Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ; ΜΙΑ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΓΕΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΗΣ ΤΡΕΧΟΥΣΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑΣ

Το working paper του Φιλανδού συναδέλφου εξετάζει τη σχέση μεταξύ μεγέθους του ανδρικού μορίου και της ανάπτυξης (GNP).
Επισημαίνω ότι σκοπίμως γελιοποιεί την τρέχουσα οικονομική φιλολογία - και το κάνει καλά, με όλους της τους κανόνες.
Μια μικρή δικαίωση για μένα και το προ 20ετίας πόνημά μου για την Πολιτική Οικονομία της Ερωτικής Πράξης, που θα το βρήτε επίσης εδώ. 

http://www.scribd.com/doc/60297062/Male-Organ-and-Economic-Growth

Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΣΗΜΕΡΑ

Κείμενο γραμμένο πριν 20 χρόνια σχεδόν. Δυστυχώς τραγικά επίκαιρο. Γιατί οφείλουμε να κατανοήσουμε ότι το κακό δεν έρχεται από τα "έξω". Το έχουμε ήδη προετοιμάσει, με πράξεις και παραλείψεις.

ΕΞΕΙΔΙΚΕΥΣΗ, ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

Θεωρώ αναγκαίο, προκειμένου να ειπωθούν ορισμένα πράγματα έστω και με επιγραμματικό τρόπο, να κάνω μια εισαγωγική διάκριση. Ο τίτλος αυτής της θεματολογικής ενότητας περιλαμβάνει δύο έννοιες αμφίσημες: Τόσο η έννοια της διεπιστημονικότητας, όσο και η έννοια της εξειδίκευσης προσλαμβάνουν αντιθετικές σηματοδοτήσεις, τουλάχιστον σε πρακτικό επίπεδο. Δεν θεωρώ, δηλαδή, ότι υπάρχει μόνο μία αντιπαράθεση μεταξύ της "διεπιστημονικότητας" προς την "εξειδίκευση", αλλά ότι, σε αυξανόμενο βαθμό, μπορούμε να εντοπίσουμε αντιθετικές τάσεις στο εσωτερικό αυτών των χώρων. Θα δηλώσω εξ αρχής τις αντιθετικές τάσεις που χαρακτηρίζουν την έννοια της εξειδίκευσης για να περιορισθώ σε μία μόνο παρατήρηση αργότερα ως προς την διεπιστημονικότητα.
            Νομίζω ότι μπορούμε βάσιμα να υποστηρίξουμε ότι με την έννοια εξειδίκευση περιλαμβάνουμε αφ' ενός την ειδικευμένη γνώση στα πλαίσια ενός επιστημονικού κλάδου, αφ' ετέρου την επαγγελματική γνώση, δηλαδή το σύνολο των θεωρητικών γνώσεων, τεχνικών και πρακτικών που προετοιμάζουν ή και εξασφαλίζουν την άσκηση βιοποριστικού επαγγέλματος. Αν και υπάρχει μια κάποια επικάλυψη, θέλω να σημειώσω ότι οι δύο αυτές χρήσεις της έννοιας δεν είναι ταυτόσημες. Είναι χρήσιμο, επομένως, να γνωρίζουμε για ποιά ακριβώς έννοια "εξειδίκευσης" μιλάμε σήμερα και να την ορίζουμε ρητά.
            Σε σχέση με την διάκριση αυτή και για να διευκολύνω την σύντομη ανάπτυξη των απόψεών μου θα ήθελα να παρουσιάσω μιά παρατήρηση εμπειρικού χαρακτήρα, μιά θέση που φαίνεται να προκύπτει από την παρατήρηση, μια θέση ερμηνευτική και συνάμα πολιτική, και την αντίκρουση αυτής της θέσης.
            Πρώτα η παρατήρηση: Το εκπαιδευτικό σύστημα σε όλες τις βαθμίδες του υπόκειται σε μια γενικευμένη κριτική. Οι επικρίσεις προς το εκπαιδευτικό σύστημα εμφανίζονται σε όλες τις χώρες, ιδιαίτερα στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης, και προέρχονται από το σύνολο των εχόντων λόγο για τα σχετικά ζητήματα: κυβερνήσεις, κόμματα, ΜΜΕ, και ειδικοί επιστήμονες παραδέχονται και επισημαίνουν την κρίση του εκπαιδευτικού συστήματος εδώ και αρκετά χρόνια. Η επίκριση που του απευθύνεται, συνήθως, τονίζει την αναντιστοιχία μεταξύ των γνώσεων που παρέχει και του είδους του εργατικού δυναμικού που καταρτίζει σε σχέση με τις ανάγκες μιας μεταβαλλόμενης, δηλαδή δυναμικής, αγοράς εργασίας.
            Η θέση που προκύπτει από αυτή την παρατήρηση φαίνεται να εξαντλεί την ανάλυση της κρίσης του εκπαιδευτικού συστήματος σε μια άρνηση εκσυγχρονισμού. Η αγορά εργασίας είναι το δυναμικό σύστημα που εξελίσεται ακολουθώντας τις μεταβολές στην παραγωγή και την τεχνολογία, ενώ το εκπαιδευτικό σύστημα παραμένει στάσιμο και απροσάρμοστο. Προς ενίσχυση αυτής της κριτικής γίνεται επίκληση μιας αυξανόμενης την τελευταία δεκαετία φιλολογίας για την αγορά εργασίας και την ανεργία, που θεωρεί την ανεργία ως, κατά κύριο λόγο, διαρθρωτική, οφειλόμενη στην αναντιστοιχία μεταξύ των προσόντων και των δεξιοτήτων των ανέργων και των αναγκών που καθορίζει η παραγωγή.
            Ως μόνη λύση προτείνεται η άρση αυτής της στασιμότητας, η προώθηση της προσαρμοστικότητας του εκπαιδευτικού συστήματος, αυτό, δηλαδή, που ονομάσθηκε "επιχειρηματική κατεύθυνση" του πανεπιστημίου ή τάση επαγγελματοποίησης της εκπαίδευσης γενικότερα.
            Σε ό,τι αφορά την τριτοβάθμια και, ειδικότερα, την πανεπιστημιακή εκπαίδευση η πιο πάνω λύση σημαίνει δύο συμπληρωματικές κατευθύνσεις: Πρώτον, την άμεση εμπλοκή της πανεπιστημιακής έρευνας με την επιχειρηματική έρευνα, τόσο την βασική, όσο και την έρευνα ανάπτυξης, γεγονός που επιφέρει, ή μάλλον, επιτείνει το γεωγραφικό και ενδοπανεπιστημιακό καταμερισμό του είδους και της ποιότητας της πανεπιστημιακής έρευνας με συνακολουθες επιπτώσεις στην ανάπτυξη της ερευνητικής δραστηριότητας κατά τομέα και ίδρυμα. Η τάση που προκύπτει είναι η διεύρυνση των ανισοτήτων μεταξύ των ιδρυμάτων και μεταξύ ερευνητικών χώρων μέσα στα ιδρύματα. Εν προκειμένω, η ανάλυση του τρόπου συγκρότησης των ερευνητικών ομάδων, της θεματολογίας και του εσωτερικού καταμερισμού εργασιών στα πλαίσια των προγραμμάτων διαπανεπιστημιακής συνεργασίας που προωθούνται από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα θα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα και διαφωτιστική. Προσωπικά πιστεύω ότι μια τέτοια ανάλυση θα επιβεβαίωνε την άποψη που διαισθητικά - αν και όχι απόλυτα διαισθητικά - υποστηρίζω εδώ. Αλλά, στο ζήτημα αυτό δεν θα επεκταθώ.
            Δεύτερον, και αυτό αφορά το έτερο σκέλος της παραγωγής του πανεπιστημίου, η προτεινόμενη λύση υποστηρίζει την παραγωγή καταλλήλων ειδικοτήτων, δηλαδή ανθρώπων με γνώσεις που ζητούνται στην αγορά εργασίας. Στην Ελλάδα, αλλά και στα ξένα πανεπιστήμια, αυτό έχει σημάνει δύο πού συγκεκριμένα πράγματα: Αύξηση των εξειδικεύσεων σε προπτυχιακό επίπεδο και δημιουργία νέων γνωστικών αντικειμένων με σαφή επαγγελματικό προσανατολισμό σε πανεπιστημιακό επίπεδο.
            Νομίζω ότι σε σχέση με τα νέα γνωστικά αντικείμενα έχει προκύψει μια νέα πρακτική εφαρμογή της διεπιστημονικής γνώσης που ελάχιστα έχει απασχολήσει τον πανεπιστημιακό χώρο, αν και, πιστεύω, ότι είναι ένα εξαιρετικά κρίσιμο ζήτημα. Θα επανέλθω αμέσως σ' αυτό, αφού προσπαθήσω να στοιχειοθετήσω την αντίθεσή μου στην πιο πάνω θέση.
            Θα υποστηρίξω ότι η θέση της αναντιστοιχίας μεταξύ παραγομένων γνώσεων στο πανεπιστήμιο και αναγκών της αγοράς είναι λανθασμένη και ως προς την ερμηνεία που δίνει στην κρίση, ή, πιο σωστά, στην γενικευμένη αμφισβήτηση, του εκπαιδευτικού συστήματος και ως προς τις πολιτικές λύσεις που συνεπάγεται.
