Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΜΙΑ ΚΑΡΤΑ

Ο σταθμός που αγαπώ, που με συντροφεύει στις ώρες της δουλειάς και της μοναξιάς, που με διασκεδάζει και, ενίοτε, με κάνει να αγανακτώ, είναι ο 105,5 στο κόκκινο. Τίποτε περίεργο.
            Ο αγαπημένος μου σταθμός, λοιπόν, προσπαθεί να διορθώσει τα οικονομικά του προωθώντας μιαν εκπτωτική κάρτα, έχοντας συμβληθεί με επιχειρήσεις, κυρίως θέατρα, κινηματογράφους, βιβλιοπωλεία και δισκοπωλεία. Ενδιαφέρουσα προσπάθεια και εύχομαι να είναι επιτυχής.
            Μόνο που αυτή η καμπάνια μου θύμισε μια παλιά εποχή, όταν ήμουν νέος, 19 χρονών, το 1971, φοιτητής που το καλοκαίρι έψαχνε να βρει τρόπο να βγάλει το χαρτζιλίκι του.
            Είχα δει μιαν αγγελία σε μια εφημερίδα που μου κίνησε το ενδιαφέρον και απευθύνθηκα στην εταιρεία για τα σχετικά. Η δουλειά ήταν να προωθήσουμε στην ελληνική αγορά μιαν κάρτα, η οποία εξασφάλιζε εκπτώσεις σε έναν αριθμό καταστημάτων της Αθήνας και του Πειραιά, κάτι σαν την κάρτα του Κόκκινου, έναντι μιας ετήσιας συνδρομής.
            Πέντε – έξι σαν και μένα, αγόρια και κορίτσια, φοιτητές και φοιτήτριες, βρεθήκαμε στο σύντομο σεμινάριο και, μετά, στο «πεδίο μάχης». Κερατσίνι. Φτωχογειτονιά, εκείνη την εποχή, πολλοί ναυτικοί, μονοκατοικίες και λίγες πολυκατοικίες.  
            Χωρίσαμε δρόμους και αρχίσαμε να κτυπάμε κουδούνια, καλοκαιρινά απογεύματα. Λέγαμε το στόρυ, άλλοι μας έκλειναν την πόρτα, άλλοι μας έκλειναν το μάτι, άλλοι τσιμπούσαν και αποκτούσαν την πολυπόθητη κάρτα, τα χαρτιά συμπληρώνονταν, οι υπογραφές έπεφταν, μαζί και η προκαταβολή.
            Προς το τέλος της εβδομάδας, μάλλον Παρασκευή θα ήταν, κτύπησα την πόρτα μιας μονοκατοικίας, φτωχικής απ’ έξω, με τη σιδερένια πόρτα και το ημιαδιαφανές γυαλί. Μου άνοιξε ένας μικρόσωμος γέροντας, γύρω στα 70 – 75.
            «Έλα, παιδί μου» φώναξε, σχεδόν, με ακατανόητο ενθουσιασμό. «Αχ! Όπως σε είδα πίσω από το τζάμι της πόρτας νόμισα πως ήσουν ο γιος μου που έχει μπαρκάρει μήνες τώρα. Έλα, έλα να σου κάνω καφέ».
            Μπήκα παραζαλισμένος. Κάθισα στο ταπεινό δωμάτιο, σαλόνι, υπνοδωμάτιο και κουζίνα μαζί, έφτιαξε καφεδάκια στο μπρίκι, μου μίλαγε για ταξίδια που έκανε στα νιάτα του με φορτηγά και το γιό του που μπήκε στο πόδι του.
            Δε με ρώτησε τι ήθελα. Δεν τόλμησα να του πω. Μια ώρα μετά, τον χαιρέτησα και έφυγα, ενώ με ξεπροβοδούσε με ευχές και παινέματα.
            Την άλλη μέρα παραιτήθηκα.

Δευτέρα 25 Οκτωβρίου 2010

ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑ Α.Ε. ΚΑΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ Ε.Π.Ε.

Από την "Ελευθεροτυπία"
Σε «Πανεπιστήμια Α.Ε.» μετατρέπονται τα ΑΕΙ
Ηλεκτρονική Έκδοση enet.gr, 17:56 Σάββατο 23 Οκτωβρίου 2010

Να δω τη Διαμαντοπούλου ως chear leader της κυβέρνησης να φωνάζει
ΠΑΥΛΕ ΘΕΕ, ΠΑΡΕ ΤΑ Π.Α.Ε.
και τί άλλο!!!

Κυριακή 24 Οκτωβρίου 2010

ΕΚΛΟΓΙΚΕΣ ΣΥΣΠΕΙΡΩΣΕΙΣ !!!

