασιακές σχέσεις και κοινωνικά δικαιώματα, μετανάστες και διανοούμενοι, λέξεις και νοήματα, βορά στις «δημοκρατικές» εφημερίδες και στα δημοκρατικότερα κανάλια.
            Α ναι. Η σβούρα έβγαζε ήχο. Όχι εκείνο το γνωστό σύριγμα, καθώς έσκιζε τον αέρα, αλλά μιλούσε με φωνή και έλεγε: «Πού πήγαν τα λεφτά, πού πήγαν τα λεφτά;». Περίεργο είναι, αλλά δε σκέφτηκε ποτέ να ρωτήσει τους διπλανούς του;     
  

Η ΚΡΙΣΗ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥΣ

Πριν ένα μήνα περίπου, στις 10 Απριλίου, έγινε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο η πρώτη από μια σειρά ημερίδων που οργανώνει η Επιστημονική Εταιρεία Κοινωνικής Πολιτικής με γενικό θέμα «Οικονομική Κρίση και Κοινωνική Πολιτική». Τα ζητήματα που αναδείχθηκαν στην ημερίδα αναφερόντουσαν στις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην αγορά εργασίας, στην ανεργία, στην αύξηση των επισφαλών εργασιακών σχέσεων και στην φτώχεια. Με συντονιστή τον Νίκο Πετραλιά, μίλησαν ο Πάνος Τσακλόγλου, ο Χρήστος Παπαθεοδώρου και ο Γιάννης Κουζής, σ΄ ένα ακροατήριο, ικανοποιητικό σε αριθμό, παρά τις δυσχέρειες της Εταιρείας να «διαφημίσει» επαρκώς την εκδήλωση, αλλά και ζωντανό και απαιτητικό.
            Σε μια σύντομη παρέμβασή μου είπα κάτι ελλειπτικά και έλαβα μια, κατά τη γνώμη μου, ενδιαφέρουσα απάντηση από τον Τσακλόγλου. Ας γίνω πιο συγκεκριμένος.
            Υποστήριξα ότι τα ΜΜΕ, οι πολιτικοί, οι διεθνείς οργανισμοί, αλλά και ο ακαδημαϊκός χώρος, αναφέρονται στην κρίση, όταν η κερδοφορία του κεφαλαίου μειώνεται. Μιλάμε κατά καιρούς για κρίσεις του χρηματιστηρίου, μιλάμε σήμερα για την κρίση του παγκόσμιου χρηματοδοτικού συστήματος και εννοούμε τις χρηματικές απώλειες που αντιμετωπίζουν οι «παίκτες – κατά Σημίτη – επενδυτές» ή τις ζημιές τραπεζών και ασφαλειών. Όμως, εδώ και περισσότερο από τριάντα χρόνια, ένας κρίσιμος, ίσως ο κρισιμότερος, κοινωνικός χώρος βρίσκεται σε κατάσταση κρίσης: η αγορά εργασίας. Και η κρίση της αγοράς εργασίας δεν αναδεικνύεται παρά περιστασιακά μόνο και σε σχέση με την κρίση κερδοφορίας.
            Η απάντηση του Τσακλόγλου υπήρξε περισσότερο σύντομη, αλλά ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα. Κυρίως γιατί είναι αποκαλυπτική του τρόπου με τον οποίο κατανοούνται τα κοινωνικά προβλήματα από τον κυρίαρχο οικονομικό νεοκλασικισμό, στην νεοφιλελεύθερη και στην τρέχουσα σοσιαλδημοκρατική (;) εκδοχή του. Ο Τσακλόγλου είπε ότι η κρίση είναι ένα προσωρινό φαινόμενο και είναι παράλογο να θεωρούμε ότι κάτι είναι σε κρίση για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
            Η απάντηση του Τσακλόγλου εδράζεται πλήρως στην εμπιστοσύνη των οικονομολόγων για την ικανότητα των αγορών να διορθώνουν αυτόματα και να επανέρχονται σε ισορροπία. Οι κρίσεις οφείλονται σε εξωτερικά γεγονότα, κακές πολιτικές επιλογές, καταστροφές, κλπ., που διαταράσσουν την εύρυθμη λειτουργία των αγορών και προκαλούν σοκ. Οι αγορές έχουν την ικανότητα να ενσωματώσουν το σοκ, επαναβρίσκοντας την προηγούμενη ομαλή λειτουργία. Ο ρόλος του κράτους, επομένως, έγκειται στο να επιταχύνει αυτήν την εξομάλυνση, αποκαθιστώντας την εμπιστοσύνη των οικονομικά «δρώντων υποκειμένων» στην αποτελεσματικότητα των αγορών και παραμερίζοντας τα θεσμικά εμπόδια στην απρόσκοπτή τους λειτουργία. Επομένως, η κρίση δεν είναι παρά μια παροδική κατάσταση, ένα προσωρινό φαινόμενο, κάτι που «δεν μπορεί να διαρκεί πολύ χρόνο».
            Ας διατυπώσω, λοιπόν, τις ενστάσεις μου. Πρώτον, αυτή η αντίληψη της κρίσης ταυτίζει την κρίση με τα φαινόμενά της. ‘Όπως ο πυρετός δεν είναι η αρρώστια, έτσι και η πτώση της κερδοφορίας, η ανεργία, η διεύρυνση των ανισοτήτων, κλπ., δεν είναι η κρίση, αλλά οι εκδηλώσεις της κρίσης. Η κρίση οφείλεται σε οικονομικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς που τη δημιουργούν και οι οποίοι δεν είναι «εξωτερικοί» προς το οικονομικό σύστημα. Η κρίση δεν οφείλεται σε τυχαία γεγονότα, κακές πολιτικές, άπληστους χρηματιστές ή εσφαλμένες εκτιμήσεις. Η πρόσφατη κρίση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος έχει τις απαρχές της στην εγκατάλειψη από τις ΗΠΑ των δεσμευτικών ρυθμίσεων του Μπρέτον Γούντς το 1971 και η ισχύς και αποδοχή του δολαρίου έκτοτε βασίστηκε στην πολιτική και. ιδιαίτερα, τη στρατιωτική κυριαρχία των ΗΠΑ, παρά στην αμφίβολη οικονομική τους ευρωστία. Το σύστημα των κυμαινομένων ισοτιμιών κατέστησε τα εθνικά νομίσματα αντικείμενο της διεθνούς κερδοσκοπίας, υποσκάπτοντας μία από τις βασικότερες λειτουργίες του κράτους, δηλαδή τον έλεγχο επί του εθνικού νομίσματος.
            Επομένως, η έλλειψη των συμπτωμάτων δεν σημαίνει, κατ’ ανάγκην, την έλλειψη του μηχανισμού κρίσης. Αλλά στην περίπτωση της αγοράς εργασίας τα συμπτώματα τα τελευταία 30 χρόνια πλεονάζουν: υψηλότατα επίπεδα ανεργίας, πολλαπλάσια από εκείνα της δεκαετίας του 1960 – εκτός αν θεωρήσουμε, όπως ορισμένοι ακραίοι νεοφιλελεύθεροι υποστηρίζουν ότι τότε η αγορά εργασίας ήταν σε κρίση -, καθήλωση των μισθών, διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων, εξάπλωση της φτώχειας, κοινωνική περιθωριοποίηση σημαντικών μερίδων του πληθυσμού, ενίσχυση του διευθυντικού δικαιώματος σε βαθμό που θυμίζει 19ο αιώνα, επιμήκυνση ωραρίων, περιορισμό κοινωνικών δικαιωμάτων. Περαιτέρω, εξάπλωση της επισφαλούς εργασίας, η οποία βρίσκει αντίθετους τους εργαζόμενους, παρά τις κατά καιρούς ωραιοποιήσεις πίσω από εύηχους όρους, όπως «ευελιξία», εναρμόνιση εργασίας και οικογενειακής ζωής κλπ., και παρά τις εξαγγελθείσες νομοτέλειες των νέων τεχνολογιών, της παγκοσμιοποίησης και των ποικίλων και με ταχύτητα αστραπής διαδεχόμενης η μία την άλλη «νέων» κοινωνιών, ων ο αριθμός ουκ έστι.