            Η ερμηνεία είναι λανθασμένη γιατί αντιλαμβάνεται τον χώρο της εκπαίδευσης σαν να ήταν ένα αυτόνομο σύστημα, πλήρως ανεξάρτητο από την παραγωγική δομή και την κοινωνική δυναμική, το οποίο, όμως, υπόκειται σε λειτουργικό καθορισμό από την αγορά εργασίας. Μ' άλλα λόγια, το εκπαιδευτικό σύστημα θεωρείται ως ένας ειδικός και ανεξάρτητος μηχανισμός παραγωγής δεξιοτήτων και γνώσεων προορισμένων να τύχουν άμεσης αξιοποίησης στην παραγωγική διαδικασία. Το εκπαιδευτικό σύστημα θεωρείται ως ένα σύστημα παραγωγής επαγγελμάτων, γεγονός που περιορίζει εξαιρετικά τον ρόλο του στην συνολική διαδικασία κοινωνικής αναπαραγωγής. Το εκπαιδευτικό σύστημα όντως προσδιορίζει επαγγελματικές κατηγορίες, δεν υπάρχει αμφιβολία γι' αυτό, αλλά αυτός ο προσδιορισμός ούτε αποτελεί την μοναδική λειτουργία του, ούτε γίνεται στη βάση μιας μονοσήμαντης αντιστοίχησης. Στο βαθμό που το εκπαιδευτικό σύστημα προσδιορίζει επαγγέλματα, αυτό γίνεται βάσει ενός αρνητικού ορισμού, ενός αποκλεισμού, των δυνατοτήτων άσκησης του επαγγέλματος: Το πτυχίο, και αυτό ισχύει μόνο για ορισμένα επιστημονικά επαγγέλματα, αποκλείει άτομα που δεν το κατέχουν από το να ασκήσουν το επάγγελμα, δεν συνεπάγεται, όμως, de facto άσκηση του επαγγέλματος απο τους πτυχιούχους. Το αν το επάγγελμα θα ασκηθεί ή όχι από τον πτυχιούχο εξαρτάται από μια πληθώρα παραγόντων που προσδιορίζουν τις δυνατότητες πρόσβασής του σε συγκεκριμένες θέσεις απασχόλησης και κυρίως εξαρτάται από την δυναμική της δομής απασχόλησης. Αν η δομή της απασχόλησης συρρικνώνεται ή, έστω, δεν αναπτύσσεται με ικανοποιητικούς ρυθμούς, αν οι σχέσεις των τμημάτων που την αποτελούν και η συνολική δυναμική είναι δυσμενής για την απασχόληση πτυχιούχων γενικώς ή ορισμένων πτυχιούχων, το πρόβλημα δεν αφορά το εκπαιδευτικό σύστημα ή, πάντως, το αφορά σε περιορισμένο βαθμό. Αντίθετα, η επικρατούσα άποψη καταλήγει σε μια μετατόπιση της κρίσης από μια κρίση εντοπισμένη στην οικονομική δυναμική σε μια, μερική, κρίση ενός θεσμού, σε μια εξωτερίκευση των μηχανισμών κρίσης από τον χώρο της οικονομίας στον χώρο της εκπαίδευσης.
            Η επικρατούσα τάση επαγγελματοποίησης της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης το μόνο που καταφέρνει είναι ουσιαστικά να δημιουργεί μια μόνιμη κατάσταση κρίσης στο εκπαιδευτικό σύστημα και ειδικότερα στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Πρόκειται για την τεχνητή δημιουργία μιας κρίσης νομιμοποίησης του ρόλου και των θεσμών της εκπαίδευσης και μάλιστα στο όνομα της αντιμετώπισης μιας υποτιθέμενης κρίσης λειτουργικότητας.
            Αλλά ακόμα και αν δεχθούμε αυτή την αντίληψη για τον ρόλο του εκπαιδευτικού συστήματος και του πανεπιστημίου ως μηχανισμού παραγωγής επαγγελμάτων, αν εξετάσουμε τις μεταβολές που εμφανίζονται στην οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας, η τάση για μεγαλύτερη εξειδίκευση σε προπτυχιακό, τουλάχιστον, επίπεδο είναι ελάχιστα δικαιολογημένη. Οι μεταβολές στην οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας για τα επαγγέλματα που προϋποθέτουν πανεπιστημιακή μόρφωση δεν φαίνεται να οδηγούν στην ένταση των εξειδικεύσεων, αλλά στην συγκέντρωση των καθηκόντων στα ανώτερα και στα μεσαία στρώματα της ιεραρχίας. Οι μεταβολές στις τεχνικές φαίνεται να επηρεάζουν περισσότερο τον τρόπο εργασίας των στελεχών, παρά των απλών εργαζομένων, και οι απαιτήσεις είναι για την παραγωγή στελεχών που μπορούν να αναλάβουν μια πληθώρα καθηκόντων ταυτόχρονα, παρά εξειδικευμένων σε ένα τομέα.
            Αυτή η παρατήρηση μας οδηγεί στα ζητήματα της διεπιστημονικότητας. Νομίζω ότι δεν απέχω πολύ από την πραγματικότητα όταν υποστηρίζω ότι. μέχρι σήμερα, η διεπιστημονική γνώση πρακτικά έχει θεωρηθεί ως παραθετική αντιμετώπιση των προβλημάτων και δεν έχει οδηγήσει στην συνθετική αντίληψη της πραγματικότητας. Μιλώντας αυστηρά για τις κοινωνικές επιστήμες, η έννοια της διεπιστημονικότητας έχει στρεβλωθεί σε σημείο να σημαίνει την επιλεκτική χρήση, συχνά, αντιφατικών θεωριών και πορισμάτων που προέρχονται από διάφορους γνωστικούς χώρους, παρά την ανάλυση του ενιαίου κοινωνικού γεγονότος, το αίτημα για μια ενιαία κοινωνική επιστήμη. Ο παραθετικός και ασύνδετος χαρακτήρας των "γνωστικών" αντικειμένων εμφανίζεται με ιδιαίτερη ένταση στα νέα τμήματα που δημιουργούνται αφ' ενός ως αποτελέσματα της τάσης επαγγελματοποίησης του πανεπιστημίου και αφ' ετέρου με την de facto αναγνώρισή του διεπιστημονικού χαρακτήρα των νέων τμημάτων. (Νομίζω ότι είναι αρκετά σαφές ότι τα νέα τμήματα, όσα τουλάχιστον ιδρύονται σε παλαιά πανεπιστημιακά ιδρύματα, εμφανίζουν ένα διεπιστημονικό αντικείμενο σπουδών).
            Ερχομαι, συνεπώς, σε ένα κρίσιμο ζήτημα που δεν αφορά μόνο τα νέα τμήματα, αν και σε αυτά ίσως το πρόβλημα να είναι πιό σοβαρό. Στο ελληνικό πανεπιστήμιο συναντάμε την μεγαλύτερη συχνότητα εμφάνισης εξειδικευμένων μαθημάτων σε προπτυχιακό επίπεδο. Αυτό ισχύει τόσο για τα υποχρεωτικά, όσο και για τα κατ' επιλογή μαθήματα που προσφέρονται. Ο μεγάλος όγκος εμφάνισης των εξειδικευμένων μαθημάτων στα προγράμματα σπουδων κατά κανόνα γίνεται με τον περιορισμό του χρόνου διδασκαλίας των βασικών μαθημάτων κάθε επιστημονικού αντικειμένου - και όχι, κατ' ανάγκη, με το περιορισμό των μαθημάτων που στοχεύουν στην απόκτηση τεχνικών. Θεωρώ ότι το σημείο καμπής εμφανίζεται με την εφαρμογή του προηγούμενου νόμου για τα ΑΕΙ, του 1268/82. Η μετατροπή του ετησίου μαθήματος σε εξαμηνιαίο, δεν μείωσε μόνο τον χρόνο διδασκαλίας, αλλά έχει εξαφανίσει κυριολεκτικά τον αναγκαίο χρόνο εμπέδωσης του μαθήματος. Πριν, λοιπόν, περατωθεί μια ασθμαίνουσα διδασκαλία, χωρίς δυνατότητα επισκοπήσεων, ασκήσεων, επαναλήψεων κλπ οι φοιτητές καλούνται σε εξετάσεις σε βασικά μαθήματα (έξη κατα μέσο όρο σε κάθε εξάμηνο, δώδεκα ετησίως) το οποία καλούνται όχι μόνο να έχουν μάθει ώστε να ικανοποιήσουν τα κριτήρια των εξεταστών, αλλά και να έχουν ανακαλύψει τη σχέση με μια πληθώρα επιλογών και εξειδικευμένων μαθημάτων που προσφέρονται στη συνέχεια. Αν προσθέσουμε και την σύνηθη παραθετική διεπιστημονικότητα καταλήγουμε σε ένα χάος και σε μια απορία που εσφαλμένα αποδίδεται στους φοιτητές. Πρόκειται για το χάος του προγράμματος σπουδών και την απορία των διδασκόντων.
            Είπα προηγουμένως ότι η καμπή εμφανίζεται με την καθιέρωση των εξαμήνων. Πιό σωστά, με την κατάργηση της έδρας. Οχι γιατί θα συνηγορήσω υπέρ του θεσμού της έδρας, αλλά γιατί έχω την ευκαιρία να αναφέρω άλλη μια κοινοτυπία, χρήσιμη όμως, εφ' όσον θέλουμε να την ξεχνάμε. Και μ' αυτή να ολοκληρώσω την αντίκρουση της επικρατούσας αντίληψης για την κατεύθυνση που οφείλει να πάρει το πανεπιστήμιο. Σε πρακτικό επίπεδο οι προσπάθειες μεταρρύθμισης του πανεπιστημιακού χώρου εξαντλούνται σε διοικητικές μεταβολές που αγνοούν την εσωτερική δυναμική του πανεπιστημίου και του εκπαιδευτικού συστήματος, τις εσωτερικές αντιφάσεις και τον σύνθετο τρόπο με τον οποίο εσωτερικεύει ο χώρος της εκπαίδευσης τις κοινωνικές αντιφάσεις και την κοινωνική κρίση. Ο νόμος 1268/82 αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα προς μελέτη, αλλά θα αρκεσθώ εδώ σε ένα σημείο που σχετίζεται ευθέως με τα πιό πάνω: Η κατάργηση της έδρας είχε ως αποτέλεσμα να δημιουργηθεί στην θέση της όχι μια συλλογικότητα, όπως μπορούσε να ήταν ο τομέας, αλλά ένας αστερισμός αυτόνομων "εδρών", ιδιαίτερα για τα ζητήματα που σχετίζονται με το πρόγραμμα σπουδών. Αποτέλεσμα ήταν η περιστολή των βασικών μαθημάτων, που αν και αναγκαία είναι "βαρετά" και εκτός των ερευνητικών ενδιαφερόντων, η πληθωρική ανάδειξη εξειδικευμένων μαθημάτων, η έλλειψη συνοχής των προγραμμάτων. Αποτέλεσμα να διδάσκουμε στα πανεπιστήμια πορίσματα ερευνών, αλλά όχι πώς φθάνουμε στα πορίσματα αυτά, να περιγράφουμε τις θεωρίες χωρίς να τις αναλύουμε, χωρίς να εντοπίζουμε ποιές είναι οι αναφορές και οι προϋποθέσεις των επιστημών μας, αρκούμασθε στην παράθεση χωρίς την σύνθεση, χωρίς να δημιουργούμε τις προϋποθέσεις μιας κριτικής αντιμετώπισης της θεωρίας και των πορισμάτων της.
            Αυτό, θεωρώ, ότι είναι το μείζον πρόβλημα, γιατί ουσιαστικά δημιουργούμε πτυχιούχους που εξοπλίζονται μόνο με τεχνικές στατιστικού χαρακτήρα και κάποια ασύνδετα συμπεράσματα σύγχρονων ερευνητικών προγραμμάτων. Πάντως, φοβάμαι, ότι δεν τους εξοπλίζουμε με την αναγκαία προσαρμοστικότητα που θα τους επιτρέψει μια μεγαλύτερη ευελιξία στην επαγγελματική τους ζωή. Κατά κάποιο τρόπο η έμφαση στην επαγγελματοποίηση του πανεπιστημίου ενδέχεται να οδηγήσει στην ακόμη μεγαλύτερη κρίση επαγγελματικής αποκατάστασης των αποφοίτων του.

