Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

ΛΥΚΟΣ ΛΥΚΟΣ


Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα ταλαίπωρο χωριό της ελληνικής υπαίθρου, έφθασε ένας μάγκας λύκος. Γνώστης όλων των κανόνων της επικοινωνίας και της ψυχολογίας του πλήθους, κατάλαβε ότι η επιβίωσή του, δηλαδή, το να τρώει που και που κανένα χωρικό, εξαρτιόνταν από την εκμετάλλευση των αδυναμιών των υποψήφιων θυμάτων του. Λυκοφαγωμένοι αυτοί από παλιά, όρμαγαν μόλις ένοιωθαν λύκο κοντά και τον καθάριζαν με λοστάρια, πέτρες και αξίνες, χωρίς ιδιαίτερες διαδικασίες και οικολογικές ευαισθησίες. Και τα όσα είχαν περάσει τους είχαν αναπτύξει και ένα είδος αλληλεγγύης: μόλις ένας από αυτούς κινδύνευε, έτρεχαν όλοι.
Μεγάλο πρόβλημα, δύσκολη η λύση. Καθόταν ο λύκος και μελετούσε, σχεδίαζε, άλλαζε, ξαναοργάνωνε την τακτική του. Κατέληξε, λοιπόν, στο εξής σχέδιο. Βρήκε μια σπηλιά λίγο μακριά από το χωριό, στενή και σκοτεινή. Μπήκε μέσα, κρύφτηκε ώστε να μη φαίνεται καθόλου, και, τι μορφωμένος λύκος θα ήταν, έβγαλε κραυγή μεγάλη στ’ ανθρώπινα:
ΛΥΚΟΣ - ΛΥΚΟΣ
Άκουσε τη φωνή ένας φουκαράς χωρικός που πήγαινε στο χωραφάκι του, σκέφτηκε: Ρε γαμώ το, ξανάλθαν οι λύκοι στο χωριό, βούτηξε την τσάπα του και έτρεξε να καθαρίσει. Μπήκε στη σπηλιά, σκοτάδι πίσσα, ώσπου να συνηθίσουν τα μάτια του, είχε φαγωθεί, πάει καλά του.
Του άρεσε του λύκου η φτιάξη, όταν τον έκοβαν οι πείνες, περίμενε να μείνει εκεί κοντά ένας χωρικός και έβαζε τις φωνές: ΛΥΚΟΣ - ΛΥΚΟΣ. Τι γινόταν μετά είναι εύκολο να το καταλάβετε.
Πέρασαν χρόνια και καιροί. Γέρασε ο Λύκος, ήρθε άλλος στο θέση του, έμαθε το κόλπο κι αυτός, άρχισε τις πρακτικές εφαρμογές. Κάθε τρεις και λίγο κι ένας κάτοικος του χωριού γινόταν γεύμα στο τραπέζι του Λύκου.
Στο χωριό άρχισαν να οργίζονται. Ρε τι γίνεται εδώ; Πώς λιγοστεύουμε συνέχεια; Πού είναι οι άνδρες μας, οι γυναίκες μας, τα παιδιά μας, οι γείτονες; Μερικοί σκέφτηκαν να στήσουν ενέδρες, άλλοι να ρίξουν μια μούντζα και να φύγουν για πάντα, άλλοι τα έβαλαν με τον κοινοτάρχη, το δασοφύλακα, τον παπά και το δάσκαλο, κάποιοι άλλοι μιλούσαν για τον παλιό καιρό που στο βορρά υπήρχαν κυνηγοί ειδικευμένοι στην καταπολέμηση του λύκου, σχετικά απομονωμένο το χωριό, ούτε φως, ούτε τηλέφωνο , δεν έμαθαν ότι οι κυνηγοί έθρεφαν λύκους και μια ωραία μέρα κάναν ένα έτσι οι λύκοι, παν οι κυνηγοί, μαντάρα και το χωριό τους, άστα να πάνε. Κι όσο οι χωριάτες τσακώνονταν, όλο και λιγόστευαν.
Μετά άρχισαν και οι παραλογισμοί. «Θεία τιμωρία ο λύκος» , είπαν μερικοί. «Μας τιμωρεί ο Θεός γιατί δε νηστεύουμε Τετάρτες και Παρασκευές». Άλλοι το είδαν πιο αγωνιστικά: «Επειδή τρώμε πολύ, χάσαμε την ευκινησία και την αγωνιστικότητά μας. Χρειάζεται σκληρή πειθαρχία, επιστροφή στις παραδόσεις και στα ιδεώδη του χωριού». Κάποιοι κουτοπόνηροι έβαλαν τα μεγάλα μέσα. Σου λέει, «συντοπίτης μας ο Λύκος, δε μπορεί, θα νοιάζεται για το χωριό. Τι πρέπει να κάνουμε; Να τον προσεγγίσουμε, να του μάθουμε καλούς τρόπους, να του δείξουμε το σωστό».
Ξεκίνησαν αυτοί οι τελευταίοι, άλλος μόνος, άλλοι παρέα - παρέα από δυο τρεις νοματαίους, πήγαν μόνοι τους στο στόμα του λύκου. Κανένας δεν τους ξανάδε, μόνο ένας δυο έβγαιναν που και που, μόνο τα κεφάλια τους, χωρίς σώματα, αιωρούμενα πάνω από τα μαύρα δέντρα του δάσους και με γουρλωμένα μάτια, γεμάτα ένταση, ανοιγόκλειναν τα στόματα και έβγαζαν άναρθρους ήχους. Α, ναι, μια τη γλύτωσε: Η Μαρία η Φαρμάκω, όπως την έλεγαν στο χωριό, γιατί όποιος είχε σχέση μαζί της πέθανε πριν περάσει βδομάδα. Οι φήμες λέγανε ότι ο Λύκος μύρισε το φαρμάκι στο αίμα της και έκανε συμφωνία μαζί της: την έστειλε σε ένα ποτάμι μακρινό να του ψαρεύει ψάρια.
Ο κόσμος άρχισε και αγανακτούσε, εν τω μεταξύ. Και εκεί που λέγαν να κάνουν μπραφ και να περιποιηθούνε το Λύκο, να σου και εμφανίζεται στο χωριό μια νέα αγέλη Λύκων. Αρχηγό είχαν ένα νεαρό λύκο, γελαστό και έξω καρδιά, που άρχισε τις υποσχέσεις. «Ακούστε», είπε. «Αυτός ο άρπαγας σας τρώει το βιος, σας τρώει και εσάς τους ίδιους. Εγώ και η φαμίλια μου θα τον διώξω. Και σας υπόσχομαι ότι εμείς είμαστε άλλου είδους λύκοι. Τρώμε μόνο ζώα επιβλαβή για σας. Ποτέ οικόσιτα. Όσο για ανθρώπινο κρέας, και μόνο η μυρωδιά του μας αηδιάζει».
Σκέφτηκαν λίγο οι χωριάτες, είχαν γεμίσει και τα χωράφια αρουραίους που τρώγαν ότι φύτρωνε, παλικαράδες δεν ήταν να κάνουν μόνοι τη δουλειά, άντε, του’ πανε, όρμα και βλέπουμε.
