Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σαν σήμερα, 8 Φεβρουαρίου, το 1828 γεννήθηκε στην πόλη Ναντ ο Ιούλιος Βερν. Φαντάζομαι ότι δεν υπάρχει συνομήλικός μου που να μη διάβασε κάποια από τα βιβλία του. Ο υπογραφόμενος είχε καμιά δεκαπενταριά από αυτά σε μια εξαιρετική έκδοση – νομίζω του Αστέρα – με χοντρό κόκκινο εξώφυλλο και τις παλιές γκραβούρες για εικονογράφηση. Χαμένα και αυτά, όπως και αρκετά άλλα, σε συνθήκες μυστηρίου.
            Ωστόσο, μια συνεργασία με το φίλο και συμμαθητή μου Γιάννη επέτρεψε και στους δυο μας να διαβάσουμε πολύ περισσότερα: Είχαμε κανονίσει μεταξύ μας να δωρίζει ο ένας στον άλλο βιβλία του Βερν στις αντίστοιχες εορτές: ονομαστικές, γενέθλια, Χριστούγεννα, κλπ., με προσυνεννόηση για την αγορά. Ταξιδεύαμε λοιπόν με τον Βερν σ’ όλο τον κόσμο: στην Αφρική, στην Ωκεανία, στη Νότια Αμερική, στις Ηνωμένες
Πολιτείες (παράξενη διαθήκη), ταξιδεύαμε πάνω από τις θάλασσες και κάτω από τις θάλασσες, στον αέρα και στο διάστημα, με σιδηρόδρομο, καράβια, υποβρύχια, αεροπλάνα και διαστημόπλοια, με άμαξες, βαρκούλες και αερόστατα. Μάθαμε γεωγραφία ψάχνοντας τους χάρτες, αρχές φυσικής και μαθηματικών, αποκλειστήκαμε σε νησιά ναυαγοί και σε φάρους στην άκρη του κόσμου, γνωρίσαμε, ή έτσι νομίσαμε, άγνωστους λαούς.
            Τώρα θα μου πείτε, και δικαίως, τι σχέση έχουν αυτά περί Βερν με τη διδασκαλία της πολιτικής οικονομίας; Όχι, δεν πρόκειται να κάνω κάποια ανάγνωση του Βερν από την οπτική αυτή. Μια ιστορία θα πω, ιστορία πραγματική, σε πρώτο πρόσωπο.
            Όταν ξεκίνησα να διδάσκω στο Πανεπιστήμιο, ένα από τα μαθήματα που έκανα ήταν η Πολιτική Οικονομία. Αντικείμενο, βεβαίως, ο Μαρξ. Εκεί, λοιπόν, γύρω στο 1990, την εποχή των μεγάλων καταρρεύσεων, οι φοιτητές άκουγαν Μαρξ και έβγαζαν σπυριά. Το μάθημα ήταν υποχρεωτικό, ήταν ανάγκη να το παρακολουθήσουν και να το διαβάσουν, αλλά ενδιαφέρον bellow zero, όπως λεν οι σύγχρονοι.
            Σκέφτηκα, λοιπόν, μια μεγάλη αλλαγή: να καταργηθεί το μάθημα από υποχρεωτικό και να γίνουν στη θέση του δύο κατ’ επιλογήν μαθήματα με τίτλο «Σχολές Οικονομικής Σκέψης». Στα μαθήματα αυτά θα γινόταν στην αρχή ορισμένες παραδόσεις φιλοσοφίας και επιστημολογίας των οικονομικών και μετά μια ιστορική περιδιάβαση στους εμποριοκράτες, την κλασική πολιτική οικονομία, για να φθάσουμε στο Μαρξ και το έργο του.
            Αμ’ έπος, αμ’ έργον, βρέθηκα στο αμφιθέατρο για την πρώτη διάλεξη. Θέμα, πώς μεταβάλλεται διαχρονικά το αντικείμενο της πολιτικής οικονομίας, καθώς προσδιορίζεται από κοινωνικές διεργασίες και τον τρόπο θεώρησης της πραγματικότητας. Είχα βρει, εν προκειμένω, και ένα γλαφυρό, κατά τη γνώμη μου, παράδειγμα, οικείο στο ακροατήριο.
            Άρχισα, λοιπόν, να μιλάω για λογοτεχνία και, πιο συγκεκριμένα, για δυο βιβλία, δυο μεγάλες αφηγήσεις. Η πρώτη ήταν «Η Διήγηση του Αρθούρου Γκόρντον Πυμ» του Εντγκαρ Άλλαν Πόε, και η δεύτερη «Η Σφίγγα των Πάγων» του Ιουλίου Βερν (ελπίζω να σας έφυγε η απορία).
            Το πρώτο γραμμένο λίγο πριν το 1840, το δεύτερο το 1897, μια απόσταση σχεδόν 60 χρόνων μεταξύ τους, αλλά ένα κοινό στοιχείο. Η Σφίγγα των Πάγων αποτελούσε τη συνέχεια του έργου του Πόε, αφού, όχι μόνο η Διήγηση ήταν η αφορμή για το βιβλίο του Βερν, αλλά και ένας ήρωας της Διήγησης έχει ενεργό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας της Σφίγγας. Αυτή η ταυτότητα επέτρεπε να αναδειχθούν οι διαφορές στην οπτική των δύο συγγραφέων, ειδικότερα στα κίνητρα που ώθησαν τους αντίστοιχους ήρωες στη δίνη της περιπέτειας.
            Το κίνητρο στον Πόε ήταν απλό: Η περιπέτεια για την περιπέτεια, το κρυστάλλωμα του ρομαντισμού. Το κίνητρο στο Βερν ήταν πιο σύνθετο. Η περιέργεια αφ’ ενός, δηλαδή η γνώση και η λύση ενός μυστηρίου, αλλά, κυρίως, η κατάκτηση. Η εκστρατεία στο Νότιο Πόλο οργανώνεται και με σκοπό να ανακαλυφθούν πλουτοπαραγωγικές πηγές που θα γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης.
            Αυτά περίπου προσπαθούσα να πω, πώς αλλάζει, δηλαδή, η θεώρηση του κόσμου που μας περιβάλλει, πώς αλλάζουν οι αντιλήψεις και πώς αυτές οι αλλαγές μεταβάλλουν και τον τρόπο που οι οικονομολόγοι αντιλαμβάνονται την οικονομία και το οικονομικό πρόβλημα και, επομένως, την επιστήμη τους.
            Καθώς έλεγα λοιπόν αυτές τις «σοφίες», αντιλαμβάνομαι ότι τα πρόσωπα στο ακροατήριο έχουν παγώσει και τα μάτια με κοιτάζουν με τρόμο και απελπισία. Αντιλαμβάνομαι ότι κάτι δεν πάει καλά.
            «Τον Πόε τον ξέρετε;» ρώτησα. Παγερή σιωπή. Ο πάγος στην αίθουσα μεταφέρθηκε στη σπονδυλική μου στήλη και άρχισε τα σουλάτσα πάνω-κάτω.
            «Τον Βερν, όμως, θα το έχετε διαβάσει» είπα προσδοκώντας τη σωτήρια επιβεβαίωση. Σφάλμα μέγα. Η παγωνιά έμεινε εκεί αιωρούμενη πάνω από τα έδρανα και τους απόμακρους φοιτητές. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα σαν ώρες. Ένα χέρι σηκώθηκε από μια φοιτήτρια που καθόταν μπροστά. Η σωτηρία, σκέφτηκα.
            «Μήπως είναι εκείνος που τον έδειχνε η τηλεόραση σε κινούμενα σχέδια;» άκουσα την τρεμάμενη, διστακτική φωνή της να λέει.
            Πώς δεν έπαθα εγκεφαλικό! Παρακαλούσα να μπορούσα να εξαφανιστώ, να γίνω μυρμηγκάκι να χωθώ σε καμιά χαραμάδα ή μύγα να φύγω από την ανοικτή πόρτα πετώντας. Άλλαξα γραμμή άρον-άρον, τελείωσα όπως – όπως το μάθημα, και γύρισα ράκος στο γραφείο.
            Πολιτισμικό χάσμα. Η γενιά της μεταπολίτευσης είχε κάκιστη σχέση με τη λογοτεχνία και το βιβλίο και το διάβασμα. Είχα μπροστά μου, το συνειδητοποιούσα οδυνηρά, τη γενιά της τηλεόρασης, της εικόνας και της ταχύτητας εναλλαγής της. Καλύτερη ή χειρότερη από εμάς τους παλαιότερους δεν ξέρω, ούτε είναι σημαντικό. Διαφορετική, όμως, σίγουρα.
            Πήρα το μάθημά μου. Δεν υπάρχουν αυτονόητα στην αίθουσα διδασκαλίας. Αν αυτό με έκανε, επίσης, καλύτερο ή χειρότερο καθηγητή, δεν ξέρω. Ξέρω όμως ότι με άλλαξε.            