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

ΛΥΚΟΣ ΛΥΚΟΣ


Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα ταλαίπωρο χωριό της ελληνικής υπαίθρου, έφθασε ένας μάγκας λύκος. Γνώστης όλων των κανόνων της επικοινωνίας και της ψυχολογίας του πλήθους, κατάλαβε ότι η επιβίωσή του, δηλαδή, το να τρώει που και που κανένα χωρικό, εξαρτιόνταν από την εκμετάλλευση των αδυναμιών των υποψήφιων θυμάτων του. Λυκοφαγωμένοι αυτοί από παλιά, όρμαγαν μόλις ένοιωθαν λύκο κοντά και τον καθάριζαν με λοστάρια, πέτρες και αξίνες, χωρίς ιδιαίτερες διαδικασίες και οικολογικές ευαισθησίες. Και τα όσα είχαν περάσει τους είχαν αναπτύξει και ένα είδος αλληλεγγύης: μόλις ένας από αυτούς κινδύνευε, έτρεχαν όλοι.
Μεγάλο πρόβλημα, δύσκολη η λύση. Καθόταν ο λύκος και μελετούσε, σχεδίαζε, άλλαζε, ξαναοργάνωνε την τακτική του. Κατέληξε, λοιπόν, στο εξής σχέδιο. Βρήκε μια σπηλιά λίγο μακριά από το χωριό, στενή και σκοτεινή. Μπήκε μέσα, κρύφτηκε ώστε να μη φαίνεται καθόλου, και, τι μορφωμένος λύκος θα ήταν, έβγαλε κραυγή μεγάλη στ’ ανθρώπινα:
ΛΥΚΟΣ - ΛΥΚΟΣ
Άκουσε τη φωνή ένας φουκαράς χωρικός που πήγαινε στο χωραφάκι του, σκέφτηκε: Ρε γαμώ το, ξανάλθαν οι λύκοι στο χωριό, βούτηξε την τσάπα του και έτρεξε να καθαρίσει. Μπήκε στη σπηλιά, σκοτάδι πίσσα, ώσπου να συνηθίσουν τα μάτια του, είχε φαγωθεί, πάει καλά του.
Του άρεσε του λύκου η φτιάξη, όταν τον έκοβαν οι πείνες, περίμενε να μείνει εκεί κοντά ένας χωρικός και έβαζε τις φωνές: ΛΥΚΟΣ - ΛΥΚΟΣ. Τι γινόταν μετά είναι εύκολο να το καταλάβετε.
Πέρασαν χρόνια και καιροί. Γέρασε ο Λύκος, ήρθε άλλος στο θέση του, έμαθε το κόλπο κι αυτός, άρχισε τις πρακτικές εφαρμογές. Κάθε τρεις και λίγο κι ένας κάτοικος του χωριού γινόταν γεύμα στο τραπέζι του Λύκου.
Στο χωριό άρχισαν να οργίζονται. Ρε τι γίνεται εδώ; Πώς λιγοστεύουμε συνέχεια; Πού είναι οι άνδρες μας, οι γυναίκες μας, τα παιδιά μας, οι γείτονες; Μερικοί σκέφτηκαν να στήσουν ενέδρες, άλλοι να ρίξουν μια μούντζα και να φύγουν για πάντα, άλλοι τα έβαλαν με τον κοινοτάρχη, το δασοφύλακα, τον παπά και το δάσκαλο, κάποιοι άλλοι μιλούσαν για τον παλιό καιρό που στο βορρά υπήρχαν κυνηγοί ειδικευμένοι στην καταπολέμηση του λύκου, σχετικά απομονωμένο το χωριό, ούτε φως, ούτε τηλέφωνο , δεν έμαθαν ότι οι κυνηγοί έθρεφαν λύκους και μια ωραία μέρα κάναν ένα έτσι οι λύκοι, παν οι κυνηγοί, μαντάρα και το χωριό τους, άστα να πάνε. Κι όσο οι χωριάτες τσακώνονταν, όλο και λιγόστευαν.
Μετά άρχισαν και οι παραλογισμοί. «Θεία τιμωρία ο λύκος» , είπαν μερικοί. «Μας τιμωρεί ο Θεός γιατί δε νηστεύουμε Τετάρτες και Παρασκευές». Άλλοι το είδαν πιο αγωνιστικά: «Επειδή τρώμε πολύ, χάσαμε την ευκινησία και την αγωνιστικότητά μας. Χρειάζεται σκληρή πειθαρχία, επιστροφή στις παραδόσεις και στα ιδεώδη του χωριού». Κάποιοι κουτοπόνηροι έβαλαν τα μεγάλα μέσα. Σου λέει, «συντοπίτης μας ο Λύκος, δε μπορεί, θα νοιάζεται για το χωριό. Τι πρέπει να κάνουμε; Να τον προσεγγίσουμε, να του μάθουμε καλούς τρόπους, να του δείξουμε το σωστό».
Ξεκίνησαν αυτοί οι τελευταίοι, άλλος μόνος, άλλοι παρέα - παρέα από δυο τρεις νοματαίους, πήγαν μόνοι τους στο στόμα του λύκου. Κανένας δεν τους ξανάδε, μόνο ένας δυο έβγαιναν που και που, μόνο τα κεφάλια τους, χωρίς σώματα, αιωρούμενα πάνω από τα μαύρα δέντρα του δάσους και με γουρλωμένα μάτια, γεμάτα ένταση, ανοιγόκλειναν τα στόματα και έβγαζαν άναρθρους ήχους. Α, ναι, μια τη γλύτωσε: Η Μαρία η Φαρμάκω, όπως την έλεγαν στο χωριό, γιατί όποιος είχε σχέση μαζί της πέθανε πριν περάσει βδομάδα. Οι φήμες λέγανε ότι ο Λύκος μύρισε το φαρμάκι στο αίμα της και έκανε συμφωνία μαζί της: την έστειλε σε ένα ποτάμι μακρινό να του ψαρεύει ψάρια.
Ο κόσμος άρχισε και αγανακτούσε, εν τω μεταξύ. Και εκεί που λέγαν να κάνουν μπραφ και να περιποιηθούνε το Λύκο, να σου και εμφανίζεται στο χωριό μια νέα αγέλη Λύκων. Αρχηγό είχαν ένα νεαρό λύκο, γελαστό και έξω καρδιά, που άρχισε τις υποσχέσεις. «Ακούστε», είπε. «Αυτός ο άρπαγας σας τρώει το βιος, σας τρώει και εσάς τους ίδιους. Εγώ και η φαμίλια μου θα τον διώξω. Και σας υπόσχομαι ότι εμείς είμαστε άλλου είδους λύκοι. Τρώμε μόνο ζώα επιβλαβή για σας. Ποτέ οικόσιτα. Όσο για ανθρώπινο κρέας, και μόνο η μυρωδιά του μας αηδιάζει».
Σκέφτηκαν λίγο οι χωριάτες, είχαν γεμίσει και τα χωράφια αρουραίους που τρώγαν ότι φύτρωνε, παλικαράδες δεν ήταν να κάνουν μόνοι τη δουλειά, άντε, του’ πανε, όρμα και βλέπουμε.
Έφυγε λοιπόν κακήν κακώς ο παλιός λύκος, ήρθε να η νέα αγέλη. Καλά πήγε για λίγο καιρό, μετά άρχισαν οι βουτηχτές: μια κότα στην αρχή, ένα αρνί μετά, κάτι κατσίκια που δεν τους είχε διαβάσει η μαμά τους το σχετικό παραμύθι, φθάσαμε και στους ανθρώπους. Ο αρχηγός λύκος είχε εν τω μεταξύ χοντρύνει, είχε γίνει τεράστιος, στην αγέλη τον κορόϊδευαν, είχε χάσει τον έλεγχο. Απελπισία οι χωριάτες. Αυτοί δεν έστηναν παγίδες και λύκος - λύκος και τέτοια. Έτρωγαν στην ψύχρα. Και οι αρουραίοι πολλαπλασιαζόντουσαν με εκθετική πρόοδο, όπως το είχε προβλέψει, άλλωστε, κι ο Μάλθος, μπερδεύοντας λίγο τα είδη θηλαστικών.
Πέρασε λίγος καιρός, να’ σου μια νέα αγέλη λύκων. Μοιάζαν με τους παλιούς, αλλά κάτι είχαν κάνει κι έδειχναν άλλοι. Αρχηγό είχαν ένα γέρικο σχετικά λύκο, που οι άλλοι τον φώναζαν «το παιδί», θεός ξέρει γιατί. Το παιδί πήγε στο χοντρολύκο. «Αρκετά φάγατε», είπε με ευφράδεια. «Ήρθε η σειρά μου». Ο χοντρολύκος μισοκοιμόταν κι είπε να γυρίσει πλευρό να συνεχίσει τον ύπνο, αλλά βαρέθηκε κι έμεινε εκεί να κοιτάει με τα τρία τέταρτα των ματιών κλειστά. «Σήκω ρε να παλέψουμε», είπε το παιδί και πήρε στάση μαχητή κουνγκ φου. «Δεν είσαι καλά», είπε ο χονδρολύκος και ολισθαίνοντας πάνω στην συρόμενη στο έδαφος κοιλιά του την έκανε με βαριά βήματα.
Οι νέοι λύκοι ήταν όμως παλιάς κοπής. Ήξεραν όλα τα παλιά κόλπα και μερικά καινούργια ακόμα. Οι φήμες λέγανε ότι κατά την απουσία τους ταξίδεψαν σε μέρη μακρινά και έμαθαν  νέα πράγματα φοβερά και τρομερά. Πάντως είτε τα έφεραν από έξω, είτε ήταν στο αίμα τους, αυτό που γινόταν ήταν σκέτος εφιάλτης. Γέροι, νέοι και παιδιά είχαν παραδοθεί στις ορέξεις της αγέλης. Έντρομοι οι άνθρωποι κλειδώθηκαν στα σπιτάκια τους και έτρεμαν για το τι θα τους συμβεί. Και το παιδί, ίσως από συνήθεια, ίσως μιμούμενο τους προγόνους του, έμπαινε συχνά στη σπηλιά και φώναζε με φωνή επιτηδευμένα παιδική: ΛΥΚΟΣ - ΛΥΚΟΣ.
Έγινε το έλα να δεις μετά. Οι λύκοι μπήκαν μέσα στο χωριό και τρώγαν ό,τι κυκλοφορούσε. Κάθε οικογένεια είχε τουλάχιστον ένα νεκρό ή χαμένο για πάντα. Απόλυτη καταστροφή.
Μέχρι που… Να μέχρι που κάτι πιτσιρικάδες, λιμασμένοι από την πείνα, πήραν σφεντόνες, ανέβηκαν στα κεραμίδια και άρχισαν τον πετροπόλεμο. Και θες η τέχνη του πετροπόλεμου, θες η πείνα που έβαζε φωτιές, θες η θεία δίκη, κάθε πέτρα έβρισκε στόχο. Κουτσάθηκε ο ένας λύκος, τυφλώθηκε ο άλλος, σπάσανε τα δόντια του τρίτου, άλλος έτσι, άλλος αλλιώς, η αγέλη ήταν σε αποσύνθεση. Και πάνω που η προηγούμενη αγέλη, με νέο ορεξάτο αρχηγό, ήταν έτοιμη να ξαναμπεί στο παιγνίδι, οι πόρτες των σπιτιών άνοιξαν, νέοι, γέροι, παιδιά, άνδρες και γυναίκες όρμησαν έξω με μαγκούρες, τσάπες, κλαδευτήρια και μπλάστρες. Πήραν στο κυνήγι τους λύκους, άλλους σκότωσαν, άλλους έπνιξαν στο ποτάμι, άλλους τους έγδαραν και άλλους τους έκοψαν ουρές και αυτιά και τους άφησαν να γυρίζουν στις ερημιές, να τους βλέπουν οι άλλες αγέλες και να αλλάζουν δρόμο.
Κι ενώ το χωριό ετοιμαζόταν για τη μεγάλη γιορτή της σωτηρίας, καθώς έπεφτε το σκοτάδι μια φωνή παιδιού ακούστηκε: ΛΥΚΟΣ - ΛΥΚΟΣ. Άρπαξαν ξανά τα αυτοσχέδια όπλα και χύθηκαν ξανά όλοι στα δάσος. Η κραυγή ερχόταν από την καταραμένη σπηλιά, αυτή τη φριχτή παγίδα, όπου τόσοι δικοί τους μαρτύρησαν. Έριξαν δάδες μέσα και τη φώτισαν καλά και μπήκαν μέσα ,με προσοχή.
Πάνω σ’ ένα σωρό κόκαλα καθόταν ο Λύκος Παιδί και κραύγαζε ΛΥΚΟΣ - ΛΥΚΟΣ. Κάποιοι τον περιέγραψαν κωμικό, ο πιο αστείος λύκος που είδαν ποτέ. ¨Άλλοι, πιο παρατηρητικοί μιλούσαν μετά για το κενό βλέμμα, για τα μάτια που κοίταζαν, αλλά δεν έβλεπαν. Το κεφάλι που παλούκωσαν στην πλατεία εκείνο το ίδιο βράδυ, ούτε έβλεπε, ούτε άκουγε, ούτε μιλούσε, στα σίγουρα.
Ένα παραμύθι σας είπα, σαν εκείνα που μου έλεγε η γιαγιά μου χειμωνιάτικα πρωινά, καθώς βουτούσε κομμένες φετούλες στο βαρύ γλυκό καφέ της και έψηνε λουκάνικα στην ξυλόσομπα για να φάει το πρωταγγόνι της. Τώρα προπονούμαι για παππούς, ελπίζω όχι σύντομα, και, όπως ξέρουν οι κόρες μου, μ’ αρέσει να μπερδεύω παραμύθια, φαντασίες και αλήθειες στην ίδια ιστορία, πράγμα απαράδεκτο για τα παιδιά που θέλουν ευθείες διηγήσεις με ηθικά διδάγματα. Αλλά εσείς, μεγάλα παιδιά, ξέρετε ότι δεν κινδυνεύετε από τα παραμύθια μου, ούτε καν υπάρχουν λύκοι. Ούτε και ηθικά διδάγματα.
                