            Αν λοιπόν τα συμπτώματα είναι εκεί και εμείς δεν τα βλέπουμε ή έχουμε κάποιο βαθμό ιδεολογικής μυωπίας που εμποδίζει τη δράση της επιστημονοσύνης μας, ή, τα βλέπουμε και τα θεωρούμε αποτελέσματα της κανονικής λειτουργίας του συστήματος, αναπόφευκτα και ασήμαντα γεγονότα, δυσάρεστα, ίσως, αλλά εν τέλει αποδεκτά, υποπροϊόντα της μεγαλειώδους αναπτυξιακής διαδικασίας. Η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς, ιδιαίτερα τους αριβίστες – και δηλώνω προς αποφυγήν κάθε παρανόησης ότι δεν εννοώ τον Τσακλόγλου -, ενώ η δαρβινική οικονομική σκέψη μόνο τους δυνατούς.
            Στην κυρίαρχη αντίληψη η αγορά εργασίας που εμφανίζει αυτά τα συμπτώματα δεν είναι σε κρίση. Άλλωστε η εργασία είναι ένας απλός συντελεστής παραγωγής που αν θα χρησιμοποιηθεί και πόσο θα χρησιμοποιηθεί, σε ποιες συνθήκες, ρυθμούς και χρόνους, σε ποια τιμή, δεν αφορά το φορέα της, το μισθωτό, αλλά την επιχείρηση και την κερδοφορία της. Άλλωστε, η αγορά εργασίας «οφείλει» να απορροφήσει το σοκ της κρίσης, επιβεβαιώνοντας, μέσω της ανεργίας, των χαμηλών μισθών και της εργασιακής ανασφάλειας, την αποκατάσταση της κερδοφορίας.
            Εξακολουθώ να διδάσκω στους φοιτητές μου ότι η υποκειμενοποίηση της εργασίας στη νεοκλασική σκέψη αρνείται την ανθρώπινη υπόσταση του εργαζόμενου, τον καθιστά ένα υποκείμενο χωρίς παρελθόν και μέλλον, χωρίς όρια αντοχής, χωρίς ανάγκες. Είναι λυπηρό και επιστημονικά απαράδεκτο να πιστεύουμε ότι οι απλουστεύσεις ενός μηχανιστικού υποδείγματος αποτυπώνουν και την πραγματικότητα.
            Μέσα από αυτήν την αντίληψη η κρίση ταυτίζεται με τα συμπτώματα και το μόνο σύμπτωμα που μετράει είναι η κατάσταση της κερδοφορίας. Σύμπτωμα της κρίσης του κεφαλαίου, που θεωρείται σύμπτωμα της γενικής κρίσης, καθώς το κέρδος έχει γίνει αποδεκτό ως ο μόνος μηχανισμός αξίωσης της εργασίας, αξίωσης κάθε πτυχής της κοινωνικής ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος. Η κρίση του κεφαλαίου γίνεται κρίση της μισθωτής εργασίας, αλλά η κρίση της μισθωτής εργασίας δεν αφορά παρά μόνο όσους την υφίστανται. Αυστηρά και μόνο τους μισθωτούς και τις οικογένειές τους.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ:

Ενώ το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και του πολιτικού κόσμου είναι στραμμένο αποκλειστικά στο πρόβλημα και στη διαχείριση του δημόσιου χρέους, μια άλλη πτυχή της δυσμενούς κατάστασης, στην οποία έχει βρεθεί η ελληνική οικονομία, υπογραμμίζεται από ορισμένους διεθνείς αναλυτές.
            Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας, υποστηρίζουν, είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Το κύριο πρόβλημα είναι η ταχεία αύξηση του ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών, δηλαδή της διαφοράς μεταξύ εξαγωγών και εισαγωγών. Εισάγουμε διαρκώς περισσότερα από όσα εξάγουμε, κυρίως καταναλωτικά αγαθά, ενώ οι εισπράξεις από τον τουρισμό αδυνατούν να καλύψουν τις διαφορές. Οι αναλυτές σημειώνουν την κατάσταση ως ενδεικτική της χειροτέρευσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας κατά τα τελευταία 15 χρόνια και υπογραμμίζουν ότι η αναστροφή της τάσης επιβάλλει μια σημαντική «εσωτερική υποτίμηση» της ελληνικής οικονομίας. Υποστηρίζουν ακόμα ότι η προσπάθεια διαχείρισης του δημόσιου χρέους θα αποβεί αλυσιτελής, αν δεν δοθεί λύση στο πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας. Απλώς θα το μεταθέσει για ένα διάστημα 2-3 χρόνων.
            Έτσι, ένας ακόμη νέος όρος έχει μπει στη ζωή μας – χωρίς ακόμη να το έχουμε καταλάβει. Εσωτερική υποτίμηση. Τι σημαίνει, άραγε, αυτό που εκείνοι ζητάμε να κάνουμε; Και είναι μόνο οι «αναλυτές» που υποδεικνύουν ή απαιτούν, ή η εσωτερική υποτίμηση είναι εγγεγραμμένη ως αναγκαστική επιλογή στις συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
            Τον παλαιό εκείνο καιρό, όπου εθνικό νόμισμα της Ελλάδας ήταν δραχμή, κάθε φορά που η εθνική μας οικονομία πήγαινε κατά διαβόλου – μια κατάσταση καθόλου σπανία – η εθνική μας εκάστοτε κυβέρνηση αποφάσιζε την υποτίμηση της δραχμής με έναν και μοναδικό στόχο: Να κάνει τα εγχώρια προϊόντα φτηνότερα σε όρους ξένων νομισμάτων έναντι των στην αλλοδαπή παραγομένων, έτσι ώστε να αυξήσει τις εξαγωγές και να μειώσει τις εισαγωγές ενισχύοντας την εγχώρια παραγωγή.
