Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Δευτέρα 12 Μαΐου 2014

ΣΥΡΙΖΑ: ΓΙΑΤΙ ΝΑΙ;

Φθάσαμε λοιπόν και πάλι στις παραμονές των εκλογών. Λιγότερο από μια βδομάδα για τις μεν, τις αυτοδιοικητικές, περίπου δέκα μέρες πριν της Ευρωπαϊκές. Καιρός να ανοίξουμε τα χαρτιά. Cards on the table, όπως λέμε,
Ναι, θα ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ. Θα τον ψηφίσω και θα συνεχίσω να προσκαλώ φίλους, γνωστούς και αγνώστους, παλιούς συντρόφους του ΚΚΕεσωτερικού και του ΚΚεσ. Ανανεωτική Αριστερά και του Πολίτη να ψηφίσουν κι αυτοί και να στηρίξουν με το πάθος του τότε τα ψηφοδέλτια του ΣΥΡΙΖΑ. 
Θα τον ψηφίσω και θα τον υποστηρίξω, παρά το γεγονός ότι δεν είμαι μέλος του χρόνια τώρα. Αποχώρησα όχι για λόγους πολιτικούς, αλλά για ηθικούς και οργανωτικούς, που, βέβαια, είναι βαθειά πολιτικοί, παραμονές του Συνεδρίου του 2010.
Αλλά θα τον ψηφίσω και θα τον υποστηρίξω στην πολιτική και εκλογική μάχη με πάθος.



Η απόφασή μου και η στάση μου καθορίζεται από δύο βασικούς παράγοντες. Πρώτον γιατί είμαι αριστερός, είμαι μαρξιστής, είμαι κομμουνιστής, και ο ΣΥΡΙΖΑ, με όσα λάθη, αδυναμίες και κουσούρια και αν σέρνει, αποτελεί την μοναδική ελπιδοφόρα εκδοχή της ελληνικής και ευρωπαϊκής αριστεράς. Γιατί, όπως έγραψε κάποτε ο Άγγελος Ελεφάντης, αυτή η αριστερά μας έλαχε, μι' αυτήν θα πορευτούμε, θα κουβεντιάσουμε, θα διαφωνήσουμε, θα μαλώσουμε και θα αγαπήσουμε. Κυρίως, θα δράσουμε.
Δεύτερον, γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ έχει να αντιμετωπίσει τέσσαρις τεράστιες προκλήσεις - κρίσιμα ζητήματα για το παρόν και το μέλλον του τόπου, το παρόν και το μέλλον των παιδιών μας, το παρόν και το μέλλον το δικό μας. 
Η πρώτη πρόκληση είναι η ανάγκη να σταματήσει τη "δημιουργική" καταστροφή στην οποία έχει εμπλακεί η ελληνική οικονομία και τα εμποδίσει τη μετατροπή της στην μονοκαλλιέργεια τους τουριστικής υποανάπτυξης και του real estate, που απεργάζονται κυβέρνηση, συμφέροντα και δανειστές. Η βιώσιμη ανάπτυξη σε ένα εναλλακτικό παραγωγικό πλαίσιο οφείλει να κινητοποιήσει χρηματικούς, ανθρώπινους και φυσικούς πόρους, να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις για τη δράση ελεύθερων και δημιουργικών ανθρώπων και συλλογικοτήτων, να δημιουργήσει νέα κριτήρια αξίωσης της παραγωγής και της εργασίας. Προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ.
Δεύτερη πρόκληση είναι να αναστρέψει την πορεία προς την ατομική και κοινωνική εξαθλίωση, να σταματήσει τη σοβούσα ανθρωπιστική κρίση και τους εντεινόμενους αποκλεισμούς από την εκπαίδευση, την υγεία, τις υπηρεσίες κοινής ωφέλειας (γιατί άραγε ξεχάστηκε ο όρος αυτός;), να αποκαταστήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ.
Τρίτη πρόκληση να αποκαταστήσει τη δημοκρατική λειτουργία του πολιτικού συστήματος και των θεσμών. Οι μεταβολές στο πολιτικό σύστημα δεν αρκούν: Πρέπει να πάμε στην αναδιάταξη του κρατικού μηχανισμού με σειρά μεγάλων και ριζικών μεταρρυθμίσεων σε όλους τους τομείς: Από το κράτους που αυταρχικά οργανώνει τους πολύπλευρους αποκλεισμούς να στρέψουμε το κράτος στην προστασία και εγγύηση της ζωής και του μέλλοντος των πολιτών, στην παραγωγή κοινωνικών αγαθών. Προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ. 
Τέταρτη πρόκληση να συγκρουστεί με τη διαφθορά και να τη νικήσει. Να νικήσει τη διαφθορά των μεγάλων συμφερόντων, χωρίς να υποθάλψει τη διαφθορά στο μικρο-επίπεδο και στην καθημερινότητα. Ακόμα ή κυρίως και εκείνη που καλλιεργείται μέσα του από προσωπικά συμφέροντα και βλέψεις. Προϋπόθεση εκ των ων ουκ άνευ.
Είμαι αριστερός, δεν είμαι τυφλός, ούτε κωφός. Διαβλέπω τους κινδύνους που ελλοχεύουν. Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι η αποτυχία: Αν ο ΣΥΡΙΖΑ αποτύχει έστω και σε μία από αυτές τις προκλήσεις κινδυνεύει να μετατραπεί σ' "ένα από τα ίδια", μια άλλη εκδοχή διαχείρισης ενός αποτυχημένου από κάθε άποψη προτύπου οργάνωσης της κοινωνίας. 
Θα ψηφίσω λοιπόν και θα στηρίξω με πάθος τον ΣΥΡΙΖΑ. Για να μείνει η ελπίδα ζωντανή και οι προοπτικές ανοικτές.   