Τετάρτη 26 Ιανουαρίου 2011

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ: ΕΡΩΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΟΙΝΟΥ ΝΟΥ

Δύο ερωτήματα:
Ερώτημα Πρώτον:
Έχουν δικαίωμα οι "μετανάστες χωρίς χαρτιά" να διαμαρτύρονται για τον αθέλητο από αυτούς εγκλωβισμό τους στην Ελλάδα και για την κατάσταση νομικής (και συνεπώς ΑΝΘΡΩΠΙΝΗΣ) ανυπαρξίας στην οποία τους έχουμε καταδικάσει;

Ερώτημα Δεύτερο:
Αν έχουν αυτό το δικαίωμα και τους αναγνωρίσουμε ότι έχουν δικαίωμα να το ασκήσουν με μαζική απεργία πείνας, που θα έπρεπε να πάνε; Σε εκκλησία, σε γήπεδο, στο ύπαιθρο των Προπυλαίων (και εκεί το ίδιο γίνεται), στον Αστέρα της Βουλιαγμένης ή στο MEGA;

Από το πρωί έθεσα τα ερωτήματα αυτά στο Facebook. Κανένας από τη Δημοκρατική Αριστερά δεν μπήκε στον κόπο να μου απαντήσει. Ίσως, να τα θεωρούν ανάξια απάντησης. Ίσως, γιατί συσκέπτεται πυρετωδώς το επιτελείο των εξεχόντων νομικών τους. Ίσως, γιατί προτιμούν οι διαμαρτυρίες να είναι περισσότερο "κόσμιες". Ας απεργήσουν ρε παιδί μου οι άνθρωποι κατά μόνας, σπίτι τους. Και αν πεθάνουν, θα έχουμε φυλάξει μια κατάλληλη ατάκα για να προστατεύσουμε τις αριστερές μας καταβολές.

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΣ: ΑΝΙΧΝΕΥΟΝΤΑΣ ΛΥΣΕΙΣ

Δεν νομίζω ότι χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για να καταλάβουμε ότι το πρόβλημα των μεταναστών έχει γίνει ένα σημαντικό, κρίσιμο, πρόβλημα για την ελληνική κοινωνία. Και έχει αποκτήσει αυτήν την κρισιμότητα γιατί, και με ευθύνη της αριστεράς, έχει αποτελέσει την αιχμή του δόρατος όλων εκείνων των δυνάμεων που επιχειρούν τον κοινωνικό έλεγχο μέσω των κρατικών κατασταλτικών μηχανισμών. Η επιτυχία του ΛΑΟΣ στις τελευταίες εκλογές και, κυρίως, η υιοθέτηση της ατζέντας ΛΑΟΣ από τη Νέα Δημοκρατία και μερίδα, τουλάχιστον, του ΠΑΣΟΚ, η συμπόρευση στην κατεύθυνση αυτή ορισμένων εφημερίδων του λεγόμενου «δημοκρατικού» χώρου (βλέπε Πρώτο Θέμα) και τηλεοπτικών καναλιών υπογραμμίζουν το βάσιμο των πιο πάνω αιτιάσεων.
Η οργάνωση της επισφάλειας, ή, ορθότερα, η καλλιέργεια της αίσθησης της γενικευμένης ανασφάλειας στους πολίτες, η ρευστοποίηση της καθημερινότητας, η ακύρωση του παρελθόντος και η αβεβαιότητα του μέλλοντος, αποτελεί το μέγιστο ιδεολογικό στοίχημα των κυρίαρχων κοινωνικών δυνάμεων. Μέσω αυτής εξασφαλίζεται η παθητική συναίνεση, καθώς ακυρώνεται η όποια συλλογικότητα, ακυρώνονται οι κοινωνικές αντιστάσεις, και προωθείται η εξατομίκευση και ο κοινωνικός κατακερματισμός. Δίπλα από τα τσουνάμια, τις πυρκαγιές, τους σεισμούς, τις ποικίλες γρίπες, που κυριαρχούν στα τηλεοπτικά δελτία ειδήσεων και στα ντοκυμαντέρ, πίσω από τα χρέη, τις πτωχεύσεις και τις απολύσεις, που συνθέτουν την αφανή πραγματικότητα, η μορφή του μετανάστη προβάλλει οικεία απειλητική. 
Η τρέχουσα μορφή εκδήλωσης της κρίσης, η συρρίκνωση των εισοδημάτων από την εργασία, αλλά και η συρρίκνωση της μικρής επιχείρησης, η αποδιάρθρωση των στοιχειωδών υπηρεσιών του προνοιακού κράτους, με όσες στρεβλώσεις το χαρακτηρίζουν στην ελληνική περίπτωση, προσθέτουν τον πυροδοτικό μηχανισμό σε μια ήδη συσσωρευμένη εκρηκτική ύλη. Οι συγκρούσεις μεταξύ γηγενών και μεταναστών, αλλά και οι συγκρούσεις μεταξύ ομάδων μεταναστών, δεν είναι μια μακρινή προοπτική, γίνεται κομμάτι της καθημερινότητας.    
            Η στάση της Αριστεράς στο ζήτημα αυτό ταυτόχρονα είναι ηθικά άψογη και πολιτικά ανεπαρκής. Ηθικά άψογή γιατί δείχνει τη συναισθηματική ταύτιση με τον αδύναμο και την ανάγκη μιας διαμόρφωσης της πολιτικής που λαμβάνει υπ’ όψη την εγγενή κοινωνική ανισότητα. Πολιτικά ανεπαρκής γιατί η αριστερά δεν έρχεται αντιμέτωπη με το πρόβλημα, απλώς το ξορκίζει. Και για να έρθει αντιμέτωπη με το πρόβλημα, οφείλει να κατανοήσει ότι τα συναισθήματα και τα λόγια δεν αρκούν. Οφείλει να δει κατά πρόσωπο τον φόβο των συμπολιτών από τη συμβίωση με τον ξένο, το φόβο να κυλήσει στην κοινωνική κατάσταση του γείτονα-μετανάστη, να γίνει «μετανάστης» στον τόπο του. Οι κατευθύνσεις κάποιων λύσεων είναι αναγκαίες, σήμερα και επιτακτικά.