            Βεβαίως, το λαμπρό αυτό οικονομικό μαντζούνι είχε ορισμένα ορατά μειονεκτήματα: Πρώτον, αύξανε αυτομάτως το δημόσιο χρέος προς την αλλοδαπή κατά το ποσοστό της υποτίμησης. Δεύτερον, αύξανε την τιμή ορισμένων κρίσιμων και ανελαστικών προϊόντων εισαγωγής, όπως το πετρέλαιο, των οποίων η τιμή τη μετρούσαν διεθνώς σε δολάρια. Τρίτον, η υποτίμηση ενίσχυε τον εγχώριο πληθωρισμό. Τέταρτον, το κόστος αυτών των δυσμενών παρενεργειών το πλήρωναν αυτοί που συνήθως – όχι συνήθως, κατά κανόνα, έναν περίεργο κανόνα που δεν έχει ανάγκη εξαιρέσεις προς επιβεβαίωση – πληρώνουν σ’ αυτή τη θαυμάσια χώρα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
            Σε κάθε περίπτωση, οι συχνές μεταπολιτευτικές υποτιμήσεις της δραχμής ελάχιστα μακροχρόνια θετικά αποτελέσματα είχαν: αντιθέτως, η υποτίμηση ενίσχυε τις πληθωριστικές πιέσεις, καθώς δημιουργούσε την αφορμή για εντυπωσιακές κερδοσκοπικές «προσαρμογές» των τιμών. Έτσι, η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος υποσκαπτόταν από τις κοινωνικές εκείνες ομάδες τις οποίες σκόπευε να ευνοήσει, δηλαδή τους επιχειρηματίες. Μωραίνει ο Κύριος, αλλά τη δική τους μωρία – η οποία εκδηλώνεται πανηγυρικά με την αλησμόνητη «επενδυτική αποχή» κατά της «σοσιαλμανίας» του Καραμανλή του πρεσβύτερου στη δεκαετία του 1970 και παρά την επικείμενη ένταξη της Ελλάδας και των επιχειρήσεών τους στο οικονομικά ανταγωνιστικό περιβάλλον της ΕΟΚ – πληρώνουμε εδώ και δεκαετίες. 
            Στο πλαίσιο αυτό, ήταν κατανοητή η τοποθέτηση όσων πίστεψαν ότι η υιοθέτηση του ευρώ και του αυστηρού πλαισίου οικονομικής διαχείρισης που επέβαλε θα οδηγούσε σε ένα σημαντικό νοικοκύρεμα των δημόσιων οικονομικών και σε μιαν αναγκαστική συμμόρφωση των ελληνικών επιχειρήσεων. Κατανοητή μεν, αδικαιολόγητη δε. Διότι με περισσή αθωότητα μετέγραψαν κοινωνικούς ιδεοτύπους σε πραγματικές κοινωνικές ομάδες, θεωρητικές κατασκευές σε επιθυμητές κοινωνικές καταστάσεις. Το εγχείρημα του «εκσυγχρονισμού» διαλύθηκε κάτω από το βάρος του πραγματικού κοινωνικού κόστους που επέβαλε στους πολλούς, χωρίς να αφήσει πίσω του μιαν αξιόλογη παραγωγική επένδυση. Δημιούργησε, όμως, στρατιές οργανωμένες ιδιωτικών συμφερόντων (η περίπτωση των ΚΕΚ είναι ένα παράδειγμα) που ανάλωσαν τους κοινοτικούς πόρους των διάφορων «πακέτων», δημιούργησε υποδομές προς δόξαν των εθνικών εργολάβων, δημιούργησε ολυμπιακά «έργα» σε μια επίδειξη νεοπλουτισμού και μεγαλομανίας.
            Και το δημόσιο χρέος μόνο λίγο καιρό ξαπόσταινε (όσο μπορούσε να το κρύψει η «δημιουργική λογιστική») και ξανά προς τη δόξα τραβούσε. Και τα ίδια έκαναν και οι επόμενοι, και τα ίδια θα έκαναν και οι τωρινοί. Μόνο που …
            Μόνο που ανακάλυψαν ότι τα συμφέροντα του ελληνικού πολιτικού συστήματος δεν είναι απλώς σε διάσταση με τα συμφέροντα των «πολλών», αλλά και σε διάσταση με τα συμφέροντα των μεγάλων. Η Γερμανία της Μέρκελ έχει βρει τη χρυσή συνταγή: καθηλώνοντας τα εισοδήματα των εργαζομένων, απορυθμίζοντας τις εργασιακές σχέσεις, διαλύοντας το κοινωνικό κράτος πουλάει φθηνά τα γερμανικά προϊόντα σε ακριβό ευρώ. Γιατί η αγορά της Γερμανίας έχει διευρυνθεί με τις αλλεπάλληλες διευρύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να οι επιχειρήσεις της να λειτουργούν προνομιακά. Όμως, η ανάγκη κοινωνικής συναίνεσης στο εσωτερικό επιβάλλει ο γερμανός εργαζόμενος με τον καθηλωμένο μισθό να αγοράζει φθηνά εισαγόμενα προϊόντα, να κάνει φθηνές διακοπές, να αποκτά φθηνές εξοχικές κατοικίες σε εξωτικά μέρη, όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία.
            Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες αυτών των χωρών πρέπει να γίνουν φθηνότερα. Η «εσωτερική υποτίμηση» που έχει εφαρμόσει η Μέρκελ εξάγεται στις ευπαθείς οικονομίες της Νότιας Ευρώπης, της Βαλτικής (η Λεττονία πρώτη) και της Ανατολικής Ευρώπης
(ηχούν οι καμπάνες για την Ουγγαρία). Δηλαδή, οι μισθοί πρέπει να μειωθούν, η απασχόληση στο δημόσιο να περιορισθεί, με την προσμονή για ακόμη μεγαλύτερη περιστολή των μισθών στον ιδιωτικό τομέα.
            Ο γκουρού, άλλωστε, του νυν πρωθυπουργού, ο Stiglitz, είναι υπέρμαχος της εσωτερικής υποτίμησης, όπως έδειξαν οι προτάσεις του για τη θεραπεία της οικονομίας της Ιρλανδίας, ενώ η έκταση του δημόσιου χρέους δεν τον απασχολεί και τόσο. Απλώς, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ χρησιμοποιεί το δημόσιο χρέος για να επιταχύνει τη διαδικασία της εσωτερικής υποτίμησης, την υποτίμηση της εργασίας.
            Το πρόβλημα με την Ελλάδα είναι ότι η παραγωγική της υποδομή έχει αποσαθρωθεί. Η επιχειρούμενη σε κύματα εσωτερική υποτίμηση του ΠΑΣΟΚ μάλλον θα οδηγήσει σε μια βαθειά ύφεση με αύξηση του πληθωρισμού. Σε έναν νέο φαύλο κύκλο. Α, και οι μισθωτοί θα την πληρώσουν ακριβά. Όπως πάντα. Αλλά ποιος νοιάζεται για δαύτους;     

Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010

ΦΑΝΤΙΝΑ

Διαβάζοντας ένα μυθιστόρημα ο αναγνώστης διακρίνει, επισημαίνει και επικεντρώνεται σε πτυχές, καταστάσεις, συναισθήματα και χαρακτήρες που ένας άλλος αναγνώστης απλώς θα τα παρατηρούσε και θα προσπερνούσε αδιάφορα. Όπως στην καθημερινή μας ζωή, η πρόσληψη ενός λογοτεχνικού έργου μεσολαβείται από τον ίδιο τον αναγνώστη: τις γνώσεις, τις εμπειρίες, τις ευαισθησίες και τα συναισθήματά του. Αυτό που ο Αλτουσέρ ονόμασε «η προβληματική της ανάγνωσης», τα ερωτήματα που θέτουμε ως αναγνώστες στο κείμενο, ενυπάρχει «σε πρακτική μορφή», έστω και μη πλήρως συνειδητή, και μέσα από αυτή την προκατειλημμένη ανάγνωση συλλέγουμε τις αναγνωρίσιμες ψηφίδες και ανα-δημιουργούμε τη δική μας εκδοχή.