Τετάρτη 23 Απριλίου 2014

ΟΔΥΣΣΕΑΣ - ΚΑΙ ΠΑΛΙ



...
Σιωπή σα πάγος ακολούθησε το τέλος της αφήγησης του γέρου Οδυσσέα. Μπροστά σε φίλους και πατριώτες που στη μάχη δεν τον ακολούθησαν, σε γυναίκες και σε δούλους και σε νιους που ο νους τους κάλπαζε και εικόνες ανδραγαθημάτων γεννούσε από τις λέξεις, μιλούσε ώρα πολύ, τα παθήματα είκοσι χρόνων απουσίας ιστορώντας.
Σιωπή ακολούθησε το τέλος της αφήγησης. Κανένας δε μιλούσε, σα να μην είχαν ακούσει, σαν αυτά που άκουσαν ήταν τόσο παράξενα, τόσο ανεπάντεχα, τόσο ξένα και παραμυθένια και τόσο όμορφα αφηγημένα που όλοι τους έμειναν μες το λογισμό τους ανασυνθέτοντας ηρωισμούς, απάτες, κινδύνους, σφαγές, έρωτες και πάθη. Τόσο ζωντανά σαν να έβλεπαν μάχες και πελάγη, παλάτια και απόκρημνες ακτές, αστραφτερά όπλα και σγουρόμαλλα πρόβατα, τέρατα και καλλονές, τόσο ηχηρά σα να άκουγαν ιαχές και βογγητά, ύμνους και ρόγχους, κύματα να ξεσπάνε σε πλώρες και ανέμους να ουρλιάζουν στα κατάρτια, γλυκόλογα και πικρές κουβέντες, τόσο αισθησιακά σα να μύριζαν το σάπιο αίμα και το αλάτι της θάλασσας, την τσίκνα των σφαχτών και το σώμα της Κίρκης μαγικά βότανα να αναδύει με λικνιστικές κινήσεις, τόσο απτά που το σώμα σφιγγόταν, το στομάχι πονούσε, τα χέρια έσφαζαν και θώπευαν την Καλυψώ και τα πόδια έτρεχαν όσο μπορούσαν πιο γρήγορα, να βρουν απόσταση από τους Λαιστρυγόνες και τον Κύκλωπα. Σα να το έζησαν κι αυτοί ...

Μια φωνή μόνο διέκοψε τη συλλογική ονειροπόληση.