            Τι γνωρίζουμε για τη μετανάστευση και την προσφυγιά; Εδώ στην Ελλάδα, χώρα παραγωγής μεταναστών και υποδοχής προσφύγων γνωρίζουμε πολλά. Στείλαμε από την αρχή του αιώνα εκατομμύρια νέων στην Αμερική, στην Αυστραλία και στη Δυτική Ευρώπη, κυνηγημένους από την πείνα και την ανέχεια. Στείλαμε μερικές χιλιάδες ακόμα στην Ανατολική Ευρώπη, κυνηγημένους από τον εμφύλιο και τα αποτελέσματά του. Και υποδεχθήκαμε, εμείς οι γηγενείς, ενάμισι εκατομμύριο διωγμένων από τη Μικρά Ασία και τον Πόντο, κυνηγημένους από τη φωτιά και τη βία. Δεχθήκαμε ακόμα τα τελευταία είκοσι χρόνια άλλο ενάμισι εκατομμύριο ανθρώπων επίσης κυνηγημένων από τον τόπο τους, επίσης από την πείνα, τη βία, τον πόλεμο.
Γνωρίζουμε ότι οι δικοί μας μετανάστες δούλεψαν εκεί που πήγαν, σε άθλιες συνθήκες οι περισσότεροι, πρόκοψαν και βοήθησαν στην ανάπτυξη των χωρών που τους δέχθηκαν. Σχεδόν όλοι, από αγρότες, χωρίς τεχνικές δεξιότητες, έγιναν βιομηχανικοί εργάτες και εργάτες στα ορυχεία, βοηθητικό προσωπικό αλλού, για να γίνουν εστιάτορες και έμποροι, κάποιοι λίγοι από την πρώτη γενιά και πολλοί περισσότεροι από τη δεύτερη. Η τρίτη γενιά των υπερπόντιων μεταναστών διαθέτει πια μια αμυδρή σχέση με τη γενέτειρα.
Γνωρίζουμε ότι, αν και ανοργάνωτα, τα μεγάλα κύματα μεταναστών προς την Ελλάδα από τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη ακολούθησαν παρόμοιες τροχιές με τους δικούς μας μετανάστες. Ξέχασαν αυτά που ήξεραν και έμαθαν αυτά που χρειαζόταν για την επιβίωση. Ρευστοποίησαν, δηλαδή, όπως και οι δικοί μας το παρελθόν, τις γνώσεις και δεξιότητες. Δούλεψαν σκληρά, στην οικοδομή και σε αγροτικές εργασίες, ως υπηρετικό προσωπικό και νοσοκόμες, έγιναν αντικείμενο εκμετάλλευσης και προσωπικών ευτελισμών, όπως και οι δικοί μας, και σιγά-σιγά εντάσσονται όλο και περισσότερο στην ελληνική κοινωνία. Τα παιδιά τους σπουδάζουν στα σχολεία και στα πανεπιστήμια, μερικοί γίνονται μικροεργολάβοι, άλλοι έχουν ανοίξει μαγαζιά, κάποιες γυναίκες κομμωτήρια.   
            Γνωρίζουμε ακόμα, πολλοί από μας, κοινωνική ιστορία. Ξέρουμε ότι ο μεγάλος ξεριζωμός των αγροτών στη Δυτική Ευρώπη, λόγω των περιφράξεων ή άλλων γεγονότων, δημιούργησε στις νεοπαγείς πόλεις έναν ανθρώπινο όχλο και όχι μια μάζα πειθαρχημένων εργατών. Αλήτες, επαίτες, δολοφόνοι, λωποδύτες, μέθυσοι, πόρνες, νταβατζήδες, λαθρέμποροι και χαρτοκλέφτες, αλλά και ευκαιριακά μεροκαματιάρηδες, δε χρειάστηκαν ψυχαναλυτή να τους διευκρινίσει πως το καθήκον προς εαυτόν είναι ύψιστο καθήκον. Το εμπέδωσαν πρακτικά και προσπάθησαν να επιβιώσουν με χίλιους τρόπους. Στα όρια μεταξύ νομιμότητας και παρανομίας, μεταξύ ηθικής και έλλειψής της, μεταξύ εργατικότητας και κραιπάλης, με τη ζυγαριά να γέρνει μονίμως προς το δεύτερο ζεύγος των αντιτιθέμενων καταστάσεων. Δε χρειάζεται να είμαστε ιστορικοί ή μαρξιστές για να τα ξέρουμε αυτά. Μας τα έχει πει ο Φουκώ, μας τα εξιστόρησαν ο Ντίκενς και ο Ουγκώ, που αναφερόμενος στην Φαντίνα, σ’ ένα έξοχο απόσπασμα, μιλάει για την εκπαίδευσή της στην «οικονομία της ένδειας», στο να ζεις με το τίποτα. Με το τίποτα σα σχήμα λόγου, γιατί η Φαντίνα αναγκάζεται να εκπορνευτεί προκειμένου να ζήσει την κόρη της.
            Γνωρίζουμε, λοιπόν, ότι άνθρωποι χωρίς τίποτα, χωρίς λεφτά, χωρίς δουλειά, χωρίς συγγενείς και φίλους, χωρίς στηρίγματα, οικονομικά και συναισθηματικά, θα κάνουν οτιδήποτε για να επιβιώσουν. Και θα κλέψουν, και θα γίνουν βαποράκια, και θα πουλήσουν κλεψίτυπα CD και DVD, και θα πουλήσουν απομιμήσεις «επώνυμων» προϊόντων σε ανώνυμους καταναλωτές που αποκτούν (έτσι νομίζουν, φαίνεται) την ταυτότητά τους από την επωνυμία της τσάντας και του ρούχου, και θα εκπορνευθούν. Και θα ζήσουν σε τρώγλες, στάβλους και αποθήκες, σε υπόγεια διαμερίσματα, σε υπαίθρια καταλύματα, χωρίς στοιχειώδεις συνθήκες υγιεινής, χωρίς τουαλέτα, χωρίς νερό, χωρίς θέρμανση και φως, και θα υποστούν τον εξευτελισμό, τη δίωξη και τη βία. Η οικονομία της ένδειας που συναντάται με τον κρατικό κατασταλτικό μηχανισμό: Η φρίκη της Φαντίνας δεν είναι η ζωή που έχει αναγκαστεί να κάνει, είναι ο Ιαβέρης: απέναντί του είναι απολύτως ανίσχυρη.
           
