Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τρίτη 12 Οκτωβρίου 2010

ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ 2009

Σκηνή Πρώτη: Η πρώτη σκηνή δεν διεκδικεί καμιά πρωτοτυπία. Καθημερινή σκηνή στη λαϊκή αγορά της γειτονιάς. Τη δείξανε στην αρχή τα κανάλια, χρόνια τώρα, όταν ο τότε αρμόδιος υπουργός του ΠΑΣΟΚ έδινε τη μάχη των τιμών από πάγκο σε πάγκο, από μπρόκολα σε λάχανα. Μπέρδευε λίγο τα ζαρζαβατικά, αλλά ο άνθρωπος υπουργός ήταν, όχι γεωπόνος, ούτε καν μάγειρας. Η σκηνή έδειχνε φτωχόκοσμο, να ξεδιαλέγει λαχανικά που άδειαζαν οι πωλητές στο δρόμο, καθώς η λαϊκή τελείωνε, όσα προϊόντα αγοράσθηκαν, αγοράσθηκαν, τα υπόλοιπα, ταλαιπωρημένα, έχασαν την ανταλλακτική τους αξία. Η φύρα του παραγωγού και του έμπορου δόθηκε στην ανάλωση των απορριμματοφόρων και της χωματερής.
            Αλλά αυτό που δεν είχε ανταλλακτική αξία, είχε χρηστική αξία για κάποιους συμπολίτες μας που περίμεναν το άδειασμα των καλαθιών για να αποκτήσουν μια πράσινη σαλάτα, λίγα χόρτα, ίσως μια δυναμωτική σούπα. Σκηνή που σόκαρε, και τα πανταχού παρόντα κανάλια την κατέγραψαν και τη μετέδωσαν στο πανελλήνιο, ακριβώς για την αίσθηση αυτή που προκαλούσε στους θεατές τους. Χρόνια μετά, η εικόνα επαναλαμβάνεται κάθε μέρα στις γειτονιές της Αθήνας. Γινόμαστε καθημερινοί μάρτυρές της, δια γυμνού οφθαλμού, εμείς οι υπόλοιποι που η εργασία και ο μισθός μας επιτρέπουν να πληρώνουμε αυτό που τρώμε. Δια γυμνού οφθαλμού, γιατί τα κανάλια δεν είναι πια εκεί για να την καταγράψουν. Έπαψε πια να αποτελεί αξιοπερίεργο, εξοικειωθήκαμε μαζί του, η εικόνα του ανθρώπου που σκυφτός ψάχνει και ξεδιαλέγει στο σωρό των «σε πέντε λεπτά γίνονται σκουπίδια» δεν μας ταράζει, δεν μας εξοργίζει, ούτε καν μας συγκινεί. Τα απόβλητα λαχανικά ανταμώνουν τους απόβλητους καταναλωτές τους.
            Μόνο που ο αριθμός αυτών των τελευταίων αυξάνεται συνεχώς. Δεν είναι πια οι οριακές περιπτώσεις των κραυγαλέα φτωχών που με ανεπαρκή σύνταξη, χωρίς οικογενειακή υποστήριξη, απόμαχοι και συντετριμμένοι δίνουν τον κλεφτοπόλεμο της καθημερινής επιβίωσης. Δεν είναι οι, σπάνιοι άλλωστε στα καθ’ ημάς, κατ’ επιλογήν άστεγοι και περιθωριακοί. Όλο και συχνότερα συναντάμε σχετικά προσεκτικά ντυμένους κύριους και ευπρεπείς κυρίες να γέρνουν στο σωρό, ψάχνοντας με επιμονή για λίγα μαρουλόφυλλα. Είναι εκείνοι που η ανέχεια τους άλλαξε και τις ώρες επίσκεψης στη λαϊκή: όχι πια πρωί – πρωί, αλλά αργά το μεσημέρι, μόλις πριν τη διάλυση. Πολλοί άλλαξαν και τη λαϊκή που επισκέπτονται. Η λαϊκή γι’ αυτούς έπαψε να είναι αγορά, τόπος συνάντησης με τους γείτονες, αφορμή διάδοσης των μικρών οικογενειακών συμβάντων, τόπος αστεϊσμού και γκρίνιας με τους πωλητές. Πρόσταξαν εαυτούς «λάθετε βιώσαντες», χωρίς να γνωρίζουν τον Επίκουρο,  όχι από επιλογή, από ανάγκη, μην το μάθει η γειτονιά, μη γίνουν περίγελος των γνωστών, μην πληγεί η ευάλωτη αξιοπρέπεια, κρυφά, λάθρα, μακάρι να γινόντουσαν αόρατοι.