Έφυγε λοιπόν κακήν κακώς ο παλιός λύκος, ήρθε να η νέα αγέλη. Καλά πήγε για λίγο καιρό, μετά άρχισαν οι βουτηχτές: μια κότα στην αρχή, ένα αρνί μετά, κάτι κατσίκια που δεν τους είχε διαβάσει η μαμά τους το σχετικό παραμύθι, φθάσαμε και στους ανθρώπους. Ο αρχηγός λύκος είχε εν τω μεταξύ χοντρύνει, είχε γίνει τεράστιος, στην αγέλη τον κορόϊδευαν, είχε χάσει τον έλεγχο. Απελπισία οι χωριάτες. Αυτοί δεν έστηναν παγίδες και λύκος - λύκος και τέτοια. Έτρωγαν στην ψύχρα. Και οι αρουραίοι πολλαπλασιαζόντουσαν με εκθετική πρόοδο, όπως το είχε προβλέψει, άλλωστε, κι ο Μάλθος, μπερδεύοντας λίγο τα είδη θηλαστικών.
Πέρασε λίγος καιρός, να’ σου μια νέα αγέλη λύκων. Μοιάζαν με τους παλιούς, αλλά κάτι είχαν κάνει κι έδειχναν άλλοι. Αρχηγό είχαν ένα γέρικο σχετικά λύκο, που οι άλλοι τον φώναζαν «το παιδί», θεός ξέρει γιατί. Το παιδί πήγε στο χοντρολύκο. «Αρκετά φάγατε», είπε με ευφράδεια. «Ήρθε η σειρά μου». Ο χοντρολύκος μισοκοιμόταν κι είπε να γυρίσει πλευρό να συνεχίσει τον ύπνο, αλλά βαρέθηκε κι έμεινε εκεί να κοιτάει με τα τρία τέταρτα των ματιών κλειστά. «Σήκω ρε να παλέψουμε», είπε το παιδί και πήρε στάση μαχητή κουνγκ φου. «Δεν είσαι καλά», είπε ο χονδρολύκος και ολισθαίνοντας πάνω στην συρόμενη στο έδαφος κοιλιά του την έκανε με βαριά βήματα.
Οι νέοι λύκοι ήταν όμως παλιάς κοπής. Ήξεραν όλα τα παλιά κόλπα και μερικά καινούργια ακόμα. Οι φήμες λέγανε ότι κατά την απουσία τους ταξίδεψαν σε μέρη μακρινά και έμαθαν  νέα πράγματα φοβερά και τρομερά. Πάντως είτε τα έφεραν από έξω, είτε ήταν στο αίμα τους, αυτό που γινόταν ήταν σκέτος εφιάλτης. Γέροι, νέοι και παιδιά είχαν παραδοθεί στις ορέξεις της αγέλης. Έντρομοι οι άνθρωποι κλειδώθηκαν στα σπιτάκια τους και έτρεμαν για το τι θα τους συμβεί. Και το παιδί, ίσως από συνήθεια, ίσως μιμούμενο τους προγόνους του, έμπαινε συχνά στη σπηλιά και φώναζε με φωνή επιτηδευμένα παιδική: ΛΥΚΟΣ - ΛΥΚΟΣ.
Έγινε το έλα να δεις μετά. Οι λύκοι μπήκαν μέσα στο χωριό και τρώγαν ό,τι κυκλοφορούσε. Κάθε οικογένεια είχε τουλάχιστον ένα νεκρό ή χαμένο για πάντα. Απόλυτη καταστροφή.
Μέχρι που… Να μέχρι που κάτι πιτσιρικάδες, λιμασμένοι από την πείνα, πήραν σφεντόνες, ανέβηκαν στα κεραμίδια και άρχισαν τον πετροπόλεμο. Και θες η τέχνη του πετροπόλεμου, θες η πείνα που έβαζε φωτιές, θες η θεία δίκη, κάθε πέτρα έβρισκε στόχο. Κουτσάθηκε ο ένας λύκος, τυφλώθηκε ο άλλος, σπάσανε τα δόντια του τρίτου, άλλος έτσι, άλλος αλλιώς, η αγέλη ήταν σε αποσύνθεση. Και πάνω που η προηγούμενη αγέλη, με νέο ορεξάτο αρχηγό, ήταν έτοιμη να ξαναμπεί στο παιγνίδι, οι πόρτες των σπιτιών άνοιξαν, νέοι, γέροι, παιδιά, άνδρες και γυναίκες όρμησαν έξω με μαγκούρες, τσάπες, κλαδευτήρια και μπλάστρες. Πήραν στο κυνήγι τους λύκους, άλλους σκότωσαν, άλλους έπνιξαν στο ποτάμι, άλλους τους έγδαραν και άλλους τους έκοψαν ουρές και αυτιά και τους άφησαν να γυρίζουν στις ερημιές, να τους βλέπουν οι άλλες αγέλες και να αλλάζουν δρόμο.
Κι ενώ το χωριό ετοιμαζόταν για τη μεγάλη γιορτή της σωτηρίας, καθώς έπεφτε το σκοτάδι μια φωνή παιδιού ακούστηκε: ΛΥΚΟΣ - ΛΥΚΟΣ. Άρπαξαν ξανά τα αυτοσχέδια όπλα και χύθηκαν ξανά όλοι στα δάσος. Η κραυγή ερχόταν από την καταραμένη σπηλιά, αυτή τη φριχτή παγίδα, όπου τόσοι δικοί τους μαρτύρησαν. Έριξαν δάδες μέσα και τη φώτισαν καλά και μπήκαν μέσα ,με προσοχή.
Πάνω σ’ ένα σωρό κόκαλα καθόταν ο Λύκος Παιδί και κραύγαζε ΛΥΚΟΣ - ΛΥΚΟΣ. Κάποιοι τον περιέγραψαν κωμικό, ο πιο αστείος λύκος που είδαν ποτέ. ¨Άλλοι, πιο παρατηρητικοί μιλούσαν μετά για το κενό βλέμμα, για τα μάτια που κοίταζαν, αλλά δεν έβλεπαν. Το κεφάλι που παλούκωσαν στην πλατεία εκείνο το ίδιο βράδυ, ούτε έβλεπε, ούτε άκουγε, ούτε μιλούσε, στα σίγουρα.
Ένα παραμύθι σας είπα, σαν εκείνα που μου έλεγε η γιαγιά μου χειμωνιάτικα πρωινά, καθώς βουτούσε κομμένες φετούλες στο βαρύ γλυκό καφέ της και έψηνε λουκάνικα στην ξυλόσομπα για να φάει το πρωταγγόνι της. Τώρα προπονούμαι για παππούς, ελπίζω όχι σύντομα, και, όπως ξέρουν οι κόρες μου, μ’ αρέσει να μπερδεύω παραμύθια, φαντασίες και αλήθειες στην ίδια ιστορία, πράγμα απαράδεκτο για τα παιδιά που θέλουν ευθείες διηγήσεις με ηθικά διδάγματα. Αλλά εσείς, μεγάλα παιδιά, ξέρετε ότι δεν κινδυνεύετε από τα παραμύθια μου, ούτε καν υπάρχουν λύκοι. Ούτε και ηθικά διδάγματα.
                

