Πώς θα φανώ στο βλέμμα σου
Όταν στο φωτεινό δωμάτιο
Δίπλα στο στολισμένο νυφικό κρεβάτι
Την αρματωσιά μου στα πόδια σου καταθέσω
Το σκληρό δόρυ πρώτο με το οποίο μάχες έδωσα πολλές
Άλλες από γενναιότητα και άλλες από απελπισία
Και την αστραφτερή ασπίδα ύστερα
Που η λαμπράδα της δε με προφύλαξε από τα κτυπήματα
Το θώρακα το σιδερένιο που διάτρητος είναι
Το σπαθί μου στο θηκάρι του απόμαχο από την αγωνία των αγώνων
Τον πορφυρό χιτώνα και το λευκό ιμάτιο
Στα πόδια σου ακουμπώ.
Δυο βήματα πίσω
Να πλανηθεί το βλέμμα σου στο γυμνό κορμί μου
-πλαδάρεψε πια κι αυτό και είναι γερασμένο –
Να ψάξει τις παλιές πληγές τις κακοφορμισμένες
Τις βαθιές ουλές και τα πυώδη έλκη.
Μπορώ να σου μιλήσω για κάθε μια από αυτές.
Πώς τις απόκτησα, ποιος μου τις χάραξε, σε ποια στιγμή της μάχης
Πώς ένοιωσα καθώς το σίδερο στη σάρκα μου περνούσε.
Πώς σώθηκα, αν σώθηκα …
Όλα αυτά στα δίνω
Με αγωνία αναζητώντας την απέχθεια στα μάτια σου
Που γλυκά στιγμές πριν ερωτικά με κοιτούσαν.
Μόνο το σκούφο του επαίτη μη ζητάς να βγάλω,
Όπλο μου είναι φοβερό: τους θεούς και τους ανθρώπους
Παραπλάνησα με δαύτο – αν και τις απάτες μου πικρά έχω πληρώσει.
Χρόνια τώρα τον φορώ, που δέρμα μου έχει γίνει.
Άγνωστη εσύ γνωστή
Νέα γνωριμία που ‘ρχεσαι από τα βάθη των καιρών
Οικεία και ξένη
Μάνα του παιδιού μου που ποτέ δεν είδα
Να μπορούσε το βλέμμα σου
Την ακεραιότητα του σώματός μου να εγγυηθεί
Τις χαίνουσες πληγές να γιάνει
Τον καταραμένο σκούφο για πάντα να πετάξω.
Να το καράβι! Δες το από το παράθυρο…
Ελιγμούς κάνει στο λιμάνι για τον απόπλου.
Αν την απέχθειά σου νίκησε η αγάπη
Πάρε το χέρι μου και πάμε.
Άγνωστες αμμουδιές, άγνωστα λιμάνια, άγνωστες πολιτείες μας γνέφουν κοντά τους
Και ποθώ πολύ μαζί σου μια Νέα Ιθάκη να γνωρίσω.