Μια που τα παιδιά της ΚΝΕ μου έκαναν την τιμή να με επισκεφθούν και να μου δώσουν το προεκλογικό φυλλάδιο της Λαϊκής Συσπείρωσης με υποψήφιο περιφερειάρχη τον σ. Θανάση Παφίλη, μπήκα στον πειρασμό – παρακινούμενος και από το δεύτερο ήμισυ του τίτλου του συνδυασμού (Συσπείρωση) να σχολιάσω επιγραμματικώς το προεκλογικό πεδίο:
           
            Λοιπόν, το ΚΚΕ σ’ αυτές τις εκλογές συσπειρώνει την Κεντρική του Επιτροπή, με ολίγα ανοίγματα προς τα κατώτερα κομματικά όργανα. Καθόλου κακό.
           
            Η Νέα Δημοκρατία προσπαθεί να συσπειρώσει τους Καραμανλικούς και να αποσυσπειρώνει τους Μητσοτακικούς.

            Το ΠΑΣΟΚ συσπειρώνει τον Κουβέλη και αποσυσπειρώνει τον εαυτό του, ενώ αποδιαρθρώνει, μετά την κοινωνία, και τη λογική.

            Ο ΣΥΡΙΖΑ – τμήμα Α συσπειρώνει εν μέρει τους διαφωνούντες του ΠΑΣΟΚ, ενώ αποσυσπειρώνει τον Συνασπισμό.

            Ο ΣΥΡΙΖΑ – τμήμα Β συσπειρώνει παλαιούς τριτοδιεθνιστές και τεταρτοδιεθνιστές και αποσυσπειρώνει τον ΣΥΡΙΖΑ (Α+Β).

            Ο Καρατζαφέρης συσπειρώνεται γενικώς. Ο καλός μύλος όλα τα αλέθει.

            Ο Δημαράς αποσυσπειρώνει συσπειρώνοντας το αποσυσπειρωμένο  ΠΑΣΟΚ.

            Μπορώ, εν προκειμένω, να προβλέψω και τα αποτελέσματα:
           
Πρώτον, όλοι οι συνδυασμοί θα νικήσουν.

Δεύτερον, το ΠΑΣΟΚ θα εξασφαλίσει μερικές δεκάδες χιλιάδες λουκέτα μικρομεσαίων και μερικές εκατοντάδες χιλιάδες νέων ανέργων. Ειδικά η κα Διαμαντοπούλου θα λύσει με κοινωνική συμμετοχή και δημοκρατικές ψηφοφορίες κάθε επιστημονικό και φιλοσοφικό ερώτημα που ταλανίζει αιώνες τώρα την επιστημονική κοινότητα. Επιστημονικά ορθό θα είναι ό,τι πρεσβεύει η κυβέρνηση.

Τρίτον, το ΚΚΕ θα πετύχει τη συσπείρωση της ΚΕ. Ενδεχομένως να αποκαταστήσει και τον Μπέρια.

Τέταρτον, ο Συνασπισμός θα εξασφαλίσει μια νέα αμηχανία και τη σύμφυτη εσωκομματική γκρίνια (ανεξαρτήτως αποτελέσματος). Η αμηχανία ενδέχεται να διασκεδαστεί με δραστηριότητες κοινωνικής συναναστροφής, με πρώτη τις μουσικές καρέκλες – και τα μουσικά σκαμνάκια σε ορισμένες περιπτώσεις.

Πέμπτον, ο ΣΥΡΙΖΑ Β θα συναντήσει τις μάζες. Προβλέπεται πενταπλασιασμός του ποσοστού από το 0,5%.

Έκτον, ο Σαμαράς θα εξασφαλίσει μερικές αποχωρήσεις Μητσοτακικών. Τους υπόλοιπους θα τους διαγράψει.

Έβδομον, ο Δημαράς θα εξασφαλίσει περίοπτη θέση στις βουλευτικές λίστες του ΠΑΣΟΚ.

Τέλος, οι αριστεροί θα βράζουν στο ζουμί τους, μαζί με τον υπόλοιπο κόσμο. Αλλά, ποιος τους χ… αυτούς. 

Α, ναι. Οι διάσημες τηλεπερσόνες θα υποστηρίζουν στα δελτία τους με περισσή ένταση αυτά τους έλεγαν οι αιθεροβάμονες, ουτοπιστές, περιθωριακοί και παλαιομοδίτες αριστεροί οικονομολόγοι, αυτά ακριβώς που αντιμετώπιζαν με σηκωμένο φρύδι και ειρωνικά μειδιάματα πριν λίγο μόλις καιρό. Η δε ΓΣΕΕ θα συνεχίσει την αντίσταση κατά του μνημονίου. Ο νέος στόχος, μετά το Πόρτο Καράς, θα είναι – και για συμβολικούς λόγους – η Ελούντα. Ή, όπως έλεγε και μια ψυχή: First we take Manhattan, then we take Berlin. Μόνο που το boredom διαρκεί πολύ περισσότερο από την προβλεφθείσα εικοσαετία[1].      