Σάββατο 28 Μαΐου 2011

ΑΠΟ ΤΗΝ ΙΑΤΡΙΚΗ ΣΤΗ ΜΑΓΕΙΡΙΚΗ, ΜΙΑ ΑΝΑΣΑ ΔΡΟΜΟΣ…


Θα θυμάστε, βεβαίως, τον διαβόητο Στρως Καν να μιλάει «στο πόπολο σαν τον ναυαγοσώστη» που έλεγε παλιά και ο Σαββόπουλος (πριν αναλάβει ο ίδιος την άσκηση της ναυαγοσωστικής). Μιλούσε ως θεράπων ιατρός, δίνοντας απλόχερα αλάνθαστες συνταγές, εκτελώντας ακριβείς (και ακριβούς) ακρωτηριασμούς, κόβοντας τούτο και ράβοντας το άλλο. Τότε τον είχα πει τσαρλατάνο: οι «συνταγές» του δεν έβγαιναν από την επιστημονική γνώση των οικονομικών, αλλά από βιβλία μεσαιωνικής αλχημείας.
            Να που οι εξελίξεις μας αναγκάζουν να αλλάξουμε την ιατρική ρόμπα με το σκούφο του μάγειρου. Όχι μόνον γιατί η πολιτική σκηνή έχει γίνει μια προφανής κουζίνα και τα μαγειρέματα δίνουν και παίρνουν. Αλλά γιατί η απόλυτη αποτυχία του Μνημονίου, ως προς τους ρητά δηλωμένους στόχους του, εύκολα μπορεί να μεταφερθεί στο χώρο της μαγειρικής: από τη μαγγανεία στα μαγειρεία, μια ανάσα δρόμος.
            Ό,τι απέτυχε το μνημόνιο ως προς την επίτευξη των στόχων που ρητά έθεσε, δεν αμφιβάλει κανένας πια, ούτε οι θερμότεροι και οι ανοητότεροι των υποστηρικτών του. Και επειδή, ως γνωστόν, η επιτυχία έχει πολλούς πρόθυμους πατεράδες, αλλά η αποτυχία κανέναν πρόθυμο να αποδεχθεί την πατρότητα, η κυβέρνηση συγκλονίζεται από το καταλυτικό δίλημμα: Ήταν λάθος η πολιτική ή λάθος η εφαρμογή της; Με άλλα λόγια, φταίει η συνταγή ή ο μάγειρος;
            Νομίζω ότι η αναλογία είναι και ακριβής και χρήσιμη. Διότι η κυβέρνηση (και όχι μόνον) σπαράσσεται κυριολεκτικά από το δίλημμα: Από τη μια οι Χρυσοχοίδης, Διαμαντοπούλου, Λοβέρδος και λοιπές ακραίες νεοφιλελεύθερες φιλοδοξίες, από την άλλη η Κατσέλη – Αρσένη, Ρέππας και Καστανίδης, με τον Βενιζέλο να επιδεικνύει τον αδυναμία του και αντάρτικο να οργανώσει με επιτυχείς ελιγμούς, αλλά ούτε σε τακτικό στρατό να ηγηθεί.
            Οι μεν υποστηρίζουν τη συνταγή και ρίχνουν το βάρος στην εκτέλεση: οι πατάτες παράβρασαν, το ψητό βγήκε ωμό, η σάλτσα έκοψε, ο μάγειρας-Παπακωνσταντίνου τα έκανε μαντάρα, αλλά φταίνε και τα υλικά και τα σκεύη: η κουζίνα δεν κάνει σωστή θερμοκρασία, το ψυγείο τα μαράγκιασε, η μελιτζάνες πικρές και οι ντομάτες νερουλές: φταίει η δημόσια διοίκηση, φταίει η αντιπολίτευση που τυπικά υπάρχει και δεν έχει πλήρως συνθηκολογήσει, φταίνε αυτοί που τους ψήφισαν και έδωσαν πολιτική οντότητα σ' αυτές τις διαπρεπείς προσωπικότητες της επιστήμης και του επαγγέλματος (στις συντεχνίες αναφέρονται – σ’ αυτό μάλλον θα συμφωνήσω), και, κυρίως, η «ηγεμονία της αριστεράς». Μάλιστα. Η παροιμία λέει εύγλωττα «της κοντής ψωλής της φταίνε οι τρίχες» και από τρίχες, άλλο τίποτα.
            Βεβαίως, η πλέον απολαυστική εξ όλων αυτών είναι η Πανορίτη. Γι’ αυτήν φταίει απλώς το στομάχι του πελάτη, του ελληνικού λαού, δηλαδή. Σε πέντε-επτά χρόνια θα αποδώσουν τα μέτρα, είπε σοβαρά και παγκοσμιοτραπεζικά, δηλαδή θα συνηθίσετε στην αηδία που σας ταϊζουμε, εκτός και αν προλάβετε και πεθάνετε, σα το γαϊδούρι του Χότζα, μόνο που στη λογοκριμένη ιστορία που μας παρεδόθη έχει παραληφθεί η σκηνή που ο έξαλλος από την αναγκαστική δίαιτα και ημιθανής γάιδαρος πρόλαβε να στείλει στον αγύριστο τον οικονόμο αφέντη του με κλωτσιά αντάξια 5 εκατομμυρίων ευρώ στο χρηματιστήριο της κλωτσοπατινάδας. Υψηλή πολιτική στον μαυροπίνακα και στου κασίδη την κεφάλα.
            Φταίει ο μάγειρος, φταίει ο εξοπλισμός, φταίνε τα υλικά, φταίει και ο πελάτης που πληρώνει, αλλά δεν τρώει. Πάει καλά.
            Το άλλο μέτωπο τώρα: Φταίει η συνταγή, σιγοψιθυρίζουν. Καλοί κι αυτοί. Όταν τους λέγαμε ότι η συνταγή είναι μάπα, αυτοί δήλωναν την εμπιστοσύνη τους στο μάγειρο και τον ιδιοκτήτη του μαγαζιού και ανέλαβαν ασμένως τη λάντζα. Τώρα οι άλλοι τους κατηγορούν ότι δεν ξεπλένουν επαρκώς και με την απαιτούμενη ταχύτητα.
            Βεβαίως, σιγοψιθυρίζουν. Φοβούνται μήπως και ταράξουν το θεόσταλτο στις συνεχείς μεταπτώσεις που χαρακτηρίζουν τις απανταχού θεότητες: από τον τρόμο στη νιρβάνα, χωρίς ενδιάμεσο στάδιο.
            Κάθε «μαγαζί» μπορεί να έχει την κουζίνα που του αξίζει. Και αν η πελατεία δεν γουστάρει, πάει πιο κάτω: Και ο κάθε αποτυχημένος μάγειρος μπορεί να αισθάνεται περήφανος: Στο κάτω-κάτω δε μαγειρεύει για μας, αλλά για τους πέντε-δέκα φίλους του. Μόνο μη μας ζητήσει να πληρώσουμε το λογαριασμό.

ΔΥΟ, ΤΡΙΑ ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΠΟΥ ΕΜΑΘΑ ΑΠΟ ΕΚΕΙΝΟΝ


Γνώρισα τον Άγγελο Ελεφάντη γύρω στα 1980. Θυμάμαι τη μορφή του πάνω από τη μονταζιέρα του ΠΟΛΙΤΗ να με κοιτά διερευνητικά πάνω από τα γυαλιά που καθόντουσαν χαμηλά στη μύτη. Με κάποια διαλείμματα παρακολούθησα την περιπέτεια ως το 1994 περίπου. Και έμαθα εκεί πράγματα που κανένα πανεπιστήμιο δεν προσφέρει. Πολλά, πάρα πολλά, αλλά θα αρκεσθώ να σας πω σήμερα μόνο δύο ή τρία.
            Το πρώτο πράγμα που έμαθα και προσπάθησα έκτοτε να εφαρμόσω – άλλοτε επιτυχώς και συχνά με πλήρη αποτυχία – ήταν μια ρητή εντολή – παραίνεση: Όταν γράφεις να έχεις πάντα στο μυαλό σου τον αναγνώστη. Να έχουμε πάντα τον αναγνώστη στο μυαλό μας όταν γράφουμε. Δηλαδή να μπούμε σ’ ένα κρυφό διάλογο μαζί του, να προλάβουμε τις απορίες και ενστάσεις του, να δούμε, ακόμα, και τις γκριμάτσες και τα χαμόγελα, να διατυπώσουμε τις απόψεις μας απλά και εύληπτα. Μ’ αυτό τον τρόπο να αποκαλύψουμε στον αναγνώστη τη σκέψη μας τη μύχια, τους κρυφούς συλλογισμούς. Να καταστούμε διάφανοι στα μάτια και στο μυαλό του άλλου, δηλαδή στα μάτια και στο μυαλό το δικό μας.
Το γράψιμο του Άγγελου ήταν πάντα έτσι. Ένας ζωντανός διάλογος με έναν πραγματικό ή φανταστικό συνομιλητή, γι’ αυτό επιθετικός και αγαπησιάρικος ταυτόχρονα, δομημένος με αυστηρότητα, σαν να απαντούσε σε διατυπωμένα αντεπιχειρήματα. Αλλά και προσιτός, απλός και κατανοητός, χωρίς να καταφεύγει σε εντυπωσιασμούς και φτηνά κόλπα. Λόγος τετράγωνος και οξύς, διεισδυτικός, όπως αρμόζει σε ισότιμους συνομιλητές. Λόγος αποκαλυπτικός του ίδιου του Άγγελου, μια διαρκής και σε βάθος εξομολόγηση.
            Το δεύτερο πράγμα που έμαθα ήταν ότι δεν υπάρχουν μικρά και μεγάλα πράγματα, μικρά και μεγάλα γεγονότα. Ο σχολιασμός της οικονομικής πολιτικής ή ενός βαρυσήμαντου λόγου του πρωθυπουργού ή άλλου πολιτικού ηγέτη είχε την ίδια σημασία με εκείνον για ένα απλό γεγονός της καθημερινότητας, μια σύντομη είδηση, μια φράση, αρκεί να είχε ο σχολιαστής την ικανότητα να δει πίσω από την επιφάνεια το κρυμμένο υπόβαθρο, τις κοινωνικές παραμέτρους, διαστάσεις και αναφορές, την ιστορικότητά του κοντολογίς. Δείγμα τρανό το αφήγημα «Η Ιστορία του Παππού μου» που μας διηγήθηκε ένα μεσημέρι στον Τσάρο σαν παραμύθι καθηλωτικό με το μοναδικό τρόπο που είχε να αφηγείται. Μετά από χρόνια το παραμυθένιο αφήγημα έγινε ιστορική πραγματεία για ανθρώπους, τόπους και καταστάσεις. Το απλό γεγονός απόκτησε ρίζες και κλαδιά, περιέλαβε ολόκληρες εποχές, το ανέκδοτο έγινε ιστορία.
            Το τρίτο πράγμα που έμαθα και το οποίο συνδέεται απόλυτα με το προηγούμενο είναι η πολεμική ιαχή του Άγγελου: «Βουρ στο εποικοδόμημα». Ο χώρος της ιδεολογίας, οι ιδεολογικοί μηχανισμοί, οι ιδεολογικές διεργασίες, τα ελάχιστα με τις σοβαρές συνέπειες, τα μικρά που αποκαλύπτουν τα μεγάλα, δεν ήταν μόνο το προνομιακό πεδίο του αγώνα ενός πολύπτυχου διανοούμενου. Αποτελούσε για τον Άγγελο το στρατηγικό πεδίο αντιπαράθεσης, το πεδίο στο οποίο όφειλε η αριστερά να αναμετρηθεί και να συγκροτηθεί μέσα από αυτήν την αναμέτρηση. Το πεδίο που το διατήρησε, όσο μπορούσε, ως το τέλος ανοικτό.
            Αυτά κέρδισα από τον Άγγελο. Μια οπτική διαφορετική από αυτή που είχα πριν το γνωρίσω, ένα διαφορετικό τρόπο να βλέπω τα πράγματα, να τα αναγνωρίζω, να τα ανιχνεύω και να τα εκφράζω. Και αυτό είναι για μένα μια μόνιμη οφειλή.      