Σκηνή Δεύτερη. Μεσημεράκι του Αγίου Πνεύματος σε έκθεση ακριβών γερμανικών αυτοκινήτων γίνεται πανικός. Μεγάλος αριθμός αγοραστών συνωστίζεται με τα χαρτιά στο χέρι για την παραγγελία του πολυπόθητου πολυτελούς τετράτροχου. Οι πωλητές ιδροκοπούν και δέχονται τη μια παραγγελία πίσω από την άλλη. Οι παραγγελίες – αποτέλεσμα των πρόσφατων κυβερνητικών μέτρων – θα σώσουν, ίσως, μερικές θέσεις εργασίας στη χειμαζόμενη γερμανική αυτοκινητοβιομηχανία, αλλά η γενναιοδωρία του έλληνα πρωθυπουργού θα συναντήσει την αχάριστη σκληρότητα της κας Μέρκελ: Καμία παρέκκλιση από το Σύμφωνο Σταθερότητας.

Οι δύο σκηνές επιδέχονται πληθώρα αναλύσεων. Μπορεί κάποιος να εντοπίσει το κραυγαλέο του πλούτου σε αντιπαράθεση προς την ταπεινότητα της φτώχειας. Να αναλύσει ακολουθώντας τον Μαρξ τη διαλεκτική σχέση μεταξύ τους, να επισημάνει ότι η φτώχια των πολλών είναι προϋπόθεση του πλούτου των ολίγων. Να κραυγάσει, να καγχάσει, να καταγγείλει. Επιτρέψτε μου να κάνω κάτι άλλο.
            Θα επιχειρήσω με δύο λόγια να περιγράψω το ελληνικό οικονομικό αδιέξοδο. Αδιέξοδο όχι σημερινό, αλλά οργανωμένο δεκαετίες τώρα. Υπήρχαν πάντα πλούσιοι και φτωχοί σ΄ αυτόν τον τόπο. Οι πλούσιοι αγόραζαν πάντα είδη πολυτελείας, προερχόμενα εκ του εξωτερικού. Οι φτωχοί αγόραζαν φτηνά προϊόντα, ελληνικής κατασκευής. Ρούχα, παπούτσια, τσάντες, τρόφιμα, υπηρεσίες εκπαίδευσης και υγείας, διακοπές και διασκέδαση,
παραγόντουσαν τα μεν αλλού, τα δε εδώ, ανάλογα με το βαλάντιο. Μετά άρχισε το μεγάλο κόλπο της αναδιανομής. Λίγο η ανεργία, λίγο η στασιμότητα των μισθών, λίγο οι «ευελιξίες», λίγο το ανέκδοτο «ελληνικό κράτος πρόνοιας», από κοντά οι μεταρρυθμίσεις, το συνταξιοδοτικό, οι ιδιωτικοποιήσεις, το χρηματιστήριο, τα φτηνά χέρια στα όμορα κράτη, οι πλούσιοι πλουτήσαν περισσότερο, οι φτωχοί έγιναν πιο φτωχοί. Τα μεσαία στρώματα πολώθηκαν: κάποιοι προόδευσαν και αναρριχήθηκαν, οι περισσότεροι κατρακύλησαν. Τα αποθέματα εξαντλήθηκαν στις χρηματιστηριακές φούσκες, η ακίνητη περιουσία «αξιοποιήθηκε» πέραν των ορίων, η αντιπαροχή τελείωσε, τα κτήματα έγιναν ήδη οικόπεδα, οι πεζούλες μετατράπηκαν σε απούλητες μεζονέτες – 3.000 απούλητες μόνο στην Τήνο πέρυσι το καλοκαίρι -, οι κάρτες και οι δόσεις έγιναν βρόγχος, οι απαιτήσεις της ζωής πολλαπλασιάστηκαν.
            Μια κοινωνία διχοτομημένη, και ας διατηρεί την επίφαση της ενότητάς της. Η διχοτομημένη κοινωνία είναι συντηρητική: τον τόνο τον δίνουν τα μεσαία στρώματα που χάνουν. Αλλά η διχοτομημένη κοινωνία διαβρώνει τις προοπτικές παραγωγικής ανανέωσής της: καθώς οι φτωχοί φτωχαίνουν, τα μεσαίας ποιότητας εγχώρια προϊόντα εκτοπίζονται στην κατανάλωση από ευτελή εισαγόμενα. Η εξάπλωση των κινέζικων εμπορικών σε κάθε γειτονιά δεν μαρτυρά για τον οικονομικό δυναμισμό της Κίνας, αλλά για τη σταδιακή εξαθλίωση του καταναλωτή. Και η εξαθλίωση του καταναλωτή συνεπάγεται νομοτελειακά το σβήσιμο των εμπορικών και βιοτεχνικών επιχειρήσεων που υπηρετούσαν τις ανάγκες αυτού του μικρομεσαίου καταναλωτικού κοινού.
            Οι όροι για τη διατύπωση μιας ηγεμονικής πρότασης από την αριστερά είναι εκεί. Η διατύπωσή της αργεί. Και όσο αργεί, η κρυφή γοητεία του ρατσισμού θα εξαπλώνεται.    
             