"Καλά μας τα λες ολ' αυτά, παιδί του Λαέρτη. Μον' δικοί σου είναι οι άθλοι, δικά σου και τα παιδέματα. Οι Κίκονες κι οι Λαιστρυγόνες, οι Κύκλωπες κι οι Λωτοφάγοι. η Σκύλα και η Χάρυβδη, ο Άδης και η Καλυψώ, η Κίρκη και η Ναυσικά, όλα δικά σου".

Η φωνή σταμάτησε, σα να προσπαθούσε να βρει ανάσα. Και σαν την πήρε, συνέχισε:

«Γιατί, όμως, μόνο συ ήρθες πίσω, μόνος απ’ όλα τα παιδιά μας που φύγανε γερμένα στα κουπιά και πάνω στα κατάρτια πρωί – πρωί σα χάραξε η μέρα, είκοσι χρόνια τώρα; Αυτό δεν μας το λες. Τα άλλα θαυμάσια μας τα είπες και να σε πιστέψουμε σου πρέπει, ότι βασιλιάς μας είσαι. Μα αν ήμουνα νεώτερος και σ’ ήσουν ένας άλλος, το γιούχα και την κατάρα δε θα γλύτωνες»

Ταράχθηκε ο Οδυσσέας, κατέβασε αργά το ποτήρι με το κρασί στο τραπέζι, τέντωσε το κορμί, το μάτι άστραψε σκληρό στο μέρος της φωνής.

«Εδώ, εγώ σου τα μιλώ» άκουσε τη φωνή να λέει. «Εγώ είμαι. Δε με γνωρίζεις τάχα;»


«Ο τιμονιέρης του καραβιού σου είμαι. Παλιός σου σύντροφος που μοιραστήκαμε ψωμί και κρασί μήνες πολλούς, ώσπου να βρούμε το δρόμο για την Τροία. Σ’ αφήσαμε στη Σκύρο, στην αυλή του Λυκομήδη, στον πηγαιμό, να φέρεις τον Αχιλλέα. Δεν μας πρόφτασες στην Τροία. Τα καράβια μας έκαψε ο Έκτορας στον πρώτο χρόνο που φτάσαμε. Σώθηκα σε ξένο πλοίο, με λίγους συντρόφους. Εκείνοι δε θέλησαν να γυρίσουν, ντρέπονταν την ήττα να ομολογήσουν, μα πιο πολύ ντρέπονταν να μάθουν οι πατριώτες πως χωρίς αρχηγό στη μάχη πέσαμε. Γυρίζουν τώρα όλον τον καιρό σε ερημιές αγρίμια. Γύρισα μόνος, σα ζητιάνος, αγνώριστος, και περίμενα τη μέρα να φανείς, τους άθλους σου να ιστορήσεις».

....
   
   

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: ΜΑΝΟΥ ΣΚΟΥΦΟΓΛΟΥ ΚΡΙΣΗ, ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

ΜΑΝΟΥ ΣΚΟΥΦΟΓΛΟΥ
ΚΡΙΣΗ, ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Εκδόσεις ΚΨΜ, 2013