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Το κείμενο που ακολουθεί έτυχε της τιμής να δημοσιευτεί δύο φορές στον ΠΟΛΙΤΗ. Πρώτα σε συνέχειες στον Δεκαπενθήμερο Πολίτη (τ. 53 και 54 το 1985) και μετά στον Πολίτη (τ. 75.(3) το 1987).
Όπως κάθε κείμενο, έχει το δική του ιστορία.
Το 1984 η αμφισβήτηση του Γιάννη Μπανιά στη θέση του Γραμματέα του ΚΚΕεσ., και, κυρίως, της πολιτικής στροφής που επιχειρούσε η πλειοψηφία του κόμματος μετά τις ολέθριες επιλογές της περιόδου 1973-81, οδηγούσαν στη σύγκληση συνεδρίου. Το συνέδριο ορίσθηκε, αλλά ακυρώθηκε. Λάθος μεγάλο, που το πλήρωσε όλη η αριστερά, αλλά δεν είναι το θέμα μας αυτό.
Εν όψει του συνεδρίου, οι αριστεροί του ΚΚΕεσ αποφασίσαμε να επεξεργασθούμε πολιτική πρόταση που να συνιστά μια μεγάλη τομή στα μέχρι τότε. Οι αγαπημένοι σύντροφοι Θανάσης Αθανασίου, Παύλος Κλαυδιανός και ο υποφαινόμενος αναλάβαμε να ετοιμάσουμε κάτι για τα οικονομικά. Ετοίμασα ένα σχέδιο, αυτό πιο κάτω, αλλά δεν προχώρησε η συζήτηση, μιας και το συνέδριο ακυρώθηκε.
Αυτό δημοσιεύτηκε τότε στον ΠΟΛΙΤΗ. Μερικές αλλαγές έγιναν αργότερα, το 1992, κυρίως βγήκαν ορισμένα τμήματα, έγιναν μερικές μικρές φραστικές επεμβάσεις και εμφανίστηκε η βιβλιογραφία.
Έγραφα τότε σ' ένα σημείο που δεν θα το δείτε εδώ:
"Η Αριστερά είναι Αριστερά όχι επειδή νοιάζεται να βγάλει την 'κοινωνία' χωρίς αμυχές από την κρίση της, αλλά ακριβώς επειδή αποβλέπει στο μετασχηματισμό των κοινωνικών δομών. Δεν προτίθεται συνεπώς να δώσει συνταγές οικονομικής πολιτικής. Προτίθεται να αλλάξει την κοινωνία".
Ρομαντισμοί μιας νεότητας, θα πούνε κάποιοι. Πιθανόν. Ανεξάρτητα τούτου, υποστηρίζω ότι η διάγνωση της κρίσης, στις γενικές τουλάχιστον γραμμές, που επιχειρήθηκε τότε, ήταν ορθή. Και η διάγνωση ήταν ότι το παλιό πέθαινε, γιατί ήταν θνησιγενές, ενώ το νέο δεν είχε γεννηθεί, και σ' αυτό η ευθύνη της Αριστεράς ήταν τεράστια.
Σχεδόν 30 χρόνια μετά, έχουμε βιώσει τις αλλεπάλληλες προσπάθειες για την αναβίωση του παλιού. Τη μία γενιά των εξαρτημένων από το κράτος "επιχειρηματιών" τη διαδέχθηκε μια άλλη και μια άλλη. Από τους κρατικοδίαιτους βιομήχανους, στους κρατικοδίαιτους προμηθευτές, κατασκευαστές, καναλάρχες. Μια συνεχής αιμορραγία, μια σπατάλη πόρων, ανθρώπων, προοπτικών. Και μια αριστερά, τμήμα της οποίας εξακολουθεί να διακατέχεται, με το σύνδρομο του εμφυλίου, την ανάγκη αναγνώρισης από τον αντίπαλο, φοβισμένη και αυτοαναιρούμενη.
Όταν σήμερα διαβάζω σε "έγκριτες" εφημερίδες από "έγκριτους" αναλυτές για τη μεταπολιτευτική ηγεμονία της αριστεράς, δεν ξέρω αν πρέπει να γελάσω ή να κλάψω. Απλώς να πω ότι αν η αριστερά ήταν ηγεμονική στη μεταπολίτευση, η "ηγεμονία" που πρεσβεύουν είναι η επιστροφή στο κράτος του εμφύλιου, το κράτος των μαυραγοριτών και των δοσιλόγων. Γιατί αυτό είναι το πρότυπο επιχειρηματικής δραστηριότητας που γνωρίζουν, το μόνο που καταλαβαίνουν, το μόνο που προωθούν.
Αυτά, ως επικαιροποίηση. Κατά τα άλλα δεν αλλάζω τίποτα απ' όσα γράφτηκαν τότε. Και ελπίζω, εσύ, ο προσεκτικός αναγνώστης, να συμφωνήσεις μαζί μου.
 
http://dl.dropbox.com/u/16235601/%CE%94%CE%9F%CE%9A%CE%99%CE%9C%CE%99%CE%9F%20%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%97%CE%9D%20%CE%9A%CE%A1%CE%99%CE%A3%CE%97.pdf

Σάββατο 30 Απριλίου 2011

ΑΝΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ: ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ 1996


 Το Κείμενο αυτό είναι παλιό. Παρουσιάστηκε σε μια ημερίδα το 1996 και δημοσιεύτηκε ένα χρόνο μετά στο Μορφές Κοινωνικού Αποκλεισμού και Μηχανισμοί Παραγωγής του
Το έφερε στη μνήμη μου μια φωτογραφία παρμένη από το αλμπουμ της Βάνας Φωτοπούλου. Την ευχαριστώ και για το δάνειο και για την αναβίωση της μνήμης