[1]               They sentenced me to twenty years of boredom, for trying to change the system from within. Αυτά είναι στίχοι του Leonard Cohen, τέλος της δεκαετίας του 1980, που μου είχε φανεί εξαιρετικά ταιριαστό για τις εξελίξεις της τότε ανανεωτικής αριστεράς. Φοβάμαι ότι εξακολουθούν να έχουν επικαιρότητα.

Πέμπτη 14 Οκτωβρίου 2010

ΙΟΥΛΙΟΣ ΚΑΙ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ

Θυμάμαι μικρό παιδί τον Ιούλιο του 1965. Η αποστασία και η ανατροπή της κυβέρνησης Γεωργίου Παπανδρέου του πρεσβύτερου έδωσαν την αφορμή για την πρώτη επαφή μου με την πολιτική ζωή του τόπου, περισσότερο συστηματικά από τις σκόρπιες εντυπώσεις που συνέλλεγα μέχρι τότε. Πριν πάω ακόμα σχολείο θυμάμαι τον πατέρα μου να αγωνιά πάνω από το ραδιόφωνο ακούγοντας τα αποτελέσματα κάποιων εκλογών – μάλλον του 56 θα ήταν. Θυμάμαι την κρίση της Κούβας και την ανησυχία των μεγάλων για τον πιθανό πυρηνικό όλεθρο. Θυμάμαι τα νέα της δολοφονίας του Λαμπράκη.
            Ο πατέρας μου φανατικός κεντρώος πλήρωνε ακόμα τη συμμετοχή του στην αντίσταση και την αποκήρυξη του κόμματος. Δεν μπορούσα παρά να ταυτιστώ μαζί του και να παίρνω μέρος με έξαψη, στα 13 μου, σε πολιτικές συζητήσεις και διαμάχες των μεγάλων, τα καλοκαιρινά εκείνα βράδια. Διάβαζα με πάθος την εφημερίδα της ημέρας (Τα Νέα), αρχίζοντας από το πολεμικό χρονογράφημα του Ψαθά και τις γελοιογραφίες.
            Μια γελοιογραφία που είχε χαραχθεί στο μυαλό: Ήταν του Φωκίωνα Δημητριάδη και έδειχνε τον Γεώργιο Παπανδρέου τον πρεσβύτερο σαν τον Μπετόβεν να παίζει με πάθος πιάνο προς το αντικείμενο του έρωτά του, μια όμορφη γυναίκα που τον κοίταζε χαμογελώντας, γέρνοντας λίγο το κορμί της ενθαρρυντικά προς το μέρος του οιστρηλατημένου πιανίστα. Στο μακρύ φόρεμα – μανδύα που φορούσε έγραφε ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ και η λεζάντα διευκρίνιζε: «Στην αιώνια αγαπημένη», μια σαφή αναφορά στον κρυφό έρωτα του μουσουργού.
            Μετά από χρόνια και διαβάζοντας την ελληνική ιστορία του μεσοπολέμου, της κατοχής και της απελευθέρωσης, αναθεώρησα τις πρώιμες εκείνες απόψεις μου. Το αντικείμενο του πόθου του Γεωργίου Παπανδρέου (του πρεσβυτέρου, βεβαίως, βεβαίως) δεν ήταν η Δημοκρατία, αλλά απλώς η Εξουσία. Έμαθα και το κατάλαβα καλά ότι για την κατάκτηση αυτής της ωραίας κόρης (;) ο Γεώργιος Παπανδρέου ο πρεσβύτερος μπορούσε να είναι και βασιλικός και βενιζελικός, μπορούσε να συνεργάζεται με τον Παπάγο και να δηλώνει την πίστη του στη λαοκρατία, μπορούσε να είναι φιλολαϊκός και βαθειά αντι-αριστερός, να συμπυκνώνει όλες τις αντιφάσεις χωρίς πρόβλημα και χωρίς πρόσχημα, αρκεί να προσέγγιζε τον πολυπόθητο στόχο. Μέσα από αυτές τις οργανωμένες αντιφάσεις ο εκτελεστής του εμφύλιου έγινε ο champion της δημοκρατίας.