Όταν πριν από λίγο καιρό ο Μάνος Σκούφογλου μου ζήτησε να συμμετέχω στη σημερινή παρουσίαση του βιβλίου του και με λίγα λόγια με κατατόπισε για το θέμα του, δέχθηκα ευχαρίστως, με ενδιαφέρον και περιέργεια.
          Δεν είχα διαβάσει το βιβλίο, ασχολούμαι εδώ και πολλά χρόνια με τα ζητήματα των κρίσεων, οπότε και το ενδιαφέρον μου είναι κατανοητό, αλλά και η περιέργεια: Τι καινούργιο είχε να προσφέρει ένας νέος επιστήμονας σε ένα ζήτημα τόσο πολυσυζητημένο, τόσο πολύ-αναλυμένο, αλλά και τόσο συγκρουσιακό. Διαβάζοντας το βιβλίο, διασκέδασα την περιέργειά μου, αλλά το ενδιαφέρον μου πολλαπλασιάστηκε.
          Γιατί ο Μάνος Σκούφογλου έχει καταφέρει σε ένα μικρό βιβλίο, μικρότερο από 150 σελίδες, να προσφέρει μιαν ενδιαφέρουσα οπτική στους μηχανισμούς και τις συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης αποτυπώνοντας στο χώρο, «χαρτογραφώντας» τις οικονομικές διεργασίες. Και έχει καταφέρει αυτή η αποτύπωση να μην είναι τεχνική, αλλά ουσιαστική: Καθώς οι «χάρτες» ζωγραφίζονται, αναδεικνύεται η θεωρία και το εμπειρικό υλικό που υποστηρίζουν τη χαρτογράφηση.
          Ο Σκούφογλου σκιαγραφεί στο Πρώτο Μέρος του βιβλίου του τις αντιλήψεις των οικονομολόγων, συμβατικών και μαρξιστικής κατεύθυνσης, για την κρίση. Η παρουσίασή του, έχω την αίσθηση, ότι είναι προσδιορισμένη από πολιτικές και ιδεολογικές παραμέτρους, εγχείρημα καθ’ όλα νόμιμο κατ’ εμέ, αλλά με συνέπειες στην πληρότητα και στην αναλυτική εμβάθυνση. Από την άποψη αυτή, είναι το αδύναμο τμήμα του βιβλίου. Θα μου επιτρέψετε να επανέλθω πιο κάτω.
          Ωστόσο, για να μην αδικούμε τον συγγραφέα, το Πρώτο Μέρος δεν διεκδικεί να συμβάλει στην αναλυτική παρουσίαση της πολύπλευρης διαμάχης, ούτε στην κριτική αναθεώρησή της. Για να χρησιμοποιήσω τη χαρτογραφική σημειολογία, σκοπός του Πρώτου Μέρους είναι να χαράξει μια διαδρομή, ένα οδικό άξονα, ή ένα σκαρίφημα, που θα επέτρεπε την κύρια χαρτογράφηση του Δευτέρου Μέρους.
          Στο Δεύτερο Μέρος ο Σκούφογλου παρουσιάζει τον κύριο κορμό και τον πλέον ενδιαφέροντα του βιβλίου του. Αναδεικνύει, μέσω των χαρτών που συνθέτει, επτά όψεις αυτού που ονομάζει «γεωγραφία της κρίσης». Δηλαδή, για τις κρατικές παρεμβάσεις στις εξωτερικές οικονομικές σχέσεις (προστατευτισμός), τις κλαδικές αναδιαρθρώσεις και το ρόλο της μεταποίησης, τη συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα, τον ιμπεριαλισμό και τους μηχανισμούς της άνισης ανάπτυξης, τις περιφερειακές ολοκληρώσεις και το ρόλο των υπερεθνικών μηχανισμών, τη σημασία του κατασκευαστικού τομέα, των κατοικιών και των υποδομών, την ενέργεια και την οικολογική και διατροφική κρίση και, τέλος, το αστικό πεδίο.