            Διαβάζοντας τους «Άθλιους» του Ουγκώ, όταν ήμουν παιδί σε μορφή Κλασσικών Εικονογραφημένων, παρασύρθηκα από την πλοκή και το αίσθημα αδικίας. Αναπόφευκτο να υπερισχύσει η περιπέτεια και τα ηθικοπλαστικά στοιχεία, άφθονα, άλλωστε, στον Ουγκώ. Μεγαλώνοντας και διαβάζοντας το πλήρες κείμενο αρκετές φορές, σε διάφορες φάσεις της ζωής μου, «διάβασα» τα ηθικά διλήμματα των ηρώων, την ιστορία μέσα στο μυθιστόρημα, ίσως και μερικές πτυχές που δεν αφορούν παρά μόνο εμένα. Σήμερα, θα επιχειρήσω ένα διαφορετικό «διάβασμα»: την ανάγνωση των «Αθλίων» από την οπτική ενός οικονομολόγου που ασχολείται με την αγορά εργασίας.
            Στους «Άθλιους» υπάρχει ένας χαρακτήρας που λειτουργεί ως ιδεατός τύπος του προλεταρίου, της μισθωτής εργασίας. Η Φαντίνα δίνει το όνομά της στο πρώτο μέρος του έργου, αλλά η παρουσία της είναι περιορισμένη. Η ιστορία της είναι ένα μικρό ρυάκι που προετοιμάζει, μαζί με άλλες μικρές, προσωπικές ιστορίες, τη δημιουργία του χειμάρρου που ακολουθεί. Η δράση της εξιστορείται σε λίγα κεφάλαια και ο θάνατός της έρχεται πριν ολοκληρωθεί το πρώτο μέρος.
            Η ιστορία της είναι, ελπίζω, γνωστή. Η Φαντίνα είναι μια νέα κοπέλα από μιαν επαρχιακή πόλη. Γοητεύεται από έναν νεαρό γόνο αριστοκρατικής οικογένειας, τον ακολουθεί στο Παρίσι και ζει μαζί του ανέμελα, ώσπου αυτός την εγκαταλείπει, ενώ εγκυμονεί ένα κοριτσάκι. Χωρίς πόρους, η Φαντίνα επιχειρεί την επιστροφή στην πατρίδα. Αφήνει τη μικρή κόρη της στη φροντίδα ενός ξενοδόχου και της γυναίκας του έναντι αμοιβής, ώστε το ηθικό της παραστράτημα να μην αποτελέσει εμπόδιο στο να βρει δουλειά. Η εργασία βρίσκεται στο εργοστάσιο του Γιάννη Αγιάννη, πρώην κατάδικου, που πέρασε 20 χρόνια στα κάτεργα για ένα ψωμί που έκλεψε, προκειμένου να ταΐσει τα ανίψια του. Το εργοστάσιο ανθίζει χάρις στο κεφάλαιο που εξασφάλισε στον πρώην κατάδικο ένας άγιος εφημέριος, αλλά και στην εφευρετικότητα του ίδιου του Αγιάννη, που αλλάζει τον τρόπο παραγωγής. Η Φαντίνα αισθάνεται αισιοδοξία, αλλά το ηθικό της παράπτωμα μαθαίνεται, εκείνη απολύεται και αγωνίζεται να ζήσει ράβοντας στο δωμάτιό της. Η μοίρα της είναι σκληρή, καθώς οι οικονομικές απαιτήσεις του ξενοδόχου για τη διατροφή της κόρης της αυξάνονται. Μια υποτιθέμενη αρρώστια της κόρης οδηγεί τη Φαντίνα να ξεπουλήσει τα πάντα και να καταλήξει άθλια πόρνη. Η σωτήρια παρέμβαση του Αγιάννη έρχεται καθυστερημένη. Η Φαντίνα ξεψυχά με την υπόσχεση του Αγιάννη να φροντίσει την κόρη της.
            Μελόδραμα. Χωρίς αμφιβολία. Όλα τα στοιχεία είναι μελοδραματικά: οι ατυχίες, οι αδικίες, οι καλοί, οι κακοί, οι ηθικοί, οι δυνατοί, οι αδύναμοι, οι ελεούντες και οι ανελέητοι. Χαρακτήρες αδροί και μονοδιάστατοι, που μπαίνουν στον κύκλο της ιστορίας με προκαθορισμένες αντιδράσεις και υπηρετούν χωρίς ταλαντεύσεις το ρόλο που τους έδωσε ο συγγραφέας. Ίσως με την εξαίρεση του Ιαβέρη, αλλά αυτό είναι άλλη ιστορία.
            Ας δούμε, λοιπόν, πίσω από το μελόδραμα. Η Φαντίνα δεν έχει χρήματα, δεν έχει περιουσία, δε μπορεί να υπολογίζει στη βοήθεια συγγενών και φίλων, δεν έχει παρά τον εαυτό της και την κόρη της. Τα λίγα που αποκόμισε από τη σχέση της με τον αριστοκράτη νέο – λινά, μετάξια και δαντέλες – τα ξεπουλά για να πληρώσει τα χρέη της στο Παρίσι και να χρηματοδοτήσει την πορεία της (γιατί ταξιδεύει με τα πόδια) προς την επαρχιακή της πόλη. Εκεί ελπίζει, αγνώριστη, να ζήσει με την εργασία της και να συντηρήσει την κόρη της.
            Ο ιδεατός τύπος της μισθωτής εργασίας είναι προφανής: Η Φαντίνα δεν έχει μέσα παραγωγής, δεν έχει οικογενειακούς δεσμούς, δεν έχει τίποτα. Ο ίδιος ο Ουγκώ φροντίζει να μας τη συστήσει: «Η Φαντίνα ήταν από τα όντα εκείνα, που φυτρώνουν … από τα έγκατα του λαού. Βγαλμένη από τα πιο ανεξιχνίαστα σκοτάδια, είχε στο μέτωπό της το σημάδι του ανωνύμου και του αγνώστου» (σ. 144). Μόνη της, διαθέτει μόνο την ικανότητά της να εργάζεται. Να εργάζεται ως μισθωτή, ώστε να αποκτήσει τα αναγκαία προς επιβίωση, τη δική της επιβίωση και της κόρης της. Αν μείνουμε σ’ αυτό, η «αποκάλυψη» είναι αδιάφορη. Όμως, πίσω από αυτό το σκαρίφημα, κρύβονται πολύ περισσότερα.
            Πρώτον, η αναπαραγωγή της μισθωτής εργασίας, η αναπαραγωγή του εργαζόμενου ως βιολογικής και κοινωνικής οντότητας, η αναπαραγωγή της μελλοντικής γενιάς των εργαζομένων (κόρη) είναι πλήρως εμπορευματοποιημένη. Η Φαντίνα χρειάζεται χρήματα για να αποκτήσει τα αναγκαία προς το ζην, χρειάζεται χρήματα για τα τροφεία της κόρης της. Το κράτος έχει να της δείξει μόνο το πτωχοκομείο και στο παιδί της το ορφανοτροφείο-άσυλο, η εκκλησία δεν αποτελείται από άγιους επισκόπους και η φιλανθρωπία είναι όχι και τόσο αφιλοκερδής – ιδιαίτερα όταν αποδέκτης της είναι μια νέα γυναίκα. Ο Ουγκώ, συνεπώς, επιλέγει ως γυναίκα φορέα στο πρότυπο του μισθωτού, γιατί θέλει να εξαφανίσει κάθε δυνατότητα μη εμπορευματοποιημένης αναπαραγωγής της εργασιακής δύναμης. Να τονίσει με τη γυναικεία αδυναμία το εύθραυστο της βιολογικής και κοινωνικής υπόστασης των μισθωτών, καθώς εντάσσονται στις πλήρως εμπορευματοποιημένες σχέσεις του αναδυόμενου βιομηχανικού καπιταλισμού. Αυτές οι εμπορευματοποιημένες σχέσεις (the money nexus) αποστερούν από τους μισθωτούς το δικαίωμα στην (άθλια) επιβίωση, κατά την έκφραση του Polanyi, που εξασφάλιζε η προγενέστερη κοινωνική οργάνωση. Η Φαντίνα εντάσσεται πλήρως στις ανταλλακτικές σχέσεις: Μισθώνει την εργασία της, πληρώνει τη διατροφή της κόρης της, πληρώνει για να αποκατασταθεί η υγεία της κόρης της, νοικιάζει δωμάτιο, αποκτά τα στοιχειώδη έπιπλα με δάνειο, αποκτά και ένα καθρέπτη, την πολυτέλεια να βλέπει την ομορφιά της να σβήνει, μέρα με τη μέρα. Και όταν απολύεται και ο μισθός σταματά, πάλι σε εμπορευματικές σχέσεις καταφεύγει: δουλεύει ράβοντας στο δωμάτιό της, όχι με μισθό, αλλά κατ’ αποκοπή, με το κομμάτι, για τον εργολάβο. Μόνο που η αμοιβή είναι μικρή και οι κίνδυνοι της εμπορευματοποιημένης παραγωγής πολλαπλάσιοι: Ο εργολάβος «αξιοποιεί» την πάμφθηνη εργασία των φυλακισμένων γυναικών, ο ανταγωνισμός είναι οξύς.     