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΤΗ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ, ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΔΡΟΜΟΣ…


Θα θυμάστε, βεβαίως, τον διαβόητο Στρως Καν να μιλάει «στο πόπολο σαν τον ναυαγοσώστη» που έλεγε παλιά και ο Σαββόπουλος (πριν αναλάβει ο ίδιος την άσκηση της ναυαγοσωστικής). Μιλούσε ως θεράπων ιατρός, δίνοντας απλόχερα αλάνθαστες συνταγές, εκτελώντας ακριβείς (και ακριβούς) ακρωτηριασμούς, κόβοντας τούτο και ράβοντας το άλλο. Τότε τον είχα πει τσαρλατάνο: οι «συνταγές» του δεν έβγαιναν από την επιστημονική γνώση των οικονομικών, αλλά από βιβλία μεσαιωνικής αλχημείας.
            Να που οι εξελίξεις μας αναγκάζουν να αλλάξουμε την ιατρική ρόμπα με το σκούφο του μάγειρου. Όχι μόνον γιατί η πολιτική σκηνή έχει γίνει μια προφανής κουζίνα και τα μαγειρέματα δίνουν και παίρνουν. Αλλά γιατί η απόλυτη αποτυχία του Μνημονίου, ως προς τους ρητά δηλωμένους στόχους του, εύκολα μπορεί να μεταφερθεί στο χώρο της μαγειρικής: από τη μαγγανεία στα μαγειρεία, μια ανάσα δρόμος.
            Ό,τι απέτυχε το μνημόνιο ως προς την επίτευξη των στόχων που ρητά έθεσε, δεν αμφιβάλει κανένας πια, ούτε οι θερμότεροι και οι ανοητότεροι των υποστηρικτών του. Και επειδή, ως γνωστόν, η επιτυχία έχει πολλούς πρόθυμους πατεράδες, αλλά η αποτυχία κανέναν πρόθυμο να αποδεχθεί την πατρότητα, η κυβέρνηση συγκλονίζεται από το καταλυτικό δίλημμα: Ήταν λάθος η πολιτική ή λάθος η εφαρμογή της; Με άλλα λόγια, φταίει η συνταγή ή ο μάγειρος;
            Νομίζω ότι η αναλογία είναι και ακριβής και χρήσιμη. Διότι η κυβέρνηση (και όχι μόνον) σπαράσσεται κυριολεκτικά από το δίλημμα: Από τη μια οι Χρυσοχοίδης, Διαμαντοπούλου, Λοβέρδος και λοιπές ακραίες νεοφιλελεύθερες φιλοδοξίες, από την άλλη η Κατσέλη – Αρσένη, Ρέππας και Καστανίδης, με τον Βενιζέλο να επιδεικνύει τον αδυναμία του και αντάρτικο να οργανώσει με επιτυχείς ελιγμούς, αλλά ούτε σε τακτικό στρατό να ηγηθεί.
            Οι μεν υποστηρίζουν τη συνταγή και ρίχνουν το βάρος στην εκτέλεση: οι πατάτες παράβρασαν, το ψητό βγήκε ωμό, η σάλτσα έκοψε, ο μάγειρας-Παπακωνσταντίνου τα έκανε μαντάρα, αλλά φταίνε και τα υλικά και τα σκεύη: η κουζίνα δεν κάνει σωστή θερμοκρασία, το ψυγείο τα μαράγκιασε, η μελιτζάνες πικρές και οι ντομάτες νερουλές: φταίει η δημόσια διοίκηση, φταίει η αντιπολίτευση που τυπικά υπάρχει και δεν έχει πλήρως συνθηκολογήσει, φταίνε αυτοί που τους ψήφισαν και έδωσαν πολιτική οντότητα σ' αυτές τις διαπρεπείς προσωπικότητες της επιστήμης και του επαγγέλματος (στις συντεχνίες αναφέρονται – σ’ αυτό μάλλον θα συμφωνήσω), και, κυρίως, η «ηγεμονία της αριστεράς». Μάλιστα. Η παροιμία λέει εύγλωττα «της κοντής ψωλής της φταίνε οι τρίχες» και από τρίχες, άλλο τίποτα.
            Βεβαίως, η πλέον απολαυστική εξ όλων αυτών είναι η Πανορίτη. Γι’ αυτήν φταίει απλώς το στομάχι του πελάτη, του ελληνικού λαού, δηλαδή. Σε πέντε-επτά χρόνια θα αποδώσουν τα μέτρα, είπε σοβαρά και παγκοσμιοτραπεζικά, δηλαδή θα συνηθίσετε στην αηδία που σας ταϊζουμε, εκτός και αν προλάβετε και πεθάνετε, σα το γαϊδούρι του Χότζα, μόνο που στη λογοκριμένη ιστορία που μας παρεδόθη έχει παραληφθεί η σκηνή που ο έξαλλος από την αναγκαστική δίαιτα και ημιθανής γάιδαρος πρόλαβε να στείλει στον αγύριστο τον οικονόμο αφέντη του με κλωτσιά αντάξια 5 εκατομμυρίων ευρώ στο χρηματιστήριο της κλωτσοπατινάδας. Υψηλή πολιτική στον μαυροπίνακα και στου κασίδη την κεφάλα.
            Φταίει ο μάγειρος, φταίει ο εξοπλισμός, φταίνε τα υλικά, φταίει και ο πελάτης που πληρώνει, αλλά δεν τρώει. Πάει καλά.
            Το άλλο μέτωπο τώρα: Φταίει η συνταγή, σιγοψιθυρίζουν. Καλοί κι αυτοί. Όταν τους λέγαμε ότι η συνταγή είναι μάπα, αυτοί δήλωναν την εμπιστοσύνη τους στο μάγειρο και τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού και ανέλαβαν ασμένως τη λάντζα. Τώρα οι άλλοι τους κατηγορούν ότι δεν ξεπλένουν επαρκώς και με την απαιτούμενη ταχύτητα.
            Βεβαίως, σιγοψιθυρίζουν. Φοβούνται μήπως και ταράξουν το θεόσταλτο στις συνεχείς μεταπτώσεις που χαρακτηρίζουν τις απανταχού θεότητες: από τον τρόμο στη νιρβάνα, χωρίς ενδιάμεσο στάδιο.
            Κάθε «μαγαζί» μπορεί να έχει την κουζίνα που του αξίζει. Και αν η πελατεία δεν γουστάρει, πάει πιο κάτω: Και ο κάθε αποτυχημένος μάγειρος μπορεί να αισθάνεται περήφανος: Στο κάτω-κάτω δε μαγειρεύει για μας, αλλά για τους πέντε-δέκα φίλους του. Μόνο μη μας ζητήσει να πληρώσουμε το λογαριασμό.

ΔΥΟ, ΤΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΜΑΘΑ ΑΠΟ ΕΚΕΙΝΟΝ


Γνώρισα τον Άγγελο Ελεφάντη γύρω στα 1980. Θυμάμαι τη μορφή του πάνω από τη μονταζιέρα του ΠΟΛΙΤΗ να με κοιτά διερευνητικά πάνω από τα γυαλιά που καθόντουσαν χαμηλά στη μύτη. Με κάποια διαλείμματα παρακολούθησα την περιπέτεια ως το 1994 περίπου. Και έμαθα εκεί πράγματα που κανένα πανεπιστήμιο δεν προσφέρει. Πολλά, πάρα πολλά, αλλά θα αρκεσθώ να σας πω σήμερα μόνο δύο ή τρία.
            Το πρώτο πράγμα που έμαθα και προσπάθησα έκτοτε να εφαρμόσω – άλλοτε επιτυχώς και συχνά με πλήρη αποτυχία – ήταν μια ρητή εντολή – παραίνεση: Όταν γράφεις να έχεις πάντα στο μυαλό σου τον αναγνώστη. Να έχουμε πάντα τον αναγνώστη στο μυαλό μας όταν γράφουμε. Δηλαδή να μπούμε σ’ ένα κρυφό διάλογο μαζί του, να προλάβουμε τις απορίες και ενστάσεις του, να δούμε, ακόμα, και τις γκριμάτσες και τα χαμόγελα, να διατυπώσουμε τις απόψεις μας απλά και εύληπτα. Μ’ αυτό τον τρόπο να αποκαλύψουμε στον αναγνώστη τη σκέψη μας τη μύχια, τους κρυφούς συλλογισμούς. Να καταστούμε διάφανοι στα μάτια και στο μυαλό του άλλου, δηλαδή στα μάτια και στο μυαλό το δικό μας.
Το γράψιμο του Άγγελου ήταν πάντα έτσι. Ένας ζωντανός διάλογος με έναν πραγματικό ή φανταστικό συνομιλητή, γι’ αυτό επιθετικός και αγαπησιάρικος ταυτόχρονα, δομημένος με αυστηρότητα, σαν να απαντούσε σε διατυπωμένα αντεπιχειρήματα. Αλλά και προσιτός, απλός και κατανοητός, χωρίς να καταφεύγει σε εντυπωσιασμούς και φτηνά κόλπα. Λόγος τετράγωνος και οξύς, διεισδυτικός, όπως αρμόζει σε ισότιμους συνομιλητές. Λόγος αποκαλυπτικός του ίδιου του Άγγελου, μια διαρκής και σε βάθος εξομολόγηση.
            Το δεύτερο πράγμα που έμαθα ήταν ότι δεν υπάρχουν μικρά και μεγάλα πράγματα, μικρά και μεγάλα γεγονότα. Ο σχολιασμός της οικονομικής πολιτικής ή ενός βαρυσήμαντου λόγου του πρωθυπουργού ή άλλου πολιτικού ηγέτη είχε την ίδια σημασία με εκείνον για ένα απλό γεγονός της καθημερινότητας, μια σύντομη είδηση, μια φράση, αρκεί να είχε ο σχολιαστής την ικανότητα να δει πίσω από την επιφάνεια το κρυμμένο υπόβαθρο, τις κοινωνικές παραμέτρους, διαστάσεις και αναφορές, την ιστορικότητά του κοντολογίς. Δείγμα τρανό το αφήγημα «Η Ιστορία του Παππού μου» που μας διηγήθηκε ένα μεσημέρι στον Τσάρο σαν παραμύθι καθηλωτικό με το μοναδικό τρόπο που είχε να αφηγείται. Μετά από χρόνια το παραμυθένιο αφήγημα έγινε ιστορική πραγματεία για ανθρώπους, τόπους και καταστάσεις. Το απλό γεγονός απόκτησε ρίζες και κλαδιά, περιέλαβε ολόκληρες εποχές, το ανέκδοτο έγινε ιστορία.
            Το τρίτο πράγμα που έμαθα και το οποίο συνδέεται απόλυτα με το προηγούμενο είναι η πολεμική ιαχή του Άγγελου: «Βουρ στο εποικοδόμημα». Ο χώρος της ιδεολογίας, οι ιδεολογικοί μηχανισμοί, οι ιδεολογικές διεργασίες, τα ελάχιστα με τις σοβαρές συνέπειες, τα μικρά που αποκαλύπτουν τα μεγάλα, δεν ήταν μόνο το προνομιακό πεδίο του αγώνα ενός πολύπτυχου διανοούμενου. Αποτελούσε για τον Άγγελο το στρατηγικό πεδίο αντιπαράθεσης, το πεδίο στο οποίο όφειλε η αριστερά να αναμετρηθεί και να συγκροτηθεί μέσα από αυτήν την αναμέτρηση. Το πεδίο που το διατήρησε, όσο μπορούσε, ως το τέλος ανοικτό.
            Αυτά κέρδισα από τον Άγγελο. Μια οπτική διαφορετική από αυτή που είχα πριν το γνωρίσω, ένα διαφορετικό τρόπο να βλέπω τα πράγματα, να τα αναγνωρίζω, να τα ανιχνεύω και να τα εκφράζω. Και αυτό είναι για μένα μια μόνιμη οφειλή.      