          Ομολογώ ότι και μόνο η απαρίθμηση του καταλόγου με τρομάζει. Κάθε θέμα που αναδεικνύει ο Σκούφογλου στις 60 περίπου σελίδες του Δεύτερου Μέρους θα μπορούσε να αποτελέσει θέμα πολύχρονης και κοπιαστικής διδακτορικής διατριβής. Σε κάθε θέμα «χαρτογράφησης» υποκρύπτονται μακροχρόνιες θεωρητικές διαμάχες, όπου οι αντίπαλες δυνάμεις δεν είναι πάντα σαφώς οριοθετημένες, υπάρχει ένα πλούσιο εμπειρικό υλικό και μια πληθώρα εξειδικευμένων εμπειρικών μελετών, υπάρχει, ακόμα περισσότερο, μια ιστορική διαδρομή, αντιφατική χωρίς αμφιβολία, αλλά πλούσια σε ποικιλία εφαρμοσμένων πολιτικών, κοινωνικών συγκρούσεων, οργάνωσης θεσμών και κρατών, αποτελεσμάτων. Αναπόφευκτα, ο συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να επιλέξει, αν θέλει να συνοψίσει, και οι επιλογές του κρίνονται, θετικά ή αρνητικά, ως προς το σκοπούμενο αποτέλεσμα.
          Ο Σκούφογλου νομίζω δίνει μιαν ερμηνεία για το άνοιγμα των αναζητήσεών του: Αναφέρεται στη «γνωσιολογική χαρτογράφηση»,
«ένα εμπρόθετο εγχείρημα, που αντλεί τη νομιμοποίησή του όχι απλώς από μια αντανάκλαση της εξωτερικής πραγματικότητας, αλλά από μια «ολοποιητική στρατηγική» απέναντι σ’ αυτή» (σ. 22-3).
Παραδόξως, αλλά ευλόγως, ταυτόχρονα, η μεθοδολογική αυτή κατεύθυνση επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα που σχετίζεται ευθέως με τις προσεγγίσεις της κρίσης. Υπονοώ το αίτημα της διεπιστημονικής προσέγγισης, δηλαδή της υπέρβασης των τυπικών οριοθετήσεων που διαπερνούν το σώμα των κοινωνικών επιστημών. Και αυτό για δύο λόγους:
Πρώτον, γιατί η κρίση είναι ένα κοινωνικό γεγονός με μηχανισμούς, παράγοντες και αποτελέσματα που υπερβαίνουν τους γνωστούς διαχωρισμούς των κοινωνικών επιστημών. Μόλις προχθές ανακοινώθηκε ότι στην Ελλάδα το 2013 ο αριθμός των θανάτων ήταν μεγαλύτερος του αριθμού των γεννήσεων, για πρώτη φορά μετά το 1941. Αν και το γεγονός μπορεί να φέρει στη μνήμη τη διάκριση του Adam Smith για τις προοδεύουσες, στάσιμες και οπισθοχωρούσες κοινωνίες ανάλογα με τη μεταβολή του πληθυσμού, θα ήθελα να το επικαλεστώ μόνο για να δείξω το αυτονόητο: Η κρίση έχει συνέπειες στο σύνολο των κοινωνικών και καθημερινών δραστηριοτήτων: από τον αριθμό των γεννήσεων, τη μετανάστευση, τη συνοχή των οικογενειών και των κοινωνικών δομών, ως την προνομιακή ενίσχυση κλάδων και επιχειρήσεων, τον τρόπο κατανόησης της πραγματικότητας, τη διαμόρφωση οργανικών ιδεολογιών και στάσεων, ως τον θάνατο.
Δεύτερον, η πραγματικότητα, αυτό που όντως γίνεται, είναι πάντοτε αποτέλεσμα πολλαπλών προσδιορισμών. Η κίνηση από το αφηρημένο – θεωρητικό υπόδειγμα προς το συγκεκριμένο εντέλλεται την επίδραση παραγόντων, μηχανισμών και διαδικασιών, οι οποίοι μεσολαβούν, ενισχύουν, μετατοπίζουν, ακυρώνουν ή και διαστρέφουν το μηχανισμό του θεωρητικού υποδείγματος.
Τι σημαίνει αυτό; Η ανάλυση της κρίσης επιτάσσει μια πολύπλευρη διεπιστημονική προσέγγιση, με την προϋπόθεση ότι η διεπιστημονικότητα είναι γνήσια, χειρίζεται θεωρίες, μεθόδους και πορίσματα του συνολικού corpus των κοινωνικών επιστημών και δεν περιορίζεται στην επιλεκτική παράθεση βολικών απόψεων. Η διεπιστημονικότητα απαιτεί αυστηρότητα, επιστημονική αυστηρότητα, πολλαπλάσια εκείνης που απαιτεί κάθε μεμονωμένη πειθαρχία.  
          Με τα επιχειρήματα αυτά αιτιολογώ το εγχείρημα του Σκούφογλου, ο οποίος καταπιάνεται με θέματα της κρίσης, αν και προερχόμενος από τις λεγόμενες θετικές επιστήμες.