            Η Φαντίνα, λοιπόν, ξεπουλά για να επιβιώσει: τα στολίδια, τα μετάξια, οι δαντέλες θυσιάζονται πρώτα. Μετά τα μαλλιά, τα δόντια ξεπουλιούνται, πολύτιμα μέλη του σώματος, αλλά και στολίδια, δηλωτικά της γυναικείας υπόστασής της. Μαθαίνει στην οικονομία της στέρησης, στην επιβίωση με το τίποτα. Το τίποτα όμως αναπαράγει το τίποτα, όχι την εργασιακή δύναμη, την ικανότητα να μπορεί να εργάζεται, πολύ δε περισσότερο να μεγαλώσει τη μέλλουσα γενιά των μισθωτών, την κόρη της. Χωρίς φως, χωρίς θέρμανση, με ελάχιστη τροφή, η αναπαραγωγή διακόπτεται. Πριν την οριστική διακοπή, το μοιραίο φυσικό θάνατο, ο ηθικός θάνατος: Η Φαντίνα κάνει πεζοδρόμιο.
            Το πεζοδρόμιο, η συστηματική ή ευκαιριακή πορνεία, εμπλέκει τη γυναίκα σε τυπικές εμπορευματικές σχέσεις επίσης. Η απόλυτα σωματοποιημένη εργασία της πόρνης, που πρέπει να πνίξει τα συναισθήματα προς τον άλλον, αλλά, κυρίως, προς εαυτόν, για να μείνει ανέπαφη, ψυχρή, αμέτοχη, ικανή να υποδεχθεί και να ικανοποιήσει τον επόμενο τυχαίο πελάτη, δηλαδή να αναπαράξει την ειδική εργασιακή της δύναμη. Η Φαντίνα δεν διαθέτει την αναγκαία απόσταση από την εργασία της. Τα πειράγματα και οι ύβρεις των περαστικών δε γλιστράνε σα σταγόνες στο μουσαμά. Η Φαντίνα σπάει, δεν έχει τις ειδικές κοινωνικές και ψυχολογικές δεξιότητες του επαγγέλματος. Αντεπιτίθεται στην υβριστή, συλλαμβάνεται, απειλείται με εξάμηνη φυλακή.  
            Το πεζοδρόμιο, η αλητεία, οι μικροκλοπές, τα εγκλήματα κατά της ιδιοκτησίας είναι σύμφυτα με τη δημιουργία της μισθωτής εργασίας, με τη συγκρότηση της αγοράς εργασίας. Οι διαχωριστικές γραμμές μεταξύ μισθωτής εργασίας και εγκλήματος, μεταξύ της καλβινικής ηθικής της έντιμης εργασίας και της ανηθικότητας είναι λεπτές και οι μισθωτοί τις διαβαίνουν συνεχώς. Σε μια κοινωνία που η έννοια του μισθωτού εργαζόμενου ταυτίζεται με εκείνη του φτωχού, σε μια κοινωνία, δηλαδή, γενικευμένης φτώχειας, σε μια κοινωνία όπου η πενία των πολλών είναι προϋπόθεση για την ευμάρεια του έθνους, κατά την έκφραση του Μαρξ, το αδήριτο μέλημα είναι η επιβίωση. Και στο βωμό της επιβίωσης, η ηθική είναι περιττή.
            Η «ηθικοποίηση» της εργατικής τάξης είναι το μεγάλο κοινωνικό στοίχημα που διαρκεί περισσότερο από έναν αιώνα. Ο «όχλος» των αστικών κέντρων, διωγμένος από γη με τις περιφράξεις στην Αγγλία, δε μετατράπηκε ακαριαία σε μισθωτή εργασία. Η οικονομία των πολλαπλών ενασχολήσεων που διαδέχονται η μία την άλλη σύμφωνα με τις εποχές του χρόνου ή τις διαθέσιμες «ευκαιρίες» εργασίας, η ενίσχυση των άτακτων μεροκάματων με τα μικρο-εγκλήματα και την πορνεία, την επαιτεία και την αλητεία, αποτελούν τον κανόνα και όχι την εξαίρεση. Ο τρόμος της αστικής κοινωνίας, εκφρασμένος από τον Μάλθο, και κωδικοποιημένος, κατά τον Φράνκο Μορέττι, από τη Σέλεη στον Φραγκεστάιν, το δύσμορφο τέρας που αποκτά σώμα από μέλη νεκρών, που απαιτεί (ή, ορθότερα, εκλιπαρεί για) την αναπαραγωγή του (μια νύφη) προκαλώντας τρόμο στο δημιουργό του, που ανιχνεύει το μέλλον που θα προκύψει απ’ τη συναίνεσή του στο αίτημα (μια γενιά τεράτων!!!), πρέπει να καταπραϋνθεί. Το φάρμακο είναι γνωστό: το άσυλο, η φυλακή και το κάτεργο, ο διαχωρισμός σε αξιοπαθούντες και σε αναξιοπαθούντες των Νόμων περί Πτωχών. Το κράτος δραστηριοποιείται εξαπολύοντας τους κατασταλτικούς μηχανισμούς προκειμένου να επιτευχθεί ο κοινωνικός έλεγχος των «εργαζόμενων πτωχών». Ο έλεγχος του αριθμού και ο έλεγχος της συμπεριφοράς τους.
            Οι δύο στόχοι της «ηθικοποίησης» προβάλλουν ήδη από το τέλος του 18ου αιώνα: Ο όχλος πρέπει να γίνει νοικοκύρης. Να πάψει να σπέρνει νόθα, να καταπολεμήσει τα ένστικτα και την προδιάθεση στη μέθη. Και να γίνει πρόθυμος να εργασθεί στα εργοστάσια, τα ναυπηγία και τα ορυχεία, ζώντας σε τρώγλες που φτιάχνει δίπλα στο χώρο εργασίας, στη μολυσμένη ατμόσφαιρα από τους καπνούς των φουγάρων, στο κάρβουνο της ατμόσφαιρας και στην καρβουνόσκονη του δαπέδου, χωρίς αποχετεύσεις, χωρίς καν πατώματα ή παράθυρα. Κάθε ικμάδα ζωτικότητας, κάθε διαθέσιμη ενέργεια, πρέπει να διοχετευθεί στη σκληρή δουλειά, σε μια ζωή σύντομης διάρκειας, αλλά των μεγάλων ωραρίων εργασίας.