Να οι συναισθηματισμοί της αριστεράς. Συναισθηματισμοί εδραιωμένοι γερά στο ανθρωπιστικό της DNA. Φθάνουν, όμως, να αποτρέψουν το φόβο να γίνουμε εμείς οι δικοί μας, τα παιδιά και τα εγγόνια μας, θύματα της ανάγκης επιβίωσης του μελαμψού που, απρόσκλητος άλλωστε, μένει δίπλα; Φθάνουν να μας καθησυχάσουν ότι δεν είναι φορείς μικροβίων και ασθενειών, φθάνουν να κλείσουν τη μύτη μας στη μπόχα και τα μάτια μας στην ακαθαρσία και την παραβατικότητα; Προφανώς όχι.
            Αλλά δε γνωρίζουμε μόνο αυτά. Γνωρίζουμε ότι κάθε μεταναστευτική κίνηση ακολουθεί ένα πρότυπο οργάνωσης στο χώρο. Οι νεώτεροι μπορεί να μην ξέρουν που είναι τα Αναφιώτικα, τα Μανιάτικα ή τα Κρητικά, οι παλαιότεροι ίσως να τα θυμούνται, αλλά αυτή η ονοματοδότηση των συνοικιών υποδηλώνει τόπους καταγωγής των εσωτερικών μεταναστών. Γιατί οι μετανάστες εγκαθίστανται σε χώρους εγγύτητας μεταξύ τους, αναζητώντας τη δημιουργία των υποτυπωδών σχέσεων (δικτύων, επί το μεταμοντερνικότερο) συντροφικότητας και αλληλεγγύης, συνθηκών επίσης επιβίωσης στην εκ προοιμίου εχθρική, άγνωστη, αδιαφανή και αδιαπέραστη, ξένη, κοινωνία. Τα αίτια της συγκέντρωσης των μεταναστών σε ορισμένες περιοχές δεν είναι μόνο η κάλυψη των συναισθηματικών αναγκών, αλλά και αποτελέσματα υλικών αναγκαιοτήτων: Το μοίρασμα της στέγης, του κρεβατιού ακόμα – επτά νομά(τοι) σ’ ένα δωμά(τιο) έγραφε ο Άκης Πάνου για την όχι και τόσο μακρινή, γνήσια ελληνική, εποχή της μαζικής αστυφιλίας – η εναλλαγή στη φροντίδα των παιδιών μειώνουν το κόστος επιβίωσης, ενώ, ταυτόχρονα, η στενή συμβίωση αυξάνει τα περιθώρια ατομικής ασφάλειας από τις εχθρικές ενέργειες γηγενών και άλλων ομάδων μεταναστών. Ο αστικός φυλετικός διαχωρισμός, επιβεβλημένος από τους άλλους ή επιλεγμένος από τους ίδιους, παράγεται τόσο φανερά και τόσο αθόρυβα.
            Γκέτο. Ας μη φοβηθούμε τη λέξη. Η Αθήνα έχει περιοχές που έχουν γίνει ή, αν δεν έχουν γίνει ακόμα, μετατρέπονται σε γκέτο. Όπως όλες, σχεδόν, οι μεγαλουπόλεις, σε Ευρώπη και Αμερική. Και τα προβλήματα που συνοδεύουν την εμφάνιση των γκέτο είναι γνωστά. Σε αντίθεση με τις παραδοσιακές εργατογειτονιές, που κτίζονται δίπλα στα εργοστάσια ή που, αντιθέτως, έρχονται τα εργοστάσια να κτιστούν δίπλα τους, ώστε να «κερδίσουν» το απαραίτητο εργατικό δυναμικό, στα γκέτο δεν γίνονται επενδύσεις. Αφ’ ενός γιατί τα γκέτο είναι μέσα στον αστικό ιστό, δηλαδή δεν προσφέρονται για βιομηχανία ή σοβαρή βιοτεχνία. Αφ’ ετέρου γιατί το εμπόριο και οι υπηρεσίες της γειτονιάς συρρικνώνονται, καθώς η παραδοσιακή πελατεία εγκαταλείπει την περιοχή και οι νέοι κάτοικοι ασκούνται στην οικονομία της ένδειας και όχι σ’ εκείνη της κατανάλωσης.
            Ωστόσο, μια νέας μορφής οικονομική δραστηριότητα εγκαθίσταται. Αυτή που περιγράψαμε πιο πάνω. Και είναι δραστηριότητες που δεν ακολουθούν τους μετανάστες «μέσα στις βαλίτσες τους». Τους βρίσκουν, καθώς στην απόλυτη ένδεια και απελπισία, η διάκριση μεταξύ ηθικού και ανήθικου, ορθού και λάθους, νόμιμου και παράνομου, γίνεται μια διάκριση πολυτέλειας.
            Γνωρίζουμε, ακόμα, τι συμβαίνει σε περιοχές που τα γκέτο είναι προσωρινά: Η ακίνητη περιουσία απαξιώνεται, οι εταιρείες real estate αγοράζουν κοψοχρονιά, η δημοτική αρχή εγκαινιάζει πολιτική εκκαθάρισης, οι «κακοί» εκδιώκονται, οι αναπλάσεις οργανώνονται και οι οι εταιρείες real estate θησαυρίζουν. Ε, και οι φουκαράδες που πούλησαν μισοτιμής έχουν κάτι να διηγούνται στα παιδιά και στα εγγόνια τους. Με πίκρα και με εσωτερικό οικτιρμό αντιλαμβάνονται πώς δέθηκε η ζωή τους με την ιστορία της πόλης και ψηφίζουν μαζικά ακροδεξιά.
            Η αριστερά δεν μπορεί να μείνει στη συμπάθεια. Πρέπει να παλέψει και πρέπει τα επιχειρήματα να γίνουν πειστικά – πιο πειστικά από εκείνα του Νόμου και της Τάξης και του έκδηλου ή λανθάνοντος ρατσισμού.
            ‘Έξι άξονες μπορούν να αποδειχθούν σωτήριοι:
1.      Νομιμοποίηση μεταναστών με συνοπτικές διαδικασίες και με πλήρη κοινωνικά και ατομικά δικαιώματα.
2.      Υγειονομική περίθαλψη με περίοδο αναμονής κατά την άφιξη, ώστε να προστατευθεί η υγεία τους και η δημόσια υγεία
3.      Προγράμματα επαγγελματικής αποκατάστασης με άμεση δημιουργία θέσεων εργασίας
4.      Οικιστική διασπορά με τρόπο που θα σέβεται τα δικαιώματά τους. Να αποτραπεί η δημιουργία γκέτο, μόνιμων ή προσωρινών.
5.       Κτύπημα των προμηθευτών ναρκωτικών και της διακίνησης γυναικών
6.      Ενίσχυση των πολιτισμικών στοιχείων και δραστηριοτήτων των μεταναστών, με στόχο κάποιες απ’ αυτές να βρουν διέξοδο στην αγορά (χειροτεχνήματα, παραδοσιακά υφαντικά και ρούχα, παραδοσιακή μαγειρική, καλλιτεχνικές δραστηριότητες, όπως μουσική, χορός, κατασκευή μουσικών οργάνων κλπ.)
7.      Και βεβαίως, άμεση κατάργηση του φρικτού καθεστώτος του χωρικού εγκλωβισμού που οργάνωσε το Δουβλίνο ΙΙ.

Τα έγραφα αυτά πριν από την «κρίση». Νομίζω ότι εξακολουθούν να είναι εξαιρετικά επίκαιρα.