Θα ήθελα να ξεκινήσω την εισήγησή μου προτείνοντας ορισμένες θέσεις διατυπωμένες με αξιωματικό τρόπο. Ο λόγος που διατυπώνω αξιωματικά - δηλαδή, αποφεύγοντας να υπεισέλθω σε μια αναλυτική επιχειρηματολογία για τη θεμελίωσή τους - τις θέσεις αυτές αφορά την οικονομία του κειμένου, αλλά, ταυτοχρόνως, έχω την αίσθηση ότι, σε κάποιο βαθμό, ανακεφαλαιώνουν πορίσματα ή υποθέσεις εργασίας των περισσότερων εισηγήσεων που έχουν παρουσιασθεί στην ημερίδα μέχρι στιγμής.
Θέση Πρώτη:   Ζούμε σε κοινωνίες που υπόκεινται σε πλήθος διαιρέσεων και κατακερματισμών, απαραίτητος όρος ύπαρξης, όμως, των οποίων (κοινωνιών) είναι η ομογενοποίηση, μια ομογενοποίηση που εγκαλεί τα υποκείμενα ως μονάδες - άτομα-ιδιώτες - και ταυτοχρόνως ως μέρη του κοινωνικού συνόλου με την επίκλιση, συνήθως, ιδεολογικών ενοποιητικών στοιχείων που καλούνται να ενοποιήσουν το κατατμημένο και να ομογενοποιήσουν το ετερογενές.
Θέση Δεύτερη: Η αδυναμία ατόμων ή ομάδων να αποδεχθούν την ισχύ αυτών των ενοποιητικών στοιχείων ή των διαδικασιών ομογενοποίησης αντιμετωπίζεται ως παράβαση, γεγονός που δημιουργεί τις προϋποθέσεις αποκλεισμού των ατόμων και των ομάδων από την κοινωνική ζωή ή από εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής.
Θέση Τρίτη:      Η ίδια η διαδικασία ομογενοποίησης απαιτεί την ύπαρξη και την αναπαραγωγή των παραβατικών ατόμων ή ομάδων, όχι ως απλή προϋπόθεσή της - η ετερότητα ως πρώτη ύλη της ομογενοποίησης -, αλλά ως κατάσταση-ιδιότητα που παράγεται αντιθετικά και αντιφατικά προς την κατάσταση-ιδότητα του ομοίου.
Θέση Τέταρτη: Η δυνατότητα αναπαραγωγής της παράβασης και, συνεπώς, του αποκλεισμού επιτάσει το παραβατικό άτομο ή η παραβατική ομάδα να πεισθεί για την παραβατικότητά του, δηλαδή για την ιδιομορφία του, την αδυναμία του προσαρμογής και την ατομική του ευθύνη για την έλλειψη προσαρμογής.
Τέλος, ως πέμπτη θέση, μερικότερης εμβέλειας, θα σημείωνα ότι στο δυτικό πολιτισμό η φτώχεια θεωρήθηκε ως μορφή παραβατικότητας, αποτέλεσμα κυρίως της θεμελίωσής του στον ατομοκεντρισμό (individualism).
            Με τις θέσεις αυτές διατυπωμένες, θα προσπαθήσω να δείξω τη σχέση μεταξύ κοινωνικού αποκλεισμού και ανεργίας στις σύγχρονες κοινωνίες της Δυτικής Ευρώπης.
            Ο όρος “κοινωνικός αποκλεισμός” καθιερώθηκε προσφάτως σαν ένας ακόμη νεολογισμός της γραφειοκρατίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης για να περιγράψει ένα νέο σύνολο παρεμβάσεων στον κοινωνικό τομέα. Σε γενικές γραμμές, ο κοινωνικός αποκλεισμός αναφέρεται σε άτομα ή ομάδες που κατέχουν οριακές και επισφαλείς θέσεις στην αγορά εργασίας ή των οποίων η θέση στο κοινωνικό σύνολο διακυβεύεται, καθώς ωθούνται στα όρια ή και πέραν των ορίων του κοινωνικού συνόλου, ή, ορθότερα, της οργανωμένης κοινωνίας.
            Κατά κάποιο τρόπο, το φαινόμενο δεν είναι σημερινό. Αν αναδεικνύεται σήμερα, όμως, ως σημαντικό πρόβλημα είναι αποτέλεσμα τριών παραγόντων, οι οποίοι αλλληλεπιδρούν και αλληλοενισχύονται: Πρώτον, του μεγέθους και της θέσης που κατείχαν οι ομάδες αυτές στη πρόσφατη κοινωνική οργάνωση. Δεύτερον, των διαδικασιών που παράγουν ως αποτέλεσμα τον κοινωνικό αποκλεισμό, διαδικασίες που εμφανίζουν διαφορετικό χαρακτήρα από τις αντίστοιχες του άμεσου παρελθόντος. Τρίτον, και σε συνδυασμό με τον πρώτο παράγοντα, του γεγονότος ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός ακυρώνει εμπράκτως το σύνολο των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων επί των οποίων οικοδομήθηκε το ιδεολογικο-πολιτικό καθεστώς της αστικής δημοκρατίας στη Δύση σ’ ολόκληρο τον 20ο αιώνα.
            Για να αναφερθώ λίγο διεξοδικότερα στους τρεις αυτούς παράγοντες, πρέπει να επισημάνω ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός έχει παύσει να αποτελεί το τραγικό προνόμιο εκδήλως μειονεκτουσών και μειοψηφικών ομάδων. Σε κατάσταση κοινωνικού αποκλεισμού κινδυνεύουν να περιπέσουν και περιπίπτουν συνεχώς ευρέα κοινωνικά στρώματα, τα οποία άνθιζαν σε προηγούμενες δεκαετίες και των οποίων η κοινωνική θέση εθεωρείτο αδιασάλευτη. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα του κοινωνικού αποκλεισμού σήμερα δεν είναι πρόβλημα μόνο των ναρκωμανών, των αλκοολικών, των φτωχών της τρίτης ηλικίας, των μεταναστών και προσφύγων, των φυλακισμένων ή των ατόμων με ψυχολογικές διαταραχές. Η περιγραφική αυτή καταγραφή, αν ήταν ποτέ ισχυρή - πράγμα για το οποίο διατηρώ επιφυλάξεις -, σήμερα είναι εξαιρετικώς ανεπαρκής τόσο για να περιγράψει δια της απαρίθμησης τις ομάδες των “κοινωνικά αποβλήτων”, όσο και για να μας επιτρέψει να προσεγγίσουμε τις διαδικασίες κοινωνικής παραγωγής των πολυδιάστατων φαινομένων του κοινωνικού αποκλεισμού. Ουσιαστικώς ανεπαρκής, αναδεικνύεται και σε πολιτικώς επικίνδυνη, καθώς τείνει να αγνοήσει κρίσιμα κοινωνικά φαινόμενα και διεργασίες, αναπαράγοντας στην πολιτική και στη θεωρητική σκέψη την εμπορία του ανθρώπινου πόνου που έχει κυριεύσει τα ΜΜΕ.
            Οι σημερινοί νέοι κοινωνικά απόβλητοι, σε μεγάλο και αυξανόμενο ποσοστό, ανήκουν σε μια ορισμένη ομάδα της ημι-ειδικευμένης ή και ειδικευμένης εργατικής τάξης, με μόνιμη εργασιακή ένταξη στη μεγάλη βιομηχανία και στις υπηρεσίες. Ατομα σχετικά μεσαίων ηλικιών, άνω των 45, κάτοικοι βιομηχανικών περιοχών σε κρίση, με εργασιακές εμπειρίες που αναφέρονται στην ιεραρχημένη οργάνωση της εργασίας στο εργοστάσιο, στην επαναληπτικότητα των κινήσεων, στην έλλειψη πρωτοβουλίας στον εργασιακό χώρο, στη μονιμότητα της απασχόλησης. Ατομα που η κρίση των βιομηχανικών κλάδων και των επιχειρήσεων, η εισαγωγή νέων τεχνικών και τεχνολογιών, η αλλαγή των προτύπων κατανάλωσης και ο εντεινόμενος διεθνής ανταγωνισμός, οι αναδιαρθρώσεις στην οργάνωση των επιχειρήσεων τα κατέστησαν περιττά, δηλαδή άχρηστα.