            Η ηθικοποίηση της εργασίας καθοδηγεί τις πρώτες έρευνες πεδίου για τη φτώχεια και την κατάσταση των εργαζομένων. Ο Booth χρησιμοποιεί ένα ταξινομητικό σχήμα που βασίζεται σε ηθικά κριτήρια (η «άγρια και ημι-εγκληματική ομάδα, η ομάδα που αποτελείται από άτομα που για «για πνευματικούς, ηθικούς ή σωματικούς λόγους δεν είναι ικανοί για καλύτερη απασχόληση», οι δουλευτάδες που δεν προνοούν για το μέλλον, κλπ.). Ο Poulot τρεις δεκαετίες νωρίτερα ταξινομούσε τους μισθωτούς εργάτες στη Γαλλία. Η ταξινόμηση του Poulot παρομοιάζει με εκείνη του Booth, με τις κατώτερες ομάδες στην ιεράρχηση να χαρακτηρίζονται ως «βρώμικοι, αποκρουστικοί, χυδαίοι, άξεστοι, αδαείς, απερίσκεπτοι και κτηνώδεις», απρόθυμοι να εργασθούν τακτικά.
            Ο διάσημος Ford, που πολύ μελάνι χύθηκε για χάρη του ως προσωποποίηση του φορντισμού, συνδύασε το μεροκάματο των 5 δολαρίων με το τμήμα προσωπικού της αυτοκινητοβιομηχανίας του, το οποίο ήταν επιφορτισμένο να παρακολουθεί την ιδιωτική ζωή των εργαζομένων: αν εκκλησιάζονται, αν πηγαίνουν σε μπαρ, αν ήταν καλοί οικογενειάρχες, αν είχαν ύποπτες επαφές με συνδικαλιστές και πολιτικούς αγκιτάτορες. Όσοι κρίνονταν ως ηθικά και πολιτικά προβληματικοί απλώς απολύονται: η πόρτα του Παραδείσου της πλουσιοπάροχης αμοιβής έκλεινε πίσω τους, όπως ακριβώς έκλεισε η πόρτα του εργοστασίου του Γιάννη Αγιάννη πίσω από την πλάτη – ή στα μούτρα - της αμαρτωλής Φαντίνας.
            Το κράτος με τους θεσμούς του προσωποποιείται στον Ιαβέρη, τον άτεγκτο αστυνόμο που χωρίς ενδοιασμό εφαρμόζει το Νόμο. Όταν ο Νόμος έρθει αντιμέτωπος με το ηθικό δίλημμα, όταν αναρωτηθεί για το ηθικό περιεχόμενο των προβλέψεων και των εντολών του, αυτοκαταργείται: Ο Ιαβέρης αυτοκτονεί, δίνοντας διέξοδο στην προσωπική του κρίση, καθώς αντιλαμβάνεται ότι το δικό του δίκαιο, το δίκαιο του Νόμου, δεν είναι παρά ένα τυπικό δίκαιο, στερημένο ηθικού περιεχομένου, δηλαδή ένα δίκαιο – μη δίκαιο, που παράγει την αδικία αντί της δικαιοσύνης. «Πρώτη απ’ όλες τις εξουσίες, είναι η συνείδηση» (σ. 223), τα λόγια που βάζει ο Ουγκώ στο στόμα του Αγιάννη στην πρώτη αντιπαράθεση με τον Ιαβέρη. Η εξουσία του Νόμου έρχεται αντιμέτωπη με την εξουσία της συνείδησης και, τουλάχιστον, στους Άθλιους, στον Ουγκώ όπως και στον Σοφοκλή, ηττάται κατά κράτος. Στη λογοτεχνία ο συγγραφέας μπορεί να επιβάλει τους ηθικούς κανόνες.
            Αλλά το έργο έχει ήδη επιτελεσθεί όχι από τον κρατικό μηχανισμό, αλλά από την αστική κοινωνία. Το κράτος βάζει την τελική πινελιά στο δράμα. Το «πέρασμα» της Φαντίνας από την τακτική εργασία στο εργοστάσιο στην επισφάλεια της κατ’ αποκοπήν εργασίας του ραψίματος στο δωμάτιό της και της πορνείας στους δρόμους της πόλης εξασφαλίζεται από την ηθική της επιστάτισσας του εργοστασίου, αυτής που αναλαμβάνει στο χώρο της παραγωγής το ρόλο του κεφαλαίου, ρόλο πολιτικό και, προφανώς, ιδεολογικό, όπως μας έμαθε ο Πουλαντζάς. «…(Η) επιστάτρια δίκασε τη Φαντίνα και την καταδίκασε μόνη της» (σ. 205) Το τμήμα προσωπικού του Φορντ μονοπρόσωπο.
            Η Φαντίνα δεν αντιμετωπίζει μόνο την οικονομική ανέχεια και την επισφάλεια. Ζει απομονωμένη από τις άλλες εργάτριες, τις πρώην συναδέλφους της, στο δωματιάκι της, προσπαθώντας να κρατήσει τους ρυθμούς παράδοσης που καθορίζει ο έμπορος, δουλεύοντας όσο της επιτρέπει το φως της ημέρας και του μοναδικού κεριού που διαθέτει. Νοιώθει την απομόνωσή της, νοιώθει την αποστροφή τους, ίσως γιατί ο φόβος μη τυχόν μοιραστούν την ατυχία της πνίγει κάθε συναίσθημα ανθρώπινης τρυφερότητας και συμπάθειας. Ακόμα και για τη Φαντίνα, το μοναχικό χορταράκι, η ανάγκη της συντροφικότητας ικανοποιείται στη δυσδιάκριτη φιγούρα της γριάς Μαργαρίτας, που με την εμπειρία της στην απόλυτη φτώχια, την εισάγει στην οικονομία της πενίας. Υπόμνηση, μακρινός αχός, του ρόλου μιας διαλυμένης από τις εμπορευματικές σχέσεις οικογένειας, αλλά καθοριστικής για την αναπαραγωγή του πιο εύθραυστου απ’ όλα: της εργασίας, δηλαδή, του φορέα της, του ίδιου του εργαζόμενου
Όσοι δε σπεύδουν να καταδικάσουν τους μετανάστες για το παρεμπόριο και την πορνεία, όσοι δεν οικτίρουν τους συμπολίτες τους που μαζεύουν τα υπόλοιπα των λαϊκών αγορών, όσοι δεν αποδίδουν στους άνεργους την ευθύνη για την ανεργία και στους φτωχούς την ευθύνη για τη φτώχια, όσοι διακρίνουν στο εγγύς μέλλον το τραχύ απώτερο παρελθόν, όσοι αντιλαμβάνονται ότι η καταστολή του κράτους είναι σήμερα το υποκατάστατο των κοινωνικών υπηρεσιών, όσοι διατηρούν τη συνείδηση ως υπέρτατη εξουσία, ξέρουν τι πρέπει να γίνει. Χωρίς εγωισμούς, χωρίς ταλαντεύσεις, χωρίς μικροπολιτικές, κυρίως, χωρίς ανοησία.   