            Σχεδόν μισό αιώνα μετά, θα αναρωτηθεί ο υπομονετικός αναγνώστης, τι νόημα έχουν αυτά; Τίποτα, πέραν από τους συνειρμούς που γεννάει η τρέχουσα πολιτική επικαιρότητα. Θυμήθηκα τη γελοιογραφία, καθώς άκουγα στην τηλεόραση τις οργισμένες αντιδράσεις της ηγεσίας και βουλευτών του ΠΑΣΟΚ για τις δηλώσεις δύο επιφανών συνταγματολόγων – στελεχών και οι δύο του ΠΑΣΟΚ, εκτός αν δεν είναι πια. Εκτός από το θλιβερό της δήλωσης ότι «οι απόψεις των δύο συνταγματολόγων απηχούν προσωπικές θέσεις», λες και ρωτούσαν οι δημοφιλείς πολιτικοί αναλυτές της τηλεόρασης τη διάσημη σκυλού τραγουδίστρια Μία Καιμόνη πώς θα λυθεί το ασφαλιστικό, το πρόβλημα των μεταναστών και ποιες είναι οι συνέπειες του πειράματος για την αρχή του σύμπαντος στον τουρισμό της Μυκόνου, και όχι επιστήμονες που μιλούσαν για το αντικείμενο της επιστήμης τους και μάλιστα για το Σύνταγμα, για την τελική διατύπωση του οποίου έχουν συνεισφέρει αμφότεροι τα μέγιστα, οι δηλώσεις των ΠΑΣΟΚ λοιπόν ερχόντουσαν να επιβεβαιώσουν αυτά που έγραφα λίγους μήνες πριν για τον εθισμό στη διαφθορά, για το σκοπό που αγιάζει τα μέσα, για τον ευτελισμό θεσμών και διαδικασιών.
            Είδα ξαφνικά στο μυαλό μου τον Γεώργιο Παπανδρέου τον junior να παίρνει τη μορφή παιδικής σβούρας και να στροβιλίζεται με ένα παγωμένο χαμόγελο και απλανές βλέμμα, να στροβιλίζεται τρελά και να καλύπτει τεράστιες αποστάσεις στην πολιτική αρένα: Από την καρατζαφέρια ακροδεξιά με τους «λαθρομετανάστες» και τη συνταγή του «νόμου και της τάξης» ως τους οικολογούντες με την πράσινη επιχειρηματική ανάπτυξη. Από τους υπερεθνικιστές μέχρι τους συναινετικούς. Από τους παραδοσιακούς μέχρι τους εκσυγχρονιστές. Και από τους τραπεζίτες και βιομήχανους ως τους καταναλωτές, γιατί, ως γνωστόν, οι μισθωτοί εργαζόμενοι υπάρχουν μόνον για να ψηφίζουν στη ΓΣΕΕ. Ένα χαμόγελο, έστω και αμήχανα παγωμένο, για καθένα. Και καθώς στριφογύριζε ο δρόμος προς την Εξουσία άνοιγε και όλα τα εμπόδια συντρίβονταν: Συντάγματα και Νόμοι, ηθικές αρχές και διαδικασίες, δημόσια πανεπιστήμια και νέοι, εργασιακές σχέσεις και κοινωνικά δικαιώματα, μετανάστες και διανοούμενοι, λέξεις και νοήματα, βορά στις «δημοκρατικές» εφημερίδες και στα δημοκρατικότερα κανάλια.
            Α ναι. Η σβούρα έβγαζε ήχο. Όχι εκείνο το γνωστό σύριγμα, καθώς έσκιζε τον αέρα, αλλά μιλούσε με φωνή και έλεγε: «Πού πήγαν τα λεφτά, πού πήγαν τα λεφτά;». Περίεργο είναι, αλλά δε σκέφτηκε ποτέ να ρωτήσει τους διπλανούς του;     
  