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Το κείμενο που ακολουθεί έτυχε της τιμής να δημοσιευτεί δύο φορές στον ΠΟΛΙΤΗ. Πρώτα σε συνέχειες στον Δεκαπενθήμερο Πολίτη (τ. 53 και 54 το 1985) και μετά στον Πολίτη (τ. 75.(3) το 1987).
Όπως κάθε κείμενο, έχει το δική του ιστορία.
Το 1984 η αμφισβήτηση του Γιάννη Μπανιά στη θέση του Γραμματέα του ΚΚΕεσ., και, κυρίως, της πολιτικής στροφής που επιχειρούσε η πλειοψηφία του κόμματος μετά τις ολέθριες επιλογές της περιόδου 1973-81, οδηγούσαν στη σύγκληση συνεδρίου. Το συνέδριο ορίσθηκε, αλλά ακυρώθηκε. Λάθος μεγάλο, που το πλήρωσε όλη η αριστερά, αλλά δεν είναι το θέμα μας αυτό.
Εν όψει του συνεδρίου, οι αριστεροί του ΚΚΕεσ αποφασίσαμε να επεξεργασθούμε πολιτική πρόταση που να συνιστά μια μεγάλη τομή στα μέχρι τότε. Οι αγαπημένοι σύντροφοι Θανάσης Αθανασίου, Παύλος Κλαυδιανός και ο υποφαινόμενος αναλάβαμε να ετοιμάσουμε κάτι για τα οικονομικά. Ετοίμασα ένα σχέδιο, αυτό πιο κάτω, αλλά δεν προχώρησε η συζήτηση, μιας και το συνέδριο ακυρώθηκε.
Αυτό δημοσιεύτηκε τότε στον ΠΟΛΙΤΗ. Μερικές αλλαγές έγιναν αργότερα, το 1992, κυρίως βγήκαν ορισμένα τμήματα, έγιναν μερικές μικρές φραστικές επεμβάσεις και εμφανίστηκε η βιβλιογραφία.
Έγραφα τότε σ' ένα σημείο που δεν θα το δείτε εδώ:
"Η Αριστερά είναι Αριστερά όχι επειδή νοιάζεται να βγάλει την 'κοινωνία' χωρίς αμυχές από την κρίση της, αλλά ακριβώς επειδή αποβλέπει στο μετασχηματισμό των κοινωνικών δομών. Δεν προτίθεται συνεπώς να δώσει συνταγές οικονομικής πολιτικής. Προτίθεται να αλλάξει την κοινωνία".
Ρομαντισμοί μιας νεότητας, θα πούνε κάποιοι. Πιθανόν. Ανεξάρτητα τούτου, υποστηρίζω ότι η διάγνωση της κρίσης, στις γενικές τουλάχιστον γραμμές, που επιχειρήθηκε τότε, ήταν ορθή. Και η διάγνωση ήταν ότι το παλιό πέθαινε, γιατί ήταν θνησιγενές, ενώ το νέο δεν είχε γεννηθεί, και σ' αυτό η ευθύνη της Αριστεράς ήταν τεράστια.
Σχεδόν 30 χρόνια μετά, έχουμε βιώσει τις αλλεπάλληλες προσπάθειες για την αναβίωση του παλιού. Τη μία γενιά των εξαρτημένων από το κράτος "επιχειρηματιών" τη διαδέχθηκε μια άλλη και μια άλλη. Από τους κρατικοδίαιτους βιομήχανους, στους κρατικοδίαιτους προμηθευτές, κατασκευαστές, καναλάρχες. Μια συνεχής αιμορραγία, μια σπατάλη πόρων, ανθρώπων, προοπτικών. Και μια αριστερά, τμήμα της οποίας εξακολουθεί να διακατέχεται, με το σύνδρομο του εμφυλίου, την ανάγκη αναγνώρισης από τον αντίπαλο, φοβισμένη και αυτοαναιρούμενη.
Όταν σήμερα διαβάζω σε "έγκριτες" εφημερίδες από "έγκριτους" αναλυτές για τη μεταπολιτευτική ηγεμονία της αριστεράς, δεν ξέρω αν πρέπει να γελάσω ή να κλάψω. Απλώς να πω ότι αν η αριστερά ήταν ηγεμονική στη μεταπολίτευση, η "ηγεμονία" που πρεσβεύουν είναι η επιστροφή στο κράτος του εμφύλιου, το κράτος των μαυραγοριτών και των δοσιλόγων. Γιατί αυτό είναι το πρότυπο επιχειρηματικής δραστηριότητας που γνωρίζουν, το μόνο που καταλαβαίνουν, το μόνο που προωθούν.
Αυτά, ως επικαιροποίηση. Κατά τα άλλα δεν αλλάζω τίποτα απ' όσα γράφτηκαν τότε. Και ελπίζω, εσύ, ο προσεκτικός αναγνώστης, να συμφωνήσεις μαζί μου.
 
http://dl.dropbox.com/u/16235601/%CE%94%CE%9F%CE%9A%CE%99%CE%9C%CE%99%CE%9F%20%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%97%CE%9D%20%CE%9A%CE%A1%CE%99%CE%A3%CE%97.pdf

Σάββατο 30 Απριλίου 2011

ΑΝΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ: ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ 1996


 Το Κείμενο αυτό είναι παλιό. Παρουσιάστηκε σε μια ημερίδα το 1996 και δημοσιεύτηκε ένα χρόνο μετά στο Μορφές Κοινωνικού Αποκλεισμού και Μηχανισμοί Παραγωγής του
Το έφερε στη μνήμη μου μια φωτογραφία παρμένη από το αλμπουμ της Βάνας Φωτοπούλου. Την ευχαριστώ και για το δάνειο και για την αναβίωση της μνήμης