Παρασκευή 21 Ιανουαρίου 2011

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΠΑΛΙΩΝ ΣΥΜΜΑΘΗΤΩΝ

Ο Διονύσης με πήρε στο τηλέφωνο για να βρεθούμε με άλλους παλιούς συμμαθητές. Έχουν περάσει σχεδόν 41 χρόνια – από το 1970 – όταν τελειώναμε το Ζ Γυμνάσιο Αρρένων στο Παγκράτι. Σαράντα ένα χρόνια. Τόσο πολύς χρόνος και πέρασε σαν μια αστραπή. Μια μεγάλη περίοδος που άλλαξε τους έφηβους του τότε σε σχεδόν 60άρηδες – δε θα πω γέροντες, θα πω νέους στο κατώφλι των γηρατειών.
            Ήταν η δεύτερη συνάντηση του είδους. Η πρώτη, πριν δέκα χρόνια, ήταν λαμπρότερη. Στον Αστέρα της Βουλιαγμένης, τα δύο τμήματα του κλασσικού και το ένα του πρακτικού – γύρω στα 120 άτομα αριθμούσαμε τότε – μαζεύτηκαν και επιβεβαίωσαν τη μνήμη. Εγώ δεν είχα μπορέσει να πάω. Μια ξαφνική αδιαθεσία με καθήλωσε στο σπίτι. Τώρα όμως πήγα. Δεν θα το έχανα με τίποτε.
            Το περιβάλλον οικείο, η ταβέρνα του Τσομπανάκου πίσω από το γήπεδο της Νήαρ Ηστ. Εκεί που πηγαίναμε στα 13-14 χρόνια μας τα πρωινά της Κυριακής να δούμε αγώνες της Α’ κατηγορίας Αθηνών: Παγκράτι, Δόξα Βύρωνα, ένα φεγγάρι Εθνικό Αστέρα, Ηλυσιακός, οι οπαδικές μας προτιμήσεις μοιρασμένες, στο «τριεθνές» των συνόρων Καισαριανής, Βύρωνα και Παγκρατίου. Χαζεύαμε τον αγώνα, χαζεύαμε τους ποδοσφαιριστές, ταυτιζόμασταν μαζί τους στα καλά, παίρναμε τις αποστάσεις στις γκέλες, φαντασιωνόμαστε τον εαυτό μας να φοράει τη στολή και να κάνει μαγικές τρίπλες, φαρμακερά σουτ και σωτήριες επεμβάσεις. Την άλλη μέρα δίναμε τη δική μας παράσταση στο υπόστεγο του σχολείου, να μην μας δει ο γυμνασιάρχης, κλωτσώντας πλαστικά μπουκάλια πορτοκαλάδας και, σπανίως, κανένα μικροσκοπικό τόπι.
            Πήγα στην ταβέρνα λίγο μετά τις 9, την ώρα του περίπου ραντεβού. Μια ομάδα άγνωστων καθόταν σε τραπέζια βαλμένα σε Π. Τους κοίταζα και με κοίταζαν με απορία. Είναι, δεν είναι; Στο μυαλό μου καρφώθηκαν οι στίχοι:

«Και προχωρούσα
μέσα στη νύχτα
χωρίς να γνωρίζω κανένα
κι ούτε κανένας με γνώριζε»

Πλησίασα διστακτικά να ρωτήσω, ενώ ένιωθα μια ντροπή για την έλλειψη ικανότητας αναγνώρισης. Ναι, αυτοί ήταν, εκείνοι που περάσαμε μαζί 6 χρόνια καθισμένοι στα σκαμμένα ξύλινα θρανία, που μοιραστήκαμε τις ίδιες αγωνίες, την ίδια τυρόπιτα - στη μέση ή και στα τρία - στο διάλειμμα, τις εντυπώσεις από την χθεσινή ταινία, την χοντρή πλάκα και το ελαφρύ δούλεμα. Αυτοί που καπνίσαμε το πρώτο τσιγάρο – απόδειξη του ανδρισμού μας- που ψιλομεθύσαμε για πρώτη φορά στην Πλάκα, που πήγαμε στο Σαββόπουλο και στο Χατζή παρέα, και στα μουσικά πρωινά στο Παγκράτιο με τους Πελόμα Μποκιού να παίζουν Rolling Stones.
            Αυτοί οι ίδιοι. Ο Αντώνης, ο Βαγγέλης, ο Διονύσης, ο Στάθης, ο Θεόφιλος, ο Δημήτρης, ο Γιώργος, ο Γρηγόρης, ο Σπύρος, ο Μιχάλης, ο άλλος ο Σπύρος, ο Θόδωρος, ο Μπούρας που ποτέ δεν τον φωνάξαμε με το μικρό του όνομα, μερικοί ακόμα. Αυτοί οι ίδιοι, αλλά άλλοι. Τα αδύνατα κορμιά έχουν στρογγυλέψει, κοιλιές και στομάχια περίσσευαν, τα σφικτά κρέατα έχουν πλαδαρέψει, τα μαλλιά άλλων άσπρα, άλλων γκρίζα, σε μερικούς χαμένα για πάντα, στα πρόσωπα τα σημάδια των χρόνων που πέρασαν. Αγκαλιές, φιλιά, κτυπήματα στην πλάτη, σύντομες κουβέντες με καθένα χωριστά, οι μεζέδες είχαν έρθει και το κρασί κοκκίνιζε τα ποτήρια.
            Καθώς κατέβαινε το κρασί ανέβαιναν, οι αναμνήσεις του τότε. Οι καθηγητές, η αγαπημένη όλων φιλόλογος μας κα Γεωργιάδου, ο μαθηματικός που πέθανε, ο νευρικός φυσικός που τον κρατήσαμε μόλις ένα δίμηνο, ο άλλος ο φυσικός ο μάγκας που μας πήγε στο πλανητάριο και όταν ο εκεί υπεύθυνος μας κατακεραύνωσε να κάνουμε ησυχία «γιατί εδώ δεν είναι τάξη σχολείου» πήρε το λόγο στο τέλος και είπε την υπέροχη φράση, τυπωμένη στο μυαλό όλων μας «εμείς χειριζόμαστε ψυχές παιδιών, δεν είμαστε χειριστές κομβίων» εξασφαλίζοντας την ευγνωμοσύνη μας και την μόνιμη αναγνώριση, ο καθηγητής τεχνικών με τα κομμένα δάκτυλα από ριπή γερμανού, ο κουφός μουσικός, οι νεαρές καθηγήτριες που αναζωπύρωναν τους μόνιμα πυρωμένους πόθους παρέλασαν ξανά και ξανά, οι ιστορίες έμπλεκαν η μία με την άλλη, ένας χορός σα γαϊτανάκι, σαν ταραντέλα, εικόνων, ήχων, συναισθημάτων.
            Και οι απόντες. Πού είναι αυτός, γιατί δεν ήρθε ο άλλος, ποιος βλέπει τον τρίτο. Οι πληροφορίες να διασταυρώνονται, τα κενά να συμπληρώνονται αποσπασματικά, ατελώς, οι πιθανότητες να κυριαρχούν (θα πρέπει να είναι)  και τα σενάρια να εκτυλίσσονται. Γι’ άλλους η πληροφορία ήταν σαφέστερη: αυτός τεχνικός στον ΟΤΕ, δεν πήρε σύνταξη και τώρα τρέχει συνέχεια γιατί αποχώρησαν όλοι οι τεχνικοί του οργανισμού μαζικά, ο άλλος δικαστής, ο μόνιμος απουσιολόγος (η «μάνα» όπως τον λέγαμε τρυφερά) στο αστεροσκοπείο, ο Κωνσταντίνος που ήρθε τελευταία χρονιά και ήταν μακράν ο καλύτερος στα φιλολογικά, που, αν και απόμακρος, είχε το σεβασμό όλων μας, που μας διάβαζε τις εκθέσεις του και μέναμε άφωνοι. Ο Κωνσταντίνος μπήκε πρώτος στη Φιλοσοφική με απόλυτο άριστα και οι φήμες λένε ότι είναι καθηγητής σε κάποιο πανεπιστήμιο, δεν μπόρεσα να τον εντοπίσω παρ’ όλο το ψάξιμο στο internet. Ο άλλος, χείριστος στα μαθηματικά στο σχολείο, έγινε καθηγητής μαθηματικών και έκανε και διδακτορικό. Πολλοί χαμένοι σα να τους κατάπιε η γη.
            Και οι άλλοι απόντες. Οι μόνιμα πια απόντες. Ποιος πέθανε, πώς πέθανε. Έξι τον αριθμό καταγράψαμε των γνωστών θανάτων. Μια αυτοκτονία, θάνατος από καρδιά, καρκίνος, αυτοκίνητο.
            Καθώς τους παρατηρούσα, έβλεπα τα σουσούμια του ενός και του άλλου να μένουν σταθερά: ο τρόπος της ομιλίας, οι κινήσεις των χεριών, οι στάσεις των σωμάτων. Ο Διονύσης, που στο πρόσωπό του κατάφερε να συνδυάσει την αψάδα του Ζακυνθινού πατέρα με τη γλυκύτητα της μητέρας του, έλεγε και ξαναέλεγε κάτι που το είχα ξεχάσει και όλοι το θεώρησαν μεγάλο αστείο.
            «Πώς σε λένε παιδί μου;» με ρώτησε ένας καθηγητής. «ΔΕ-ΔΟΥ-ΣΟ-ΠΟΥ-ΛΟ» είχα απαντήσει συλλαβιστά με βαριά, μπάσα φωνή. Έτσι κατάλαβα επιτέλους ότι η μπασαδούρα που έχω στις φωνητικές χορδές δεν οφείλεται στο κάπνισμα και στη χρόνια φαρυγγίτιδα που μου προκαλεί αφωνία, κάθε που αλλάζει ο καιρός ….    
           