            Μιλάμε για τα εκατομμύρια των ευρωπαίων ανέργων, στη Δύση και την Ανατολή, για τη διογκούμενη στρατιά των ανέργων μακράς διάρκειας, για το αυξανόμενο πλήθος των ανέργων “πολύ μακράς διάρκειας” για να χρησιμοποιήσω έναν ακόμη νεολογισμό της ευρωπαϊκής γραφειοκρατείας.  Ατομα που στο σώμα, στη σκέψη, στις συνήθειες, στο ήθος, στις κινήσεις χαράχτηκαν, χρόνο με το χρόνο, οι επιταγές της επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας, της εξειδίκευσης των εργασιακών γνώσεων και καθηκόντων, για να τους ζητηθεί σήμερα η ρευστοποίηση αυτών ακριβώς των εργασιακών ποιοτήτων που με κόπο, σωματικό κάματο και πνευματική απονέκρωση, απόκτησαν μέσα στο γραφείο, το εργοστάσιο ή στο ορυχείο.  Οπως γράφουν οι Χορκχάϊμερ και Αντόρνο “αυτός που δεν προσαρμόζεται γίνεται οικονομικά αδύναμος και, κατά συνέπεια, πνευματικά αδύναμος, περιθωριακός. Ο περιθωριακός αποκλείεται από τη βιομηχανία και πείθεται για την ανεπάρκειά του[1].
            Αν επαναφέρω στη μνήμη το κείμενο δύο κορυφαίων διανοητών του αιώνα μας, γραμμένο σε δύσκολους καιρούς, όταν ο φασισμός άκμαζε, δεν το κάνω εξ αιτίας της ρητής αναφοράς στη διαδικασία κοινωνικής αποβολής, ούτε για να υπογραμμίσω τις αναλογίες της εποχής μας με τους καιρούς εκείνους - που, δυστυχώς, είναι πολλές - όσο για να τονίσω το τελευταίο τμήμα του αποσπάσματος: “Ο περιθωριακός ... πείθεται για την ανεπάρκειά του”.
            Αυτό που επισημαίνεται, δηλαδή, είναι η διαδικασία νομιμοποίησης του κοινωνικού αποκλεισμού, διαδικασία νομιμοποίησης που κινείται παραλλήλως προς την διαδικασία πραγματικού αποκλεισμού από τον χώρο της εργασίας. Διαδικασία νομιμοποίησης που δεν αρκείται στη διαμόρφωση της άρχουσας ιδεοληπτικής εικόνας της πραγματικότητας ή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και του κοινού νου, αλλά προχωρά στην εγχάραξη αυτών των αντιλήψεων στον τρόπο που τα ίδια τα θύματα αντιλαμβάνονται τη σχέση τους με την πραγματικότητά τους.
            Η διαδικασία ενοχοποίησης των θυμάτων των σύγχρονων οικονομικών αναδιατάξεων αποτελεί ουσιαστικό συστατικό στοιχείο της ίδιας της διαδικασίας κοινωνικού αποκλεισμού, εφ’ όσον στερεί από τα άτομα που υφίστανται τον οικονομικό αποκλεισμό διά της ανεργίας των βασικών προϋποθέσεων συλλογικής οργάνωσης και διατύπωσης των αιτημάτων με τη μορφή της διεκδίκησης των δικαιωμάτων. Αν το κοινωνικό σύνολο θεωρεί, πολύ δε περισσότερο αν το πιστεύει ο ίδιος, ότι για την ανεργία ευθύνεται ο ίδιος ο άνεργος, η διεκδίκηση των βασικών εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων του είναι παραχρήμα υπονομευμένη, ενώ, ταυτοχρόνως, ο ίδιος βαρύνεται με τον κοινωνικό στιγματισμό.
            Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθω πιο κάτω. Θα ήθελα, όμως, να σταθούμε τώρα στην εξέταση των συνθηκών που καθιστούν την απώλεια της εργασίας και την ανεργία προθάλαμο του κοινωνικού αποκλεισμού.
            Η μισθωτή εργασία και η εμφάνιση του εργοστασίου επέφεραν στη ζωή των οικονομικών υποκειμένων έναν χωρο-χρονικό διαχωρισμό που ορίζεται από τον διαχωρισμό του οίκου από τον χώρο εργασίας αφ’ ενός και από το διαχωρισμό του χρόνου σε χρόνο εργασίας και σε χρόνο “ελεύθερο” αφ’ ετέρου. Η χωρο-χρονική ασυνέχεια της μισθωτής εργασίας αντικαθιστά, έτσι, τον συνεχή χώρο και χρόνο των προηγούμενων μορφών κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας ή, ορθότερα, τις πολλαπλές και διαδοχικές ασυνέχειες που προσδιορίζονταν από τη διαδοχική εναλλαγή των καθηκόντων.
            Η ανεργία φαίνεται να αίρει ακριβώς αυτόν τον χωρο-χρονικό διαχωρισμό που συνεπάγεται η μισθωτή σχέση εργασίας. Με την ανεργία, δηλαδή, την απουσία της εργασίας, αποκαθίσταται ένα συνεχές στη ζωή του άνεργου, μόνο που το συνεχές αυτό βιώνεται ως δυσβάστακτο κενό. Αυτό είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η εργασία, πέρα από την ουσιαστική συμβολή της στη δημιουργία των υλικών προϋποθέσεων επιβίωσης και αναπαραγωγής, διαθέτει μια θετικότητα, αποτελεί μια αξία αφ’εαυτής, είναι μια αυταξία, αποκτά μια αξία ηθική και ανεξάρτητη από το συγκεκριμένο οικονομικό της περιεχόμενο. Για το λόγο αυτό, μόνο με την ιστορική εγκαθίδρυση του συστήματος της μισθωτής εργασίας επιβάλλονται οι πολύπλευροι διαχωρισμοί που διακρίνουν τον εργαζόμενο από τον μη εργαζόμενο, διαχωρισμοί οι οποίοι αντανακλώνται στις στατιστικές κατηγορίες της αγοράς  εργασίας.
            Παρά την ισχυρή και πολύπλευρη ιδεολογική παρέμβαση του μεταμοντερνισμού, ώστε να απαξιωθεί διπλά η εργασία, να θεωρηθεί ως οικονομική κατηγορία του παρελθόντος που καθίσταται μουσειακό είδος κάτω από τις επιταγές της σύγχρονης τεχνολογίας και, ταυτοχρόνως, να αναγορευθεί εκ νέου σε δεινό, αναγκαίο κακό, πλην κακό, με την ανάδειξη των ιδεολογιών του ελεύθερου χρόνου, η εργασία στη γενική της μορφή και ανεξαρτήτως του συγκεκριμένου περιεχομένου της διατήρησε τη θετικότητά της. Διατήρησε πολύ δε περισσότερο τη διπλή της θετικότητα, τη θετικότητα της εργασίας εν γένει και τη θετικότητα της συγκεκριμένης εργασίας, στις οριακές εκείνες περιπτώσεις που ο κίνδυνος της ανεργίας έγινε απτός και επικείμενος. Στις αμυντικές στρατηγικές των εργαζομένων και των συνδικάτων απέναντι στις αναδιαρθρώσεις της παραγωγής διακρίνουμε ακριβώς αυτή την εμμονή της διπλής θετικότητας της εργασίας ως αυταξίας.