Θα ήθελα να ξεκινήσω την εισήγησή μου προτείνοντας ορισμένες θέσεις διατυπωμένες με αξιωματικό τρόπο. Ο λόγος που διατυπώνω αξιωματικά - δηλαδή, αποφεύγοντας να υπεισέλθω σε μια αναλυτική επιχειρηματολογία για τη θεμελίωσή τους - τις θέσεις αυτές αφορά την οικονομία του κειμένου, αλλά, ταυτοχρόνως, έχω την αίσθηση ότι, σε κάποιο βαθμό, ανακεφαλαιώνουν πορίσματα ή υποθέσεις εργασίας των περισσότερων εισηγήσεων που έχουν παρουσιασθεί στην ημερίδα μέχρι στιγμής.
Θέση Πρώτη:   Ζούμε σε κοινωνίες που υπόκεινται σε πλήθος διαιρέσεων και κατακερματισμών, απαραίτητος όρος ύπαρξης, όμως, των οποίων (κοινωνιών) είναι η ομογενοποίηση, μια ομογενοποίηση που εγκαλεί τα υποκείμενα ως μονάδες - άτομα-ιδιώτες - και ταυτοχρόνως ως μέρη του κοινωνικού συνόλου με την επίκλιση, συνήθως, ιδεολογικών ενοποιητικών στοιχείων που καλούνται να ενοποιήσουν το κατατμημένο και να ομογενοποιήσουν το ετερογενές.
Θέση Δεύτερη: Η αδυναμία ατόμων ή ομάδων να αποδεχθούν την ισχύ αυτών των ενοποιητικών στοιχείων ή των διαδικασιών ομογενοποίησης αντιμετωπίζεται ως παράβαση, γεγονός που δημιουργεί τις προϋποθέσεις αποκλεισμού των ατόμων και των ομάδων από την κοινωνική ζωή ή από εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής.
Θέση Τρίτη:      Η ίδια η διαδικασία ομογενοποίησης απαιτεί την ύπαρξη και την αναπαραγωγή των παραβατικών ατόμων ή ομάδων, όχι ως απλή προϋπόθεσή της - η ετερότητα ως πρώτη ύλη της ομογενοποίησης -, αλλά ως κατάσταση-ιδιότητα που παράγεται αντιθετικά και αντιφατικά προς την κατάσταση-ιδότητα του ομοίου.
Θέση Τέταρτη: Η δυνατότητα αναπαραγωγής της παράβασης και, συνεπώς, του αποκλεισμού επιτάσει το παραβατικό άτομο ή η παραβατική ομάδα να πεισθεί για την παραβατικότητά του, δηλαδή για την ιδιομορφία του, την αδυναμία του προσαρμογής και την ατομική του ευθύνη για την έλλειψη προσαρμογής.
Τέλος, ως πέμπτη θέση, μερικότερης εμβέλειας, θα σημείωνα ότι στο δυτικό πολιτισμό η φτώχεια θεωρήθηκε ως μορφή παραβατικότητας, αποτέλεσμα κυρίως της θεμελίωσής του στον ατομοκεντρισμό (individualism).
            Με τις θέσεις αυτές διατυπωμένες, θα προσπαθήσω να δείξω τη σχέση μεταξύ κοινωνικού αποκλεισμού και ανεργίας στις σύγχρονες κοινωνίες της Δυτικής Ευρώπης.
            Ο όρος “κοινωνικός αποκλεισμός” καθιερώθηκε προσφάτως σαν ένας ακόμη νεολογισμός της γραφειοκρατίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης για να περιγράψει ένα νέο σύνολο παρεμβάσεων στον κοινωνικό τομέα. Σε γενικές γραμμές, ο κοινωνικός αποκλεισμός αναφέρεται σε άτομα ή ομάδες που κατέχουν οριακές και επισφαλείς θέσεις στην αγορά εργασίας ή των οποίων η θέση στο κοινωνικό σύνολο διακυβεύεται, καθώς ωθούνται στα όρια ή και πέραν των ορίων του κοινωνικού συνόλου, ή, ορθότερα, της οργανωμένης κοινωνίας.
            Κατά κάποιο τρόπο, το φαινόμενο δεν είναι σημερινό. Αν αναδεικνύεται σήμερα, όμως, ως σημαντικό πρόβλημα είναι αποτέλεσμα τριών παραγόντων, οι οποίοι αλλληλεπιδρούν και αλληλοενισχύονται: Πρώτον, του μεγέθους και της θέσης που κατείχαν οι ομάδες αυτές στη πρόσφατη κοινωνική οργάνωση. Δεύτερον, των διαδικασιών που παράγουν ως αποτέλεσμα τον κοινωνικό αποκλεισμό, διαδικασίες που εμφανίζουν διαφορετικό χαρακτήρα από τις αντίστοιχες του άμεσου παρελθόντος. Τρίτον, και σε συνδυασμό με τον πρώτο παράγοντα, του γεγονότος ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός ακυρώνει εμπράκτως το σύνολο των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων επί των οποίων οικοδομήθηκε το ιδεολογικο-πολιτικό καθεστώς της αστικής δημοκρατίας στη Δύση σ’ ολόκληρο τον 20ο αιώνα.
            Για να αναφερθώ λίγο διεξοδικότερα στους τρεις αυτούς παράγοντες, πρέπει να επισημάνω ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός έχει παύσει να αποτελεί το τραγικό προνόμιο εκδήλως μειονεκτουσών και μειοψηφικών ομάδων. Σε κατάσταση κοινωνικού αποκλεισμού κινδυνεύουν να περιπέσουν και περιπίπτουν συνεχώς ευρέα κοινωνικά στρώματα, τα οποία άνθιζαν σε προηγούμενες δεκαετίες και των οποίων η κοινωνική θέση εθεωρείτο αδιασάλευτη. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα του κοινωνικού αποκλεισμού σήμερα δεν είναι πρόβλημα μόνο των ναρκωμανών, των αλκοολικών, των φτωχών της τρίτης ηλικίας, των μεταναστών και προσφύγων, των φυλακισμένων ή των ατόμων με ψυχολογικές διαταραχές. Η περιγραφική αυτή καταγραφή, αν ήταν ποτέ ισχυρή - πράγμα για το οποίο διατηρώ επιφυλάξεις -, σήμερα είναι εξαιρετικώς ανεπαρκής τόσο για να περιγράψει δια της απαρίθμησης τις ομάδες των “κοινωνικά αποβλήτων”, όσο και για να μας επιτρέψει να προσεγγίσουμε τις διαδικασίες κοινωνικής παραγωγής των πολυδιάστατων φαινομένων του κοινωνικού αποκλεισμού. Ουσιαστικώς ανεπαρκής, αναδεικνύεται και σε πολιτικώς επικίνδυνη, καθώς τείνει να αγνοήσει κρίσιμα κοινωνικά φαινόμενα και διεργασίες, αναπαράγοντας στην πολιτική και στη θεωρητική σκέψη την εμπορία του ανθρώπινου πόνου που έχει κυριεύσει τα ΜΜΕ.
            Οι σημερινοί νέοι κοινωνικά απόβλητοι, σε μεγάλο και αυξανόμενο ποσοστό, ανήκουν σε μια ορισμένη ομάδα της ημι-ειδικευμένης ή και ειδικευμένης εργατικής τάξης, με μόνιμη εργασιακή ένταξη στη μεγάλη βιομηχανία και στις υπηρεσίες. Ατομα σχετικά μεσαίων ηλικιών, άνω των 45, κάτοικοι βιομηχανικών περιοχών σε κρίση, με εργασιακές εμπειρίες που αναφέρονται στην ιεραρχημένη οργάνωση της εργασίας στο εργοστάσιο, στην επαναληπτικότητα των κινήσεων, στην έλλειψη πρωτοβουλίας στον εργασιακό χώρο, στη μονιμότητα της απασχόλησης. Ατομα που η κρίση των βιομηχανικών κλάδων και των επιχειρήσεων, η εισαγωγή νέων τεχνικών και τεχνολογιών, η αλλαγή των προτύπων κατανάλωσης και ο εντεινόμενος διεθνής ανταγωνισμός, οι αναδιαρθρώσεις στην οργάνωση των επιχειρήσεων τα κατέστησαν περιττά, δηλαδή άχρηστα.