            Καταλαβαίνω τις προφανείς ενστάσεις του δυνητικού αναγνώστη: «Και μένα τι με κόφτει, ρε φίλε, για να διαβάζω τις συγκινήσεις σου, επειδή είδες δέκα φιλάρες που είχες κοντά μισό αιώνα να δεις;». Ή, ακόμα πιο σκληρά: «Αν σε νοιάζανε, ας τους έβλεπες συχνότερα, ας τους έψαχνες ολ’ αυτά τα χρόνια, μπας και τους αναγνώριζες κιόλας». Σωστά και τα δύο. Σαν τον Σκρουτζ, ξεκλείδωσα του κουτί του φαντάσματος των χρόνων που πέρασαν. Προνόμιο των ανθρώπων που είναι στην ηλικία μου, για τους οποίους ο χρόνος έχει παρελθόν, παρόν και μέλλον, έστω και αμφίβολο. Αν σας φαίνεται γλυκανάλατο, ανούσιο και σαχλό, θα υποστηρίξω ότι, παρά την όποια ηλικία σας, είστε εξαιρετικά νέοι. Και αυτό δεν αποτελεί ψόγο.                     

Τρίτη 4 Ιανουαρίου 2011

Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ

Πώς θα φανώ στο βλέμμα σου
Όταν στο φωτεινό δωμάτιο
Δίπλα στο στολισμένο νυφικό κρεβάτι
Την αρματωσιά μου στα πόδια σου καταθέσω
Το σκληρό δόρυ πρώτο με το οποίο μάχες έδωσα πολλές
Άλλες από γενναιότητα και άλλες από απελπισία
Και την αστραφτερή ασπίδα ύστερα
Που η λαμπράδα της δε με προφύλαξε από τα κτυπήματα
Το θώρακα το σιδερένιο που διάτρητος είναι
Το σπαθί μου στο θηκάρι του απόμαχο από την αγωνία των αγώνων
Τον πορφυρό χιτώνα και το λευκό ιμάτιο
Στα πόδια σου ακουμπώ.

Δυο βήματα πίσω

Να πλανηθεί το βλέμμα σου στο γυμνό κορμί μου
-πλαδάρεψε πια κι αυτό και είναι γερασμένο –
Να ψάξει τις παλιές πληγές τις κακοφορμισμένες
Τις βαθιές ουλές και τα πυώδη έλκη.
Μπορώ να σου μιλήσω για κάθε μια από αυτές.
Πώς τις απόκτησα, ποιος μου τις χάραξε, σε ποια στιγμή της μάχης
Πώς ένοιωσα καθώς το σίδερο στη σάρκα μου περνούσε.
Πώς σώθηκα, αν σώθηκα …

Όλα αυτά στα δίνω
Με αγωνία αναζητώντας την απέχθεια στα μάτια σου
Που γλυκά στιγμές πριν ερωτικά με κοιτούσαν.

Μόνο το σκούφο του επαίτη μη ζητάς να βγάλω,
Όπλο μου είναι φοβερό: τους θεούς και τους ανθρώπους
Παραπλάνησα με δαύτο – αν και τις απάτες μου πικρά έχω πληρώσει.
Χρόνια τώρα τον φορώ, που δέρμα μου έχει γίνει.

Άγνωστη εσύ γνωστή
Νέα γνωριμία που ‘ρχεσαι από τα βάθη των καιρών
Οικεία και ξένη
Μάνα του παιδιού μου που ποτέ δεν είδα
Να μπορούσε το βλέμμα σου
Την ακεραιότητα του σώματός μου να εγγυηθεί
Τις χαίνουσες πληγές να γιάνει
Τον καταραμένο σκούφο για πάντα να πετάξω.

Να το καράβι! Δες το από το παράθυρο…
Ελιγμούς κάνει στο λιμάνι για τον απόπλου.

Αν την απέχθειά σου νίκησε η αγάπη
Πάρε το χέρι μου και πάμε.
Άγνωστες αμμουδιές, άγνωστα λιμάνια, άγνωστες πολιτείες μας γνέφουν κοντά τους
Και ποθώ πολύ μαζί σου μια Νέα Ιθάκη να γνωρίσω.   

Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010

ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΙ ΚΑΙ ΦΤΩΧΕΙΑ - Εισήγηση στην εκδήλωση του ΕΚ Αθηνών 29/12/10