      

ΔΕΝ ΠΕΡΝΑΣ ΚΥΡΑ-ΜΑΡΙΑ

Δεν ξέρω αν είναι δική μου παλαιά ιδιομορφία, παιδική αρρώστια, που επιδεινώθηκε επικίνδυνα τους λίγους τελευταίους μήνες μετά τις εκλογές για το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, αλλά νοιώθω ελαφρώς φλιπαρισμένος. Το μυαλό μου, δηλαδή, όχι ολόκληρο, ένα τμήμα του, το μισό ας πούμε για να μη μπλέκουμε με τάσεις και ποσοστά, αρνείται να υποταχθεί στους στοιχειώδεις κανόνες της λογικής και αναζητά συνεχώς ευκαιρία να την κάνει. Ιδιαίτερα όταν τα προβλήματα είναι σοβαρά, παθαίνει κυριολεκτικά μπλακ άουτ και, αντί να προσηλώνεται αρχίζει να τραγουδά! Ναι, δε σας δουλεύω. Αυτό ακριβώς γίνεται και μάλιστα με μεγάλη συχνότητα, τώρα, στην περίοδο των έντονων πολιτικών τηλεοπτικών συζητήσεων και συνεντεύξεων.
            Λόγου χάρη, Κυριακή μεσημεράκι παρακολουθούσα τη συνέντευξη του αρχηγού της αξιωματικής (αυτό το αξιωματικής δεν μπόρεσα ποτέ να το καταλάβω) αντιπολίτευσης και μέλλοντος πρωθυπουργού της χώρας προς σύμπασα τη δημοσιογραφία στη Θεσσαλονίκη. Και εκεί που πάσχιζα να κατανοήσω – και με μια σημαντική δόση επαγγελματικού μαζοχισμού, ας το παραδεχθώ – τα όσα προτίθεται να πραγματοποιήσει ως κυβέρνηση η σημερινή (αξιωματική) αντιπολίτευση, δηλαδή ακριβώς αυτά που είχε υποσχεθεί να πραγματοποιήσει η τωρινή κυβέρνηση όταν ήταν αντιπολίτευση και ήθελε να γίνει κυβέρνηση και δεν είχε πραγματοποιήσει η τότε κυβέρνηση, αν και τα είχε υποσχεθεί όταν ήταν αντιπολίτευση, το σύστημα διαλύθηκε. Αντί για τη φωνή του κου Παπανδρέου και των ερωτώντων δημοσιογράφων, στο μυαλό μου άκουγα τραγούδια, ένα, δηλαδή, τραγούδι συγκεκριμένο.
            Ξέρω ότι είσθε φιλύποπτοι και ευφάνταστοι αναγνώστες, αλλά, πρέπει να σας απογοητεύσω. Όχι, το μυαλό μου δεν τραγουδούσε το γνωστό «τρία πουλάκια κάθονταν», αλλά άλλο, παιδικότερο και, φοβάμαι, όλο και περισσότερο άγνωστο. Άρχισε να τραγουδά το «δεν περνάς κυρά – Μαρία»!
            Διάβολε! αναρωτήθηκε το μισό μυαλό μου που εξακολουθούσε να μένει καρφωμένο στην τηλεοπτική τελετουργία. Τι εννοείς; Ό,τι η αυτοδυναμία του ΠΑΣΟΚ αμφισβητείται και ό,τι υποσυνείδητα εύχεσαι τη νίκη της επαράτου; Το ερώτημα, τόσο τρομερό μπροστά μου, με συγκλόνισε και με τάραξε βαθύτατα. Η συνέντευξη ευτυχώς τελείωσε, άναψα την πίπα μου, εισέπνευσα τρεις γερές δόσεις νικοτίνης και έπεσα σε περισυλλογή βαθύτερη από εκείνη στην οποία πέσανε μέλη της Γραμματείας του Συνασπισμού πριν και μετά τον περσινό Δεκέμβρη. Στα όρια της κατάθλιψης – από την από κει μεριά – άρχισα την αυτό-ανάλυση.
            Γιατί, ρε άνθρωπε, αυτό το τραγούδι; Πώς συνδέεται με το τηλεοπτικό-πολιτικό γεγονός, ποιους αδιαφανείς συνειρμούς προκάλεσε η συνέντευξη Παπανδρέου στο απείθαρχο τμήμα του εγκεφάλου μου; Και γιατί τα αισθήματα θλίψης, θυμού και αγανάκτησης που προκαλούσε η συνέντευξη διαλύθηκαν από την απρόσκλητη διείσδυση ενός παιδικού τραγουδιού και μετατράπηκαν σε ευθυμία; Φανταστείτε, τόσο βαριά κατάθλιψη με έπιασε από το άτιμο ερώτημα «μπας και προτιμώ την επάρατη αντί του ΠΑΣΟΚ» που ούτε τη χαρά μου δεν μπορούσα να χαρώ.