            Μιλάμε για τα εκατομμύρια των ευρωπαίων ανέργων, στη Δύση και την Ανατολή, για τη διογκούμενη στρατιά των ανέργων μακράς διάρκειας, για το αυξανόμενο πλήθος των ανέργων “πολύ μακράς διάρκειας” για να χρησιμοποιήσω έναν ακόμη νεολογισμό της ευρωπαϊκής γραφειοκρατείας.  Ατομα που στο σώμα, στη σκέψη, στις συνήθειες, στο ήθος, στις κινήσεις χαράχτηκαν, χρόνο με το χρόνο, οι επιταγές της επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας, της εξειδίκευσης των εργασιακών γνώσεων και καθηκόντων, για να τους ζητηθεί σήμερα η ρευστοποίηση αυτών ακριβώς των εργασιακών ποιοτήτων που με κόπο, σωματικό κάματο και πνευματική απονέκρωση, απόκτησαν μέσα στο γραφείο, το εργοστάσιο ή στο ορυχείο.  Οπως γράφουν οι Χορκχάϊμερ και Αντόρνο “αυτός που δεν προσαρμόζεται γίνεται οικονομικά αδύναμος και, κατά συνέπεια, πνευματικά αδύναμος, περιθωριακός. Ο περιθωριακός αποκλείεται από τη βιομηχανία και πείθεται για την ανεπάρκειά του[1].
            Αν επαναφέρω στη μνήμη το κείμενο δύο κορυφαίων διανοητών του αιώνα μας, γραμμένο σε δύσκολους καιρούς, όταν ο φασισμός άκμαζε, δεν το κάνω εξ αιτίας της ρητής αναφοράς στη διαδικασία κοινωνικής αποβολής, ούτε για να υπογραμμίσω τις αναλογίες της εποχής μας με τους καιρούς εκείνους - που, δυστυχώς, είναι πολλές - όσο για να τονίσω το τελευταίο τμήμα του αποσπάσματος: “Ο περιθωριακός ... πείθεται για την ανεπάρκειά του”.
            Αυτό που επισημαίνεται, δηλαδή, είναι η διαδικασία νομιμοποίησης του κοινωνικού αποκλεισμού, διαδικασία νομιμοποίησης που κινείται παραλλήλως προς την διαδικασία πραγματικού αποκλεισμού από τον χώρο της εργασίας. Διαδικασία νομιμοποίησης που δεν αρκείται στη διαμόρφωση της άρχουσας ιδεοληπτικής εικόνας της πραγματικότητας ή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και του κοινού νου, αλλά προχωρά στην εγχάραξη αυτών των αντιλήψεων στον τρόπο που τα ίδια τα θύματα αντιλαμβάνονται τη σχέση τους με την πραγματικότητά τους.
            Η διαδικασία ενοχοποίησης των θυμάτων των σύγχρονων οικονομικών αναδιατάξεων αποτελεί ουσιαστικό συστατικό στοιχείο της ίδιας της διαδικασίας κοινωνικού αποκλεισμού, εφ’ όσον στερεί από τα άτομα που υφίστανται τον οικονομικό αποκλεισμό διά της ανεργίας των βασικών προϋποθέσεων συλλογικής οργάνωσης και διατύπωσης των αιτημάτων με τη μορφή της διεκδίκησης των δικαιωμάτων. Αν το κοινωνικό σύνολο θεωρεί, πολύ δε περισσότερο αν το πιστεύει ο ίδιος, ότι για την ανεργία ευθύνεται ο ίδιος ο άνεργος, η διεκδίκηση των βασικών εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων του είναι παραχρήμα υπονομευμένη, ενώ, ταυτοχρόνως, ο ίδιος βαρύνεται με τον κοινωνικό στιγματισμό.
            Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθω πιο κάτω. Θα ήθελα, όμως, να σταθούμε τώρα στην εξέταση των συνθηκών που καθιστούν την απώλεια της εργασίας και την ανεργία προθάλαμο του κοινωνικού αποκλεισμού.
            Η μισθωτή εργασία και η εμφάνιση του εργοστασίου επέφεραν στη ζωή των οικονομικών υποκειμένων έναν χωρο-χρονικό διαχωρισμό που ορίζεται από τον διαχωρισμό του οίκου από τον χώρο εργασίας αφ’ ενός και από το διαχωρισμό του χρόνου σε χρόνο εργασίας και σε χρόνο “ελεύθερο” αφ’ ετέρου. Η χωρο-χρονική ασυνέχεια της μισθωτής εργασίας αντικαθιστά, έτσι, τον συνεχή χώρο και χρόνο των προηγούμενων μορφών κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας ή, ορθότερα, τις πολλαπλές και διαδοχικές ασυνέχειες που προσδιορίζονταν από τη διαδοχική εναλλαγή των καθηκόντων.
            Η ανεργία φαίνεται να αίρει ακριβώς αυτόν τον χωρο-χρονικό διαχωρισμό που συνεπάγεται η μισθωτή σχέση εργασίας. Με την ανεργία, δηλαδή, την απουσία της εργασίας, αποκαθίσταται ένα συνεχές στη ζωή του άνεργου, μόνο που το συνεχές αυτό βιώνεται ως δυσβάστακτο κενό. Αυτό είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η εργασία, πέρα από την ουσιαστική συμβολή της στη δημιουργία των υλικών προϋποθέσεων επιβίωσης και αναπαραγωγής, διαθέτει μια θετικότητα, αποτελεί μια αξία αφ’εαυτής, είναι μια αυταξία, αποκτά μια αξία ηθική και ανεξάρτητη από το συγκεκριμένο οικονομικό της περιεχόμενο. Για το λόγο αυτό, μόνο με την ιστορική εγκαθίδρυση του συστήματος της μισθωτής εργασίας επιβάλλονται οι πολύπλευροι διαχωρισμοί που διακρίνουν τον εργαζόμενο από τον μη εργαζόμενο, διαχωρισμοί οι οποίοι αντανακλώνται στις στατιστικές κατηγορίες της αγοράς  εργασίας.
            Παρά την ισχυρή και πολύπλευρη ιδεολογική παρέμβαση του μεταμοντερνισμού, ώστε να απαξιωθεί διπλά η εργασία, να θεωρηθεί ως οικονομική κατηγορία του παρελθόντος που καθίσταται μουσειακό είδος κάτω από τις επιταγές της σύγχρονης τεχνολογίας και, ταυτοχρόνως, να αναγορευθεί εκ νέου σε δεινό, αναγκαίο κακό, πλην κακό, με την ανάδειξη των ιδεολογιών του ελεύθερου χρόνου, η εργασία στη γενική της μορφή και ανεξαρτήτως του συγκεκριμένου περιεχομένου της διατήρησε τη θετικότητά της. Διατήρησε πολύ δε περισσότερο τη διπλή της θετικότητα, τη θετικότητα της εργασίας εν γένει και τη θετικότητα της συγκεκριμένης εργασίας, στις οριακές εκείνες περιπτώσεις που ο κίνδυνος της ανεργίας έγινε απτός και επικείμενος. Στις αμυντικές στρατηγικές των εργαζομένων και των συνδικάτων απέναντι στις αναδιαρθρώσεις της παραγωγής διακρίνουμε ακριβώς αυτή την εμμονή της διπλής θετικότητας της εργασίας ως αυταξίας.