Η ΚΡΙΣΗ ΜΑΣ ΚΑΙ Η ΚΡΙΣΗ ΤΟΥΣ

Πριν ένα μήνα περίπου, στις 10 Απριλίου, έγινε στο Πάντειο Πανεπιστήμιο η πρώτη από μια σειρά ημερίδων που οργανώνει η Επιστημονική Εταιρεία Κοινωνικής Πολιτικής με γενικό θέμα «Οικονομική Κρίση και Κοινωνική Πολιτική». Τα ζητήματα που αναδείχθηκαν στην ημερίδα αναφερόντουσαν στις επιπτώσεις της οικονομικής κρίσης στην αγορά εργασίας, στην ανεργία, στην αύξηση των επισφαλών εργασιακών σχέσεων και στην φτώχεια. Με συντονιστή τον Νίκο Πετραλιά, μίλησαν ο Πάνος Τσακλόγλου, ο Χρήστος Παπαθεοδώρου και ο Γιάννης Κουζής, σ΄ ένα ακροατήριο, ικανοποιητικό σε αριθμό, παρά τις δυσχέρειες της Εταιρείας να «διαφημίσει» επαρκώς την εκδήλωση, αλλά και ζωντανό και απαιτητικό.
            Σε μια σύντομη παρέμβασή μου είπα κάτι ελλειπτικά και έλαβα μια, κατά τη γνώμη μου, ενδιαφέρουσα απάντηση από τον Τσακλόγλου. Ας γίνω πιο συγκεκριμένος.
            Υποστήριξα ότι τα ΜΜΕ, οι πολιτικοί, οι διεθνείς οργανισμοί, αλλά και ο ακαδημαϊκός χώρος, αναφέρονται στην κρίση, όταν η κερδοφορία του κεφαλαίου μειώνεται. Μιλάμε κατά καιρούς για κρίσεις του χρηματιστηρίου, μιλάμε σήμερα για την κρίση του παγκόσμιου χρηματοδοτικού συστήματος και εννοούμε τις χρηματικές απώλειες που αντιμετωπίζουν οι «παίκτες – κατά Σημίτη – επενδυτές» ή τις ζημιές τραπεζών και ασφαλειών. Όμως, εδώ και περισσότερο από τριάντα χρόνια, ένας κρίσιμος, ίσως ο κρισιμότερος, κοινωνικός χώρος βρίσκεται σε κατάσταση κρίσης: η αγορά εργασίας. Και η κρίση της αγοράς εργασίας δεν αναδεικνύεται παρά περιστασιακά μόνο και σε σχέση με την κρίση κερδοφορίας.
            Η απάντηση του Τσακλόγλου υπήρξε περισσότερο σύντομη, αλλά ιδιαιτέρως ενδιαφέρουσα. Κυρίως γιατί είναι αποκαλυπτική του τρόπου με τον οποίο κατανοούνται τα κοινωνικά προβλήματα από τον κυρίαρχο οικονομικό νεοκλασικισμό, στην νεοφιλελεύθερη και στην τρέχουσα σοσιαλδημοκρατική (;) εκδοχή του. Ο Τσακλόγλου είπε ότι η κρίση είναι ένα προσωρινό φαινόμενο και είναι παράλογο να θεωρούμε ότι κάτι είναι σε κρίση για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα.
            Η απάντηση του Τσακλόγλου εδράζεται πλήρως στην εμπιστοσύνη των οικονομολόγων για την ικανότητα των αγορών να διορθώνουν αυτόματα και να επανέρχονται σε ισορροπία. Οι κρίσεις οφείλονται σε εξωτερικά γεγονότα, κακές πολιτικές επιλογές, καταστροφές, κλπ., που διαταράσσουν την εύρυθμη λειτουργία των αγορών και προκαλούν σοκ. Οι αγορές έχουν την ικανότητα να ενσωματώσουν το σοκ, επαναβρίσκοντας την προηγούμενη ομαλή λειτουργία. Ο ρόλος του κράτους, επομένως, έγκειται στο να επιταχύνει αυτήν την εξομάλυνση, αποκαθιστώντας την εμπιστοσύνη των οικονομικά «δρώντων υποκειμένων» στην αποτελεσματικότητα των αγορών και παραμερίζοντας τα θεσμικά εμπόδια στην απρόσκοπτή τους λειτουργία. Επομένως, η κρίση δεν είναι παρά μια παροδική κατάσταση, ένα προσωρινό φαινόμενο, κάτι που «δεν μπορεί να διαρκεί πολύ χρόνο».
            Ας διατυπώσω, λοιπόν, τις ενστάσεις μου. Πρώτον, αυτή η αντίληψη της κρίσης ταυτίζει την κρίση με τα φαινόμενά της. ‘Όπως ο πυρετός δεν είναι η αρρώστια, έτσι και η πτώση της κερδοφορίας, η ανεργία, η διεύρυνση των ανισοτήτων, κλπ., δεν είναι η κρίση, αλλά οι εκδηλώσεις της κρίσης. Η κρίση οφείλεται σε οικονομικούς και κοινωνικούς μηχανισμούς που τη δημιουργούν και οι οποίοι δεν είναι «εξωτερικοί» προς το οικονομικό σύστημα. Η κρίση δεν οφείλεται σε τυχαία γεγονότα, κακές πολιτικές, άπληστους χρηματιστές ή εσφαλμένες εκτιμήσεις. Η πρόσφατη κρίση του παγκόσμιου χρηματοπιστωτικού συστήματος έχει τις απαρχές της στην εγκατάλειψη από τις ΗΠΑ των δεσμευτικών ρυθμίσεων του Μπρέτον Γούντς το 1971 και η ισχύς και αποδοχή του δολαρίου έκτοτε βασίστηκε στην πολιτική και. ιδιαίτερα, τη στρατιωτική κυριαρχία των ΗΠΑ, παρά στην αμφίβολη οικονομική τους ευρωστία. Το σύστημα των κυμαινομένων ισοτιμιών κατέστησε τα εθνικά νομίσματα αντικείμενο της διεθνούς κερδοσκοπίας, υποσκάπτοντας μία από τις βασικότερες λειτουργίες του κράτους, δηλαδή τον έλεγχο επί του εθνικού νομίσματος.