            Έσπασα το κεφάλι μου ώρα πολύ. Δε μπορεί, θα το βρω, είπα πεισματωμένος. Τελικά, με χίλιους κόπους, κάτι σκέφτηκα. Ελπίζω οι ψυχολόγοι, ψυχίατροι και νευρολόγοι να μη γελάσουν πολύ ειρωνικά κάτω από τα μουστάκια τους. Σε κάθε περίπτωση η συνδρομή τους μου είναι απαραίτητη, αν είναι να πειθαρχήσω το σαλταρισμένο κομμάτι του μυαλού μου.
            Σκέφτηκα λοιπόν ποια ήταν η αίσθηση που αποκόμισα από τη συνέντευξη Παπανδρέου. Νομίζω ότι δε θα κομίσω γλαύκα εν Αθήναις. Ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ απέφυγε να απαντήσει σε κάθε ερώτηση που ήταν στοιχειωδώς συγκεκριμένη. Τόσο που παρακολουθώντας τις ερωτήσεις σκεφτόμουν – πριν αρχίσουν τα τραγούδια – ότι αν ήμουν δημοσιογράφος θα έκανα μία ερώτηση: «Κύριε Πρόεδρε, σκοπεύετε να μας δώσετε μιαν απάντηση συγκεκριμένη στις ερωτήσεις που σας γίνονται»; (Συγγνώμη, φίλοι δημοσιογράφοι, δε θέλω να μπω στα χωράφια σας, ξέρω ότι οι τελετουργίες έχουν τα τυπικά τους).
            Μα και το τραγουδάκι; Γιατί το «δεν περνάς κυρά-Μαρία» και όχι το «τρία πουλάκια κάθονται», που λέγαμε στην αρχή και το οποίο, άλλωστε, συχνά-πυκνά σιγομουρμουρίζω όταν διορθώνω γραπτά φοιτητών και φοιτητριών που αποφεύγουν, όπως ο διάβολος το λιβάνι, να απαντήσουν συγκεκριμένα στα ερωτήματα των εξετάσεων και καταφεύγουν σε ευρηματικές λύσεις, βγαλμένες από την «κοιλιά τους», που λένε. Το «σκουλήκι» κατά το γνωστό ανέκδοτο.    
            Ένα επόμενο βήμα προς την επίγνωση έγινε, όταν τραγούδησα δυνατά τους στίχους. Το γνωρίζεται όλοι, το τραγούδι αποτελείται από διαδοχικές ερωτήσεις (του χορού) και απαντήσεις (της κορυφαίας κυρά-Μαρίας). «Πού θα πάς κυρά Μαρία;» - «θα ηπάγω εις τους κήπους» - «τι θα κάνεις εις τους κήπους;» - «θα συλλέξω δυο βιολέτες» - «τι τις θέλεις τις βιολέτες» - «να τις δώσω στην καλή μου» - «και ποια είναι η καλή σου» - «η καλή μου είναι η Χ».
            Το παιδικό τραγουδάκι ήρθε φλασιά για την αναλογία του και την απόστασή του από τα διαδραματιζόμενα επί της οθόνης. Ο χορός – δημοσιογράφοι ρωτάν συγκεκριμένα πράγματα και διεξοδικά, σε μια λογική αλληλουχία, και λαμβάνουν σαφείς απαντήσεις. Το παιδικό τραγουδάκι διδάσκει ήθος και διαλεκτική ερωτήσεων – απαντήσεων. Διδάσκει ακόμα πως διατυπώνεται και αποσαφηνίζεται η εμπρόθετη πράξη (=πολιτική): Ο σκοπός (τις βιολέτες στην καλή μας), η πράξη (θα μαζέψω βιολέτες με τα χεράκια μου), ο τόπος (οι κήποι), ο αποδέκτης της πολιτικής (η περίφημη καλή Χ), ακόμη και ο χρόνος που δηλώνει το άμεσο μέλλον.  Η τελετουργία των συνεντεύξεων διδάσκει πώς να μη λες τίποτε μιλώντας πολύ ώρα. Μήπως πρέπει οι πολιτικοί μας να επιστρέψουν στο νηπιαγωγείο; Παρέα με μερικούς δημοσιογράφους, αν γίνεται. Μπας και γλυτώσω εγώ το μισό μυαλό μου και εσείς να διαβάζετε παραληρηματικά κείμενα.      