Η έρευνα των συναδέλφων Χρήστου Παπαθεοδώρου και Γιάννη Δαφέρμου επιβεβαιώνει, για άλλη μία φορά, τα εμπειρικά ευρήματα μιας πληθώρας πρόσφατων ερευνών που δείχνουν ότι η φτώχεια και η οικονομική αποστέρηση δεν αποτελούν «προνόμιο» των αποκλεισμένων από την αγορά εργασίας: των άνεργων, των αδύναμων να ενταχθούν εξ αιτίας σωματικών, πνευματικών ή εργασιακών μειονεκτημάτων, ή των ομάδων που λόγω ηλικίας ευρίσκονται σε μια οριακή θέση έναντι της δομής απασχόλησης, δηλαδή, των συνταξιούχων ή των νέων χωρίς εργασιακή εμπειρία, ή ακόμη ομάδων του πληθυσμού που αντιμετωπίζονται με δυσπιστία ως προς τις εργασιακές τους ικανότητες (γυναίκες) ή με ανοικτή προκατάληψη (μετανάστες). Η φτώχεια διευρύνεται μεταξύ των κοινωνικών ομάδων που είναι ενταγμένες στην αγορά εργασίας και στη δομή της απασχόλησης και η διεύρυνσή της στα στρώματα των «νέων πτωχών» συνδέεται με την αύξηση της ανισότητας στην ατομική – οικογενειακή και λειτουργική διανομή του εισοδήματος που παρατηρείται στο τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα και συνεχίζεται στον τρέχοντα.
            Όποιος παρακολουθεί τη διαδρομή της έννοιας της φτώχειας από τον 19ο αιώνα ως τις ημέρες μας αντιλαμβάνεται ότι η έννοια της μεταβάλλεται διαχρονικά. Οι μεταβολές στην έννοια της φτώχειας και τις αλλαγές στο περιεχόμενό της σχετίζονται με μετατοπίσεις που εμφανίζονται σε αναφορά στο οικονομικό και κοινωνικό περιβάλλον και στις κυρίαρχες εκάστοτε ιδεολογικές και πολιτικές (και κοινωνικο-φιλοσοφικές) σχηματοποιήσεις. Ο Merrien το διατυπώνει με πλήρη επάρκεια: «Το ζήτημα της φτώχειας δεν τίθεται ποτέ με αυστηρά τεχνικούς όρους. Συνδέεται πάντοτε με ερμηνείες, με συστήματα αξιών και αναφορών, άρα με συγκρούσεις» (1996, 33). Το πραγματολογικό υλικό, τα στατιστικά στοιχεία, μόνα τους δεν ερμηνεύουν, δεν αφηγούνται την ιστορία της φτώχειας και την ιστορία των φτωχών. Χρειάζονται να δανεισθούν την αφηγηματική πληρότητα της θεωρίας, να ενταχθούν σ’ ένα, λίγο ή πολύ, συνεκτικό πλαίσιο, ώστε να μας επιτρέψουν να σηκώσουμε το πέπλο του προφανούς και να δούμε πίσω από στατιστικές, ανεκδοτολογικές καταγραφές, ατομικές ιστορίες, τους κοινωνικούς μηχανισμούς.
            Εκτός, όμως, από τις αλλαγές στο νόημα της φτώχειας ένα δεύτερο στοιχείο είναι οι μεγάλες επιστροφές, μια την ύπαρξη κυκλικότητας στον τρόπο που γίνεται κατανοητή η φτώχεια, στις κοινωνικές κατηγορίες που εντάσσονται στην κατηγορία των φτωχών. Ο τρόπος που κατανοούμε σήμερα την φτώχεια και τους φτωχούς δεν διαφέρει σημαντικά από τις αντιλήψεις του 19ου αιώνα.
            Η φτώχεια του 19ου αιώνα περιλάμβανε τόσο τους εξαθλιωμένους (paupers), όσο και τους μισθωτούς (working poor). Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και με την εμπέδωση του Κράτους Πρόνοιας το ζήτημα της φτώχειας αντικαταστάθηκε από το ζήτημα της ανισότητας της διανομής του εισοδήματος, στις αναπτυγμένες χώρες, και έμεινε ως κοινωνικό πρόβλημα που αφορούσε ουσιαστικά τις λιγότερο αναπτυγμένες, αγροτικές, οικονομίες. Η μαζική ανεργία του τέλους του 20ου αιώνα συνδέθηκε με την εμφάνιση του νεολογισμού του «κοινωνικού αποκλεισμού» ως έννοιας που φιλοδόξησε να αντικαταστήσει την έννοια της φτώχειας, αλλά, ταυτοχρόνως, να προκαταλάβει την ερμηνεία της. Αν και γενικότερη ως έννοια από εκείνη της φτώχειας, ενίσχυσε πρακτικά τη διχοτομική κατηγοριοποίηση ταυτίζοντας τον άνεργο με τον κοινωνικά αποκλεισμένο και τον εργαζόμενο με τον κοινωνικά ενταγμένο. Η πρόσφατη εξέλιξη, η εμφάνιση της νέας φτώχειας και των «νέων φτωχών» μας επαναφέρει στην έννοια των working poor, των φτωχών, που η εργασία τους δεν τους εξασφαλίζει το κοινωνικά αποδεκτό επίπεδο διαβίωσης.
            Η επιστροφή της φτώχειας του τέλους του 20ου – αρχών 21ου αιώνα στις έννοιες που κυριαρχούσαν έναν αιώνα και περισσότερο πριν είναι ενδεικτική μιας διαμορφωμένης κοινωνικής κατάστασης, η οποία, όμως, φαίνεται να διαφεύγει από τα τρέχοντα αναλυτικά εργαλεία και συστήματα θεωρήσεων. Η εμφάνιση της νέας φτώχειας και των νέων φτωχών σε περιόδους οικονομικής ευμάρειας και μεγάλης κλίμακας συσσώρευσης πλούτου επαναφέρει έννοιες και αναλύσεις που έμοιαζαν μέχρι πρότινος παλαιωμένες και ανυπόληπτες. Αναφέρομαι στην ανάλυση του Μαρξ για τη διαλεκτική πενίας – πλούτου, στην έννοια των εργαζόμενων πτωχών του 19ου αιώνα, μια έννοια που ταύτιζε τον φτωχό με τον μισθωτό εργαζόμενο σε μια κοινωνία έντονης εκβιομηχάνισης, αλλά γενικευμένης πενίας.       Επαναφέρει, επίσης, στο προσκήνιο την ανάλυση του Myrdal για το φαύλο κύκλο αναπαραγωγής της φτώχειας, ιδιαίτερα επίκαιρη σ’ ένα κοινωνικό περιβάλλον, όπου οι πλούσιοι γίνονται πλουσιότεροι και οι φτωχοί φτωχότεροι. Ακόμη, ίσως, και το δημογραφικό πρότυπο της φτώχειας του Rowntree, που επισημαίνει την ένταση της φτώχειας στην αρχική περίοδο ένταξης των ατόμων στην αγορά εργασίας (νέοι σε ηλικία) και στους απόμαχους.  
            Οι έννοιες και οι αναλύσεις, ακόμη και οι εμπειρικές έρευνες, παλαιότερων εποχών μπορεί να γίνουν πολύτιμα εργαλεία για την κατανόηση των σύγχρονων φαινομένων, αλλά και για την υπόδειξη των αναγκαίων ριζικών μετασχηματισμών στο επίπεδο της ασκούμενης πολιτικής. Καθώς η ακαδημαϊκή κοινότητα μοιάζει μαγεμένη από τις «μαγγανείες» της νεοκλασικής θεώρησης, καθώς η επιστημονική σκέψη μοιάζει ρευστοποιημένη, κατακερματισμένη και ανίκανη να δει κριτικά την περιρρέουσα πραγματικότητα, εργαλειοποιημένη και νομιμοποιούσα τις κυρίαρχες πολιτικές, η αποκατάσταση της ιστορικής της μνήμης, των μεγάλων σχολών σκέψης, των μεγάλων αφηγήσεων και των κοινωνικών προοπτικών, αποτελεί αναγκαιότητα, η σημασία της οποίας δεν μπορεί να υποτιμηθεί.
            Τι γνώση μας φέρνει το παρελθόν, γνώση χρήσιμη για την κατανόηση της σημερινής πραγματικότητας και, ταυτοχρόνως, πρακτική, με την έννοια ότι δείχνει τα όρια και τις ανεπάρκειες των εφαρμοζόμενων πολιτικών;