            Επομένως, η έλλειψη των συμπτωμάτων δεν σημαίνει, κατ’ ανάγκην, την έλλειψη του μηχανισμού κρίσης. Αλλά στην περίπτωση της αγοράς εργασίας τα συμπτώματα τα τελευταία 30 χρόνια πλεονάζουν: υψηλότατα επίπεδα ανεργίας, πολλαπλάσια από εκείνα της δεκαετίας του 1960 – εκτός αν θεωρήσουμε, όπως ορισμένοι ακραίοι νεοφιλελεύθεροι υποστηρίζουν ότι τότε η αγορά εργασίας ήταν σε κρίση -, καθήλωση των μισθών, διεύρυνση των εισοδηματικών ανισοτήτων, εξάπλωση της φτώχειας, κοινωνική περιθωριοποίηση σημαντικών μερίδων του πληθυσμού, ενίσχυση του διευθυντικού δικαιώματος σε βαθμό που θυμίζει 19ο αιώνα, επιμήκυνση ωραρίων, περιορισμό κοινωνικών δικαιωμάτων. Περαιτέρω, εξάπλωση της επισφαλούς εργασίας, η οποία βρίσκει αντίθετους τους εργαζόμενους, παρά τις κατά καιρούς ωραιοποιήσεις πίσω από εύηχους όρους, όπως «ευελιξία», εναρμόνιση εργασίας και οικογενειακής ζωής κλπ., και παρά τις εξαγγελθείσες νομοτέλειες των νέων τεχνολογιών, της παγκοσμιοποίησης και των ποικίλων και με ταχύτητα αστραπής διαδεχόμενης η μία την άλλη «νέων» κοινωνιών, ων ο αριθμός ουκ έστι.
            Αν λοιπόν τα συμπτώματα είναι εκεί και εμείς δεν τα βλέπουμε ή έχουμε κάποιο βαθμό ιδεολογικής μυωπίας που εμποδίζει τη δράση της επιστημονοσύνης μας, ή, τα βλέπουμε και τα θεωρούμε αποτελέσματα της κανονικής λειτουργίας του συστήματος, αναπόφευκτα και ασήμαντα γεγονότα, δυσάρεστα, ίσως, αλλά εν τέλει αποδεκτά, υποπροϊόντα της μεγαλειώδους αναπτυξιακής διαδικασίας. Η τύχη ευνοεί τους τολμηρούς, ιδιαίτερα τους αριβίστες – και δηλώνω προς αποφυγήν κάθε παρανόησης ότι δεν εννοώ τον Τσακλόγλου -, ενώ η δαρβινική οικονομική σκέψη μόνο τους δυνατούς.
            Στην κυρίαρχη αντίληψη η αγορά εργασίας που εμφανίζει αυτά τα συμπτώματα δεν είναι σε κρίση. Άλλωστε η εργασία είναι ένας απλός συντελεστής παραγωγής που αν θα χρησιμοποιηθεί και πόσο θα χρησιμοποιηθεί, σε ποιες συνθήκες, ρυθμούς και χρόνους, σε ποια τιμή, δεν αφορά το φορέα της, το μισθωτό, αλλά την επιχείρηση και την κερδοφορία της. Άλλωστε, η αγορά εργασίας «οφείλει» να απορροφήσει το σοκ της κρίσης, επιβεβαιώνοντας, μέσω της ανεργίας, των χαμηλών μισθών και της εργασιακής ανασφάλειας, την αποκατάσταση της κερδοφορίας.
            Εξακολουθώ να διδάσκω στους φοιτητές μου ότι η υποκειμενοποίηση της εργασίας στη νεοκλασική σκέψη αρνείται την ανθρώπινη υπόσταση του εργαζόμενου, τον καθιστά ένα υποκείμενο χωρίς παρελθόν και μέλλον, χωρίς όρια αντοχής, χωρίς ανάγκες. Είναι λυπηρό και επιστημονικά απαράδεκτο να πιστεύουμε ότι οι απλουστεύσεις ενός μηχανιστικού υποδείγματος αποτυπώνουν και την πραγματικότητα.
            Μέσα από αυτήν την αντίληψη η κρίση ταυτίζεται με τα συμπτώματα και το μόνο σύμπτωμα που μετράει είναι η κατάσταση της κερδοφορίας. Σύμπτωμα της κρίσης του κεφαλαίου, που θεωρείται σύμπτωμα της γενικής κρίσης, καθώς το κέρδος έχει γίνει αποδεκτό ως ο μόνος μηχανισμός αξίωσης της εργασίας, αξίωσης κάθε πτυχής της κοινωνικής ζωής και του φυσικού περιβάλλοντος. Η κρίση του κεφαλαίου γίνεται κρίση της μισθωτής εργασίας, αλλά η κρίση της μισθωτής εργασίας δεν αφορά παρά μόνο όσους την υφίστανται. Αυστηρά και μόνο τους μισθωτούς και τις οικογένειές τους.

ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ:

Ενώ το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης και του πολιτικού κόσμου είναι στραμμένο αποκλειστικά στο πρόβλημα και στη διαχείριση του δημόσιου χρέους, μια άλλη πτυχή της δυσμενούς κατάστασης, στην οποία έχει βρεθεί η ελληνική οικονομία, υπογραμμίζεται από ορισμένους διεθνείς αναλυτές.
            Το δημόσιο χρέος της Ελλάδας, υποστηρίζουν, είναι απλώς η κορυφή του παγόβουνου. Το κύριο πρόβλημα είναι η ταχεία αύξηση του ελλείμματος του ισοζυγίου πληρωμών, δηλαδή της διαφοράς μεταξύ εξαγωγών και εισαγωγών. Εισάγουμε διαρκώς περισσότερα από όσα εξάγουμε, κυρίως καταναλωτικά αγαθά, ενώ οι εισπράξεις από τον τουρισμό αδυνατούν να καλύψουν τις διαφορές. Οι αναλυτές σημειώνουν την κατάσταση ως ενδεικτική της χειροτέρευσης της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας κατά τα τελευταία 15 χρόνια και υπογραμμίζουν ότι η αναστροφή της τάσης επιβάλλει μια σημαντική «εσωτερική υποτίμηση» της ελληνικής οικονομίας. Υποστηρίζουν ακόμα ότι η προσπάθεια διαχείρισης του δημόσιου χρέους θα αποβεί αλυσιτελής, αν δεν δοθεί λύση στο πρόβλημα της ανταγωνιστικότητας. Απλώς θα το μεταθέσει για ένα διάστημα 2-3 χρόνων.
            Έτσι, ένας ακόμη νέος όρος έχει μπει στη ζωή μας – χωρίς ακόμη να το έχουμε καταλάβει. Εσωτερική υποτίμηση. Τι σημαίνει, άραγε, αυτό που εκείνοι ζητάμε να κάνουμε; Και είναι μόνο οι «αναλυτές» που υποδεικνύουν ή απαιτούν, ή η εσωτερική υποτίμηση είναι εγγεγραμμένη ως αναγκαστική επιλογή στις συνθήκες της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
            Τον παλαιό εκείνο καιρό, όπου εθνικό νόμισμα της Ελλάδας ήταν δραχμή, κάθε φορά που η εθνική μας οικονομία πήγαινε κατά διαβόλου – μια κατάσταση καθόλου σπανία – η εθνική μας εκάστοτε κυβέρνηση αποφάσιζε την υποτίμηση της δραχμής με έναν και μοναδικό στόχο: Να κάνει τα εγχώρια προϊόντα φτηνότερα σε όρους ξένων νομισμάτων έναντι των στην αλλοδαπή παραγομένων, έτσι ώστε να αυξήσει τις εξαγωγές και να μειώσει τις εισαγωγές ενισχύοντας την εγχώρια παραγωγή.
            Βεβαίως, το λαμπρό αυτό οικονομικό μαντζούνι είχε ορισμένα ορατά μειονεκτήματα: Πρώτον, αύξανε αυτομάτως το δημόσιο χρέος προς την αλλοδαπή κατά το ποσοστό της υποτίμησης. Δεύτερον, αύξανε την τιμή ορισμένων κρίσιμων και ανελαστικών προϊόντων εισαγωγής, όπως το πετρέλαιο, των οποίων η τιμή τη μετρούσαν διεθνώς σε δολάρια. Τρίτον, η υποτίμηση ενίσχυε τον εγχώριο πληθωρισμό. Τέταρτον, το κόστος αυτών των δυσμενών παρενεργειών το πλήρωναν αυτοί που συνήθως – όχι συνήθως, κατά κανόνα, έναν περίεργο κανόνα που δεν έχει ανάγκη εξαιρέσεις προς επιβεβαίωση – πληρώνουν σ’ αυτή τη θαυμάσια χώρα της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
            Σε κάθε περίπτωση, οι συχνές μεταπολιτευτικές υποτιμήσεις της δραχμής ελάχιστα μακροχρόνια θετικά αποτελέσματα είχαν: αντιθέτως, η υποτίμηση ενίσχυε τις πληθωριστικές πιέσεις, καθώς δημιουργούσε την αφορμή για εντυπωσιακές κερδοσκοπικές «προσαρμογές» των τιμών. Έτσι, η υποτίμηση του εθνικού νομίσματος υποσκαπτόταν από τις κοινωνικές εκείνες ομάδες τις οποίες σκόπευε να ευνοήσει, δηλαδή τους επιχειρηματίες. Μωραίνει ο Κύριος, αλλά τη δική τους μωρία – η οποία εκδηλώνεται πανηγυρικά με την αλησμόνητη «επενδυτική αποχή» κατά της «σοσιαλμανίας» του Καραμανλή του πρεσβύτερου στη δεκαετία του 1970 και παρά την επικείμενη ένταξη της Ελλάδας και των επιχειρήσεών τους στο οικονομικά ανταγωνιστικό περιβάλλον της ΕΟΚ – πληρώνουμε εδώ και δεκαετίες. 