ΑΠΛΑ ΜΑΘΗΜΑΤΑ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Στο Πάντειο Πανεπιστήμιο, εδώ και μερικά χρόνια, έχει επικρατήσει ένα νέο ακαδημαϊκό πρότυπο. Οι λεγόμενες «μεγάλες» φοιτητικές παρατάξεις συλλέγουν τα θέματα των εξετάσεων και τα διανέμουν στους φοιτητές μαζί με δικές τους απαντήσεις. Στο Πάντειο, λοιπόν, η μία εκ των παρατάξεων αυτών φωτοτύπησε για τις ανάγκες της εξεταστικής περιόδου 45.000 σελίδες, χρησιμοποιώντας, βεβαίως, το χαρτί, τα φωτοτυπικά και την εργασία των συναδέλφων διοικητικών υπαλλήλων του Δημόσιου Πανεπιστημίου, το οποίο, ειρήσθω εν παρόδω, εγκαλείται ως σπάταλο και αναποτελεσματικό από τους υποστηρικτές των ιδιωτικών πανεπιστημίων, στους οποίους ανήκει η παράταξη αυτή και ο κομματικός της φορέας.
            Επειδή, όμως, οι απαντήσεις που δίνουν στα φυλλάδια αυτά είναι συνήθως εσφαλμένες και οδηγούν στη βαθμολογική σφαγή όσους και όσες τα ακολουθούν εν είδη λυσαρίου, αποφάσισα να δώσω δημόσια την ορθή λύση σε ένα από τα θέματα αυτά, πέραν της ανάπτυξης που γίνεται στην αίθουσα διδασκαλίας. Ευελπιστώ, άλλωστε, να προβληματίσω και πολιτικούς χώρους, όπως το ΠΑΣΟΚ, που μάλλον θα αποτύγχανε πανηγυρικά στις εξετάσεις (βλέπε σχέδιο Νόμου για την Ανεργία του ΠΑΣΟΚ).
            Το θέμα είναι ως εξής: «Χρησιμοποιώντας τους κανόνες Hicks Marshall για την ελαστικότητα ζήτησης για εργασία, ποια θα ήταν τα πιθανά αποτελέσματα της υιοθέτησης μιας πολιτικής που θα καταργούσε τις ασφαλιστικές εισφορές των εργοδοτών για την απασχόληση νέων κάτω των 25 ετών προκειμένου να αντιμετωπισθεί η ανεργία των νέων;».
            Η ορθή απάντηση έχει ως εξής:
            Οι εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές αντιμετωπίζονται από τον εργοδότη ως άμεσο κόστος της εργασίας ταυτόσημο με το μισθό. Επομένως, η κατάργηση των εργοδοτικών εισφορών ισοδυναμεί με ισόποση μείωση του καταβαλλόμενου μισθού, δηλαδή του μισθού που υπολογίζει η επιχείρηση προκειμένου να καθορίσει τον αριθμό των εργαζομένων. Το ερώτημα επομένως είναι αν η μείωση του μισθού είναι ικανή να αυξήσει τον αριθμό των εργαζομένων νέων ηλικίας ως 25 ετών.