Οι έρευνες πεδίου για τη φτώχεια είναι η μεγάλη καινοτομία του τελευταίου τέταρτου του 19ου αιώνα. Στο Λονδίνο ο Booth, στο βιομηχανικό βορρά της Αγγλίας ο Rowntree έρχονται να ανανεώσουν το ενδιαφέρον για τη φτώχεια και τους παράγοντες που την επηρεάζουν, όπως αυτό είχε αρχικά εμφανισθεί στη Γαλλία με τον Villerme και τον Fregier, ήδη από το 1840.
            Αν οι Villerme και Fregier επισημαίνουν την εγγενή ανασφάλεια που συνεπιφέρει η άνοδος του βιομηχανικού καπιταλισμού για τη ζωή των γάλλων εργαζομένων, ο Booth παρακινείται από την συνύπαρξη του πλούτου και της πενίας, από την εμμονή μιας μεγάλης μάζας φτωχών, που ξεπερνούσε το 25% του πληθυσμού του Λονδίνου, σε μια περίοδο οικονομικής ευμάρειας, όπως εκείνη του τέλους του 19ου αιώνα. Η προσέγγισή του διαφωτίζει τους διαχωρισμούς στην τάξη των μισθωτών, αν και το κριτήριο των διαιρέσεων που χρησιμοποιεί αντανακλά τα ήθη και την ηθική της βικτοριανής εποχής: Τα κριτήριά του είναι ηθικά, αλλά αυτά τα ηθικά κριτήρια κατανέμουν τους μισθωτούς σε θέσεις εργασίας που χαρακτηρίζονται από διαφορετικούς βαθμούς επισφάλειας.
Την πρώτη δεκαετία του 20ου αιώνα ο Beveridge και λίγο αργότερα ο Marshall αποδίδουν την ανεργία και τη φτώχεια στην αστάθεια της απασχόλησης, που, όμως, δεν οφείλεται στα ηθικά χαρακτηριστικά των μισθωτών, αλλά στην «αρχαϊκή» δομή της τότε βρετανικής οικονομίας. Θεσμοί όπως τα δημόσια γραφεία εργασίας και τα επιδόματα ανεργίας εισάγονται, με την προτροπή του Beveridge, από τον Winston Churchill, σε αντικατάσταση των διαβόητων Νόμων για τους Φτωχούς, με στόχο να διευκολύνουν το πέρασμα από την αστάθεια της απασχόλησης στη μονιμότητα και σταθερότητα της εργασιακής σχέσης.
            Αυτό που ήταν η κατάρα, που έπρεπε να αντιμετωπισθεί με τη δημιουργία νέων θεσμών, θεσμών κοινωνικής πολιτικής, στις αρχές του 20ου αιώνα έγινε η πανάκεια επίλυσης των προβλημάτων του τέλους του 20ου και των αρχών του 21ου αιώνα. Η επισφάλεια της εργασίας, η μερική απασχόληση, η εργασία ορισμένου χρόνου, οι συμβάσεις έργου, η εκ περιτροπής εργασία θεωρούνται ως σύγχρονες μορφές εργασίας, ικανές, κατά περίπτωση, να διασφαλίσουν τα επίπεδα απασχόλησης, την αυξημένη παραγωγικότητα, την κερδοφορία, τη διεθνή ανταγωνιστικότητα, ακόμη και τη συμφιλίωση προσωπικής και οικογενειακής ζωής με την εργασία.
Η εργασία έχει παύσει να αντιμετωπίζεται ως παραγωγός αξιών και πλούτου, όπως ήταν στο κλασικό σύστημα πολιτικής οικονομίας, ως πηγή κατανάλωσης και σταθεροποίησης της συνολικής οικονομίας, όπως ήταν στο σύστημα του Keynes, και αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως στοιχείο του κόστους, και μάλιστα ως το στοιχείο του κόστους που μόνο θα αναλάβει να απορροφήσει τις διαταραχές το οικονομικού περιβάλλοντος: από τις τεχνολογικές καινοτομίες, την πληροφορική και τη ρομποτική, ως τα ελλείμματα του κρατικού προϋπολογισμού και του εξωτερικού εμπορίου, από την ύφεση και την ανοικτή ανεργία ως την εμπέδωση των νέων καταναλωτικών προτύπων.
            Η αντιμετώπιση της εργασίας αποκλειστικά ως στοιχείου του κόστους έχει συγκεκριμένες συνέπειες.
Πρώτον, οδηγεί στην διαχείριση της εργασίας σαν να ήταν ένας απανθρωπισμένος συντελεστής παραγωγής. Πρέπει να είναι διαθέσιμος, όταν χρειάζεται, και να αποσύρεται, όταν δεν χρειάζεται. Τα ευέλικτα ωράρια, η ευελιξία του ετήσιου χρόνου εργασίας, η κατάργηση της υπερωριακής αποζημίωσης είναι τα αιτούμενα, και, κυρίως, η ελευθερία των απολύσεων. Αυτό είναι το πρόγραμμα της «αριθμητικής» ευελιξίας και της ευελιξίας του χρόνου, η δυνατότητα των επιχειρήσεων να προσαρμόζουν τον αριθμό των εργαζομένων και τον χρόνο εργασίας στις επιδιώξεις του μέγιστου κέρδους.
Δεύτερον, το άμεσο κόστος της εργασίας (μισθός), όπως και το μη μισθολογικό κόστος οφείλει να μειωθεί. Ο ασφαλέστερος τρόπος μείωσης δεν είναι παρά η εξατομίκευση των συμβάσεων εργασίας, ιδιαίτερα σε συνθήκες ανεργίας.  
Τρίτον, ταυτοχρόνως, η εργασία πρέπει να διατηρεί την ικανότητά της να συμβάλει στην παραγωγή, όταν χρειάζεται βεβαίως. Η διατήρηση της ικανότητας προς εργασία και η προσαρμογή αυτής της ικανότητας σ’ ένα μεταβαλλόμενο τεχνολογικά και οργανωτικά περιβάλλον, συνεπάγεται ένα υψηλό κόστος. Κόστος όχι μόνον συντήρησης της υλικής οντότητας των εργαζομένων, αλλά και προσαρμογής των ειδικών εργασιακών τους ικανοτήτων. Το κόστος αυτής της προσαρμογής ανακατανέμεται εις βάρος των μισθωτών. Οι εργαζόμενοι καλούνται να μεταβληθούν σε επενδυτές, να επενδύσουν σε ανθρώπινο κεφάλαιο, σε εκπαίδευση, κατάρτιση και εργασιακή εμπειρία, σε τεχνικές και, πολύτιμές, κοινωνικές δεξιότητες, αναλαμβάνοντας, ταυτοχρόνως, τον κίνδυνο η επένδυση να αποβεί άγονη, το προϊόν να μη βρει αγοραστή. Στο πλαίσιο αυτό μιας μυθικής «λειτουργικής ευελιξίας» οι επαγγελματικές κατηγορίες και οι ειδικεύσεις διαλύονται και αντικαθίστανται από την έννοια της «δεξιότητας».
Τρίτον, το θεσμικό πλαίσιο της αγοράς εργασίας μεταλλάσσεται, καθώς ενισχύεται το διευθυντικό δικαίωμα, ενώ περιστέλλονται κοινωνικά και, συχνά, ατομικά δικαιώματα.
Το σύνολο αυτών των μεταβολών έχουν καλυφθεί πίσω από τον όρο «ευελιξία» της αγοράς εργασίας. Η λέξη «ευελιξία» είναι απλώς ένας κλασικός ευφημισμός, υποκρύπτοντας την πραγματική έννοια της απορρύθμισης του θεσμικού πλαισίου και της μετατροπής της εργασίας σε επισφαλή εργασία.
Επισφαλής εργασία. Ο κύκλος έκλεισε. Η επιστροφή των εργασιακών σχέσεων στον 19ο αιώνα, πριν οι Beveridge και Marshall διαγνώσουν στην επισφάλεια τα αίτια της φτώχειας και της εκτεταμένης ανεργίας των αρχών του 20ου αιώνα. Η φτώχεια των σύγχρονων μισθωτών έχει πολλά κοινά στοιχεία με τη φτώχεια των προ-προπαπούδων μας. Δυστυχώς για τους σύγχρονους, καθώς γιατί εκείνοι ήταν σ’ έναν αγώνα για να κερδίσουν, ενώ σήμερα αγωνιζόμαστε να μην χάσουμε αυτά που χθες ήταν απολύτως αυτονόητα.