            Στο πλαίσιο αυτό, ήταν κατανοητή η τοποθέτηση όσων πίστεψαν ότι η υιοθέτηση του ευρώ και του αυστηρού πλαισίου οικονομικής διαχείρισης που επέβαλε θα οδηγούσε σε ένα σημαντικό νοικοκύρεμα των δημόσιων οικονομικών και σε μιαν αναγκαστική συμμόρφωση των ελληνικών επιχειρήσεων. Κατανοητή μεν, αδικαιολόγητη δε. Διότι με περισσή αθωότητα μετέγραψαν κοινωνικούς ιδεοτύπους σε πραγματικές κοινωνικές ομάδες, θεωρητικές κατασκευές σε επιθυμητές κοινωνικές καταστάσεις. Το εγχείρημα του «εκσυγχρονισμού» διαλύθηκε κάτω από το βάρος του πραγματικού κοινωνικού κόστους που επέβαλε στους πολλούς, χωρίς να αφήσει πίσω του μιαν αξιόλογη παραγωγική επένδυση. Δημιούργησε, όμως, στρατιές οργανωμένες ιδιωτικών συμφερόντων (η περίπτωση των ΚΕΚ είναι ένα παράδειγμα) που ανάλωσαν τους κοινοτικούς πόρους των διάφορων «πακέτων», δημιούργησε υποδομές προς δόξαν των εθνικών εργολάβων, δημιούργησε ολυμπιακά «έργα» σε μια επίδειξη νεοπλουτισμού και μεγαλομανίας.
            Και το δημόσιο χρέος μόνο λίγο καιρό ξαπόσταινε (όσο μπορούσε να το κρύψει η «δημιουργική λογιστική») και ξανά προς τη δόξα τραβούσε. Και τα ίδια έκαναν και οι επόμενοι, και τα ίδια θα έκαναν και οι τωρινοί. Μόνο που …
            Μόνο που ανακάλυψαν ότι τα συμφέροντα του ελληνικού πολιτικού συστήματος δεν είναι απλώς σε διάσταση με τα συμφέροντα των «πολλών», αλλά και σε διάσταση με τα συμφέροντα των μεγάλων. Η Γερμανία της Μέρκελ έχει βρει τη χρυσή συνταγή: καθηλώνοντας τα εισοδήματα των εργαζομένων, απορυθμίζοντας τις εργασιακές σχέσεις, διαλύοντας το κοινωνικό κράτος πουλάει φθηνά τα γερμανικά προϊόντα σε ακριβό ευρώ. Γιατί η αγορά της Γερμανίας έχει διευρυνθεί με τις αλλεπάλληλες διευρύνσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να οι επιχειρήσεις της να λειτουργούν προνομιακά. Όμως, η ανάγκη κοινωνικής συναίνεσης στο εσωτερικό επιβάλλει ο γερμανός εργαζόμενος με τον καθηλωμένο μισθό να αγοράζει φθηνά εισαγόμενα προϊόντα, να κάνει φθηνές διακοπές, να αποκτά φθηνές εξοχικές κατοικίες σε εξωτικά μέρη, όπως η Ελλάδα, η Ισπανία και η Πορτογαλία.
            Τα προϊόντα και οι υπηρεσίες αυτών των χωρών πρέπει να γίνουν φθηνότερα. Η «εσωτερική υποτίμηση» που έχει εφαρμόσει η Μέρκελ εξάγεται στις ευπαθείς οικονομίες της Νότιας Ευρώπης, της Βαλτικής (η Λεττονία πρώτη) και της Ανατολικής Ευρώπης
(ηχούν οι καμπάνες για την Ουγγαρία). Δηλαδή, οι μισθοί πρέπει να μειωθούν, η απασχόληση στο δημόσιο να περιορισθεί, με την προσμονή για ακόμη μεγαλύτερη περιστολή των μισθών στον ιδιωτικό τομέα.
            Ο γκουρού, άλλωστε, του νυν πρωθυπουργού, ο Stiglitz, είναι υπέρμαχος της εσωτερικής υποτίμησης, όπως έδειξαν οι προτάσεις του για τη θεραπεία της οικονομίας της Ιρλανδίας, ενώ η έκταση του δημόσιου χρέους δεν τον απασχολεί και τόσο. Απλώς, η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ χρησιμοποιεί το δημόσιο χρέος για να επιταχύνει τη διαδικασία της εσωτερικής υποτίμησης, την υποτίμηση της εργασίας.
            Το πρόβλημα με την Ελλάδα είναι ότι η παραγωγική της υποδομή έχει αποσαθρωθεί. Η επιχειρούμενη σε κύματα εσωτερική υποτίμηση του ΠΑΣΟΚ μάλλον θα οδηγήσει σε μια βαθειά ύφεση με αύξηση του πληθωρισμού. Σε έναν νέο φαύλο κύκλο. Α, και οι μισθωτοί θα την πληρώσουν ακριβά. Όπως πάντα. Αλλά ποιος νοιάζεται για δαύτους;