                  

Ο ΚΥΡ’ ΑΝΤΩΝΗΣ ΠΕΘΑΝΕ

Ο κυρ’ Αντώνης πέθανε. Όχι εκείνος του τραγουδιού που είχε τα μάτια καθαρά και αχτένιστα μαλλιά. Εκείνος ήταν μακρινός, μας συντρόφευε στις παιδικές φαντασιακές αναζητήσεις μας, γλυκόπικρα. Ο άλλος κυρ’ Αντώνης, αυτός που πέθανε πραγματικά πριν λίγες μέρες, δεν έγινε ποτέ θέμα τραγουδιού. Αλλά κατάφερε να μπει στη ζωή μου, όπως και στη ζωή πολλών άλλων, με τρόπο απλό, αλλά και αδήριτο.
            Ο κυρ’ Αντώνης δεν είχε μαλλιά για να τα αφήνει αχτένιστα και τα μάτια του είχαν χάσει από καιρό τη λάμψη τους. Κουρασμένα βάραιναν πίσω από τα βλέφαρα, σπάνια κοιτάζοντας ψηλά, σαν να τα τραβούσε έλξη μυστική και ακαταμάχητη προς το τσιμέντο που σκέπαζε το πάτωμα του μαγαζιού του.
            Γιατί ο κυρ’ Αντώνης ήταν μαγαζάτορας. Μαγαζί μια τρύπα απέναντι από το γραφείο μου πίσω από το Πάντειο. Φτιαγμένο με τσιμεντότουβλα, με σοβάδες και μπογιά άσπρη που ξέφτιζε, χωρίς παράθυρο, μια μόνο σιδερένια πόρτα. Και μέσα όλη η παράταιρη πραμάτεια: Φρέσκο ψωμί, τυριά και σαλάμια στο ψυγείο, καφέδες, κονσέρβες στα ράφια, για ανθρώπους, σκύλους και γάτες, τσιγάρα, μπουκάλια νερό, αναψυκτικά, κρασί και ούζο, λάδια για φαγητό και λάδια αυτοκινήτων, μπαλαντέζες, λάμπες για σπίτια και αυτοκίνητα, ασφάλειες, βαλβολίνες και υγρά φρένων, γιαούρτια, καρφιά και βίδες και άλλα πολλά ανεπάντεχα που ούτε μπορούσες να φανταστείς. Ένα πραγματικό πολυκατάστημα οργανωμένο μέσα σε ελάχιστα τετραγωνικά έτοιμο να εξυπηρετήσει την αραιή αλλά σταθερή πελατεία του.
            Και η πελατεία του ήταν το ίδιο ποικίλη όπως και το εμπόρευμά του. Η μαστοράντζα και οι βοηθοί των πολλών συνεργείων αυτοκινήτων τριγύρω, οι συνάδελφοι της Αριστοτέλους 29, οι φοιτητές, προπτυχιακοί και μεταπτυχιακοί, που αναζητούσαν καφέ και τσιγάρο, ελάχιστοι κάτοικοι της περιοχής.
            Είκοσι χρόνια πρωί, μεσημέρι ως αργά το απόγευμα θυμάμαι κάθε μέρα τον κυρ’ Αντώνη να είναι στο μαγαζί, να μεταφέρει φιάλες πετρογκάζ με το αρχαίο τρίκυκλο, να λιάζεται στον ήλιο έξω από το μαγαζί στην πλαστική καρέκλα και να συζητάει με το φίλο του τον Ηρακλή, τον εκπληκτικό απόμαχο τεχνίτη των επίπλων. Είκοσι χρόνια που τον ήξερα εγώ, ποιος ξέρει πόσα προηγουμένως.
            Το μαγαζί έκλεινε σταθερά μια βδομάδα τέλος της άνοιξης. Ο κυρ’ Αντώνης εξαφανιζόταν. Ήταν οι ημέρες της τιμής του και των οδυνηρών αναμνήσεων. Γιατί ο κυρ’ Αντώνης επέζησε στο Νταχάου και αυτή η βδομάδα ήταν η τιμητική πρόσκληση από τη γερμανική κυβέρνηση για τους επιζήσαντες. Μια συγγνώμη, δηλαδή, αν ποτέ αυτή είναι αρκετή.
            Ο κυρ’ Αντώνης ποτέ δε μίλησε για τα πάθη του, τα κουράγια του και την τύχη του. Λίγοι γνώριζαν το μυστικό. Κι αν τον ρωτούσες, όταν γύριζε από το ετήσιο προσκύνημα στον τόπο του μαρτυρίου, έβλεπες μια συγκινημένη λάμψη στο βάθος του ματιού, που σηκωνόταν σαν σε εξαίρεση και σε κοίταζε στα μάτια, μουρμούριζε κάτι και άλλαζε κουβέντα.
            Τα τελευταία χρόνια οι δουλειές δεν πήγαιναν καλά. Δηλαδή πήγαιναν χειρότερα από πριν. Η περιοχή γέμισε ταχυφαγεία και καφέ, τα μαστόρια άρχισαν να πίνουν φρέντο και να τρων σάντουιτς, κι’ εμείς επίσης. Τα συνεργεία ένα-ένα κλείνουν και γίνονται αποθήκες επώνυμων ανταλλακτικών και καφέ για φοιτητές.  Η υγεία του κυρ’ Αντώνη κλονίστηκε μαζί με την οικονομική υγεία του μαγαζιού. Αρρώστιες, διαβήτης, τρεις ακρωτηριασμοί σ’ ένα χρόνο, θάνατος.
            Το μαγαζί μένει κλειστό. Δεν θα τον καλημερίσω άλλη φορά, δεν θ’ ακούσω από εκείνον το «καλή μέρα κυρ’ Απόστολε». Η ζωή θα κυλήσει σε πιο αποστειρωμένο περιβάλλον. Κάτι τόσο μακρινό, τόσο οικείο, χάθηκε.          

ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ 2009

Σκηνή Πρώτη: Η πρώτη σκηνή δεν διεκδικεί καμιά πρωτοτυπία. Καθημερινή σκηνή στη λαϊκή αγορά της γειτονιάς. Τη δείξανε στην αρχή τα κανάλια, χρόνια τώρα, όταν ο τότε αρμόδιος υπουργός του ΠΑΣΟΚ έδινε τη μάχη των τιμών από πάγκο σε πάγκο, από μπρόκολα σε λάχανα. Μπέρδευε λίγο τα ζαρζαβατικά, αλλά ο άνθρωπος υπουργός ήταν, όχι γεωπόνος, ούτε καν μάγειρας. Η σκηνή έδειχνε φτωχόκοσμο, να ξεδιαλέγει λαχανικά που άδειαζαν οι πωλητές στο δρόμο, καθώς η λαϊκή τελείωνε, όσα προϊόντα αγοράσθηκαν, αγοράσθηκαν, τα υπόλοιπα, ταλαιπωρημένα, έχασαν την ανταλλακτική τους αξία. Η φύρα του παραγωγού και του έμπορου δόθηκε στην ανάλωση των απορριμματοφόρων και της χωματερής.
            Αλλά αυτό που δεν είχε ανταλλακτική αξία, είχε χρηστική αξία για κάποιους συμπολίτες μας που περίμεναν το άδειασμα των καλαθιών για να αποκτήσουν μια πράσινη σαλάτα, λίγα χόρτα, ίσως μια δυναμωτική σούπα. Σκηνή που σόκαρε, και τα πανταχού παρόντα κανάλια την κατέγραψαν και τη μετέδωσαν στο πανελλήνιο, ακριβώς για την αίσθηση αυτή που προκαλούσε στους θεατές τους. Χρόνια μετά, η εικόνα επαναλαμβάνεται κάθε μέρα στις γειτονιές της Αθήνας. Γινόμαστε καθημερινοί μάρτυρές της, δια γυμνού οφθαλμού, εμείς οι υπόλοιποι που η εργασία και ο μισθός μας επιτρέπουν να πληρώνουμε αυτό που τρώμε. Δια γυμνού οφθαλμού, γιατί τα κανάλια δεν είναι πια εκεί για να την καταγράψουν. Έπαψε πια να αποτελεί αξιοπερίεργο, εξοικειωθήκαμε μαζί του, η εικόνα του ανθρώπου που σκυφτός ψάχνει και ξεδιαλέγει στο σωρό των «σε πέντε λεπτά γίνονται σκουπίδια» δεν μας ταράζει, δεν μας εξοργίζει, ούτε καν μας συγκινεί. Τα απόβλητα λαχανικά ανταμώνουν τους απόβλητους καταναλωτές τους.