            Αν παρατηρήσουμε τις αντιδράσεις των εργαζομένων απέναντι στον κίνδυνο της ανεργίας, εδώ και σε άλλες χώρες, θα διαπιστώσουμε ότι η εναγώνια προσπάθεια να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας που τους χαρακτηρίζει όσο διαρκεί η σχέση μισθωτής απασχόλησης αντικαθίσταται από την απογοήτευση, το αίσθημα της ήττας, την αποστράτευση σε σύντομο χρονικό διάστημα μόλις βρεθούν άνεργοι. Προφανώς πρόκειται για μια ήττα, μια συλλογική ήττα, η οποία όμως βιώνεται ως προσωπική αποτυχία από κάθ' έναν άνεργο. Η αποκατάσταση του χωρο-χρονικού συνεχούς συνεπάγεται την εξατομίκευση, έκαστος αισθάνεται μόνος του, αποκομμένος από την εργασία, αποδιωγμένος από τον εργοδότη, απομονωμένος από τους γνωστούς και συναδέλφους, ντρέπεται τους συγγενείς, τους οικείους, τον ίδιο του τον εαυτό. Αισθάνεται άχρηστος, τις ικανότητές του ανύπαρκτες, απαξιωμένες, αδύναμος να αντιδράσει. Αισθάνεται τόσο περισσότερο μόνος, όσο περισσότερα χρόνια ήδη είχε εργασθεί, όσο περισσότερο οργανωμένο ήταν το εργασιακό του περιβάλλον, όσο περισσότερο ειδικευμένη και εκτιμωμένη ήταν η προηγούμενη εργασιακή του θέση. Οι ψυχικές διαταραχές και ο αλκοολισμός είναι μόλις ένα βήμα πιο πέρα.
            Η αστική κοινωνία, η κοινωνία που ζούμε, είναι κοινωνία της ατομικότητας. Θα μου επιτρέψετε να παραθέσω ένα απόσπασμα του Μαρξ, τα διαμάντια της σκέψης του οποίου βιαστικά απεμπολήσαμε μαζύ με τη σκουριά που επικάθησε από τους επιγόνους: "Μονάχα ... στην αστική κοινωνία αντικρύζει το άτομο τις διάφορες μορφές του κοινωνικού δεσμού σαν απλό μέσο για τους ιδιωτικούς του σκοπούς, σαν εξωτερική αναγκαιότητα" [2]. Η εξωτερική αναγκαιότητα που αναφέρει ο Μάρξ δεν είναι παρά οι σχέσεις ανταλλαγής, στις οποίες είναι υποχρεωμένο να εμπλακεί το άτομο-ιδιώτης της αστικής κοινωνίας. Ακριβώς αυτές οι σχέσεις είναι εκείνες που στερούνται από τον άνεργο, οι σχέσεις ανταλλαγής της εργατικής του δύναμης.
            Η αδυναμία του άνεργου να εμπλακεί σε σχέσεις ανταλλαγής της εργατικής του δύναμης, αδυναμία που ισοδυναμεί με ακύρωση της εργατικής του δύναμης, οδηγεί στην κοινωνική αποβολή του ανέργου: Ο άνεργος αποβάλλεται από την κοινωνία ως κάτοχος της εργατικής του δύναμης, ως μέλος του επαγγέλματος και του εργατικού σωματείου, δηλαδή ως γνώστης των εργασιακών τεχνικών και ως εκπροσωπούμενος, ως πολίτης, δηλαδή ως κάτοχος πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, τα οποία αντικαθίστανται από οιωνεί φιλανθρωπικές παροχές του κράτους πρόνοιας.
            Δεν υπάρχει τίποτε σκληρότερο από τη φιλανθρωπία, έλεγε ο Νίτσε. Μιλώντας για τον αποκλεισμό των ανέργων, αλλά και των λοιπών ομάδων που εκδιώκονται από την σημερινή ανταγωνιστική κοινωνία στο όνομα της ανάπτυξης, της συσσώρευσης και της προόδου, ας μη το λησμονούμε.
            Για την οδύνη της ανεργίας οι άνεργοι δεν μίλησαν ποτέ για τον εαυτό τους. Αλλοι μίλησαν για κείνους, μερικές φορές - ελάχιστες - στο όνομά τους. Ο κόσμος της ανεργίας είναι ο κόσμος της σιγής, πολύ περισσότερο σήμερα που η κραυγαλέα σιωπή των ανέργων αποσιωπάται και σκεπάζεται από την θορυβώδη αμετροέπεια των ΜΜΕ. Ομως, η σιγή ανιχνεύεται στη μαζική επιστροφή των γυναικών του Λαυρίου στα οικιακά καθήκοντα, στον εγκλεισμό και στην απομόνωση του οίκου, των γυναικών που υπήρξαν εργάτριες στη κλωστοϋφαντουργία για πολλά χρόνια. Ηχεί δυνατότερα στο εναγώνιο ψάξιμο για τη δουλειά από τις άλλες άνεργες της κλωστοϋφαντουργίας στη Νέα Ιωνία, ψάξιμο κατά μήκος της γραμμής του ηλεκτρικού ως τον Πειραιά, γιατί το οικογενειακό μέσο μεταφοράς κατέχεται από τον σύζυγο, μόνο πια προμηθευτή ή άνεργο κι αυτόν με μεγαλύτερη, όμως, γεωγραφική κινητικότητα, εξ αιτίας ακριβώς του τοπικού εγκλωβισμού της συζύγου. Διακρίνεται στην "έλλειψη ευελιξίας και προσαρμοστικότητας" των ανέργων ανδρών στις δύο περιοχές που αδυνατούν να διακρίνουν ευκαιρίες νέας επαγγελματικής σταδιοδρομίας, άλλες από αυτές της τέχνης που μάθανε από νεαρά ηλικία, πολλοί από παιδιά, στις πρώην ανθούσες βιομηχανίες. Στους ανέργους που βίωσαν τους ρυθμούς και τα καθήκοντα της βιομηχανίας με τρόπο ώστε να αδυνατούν να προσαρμοστούν στα ευέλικτα καθήκοντα της βιοτεχνίας και του εμπορίου.  Στη σιγή εκείνων που θεωρούν τύχη να εξασφαλίσουν τρεις μήνες δουλειά στις κατασκηνώσεις του Λαυρίου ή λίγους περισσότερο μήνες στα δημοτικά έργα[3].
            Στη δική τους σιγή απαντά η σιγή του κράτους, της πολιτικής και των πολιτικών. Εσφαλαν επειδή πρόλαβαν να γίνουν βιομηχανικοί εργάτες και δεν πρόλαβαν να πάρουν σύνταξη. Το σφάλμα αυτό πληρώνουν ως παραβάτες των νόμων του ανταγωνισμού, της τεχνολογίας και της προόδου. Οταν η ελληνική οικονομία ανακάμψει ούτε εμείς δεν θα μιλάμε πια γι' αυτούς. Μια εικόνα μόνο θα μείνει, χαραγμένη στο μυαλό μου, μια σκηνή πριν οκτώ χρόνια, Σεπτέμβριο του 1987 στη Μαδρίτη έξω από ένα μουσείο, όπου ένας άνδρας καθόταν στα σκαλιά της εισόδου, λίγο παράμερα. Φορούσε κοτλέ κοστούμι γκρί-μπεζ, πουκάμισο και γραβάτα. Ενα μεγάλο καπέλο, ρεμπούμπλικα που τα λέγαμε παλαιά, εξαιρετικά περιποιημένος. Το δεξί χέρι ανοικτό, περίμενε την ελεημοσύνη των επισκεπτών, ενώ, ταυτόχρονα, το αριστερό έκρυβε το πρόσωπο. Μακάρι να τον δείτε σήμερα σαν εφιάλτη.