            Αν παρατηρήσουμε τις αντιδράσεις των εργαζομένων απέναντι στον κίνδυνο της ανεργίας, εδώ και σε άλλες χώρες, θα διαπιστώσουμε ότι η εναγώνια προσπάθεια να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας που τους χαρακτηρίζει όσο διαρκεί η σχέση μισθωτής απασχόλησης αντικαθίσταται από την απογοήτευση, το αίσθημα της ήττας, την αποστράτευση σε σύντομο χρονικό διάστημα μόλις βρεθούν άνεργοι. Προφανώς πρόκειται για μια ήττα, μια συλλογική ήττα, η οποία όμως βιώνεται ως προσωπική αποτυχία από κάθ' έναν άνεργο. Η αποκατάσταση του χωρο-χρονικού συνεχούς συνεπάγεται την εξατομίκευση, έκαστος αισθάνεται μόνος του, αποκομμένος από την εργασία, αποδιωγμένος από τον εργοδότη, απομονωμένος από τους γνωστούς και συναδέλφους, ντρέπεται τους συγγενείς, τους οικείους, τον ίδιο του τον εαυτό. Αισθάνεται άχρηστος, τις ικανότητές του ανύπαρκτες, απαξιωμένες, αδύναμος να αντιδράσει. Αισθάνεται τόσο περισσότερο μόνος, όσο περισσότερα χρόνια ήδη είχε εργασθεί, όσο περισσότερο οργανωμένο ήταν το εργασιακό του περιβάλλον, όσο περισσότερο ειδικευμένη και εκτιμωμένη ήταν η προηγούμενη εργασιακή του θέση. Οι ψυχικές διαταραχές και ο αλκοολισμός είναι μόλις ένα βήμα πιο πέρα.
            Η αστική κοινωνία, η κοινωνία που ζούμε, είναι κοινωνία της ατομικότητας. Θα μου επιτρέψετε να παραθέσω ένα απόσπασμα του Μαρξ, τα διαμάντια της σκέψης του οποίου βιαστικά απεμπολήσαμε μαζύ με τη σκουριά που επικάθησε από τους επιγόνους: "Μονάχα ... στην αστική κοινωνία αντικρύζει το άτομο τις διάφορες μορφές του κοινωνικού δεσμού σαν απλό μέσο για τους ιδιωτικούς του σκοπούς, σαν εξωτερική αναγκαιότητα" [2]. Η εξωτερική αναγκαιότητα που αναφέρει ο Μάρξ δεν είναι παρά οι σχέσεις ανταλλαγής, στις οποίες είναι υποχρεωμένο να εμπλακεί το άτομο-ιδιώτης της αστικής κοινωνίας. Ακριβώς αυτές οι σχέσεις είναι εκείνες που στερούνται από τον άνεργο, οι σχέσεις ανταλλαγής της εργατικής του δύναμης.
            Η αδυναμία του άνεργου να εμπλακεί σε σχέσεις ανταλλαγής της εργατικής του δύναμης, αδυναμία που ισοδυναμεί με ακύρωση της εργατικής του δύναμης, οδηγεί στην κοινωνική αποβολή του ανέργου: Ο άνεργος αποβάλλεται από την κοινωνία ως κάτοχος της εργατικής του δύναμης, ως μέλος του επαγγέλματος και του εργατικού σωματείου, δηλαδή ως γνώστης των εργασιακών τεχνικών και ως εκπροσωπούμενος, ως πολίτης, δηλαδή ως κάτοχος πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, τα οποία αντικαθίστανται από οιωνεί φιλανθρωπικές παροχές του κράτους πρόνοιας.
            Δεν υπάρχει τίποτε σκληρότερο από τη φιλανθρωπία, έλεγε ο Νίτσε. Μιλώντας για τον αποκλεισμό των ανέργων, αλλά και των λοιπών ομάδων που εκδιώκονται από την σημερινή ανταγωνιστική κοινωνία στο όνομα της ανάπτυξης, της συσσώρευσης και της προόδου, ας μη το λησμονούμε.
            Για την οδύνη της ανεργίας οι άνεργοι δεν μίλησαν ποτέ για τον εαυτό τους. Αλλοι μίλησαν για κείνους, μερικές φορές - ελάχιστες - στο όνομά τους. Ο κόσμος της ανεργίας είναι ο κόσμος της σιγής, πολύ περισσότερο σήμερα που η κραυγαλέα σιωπή των ανέργων αποσιωπάται και σκεπάζεται από την θορυβώδη αμετροέπεια των ΜΜΕ. Ομως, η σιγή ανιχνεύεται στη μαζική επιστροφή των γυναικών του Λαυρίου στα οικιακά καθήκοντα, στον εγκλεισμό και στην απομόνωση του οίκου, των γυναικών που υπήρξαν εργάτριες στη κλωστοϋφαντουργία για πολλά χρόνια. Ηχεί δυνατότερα στο εναγώνιο ψάξιμο για τη δουλειά από τις άλλες άνεργες της κλωστοϋφαντουργίας στη Νέα Ιωνία, ψάξιμο κατά μήκος της γραμμής του ηλεκτρικού ως τον Πειραιά, γιατί το οικογενειακό μέσο μεταφοράς κατέχεται από τον σύζυγο, μόνο πια προμηθευτή ή άνεργο κι αυτόν με μεγαλύτερη, όμως, γεωγραφική κινητικότητα, εξ αιτίας ακριβώς του τοπικού εγκλωβισμού της συζύγου. Διακρίνεται στην "έλλειψη ευελιξίας και προσαρμοστικότητας" των ανέργων ανδρών στις δύο περιοχές που αδυνατούν να διακρίνουν ευκαιρίες νέας επαγγελματικής σταδιοδρομίας, άλλες από αυτές της τέχνης που μάθανε από νεαρά ηλικία, πολλοί από παιδιά, στις πρώην ανθούσες βιομηχανίες. Στους ανέργους που βίωσαν τους ρυθμούς και τα καθήκοντα της βιομηχανίας με τρόπο ώστε να αδυνατούν να προσαρμοστούν στα ευέλικτα καθήκοντα της βιοτεχνίας και του εμπορίου.  Στη σιγή εκείνων που θεωρούν τύχη να εξασφαλίσουν τρεις μήνες δουλειά στις κατασκηνώσεις του Λαυρίου ή λίγους περισσότερο μήνες στα δημοτικά έργα[3].
            Στη δική τους σιγή απαντά η σιγή του κράτους, της πολιτικής και των πολιτικών. Εσφαλαν επειδή πρόλαβαν να γίνουν βιομηχανικοί εργάτες και δεν πρόλαβαν να πάρουν σύνταξη. Το σφάλμα αυτό πληρώνουν ως παραβάτες των νόμων του ανταγωνισμού, της τεχνολογίας και της προόδου. Οταν η ελληνική οικονομία ανακάμψει ούτε εμείς δεν θα μιλάμε πια γι' αυτούς. Μια εικόνα μόνο θα μείνει, χαραγμένη στο μυαλό μου, μια σκηνή πριν οκτώ χρόνια, Σεπτέμβριο του 1987 στη Μαδρίτη έξω από ένα μουσείο, όπου ένας άνδρας καθόταν στα σκαλιά της εισόδου, λίγο παράμερα. Φορούσε κοτλέ κοστούμι γκρί-μπεζ, πουκάμισο και γραβάτα. Ενα μεγάλο καπέλο, ρεμπούμπλικα που τα λέγαμε παλαιά, εξαιρετικά περιποιημένος. Το δεξί χέρι ανοικτό, περίμενε την ελεημοσύνη των επισκεπτών, ενώ, ταυτόχρονα, το αριστερό έκρυβε το πρόσωπο. Μακάρι να τον δείτε σήμερα σαν εφιάλτη.


[1]           Μ. Χορκχάϊμερ - Τ. Αντόρνο, Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού, εκδ. Υψηλον. 1986, σελ. 156.
[2]           Κ. Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (Grundrisse), Τόμος Α', μετ. Δ. Διβάρης, εκδ. Στοχαστής, 1989, σελ. 54.
[3]           Α. Δεδουσόπουλος - Κ. Φωτεινοπούλου, Ερευνες τηε Τοπικής Αγοράς Εργασίας; Νέα Ιωνία και Καλαμάτα, Πάντειο Πανεπιστήμιο και ΠΕΤΑ, 1992, Π. Γετίμης - Α. Δεδουσόπουλος, Αναπτυξιακό Σχέδιο Λαυρίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο και ΟΑΕΔ, 1994.