            Μόνο που ο αριθμός αυτών των τελευταίων αυξάνεται συνεχώς. Δεν είναι πια οι οριακές περιπτώσεις των κραυγαλέα φτωχών που με ανεπαρκή σύνταξη, χωρίς οικογενειακή υποστήριξη, απόμαχοι και συντετριμμένοι δίνουν τον κλεφτοπόλεμο της καθημερινής επιβίωσης. Δεν είναι οι, σπάνιοι άλλωστε στα καθ’ ημάς, κατ’ επιλογήν άστεγοι και περιθωριακοί. Όλο και συχνότερα συναντάμε σχετικά προσεκτικά ντυμένους κύριους και ευπρεπείς κυρίες να γέρνουν στο σωρό, ψάχνοντας με επιμονή για λίγα μαρουλόφυλλα. Είναι εκείνοι που η ανέχεια τους άλλαξε και τις ώρες επίσκεψης στη λαϊκή: όχι πια πρωί – πρωί, αλλά αργά το μεσημέρι, μόλις πριν τη διάλυση. Πολλοί άλλαξαν και τη λαϊκή που επισκέπτονται. Η λαϊκή γι’ αυτούς έπαψε να είναι αγορά, τόπος συνάντησης με τους γείτονες, αφορμή διάδοσης των μικρών οικογενειακών συμβάντων, τόπος αστεϊσμού και γκρίνιας με τους πωλητές. Πρόσταξαν εαυτούς «λάθετε βιώσαντες», χωρίς να γνωρίζουν τον Επίκουρο,  όχι από επιλογή, από ανάγκη, μην το μάθει η γειτονιά, μη γίνουν περίγελος των γνωστών, μην πληγεί η ευάλωτη αξιοπρέπεια, κρυφά, λάθρα, μακάρι να γινόντουσαν αόρατοι.

Σκηνή Δεύτερη. Μεσημεράκι του Αγίου Πνεύματος σε έκθεση ακριβών γερμανικών αυτοκινήτων γίνεται πανικός. Μεγάλος αριθμός αγοραστών συνωστίζεται με τα χαρτιά στο χέρι για την παραγγελία του πολυπόθητου πολυτελούς τετράτροχου. Οι πωλητές ιδροκοπούν και δέχονται τη μια παραγγελία πίσω από την άλλη. Οι παραγγελίες – αποτέλεσμα των πρόσφατων κυβερνητικών μέτρων – θα σώσουν, ίσως, μερικές θέσεις εργασίας στη χειμαζόμενη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, αλλά η γενναιοδωρία του έλληνα πρωθυπουργού θα συναντήσει την αχάριστη σκληρότητα της κας Μέρκελ: Καμία παρέκκλιση από το Σύμφωνο Σταθερότητας.

Οι δύο σκηνές επιδέχονται πληθώρα αναλύσεων. Μπορεί κάποιος να εντοπίσει το κραυγαλέο του πλούτου σε αντιπαράθεση προς την ταπεινότητα της φτώχειας. Να αναλύσει ακολουθώντας τον Μαρξ τη διαλεκτική σχέση μεταξύ τους, να επισημάνει ότι η φτώχια των πολλών είναι προϋπόθεση του πλούτου των ολίγων. Να κραυγάσει, να καγχάσει, να καταγγείλει. Επιτρέψτε μου να κάνω κάτι άλλο.
            Θα επιχειρήσω με δύο λόγια να περιγράψω το ελληνικό οικονομικό αδιέξοδο. Αδιέξοδο όχι σημερινό, αλλά οργανωμένο δεκαετίες τώρα. Υπήρχαν πάντα πλούσιοι και φτωχοί σ΄ αυτόν τον τόπο. Οι πλούσιοι αγόραζαν πάντα είδη πολυτελείας, προερχόμενα εκ του εξωτερικού. Οι φτωχοί αγόραζαν φτηνά προϊόντα, ελληνικής κατασκευής. Ρούχα, παπούτσια, τσάντες, τρόφιμα, υπηρεσίες εκπαίδευσης και υγείας, διακοπές και διασκέδαση,
παραγόντουσαν τα μεν αλλού, τα δε εδώ, ανάλογα με το βαλάντιο. Μετά άρχισε το μεγάλο κόλπο της αναδιανομής. Λίγο η ανεργία, λίγο η στασιμότητα των μισθών, λίγο οι «ευελιξίες», λίγο το ανέκδοτο «ελληνικό κράτος πρόνοιας», από κοντά οι μεταρρυθμίσεις, το συνταξιοδοτικό, οι ιδιωτικοποιήσεις, το χρηματιστήριο, τα φτηνά χέρια στα όμορα κράτη, οι πλούσιοι πλουτήσαν περισσότερο, οι φτωχοί έγιναν πιο φτωχοί. Τα μεσαία στρώματα πολώθηκαν: κάποιοι προόδευσαν και αναρριχήθηκαν, οι περισσότεροι κατρακύλησαν. Τα αποθέματα εξαντλήθηκαν στις χρηματιστηριακές φούσκες, η ακίνητη περιουσία «αξιοποιήθηκε» πέραν των ορίων, η αντιπαροχή τελείωσε, τα κτήματα έγιναν ήδη οικόπεδα, οι πεζούλες μετατράπηκαν σε απούλητες μεζονέτες – 3.000 απούλητες μόνο στην Τήνο πέρυσι το καλοκαίρι -, οι κάρτες και οι δόσεις έγιναν βρόγχος, οι απαιτήσεις της ζωής πολλαπλασιάστηκαν.
            Μια κοινωνία διχοτομημένη, και ας διατηρεί την επίφαση της ενότητάς της. Η διχοτομημένη κοινωνία είναι συντηρητική: τον τόνο τον δίνουν τα μεσαία στρώματα που χάνουν. Αλλά η διχοτομημένη κοινωνία διαβρώνει τις προοπτικές παραγωγικής ανανέωσής της: καθώς οι φτωχοί φτωχαίνουν, τα μεσαίας ποιότητας εγχώρια προϊόντα εκτοπίζονται στην κατανάλωση από ευτελή εισαγόμενα. Η εξάπλωση των κινέζικων εμπορικών σε κάθε γειτονιά δεν μαρτυρά για τον οικονομικό δυναμισμό της Κίνας, αλλά για τη σταδιακή εξαθλίωση του καταναλωτή. Και η εξαθλίωση του καταναλωτή συνεπάγεται νομοτελειακά το σβήσιμο των εμπορικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων που υπηρετούσαν τις ανάγκες αυτού του μικρομεσαίου καταναλωτικού κοινού.
            Οι όροι για τη διατύπωση μιας ηγεμονικής πρότασης από την αριστερά είναι εκεί. Η διατύπωσή της αργεί. Και όσο αργεί, η κρυφή γοητεία του ρατσισμού θα εξαπλώνεται.