            Οι κανόνες Hicks Marshall που σχετίζονται με την πρόταση είναι δύο: Ο ένας υποστηρίζει ότι όσο μικρότερο είναι το ποσοστό του κόστους εργασίας αυτής της ομάδας εργαζομένων στο συνολικό κόστος, τόσο μικρότερη θα είναι η ελαστικότητα ζήτησης για την εργασία των εργαζομένων αυτών. Με άλλα λόγια, μειώσεις του μισθού θα οδηγούν σε μικρές αυξήσεις της απασχόλησης. Δεδομένου ότι η αναλογία των νέων στη συνολική απασχόληση του ιδιωτικού τομέα είναι πολύ μικρή και, συνεπώς, το κόστος της εργασίας των νέων στο συνολικό κόστος είναι ελάχιστο, μια τέτοια πολιτική θα είχε μόνο οριακά αποτελέσματα στην αύξηση της απασχόλησης των νέων. Θα είχε σημαντικά αποτελέσματα μόνο σε κλάδους παραγωγής που χρησιμοποιούν ευρέως εργασία νέων, δηλαδή σε κλάδους του εμπορίου (πολυκαταστήματα), νυκτερινά μαγαζιά, καφετέριες κλπ. Πάντως όχι στη βιομηχανία ή στις υπηρεσίες με ποιοτικά χαρακτηριστικά απασχόλησης.
            Ο δεύτερος σχετικός κανόνας υποστηρίζει ότι όσο μεγαλύτερη είναι η ελαστικότητα υποκατάστασης μεταξύ δύο συντελεστών παραγωγής, τόσο μεγαλύτερη θα είναι η ελαστικότητα ζήτησης για τη συγκεκριμένη εργασία. Οι νέοι δεν είναι η μοναδική κατηγορία εργαζομένων και η διάκριση εδώ έχει να κάνει με, πρώτον, τους εργαζόμενους μεγαλύτερης ηλικίας και, δεύτερον, τις γυναίκες εργαζόμενες.
            Η δυνατότητα αντικατάστασης ώριμων εργαζομένων με εργασιακή εμπειρία με νέους, που είναι κατά τεκμήριο εργασιακά άπειροι, είναι υψηλή σε κλάδους χαμηλής ειδίκευσης. Δυστυχώς, στην Ελλάδα το σύνολο των επιχειρήσεων, πλην εξαιρέσεων, βασίζεται σε εργασία χαμηλής ειδίκευσης. Επομένως, οι δυνατότητες αντικατάστασης των «παλαιών» με «νέους» είναι σημαντικές, αλλά αυτή η αντικατάσταση δεν θα οδηγήσει σε αύξηση της συνολικής απασχόλησης, αλλά μόνο στην ανακατανομή της εις βάρος των σε μεγαλύτερη ηλικία εργαζομένων.
            Η διεθνής εμπειρική έρευνα δείχνει ότι η εργασία των νέων είναι στενό υποκατάστατο της εργασίας των γυναικών (και αντιστρόφως). Ενδείξεις γι’ αυτό υπάρχουν και για την Ελλάδα. Επομένως, η ομάδα που θα πληγεί από την εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής είναι κυρίως οι γυναίκες άνω των 30 ετών, δηλαδή η πλέον ευάλωτη εργασιακά ομάδα του πληθυσμού.
            Οι αρνητικές κοινωνικές συνέπειες μιας τέτοιας πολιτικής δεν περιέχονται στο προς εξέταση θέμα, αλλά οι αναγνώστες ας επιστρατέψουν τις γνώσεις και την εμπειρία τους για να δώσουν απάντηση.        

Ceci n' est pas une pipe


"My painting is visible images which conceal nothing; they evoke mystery and, indeed, when one sees one of my pictures, one asks oneself this simple question 'What does that mean'? It does not mean anything, because mystery means nothing either, it is unknowable."

René Magritte