[1]           Μ. Χορκχάϊμερ - Τ. Αντόρνο, Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού, εκδ. Υψηλον. 1986, σελ. 156.
[2]           Κ. Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (Grundrisse), Τόμος Α', μετ. Δ. Διβάρης, εκδ. Στοχαστής, 1989, σελ. 54.
[3]           Α. Δεδουσόπουλος - Κ. Φωτεινοπούλου, Ερευνες τηε Τοπικής Αγοράς Εργασίας; Νέα Ιωνία και Καλαμάτα, Πάντειο Πανεπιστήμιο και ΠΕΤΑ, 1992, Π. Γετίμης - Α. Δεδουσόπουλος, Αναπτυξιακό Σχέδιο Λαυρίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο και ΟΑΕΔ, 1994.

Τρίτη 26 Απριλίου 2011

ΖΟΥΜΕ ΕΝΑ ΘΡΙΛΕΡ (2η εκδοχή)


Διαβάζοντας εφημερίδες, μπλογκς, ειδήσεις και σχόλια, παρακολουθώντας τις εκπομπές γνώμης που τις λένε "ειδήσεις" στην τηλεόραση, κατάλαβα πολύ καλά, για άλλη μια φορά, ότι οι ιδεολογισμοί που διατρέχουν την επιχειρηματολογία των κυβερνώντων είναι τόσο ισχυροί που οδηγούν σε μια επικίνδυνη διαστροφή της πραγματικότητας. Αυτό θα ήταν, ενδεχομένως, ενδιαφέρον. Θα ήταν μια καλλιτεχνική παρέμβαση και μάλιστα θεατρικού χαρακτήρα, ενός είδους θεάτρου, του θεάτρου του παραλόγου, στα συμβαίνοντα. Φοβάμαι, όμως, ότι είναι τόσο προφανώς βίαιη η αδιαφορία τους για τον "μέσο" πολίτη, για όλους, δηλαδή, εμάς πλην των ελάχιστων γνωστών και αφανών κερδοσκόπων, που είναι απλώς κυνικά επικίνδυνη. Το θέαμα που οργανώνεται, που παύει να είναι ένα απλό θέαμα, αλλά μας εγκαλεί ως πρωταγωνιστές και ως κομπάρσους, δεν είναι θεατρικό δρώμενο του απόλυτου παραλογισμού[1].
Η ελληνική πολιτική και οικονομική ζωή έχει αποκτήσει τα τελευταία δυο τουλάχιστον χρόνια τη δομή ενός καλά οργανωμένου θρίλερ. Από τις εφησυχαστικές σκηνές της αρχής, την πλασματική αρμονία που έκρυβε στο βάθος της εικόνας τις έντονες αντιθέσεις, από τις βεβαιότητες για το μέλλον και από τα ειδυλλιακά τοπία, ανακαλύψαμε σταδιακά, ίχνος με ίχνος, σημάδι με σημάδι, την παρουσία του "κακού".  Και το κακό έχει φανερωθεί, πλέον, με όλη του τη δόξα, την ένταση και τη δύναμή του με τη μορφή του χρηματιστικού κεφαλαίου, να το πω παραβολικά, με τη μορφή του βαμπίρ[2].
Ας μιλήσουμε λοιπόν υπαινικτικά, χρησιμοποιώντας μεταφορές και αναλογίες. Μήπως η παραβολική γλώσσα μπορέσει και φθάσει καλύτερα στα αυτιά και στο μυαλό. Άλλωστε, οι αναλύσεις περισσεύουν, ό,τι έπρεπε να ειπωθεί αλλιώς, έχει ειπωθεί εδώ και μήνες, περισσότερο από έναν χρόνο τώρα. Και τα αδιέξοδα των πολιτικών επιλογών είχαν επισημανθεί με απόλυτη ακρίβεια.
Αν θέλουμε να μιλήσουμε υπαινικτικά για τα πράγματα, μπορούμε να βρούμε χιλιάδες αναλογίες. Θα αρκεστώ σε ελάχιστες, παραπέμποντας τον αναγνώστη στο έξοχο κείμενο του Moretti για τα λοιπά. Η άυλη υλικότητα του βαμπίρ και η άυλη υλικότητα του χρήματος αποτελούν το κοινό στοιχείο που επιτρέπει τις παραβολές να ξεδιπλωθούν.
Όπως στο θρίλερ πρέπει να κυριευθούμε από τον τρόμο: Τρόμο για το γεγονός ότι τίποτα δεν μπορεί να μας προσφέρει προστασία, έστω και προσωρινή[3]. Τρόμο για το γεγονός της διαπιστωμένης ή καλλιεργημένης ως αποδειγμένης ανεπάρκειας μας, της αδυναμίας αντίστασης στο κακό. Τρόμος από το ακατανόητο της φύσης του.
Όπως το βαμπίρ το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι παγκοσμιοποιημένο: Δεν δεσμεύεται από γεωγραφικές περιοχές ή εθνικά σύνορα. Έχει μια αρχική «πατρίδα», αλλά την αφήνει, κυκλοφορεί σαν κοσμοπολίτης, αποκτά άλλες εστίες και πολλαπλασιάζει τον εαυτό του χωρίς περιορισμό, χωρίς όρια, εθνικά, κοινωνικά, ανεξαρτήτως φυλής ή φύλου.
Όπως το βαμπίρ στις λαϊκές δοξασίες και στη λογοτεχνία, το χρηματιστικό κεφάλαιο πρέπει να κληθεί για να σ' επισκεφθεί. Απαιτείται η πρόσκληση-πρόκληση με τη μορφή της λαγνείας, της σωματοποιημένης αμαρτίας. Σαν το καλό θρίλερ, όλοι μας πρέπει να αισθανθούμε συν-ένοχοι, φορείς της αμαρτίας της αδικαιολόγητης καλοπέρασης, ώστε να γίνουμε τα επόμενα ατομικά και συλλογικά θύματα του σύγχρονου βαμπιρισμού. Το μέγεθος της αμαρτίας δεν έχει σημασία, ούτε καν αν αυτή τελέστηκε: αρκεί η σκέψη, η επιθυμία είναι το κάλεσμα του τέρατος.
Και όπως στο καλό θρίλερ οι κανόνες της φύσης και της λογικής καταργούνται, οι αγαπημένοι μας σχολιαστές παραβιάζουν κάθε έννοια λογικής, κάθε έννοια επιστημονικής γνώσης, κάθε έννοια κοινωνικής σχέσης. ΠΡΟΚΑΛΟΥΝ ΤΗ ΜΕΘΟΔΕΥΜΕΝΗ ΣΥΓΧΥΣΗ. Η απώλεια της λογικής, ο φόβος ότι έχουν τρελαθεί, είναι η κοινή εμπειρία όσων έρχονται σε άμεση επαφή με το βαμπίρ. Το μυαλό δεν χωράει αυτό που οι αισθήσεις πιστοποιούν: ένας λαός με ψυχικές διαταραχές, οι έρευνες ψυχικής υγείας πιστοποιούν αυτό που ήταν ήδη γνωστό από το μεσοπόλεμο, από τις έρευνες της Jahoda στους άνεργους βιομηχανικούς εργάτες της Γερμανίας. Δε χρειάζεται να ενστερνιστούμε τη συνωμοσιολογία της Klein, ως ερμηνευτικό πλαίσιο, για να αποδεχθούμε τα αποτελέσματα του shock  treatment: τον απόλυτο αποπροσανατολισμό, το νοητικό χάος.  
Το μόνο που μας λεν είναι ότι το τέρας θέλει να τραφεί. Και όπως στη λογοτεχνία και τη λαϊκή παράδοση το τέρας τρέφεται με αίμα, το αίμα των ζωντανών, το αίμα της ζωντανής εργασίας (πέστε το υπεραξία, αν θέλετε). Και κάθε φορά ο πολλαπλασιασμός των θυμάτων μειώνει τον αριθμό των δυνητικών θυμάτων. Είναι μια διαδικασία κλειστή, αδιέξοδη, αυτοκαταστροφική, για το ίδιο το βαμπίρ, όχι μόνο για τα θύματα.
Και όπως στη λογοτεχνία και στη λαϊκή παράδοση το βαμπίρ δρα τη νύχτα, δηλαδή στο σκοτάδι, στο παρασκήνιο. Η δράση του δε γίνεται ποτέ δημόσια, δεν κοινοποιείται. Μόνο τα αποτελέσματά της γίνονται γνωστά, το μετά, όχι το πριν ή το τώρα.
Και το μόνο όπλο για την καταστροφή του δεν είναι παρά το φως (το φως της γνώσης και της επιστήμης) και το παλούκι στην καρδιά. Και αν η επιστήμη, δηλαδή, η επιστημονική κοινότητα δεν κάνει το χρέος της, το παλούκωμα μένει ως μόνη εναλλακτική λύση για τη σωτηρία.


[1]               Αν και πήρε προσωρινά στοιχεία κωμικοτραγικά με εκείνα τα απολαυστικά: το περίστροφο πάνω στο τραπέζι, το όπλο οπλίστηκε κοκ., κάτι από γουέστερν σπαγγέτι παιγμένο από ατάλαντους ηθοποιούς. Σύντομα το κωμικό υποχώρησε και το τραγικό κυριάρχησε. Το απόλυτο σκηνοθετικό εύρημα, βεβαίως, παραμένει το διάγγελμα του Καστελόριζου: Δεν είναι μόνο η εικαστική αντίθεση μεταξύ της ομορφιάς του νησιού και του τραγικού περιεχομένου του. Είναι η σαφής αποστασιοποίηση του εκφωνητή του διαγγέλματος από τον τόπο του δράματος. Το δηλούμενο άμεσο: «εγώ είμαι έξω και πέρα». Ο Σωτήρας ανέκαθεν δεν μπορούσε να μην είναι παρά «έξω και πέρα», επείσακτος στο δράμα, αμέτοχος στα όσα έχουν οδηγήσει στην τραγική στιγμή, τη συμπύκνωση των αντιθέσεων και αντιφάσεων. Έξω και πέρα, δηλαδή, αθώος του αίματος τούτου.   
[2]               Η παραβολή μεταξύ βαμπίρ και χρηματιστικού κεφαλαίου δεν είναι εφεύρημά μου: Υπάρχει στο Κεφάλαιο του Μαρξ και έχει αξιοποιηθεί με ιδιαίτερα γόνιμο τρόπο από τον Franco Moretti στο NLR, 136, σ' ένα άρθρο με τίτλο "the Dialectic of Fear"
[3]               Τα μελλοντικά θύματα του Δράκουλα αισθάνονται άνετα επισκεπτόμενα το κάστρο-καταφύγειό του, όσο έχουν άγνοια. Μετά αντιλαμβάνονται με τρόμο ότι ούτε το σπίτι τους δεν προσφέρει την παραμικρή προστασία.  

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

Η ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΦΑΛΟΥΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ

Το κείμενο αυτό είχε παρουσιαστεί σε ημερίδα του Συλλόγου ΔΕΠ του Παντείου Πανεπιστημίου πριν 2 χρόνια. Το ανασύρρω με την ευκαιρία της χθεσινής απόφασης του Αρείου Πάγου.
Επειδή και γνωρίζουμε γιατί μιλάμε, και μνήμη έχουμε

http://dl.dropbox.com/u/16235601/%CE%97%20%CE%95%CE%9E%CE%91%CE%A0%CE%9B%CE%A9%CE%A3%CE%97%20%CE%A4%CE%97%CE%A3%20%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%A3%CE%A6%CE%91%CE%9B%CE%9F%CE%A5%CE%A3%20%CE%95%CE%A1%CE%93%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%91%CE%A3.pdf