          Σε τι συμφωνώ, σε τι διαφωνώ και τι δε μου άρεσε στο βιβλίο. Πρώτον, συμφωνώ με μια σειρά θέσεων του Σκούφογλου στο Πρώτο και στο Δεύτερο Μέρος του βιβλίου. Όπως στην απόρριψη των απόψεων του Λαπαβίτσα για την εκμεταλλευτική θέση του χρηματιστηριακού κεφαλαίου, συμφωνώ ότι πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ σχέσεων εκμετάλλευσης και σχέσεων αναδιανομής της υπεραξίας. Συμφωνώ με τον τρόπο που εξετάζει τη διαδικασία αποβιομηχάνισης και τα συμπεράσματά του. Συμφωνώ και σε πολλά άλλα μερικότερα ή γενικά ζητήματα που εξετάζει ή αναφέρεται εν συντομία.
          Διαφωνώ με την απόλυτη απουσία από την ανάλυση των εξελίξεων στην αγορά εργασίας και της διαχείρισης της εργατικής δύναμης, τα νέα φαινόμενα έμφασης στην παραγωγή απόλυτης υπεραξίας, τις λεγόμενες «ευελιξίες» στην παραγωγή και στην αγορά εργασίας, τον επανακαθορισμό των σχέσεων εξουσίας στο χώρο της παραγωγής και στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Δυστυχώς, ο Σκούφογλου ακολουθεί μια παράδοση κυρίαρχη στη μαρξιστική σύγχρονη συζήτηση, όπου οι συνθήκες της ταξικής σύγκρουσης προκύπτουν νομοτελειακά ή εκ των υστέρων ως από μηχανής θεός. Θεωρώ αυτού του είδους τις προσεγγίσεις μηχανιστικές και αδιέξοδες, καθώς το κεφάλαιο καταλαμβάνει την αποκλειστική θέση στην ανάλυση, αγνοώντας ότι το «κεφάλαιο» είναι κοινωνική σχέση, όχι μέγεθος, ούτε υποκείμενο. Αλλά προφανώς δεν έχω την απαίτηση να παρουσιάσει ο συγγραφέας μια ριζικά διαφορετική οπτική από την κυρίαρχη στο χώρο. Όμως, η έλλειψη της «χαρτογράφησης» της εργασίας είναι ένα μεγάλο κενό στις πολλές χαρτογραφήσεις που επιχειρεί.
          Αν είχε προσπαθήσει μια τέτοια χαρτογράφηση, θα διαπίστωνε ότι σταδιακά ο λεγόμενος «Τρίτος Κόσμος», ενυπάρχει στον κόσμο των «αναπτυγμένων», και αυτό όχι εξ αιτίας της μαζικής μετανάστευσης. Αναφέρομαι στην ταχύτατη αύξηση των εισοδηματικών ανισοτήτων και της διευρυμένης φτώχειας σε Ευρώπη και ΗΠΑ.
          Επισημαίνω μια σημαντική έλλειψη επίσης: Η διαδικασία εμπορευματοποίησης – από-εμπορευματοποίησης των κοινωνικών υπηρεσιών και της οικιακής εργασίας δεν έχει μόνο άμεσες συνέπειες για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης: Εντάσσει έναν τεράστιο χώρο κοινωνικής παραγωγής στο μηχανισμό παραγωγής της υπεραξίας, στο πεδίο της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.
          Δε μου άρεσε, τέλος, η μεγάλη εξάρτηση του συγγραφέα από δευτερογενείς βιβλιογραφικές αναφορές. Τα σύγχρονα πρωτότυπα δεν είναι δυσεύρετα, και η κατανόηση της επιχειρηματολογίας, πιστεύω, ότι είναι περισσότερο γόνιμη από την αναπαραγωγή συμπερασμάτων από δεύτερο χέρι.
          Αυτό θα προφύλασσε τον συγγραφέα από δύο κινδύνους: Από τον κίνδυνο της μεροληπτικής ανάγνωσης, στην οποία έχουν υποβληθεί ήδη τα πρωτότυπα κείμενα στις δευτερογενείς βιβλιογραφικές πηγές και από μια τάση σχηματοποίησης και υπερ-απλούστευσης που διακρίνω στην ανάπτυξη των θεμάτων του.
          Ελπίζω ότι δεν ακυρώνω με αυτά τη συνολική θετική άποψη που έχω για το βιβλίο. Το τι θα ήθελα εγώ να διαβάσω, δε δεσμεύει, βεβαίως, τον συγγραφέα. Το αντίθετο. Άλλωστε, μοναδικός κριτής του βιβλίου δεν είναι παρά οι αναγνώστες του.                   


Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ ΤΩΝ ΣΕΙΣΜΩΝ


Περίπου 600 σπίτια στο Ληξούρι κρίθηκαν κατεδαφιστέα. Πολλά περισσότερα προσωρινά ακατοίκητα. Από τη μία στιγμή στην άλλη οι νοικοκύριδες έγιναν άστεγοι. Μέσα στα συντρίμια των σπιτιών, στις κατεστραμένες οικοσκευές, στα χαλάσματα των δρόμων και του λιμανιού διαγράφονται οι κατεστρεμένες ζωές, τα συντετριμένα όνειρα, τα αναλώματα κόπων και θυσιών της καθημερινότητας.





Και οι στρατιώτες να στήνουν στο γήπεδο σκηνές, προσωρινά ή μονιμότερα καταλύματα, από τη φύση τους ανίκανα να προστατεύσουν αυτούς που έχουν ανάγκη να προστατευτούν. Σκηνές χωρίς δάπεδο, με νάυλον να αναλαμβάνει το ρόλο του μονωτικού μεταξύ των καταπονεμένων σωμάτων και του υγρού χόρτου.
Στη σχετική ζέστη και την απόλυτη ασφάλεια του σπιτιού μου έβλεπα χορτάτος, ποτισμένος και πλυμένος τις εικόνες από την καταστροφή. Και άρχισε το μυαλό μου να γυρίζει πίσω, σε μνήμες σεισμών που έζησα ...

Η πρώτη ανάμνηση από τους σεισμούς ήταν το 1957 στους τελευταίους σεισμούς του Βόλου. Παιδάκι πέντε χρονών - κι ούτε - ακολουθούσα τις μεταθέσεις του πατέρα μου από την Καλαμπάκα στην Πορταριά. Τρία χρόνια καταστροφικών σεισμών είχαν ήδη κτυπήσει την περιοχή και συχνά η γη έτρεμε ακόμα. Στην Πορταριά μας βρήκαν οι δύο σεισμοί του 1957, πολύ δυνατοί και οι δύο, που ολοκλήρωσαν τη σεισμική ακολουθία. Αν και η Πορταριά δεν έπαθε ζημιές - αν δεν κάνω λάθος -, οι δονίσεις ήταν ισχυρές και εκεί. 
 Με τον πρώτο σεισμό καταφύγαμε στο γραφείο του πατέρα μου. Ταχυδρομείο, νεόκτιστο, σε αντικατάσταση του παλαιού που πυρπολήθηκε στην Κατοχή, και "αντισεισμικό". Το έλεγε και το ξαναέλεγε ο πατέρας μου, με υπερηφάνεια και ανακούφιση μαζί. Και έτσι έμαθα αυτήν την περίργη λέξη, που έδινε τη σιγουριά του ανέπαφου και ασφαλούς. Μέχρι πριν λίγα χρόνια το κτίριο του ταχυδρομίου έμενε στη θέση του, ένα δρόμο πάνω από τη πλατεία με τα μεγάλα πλατάνια ... 
Στο γραφείο με τρύπωναν κάτω από ένα μεταλλικό γραφείο κάθε φορά που η γη έτρεμε. Δεν ένιωθα φόβο, ένα παιγνίδι ήταν για μένα, κι η ανησυχία στα πρόσωπα και στα μάτια και στα λόγια των μεγάλων με έκανε να απορώ. Μόνο όταν έφευγε η μάνα μου για να μαγειρέψει στο σπίτι και να μας φέρει φαγητό ανησυχούσα ...  

Ο σεισμός στην Αθήνα το 1981με βρήκε πατέρα στην πρώτη κόρη και επικείμενο φαντάρο. Ο μεγάλος σεισμός της Θεσσαλονίκης πριν λίγους μήνες είχε βοηθήσει στις γρήγορες αποφάσεις και κινήσεις. Το αυτοκίνητο του πατέρα επιτάχθηκε, ο ξάδελφος Βασίλης επιστρατεύτηκε (δεν ήξερα να οδηγώ τότε), και η οικογένεια μεταφέρθηκε στο Άλσος Συγγρού, έξω από την Πανεπιστημιούπολη, μακριά από κτίρια, μέχρι να ησυχάσει ο κόσμος. Η κόρη, ηλικίας ενος έτους τότε, κοιμόταν μακαρίως σε όλη τη διαδικασία, χαμπάρι δεν πήρε πώς την βουτήξαμε από το κρεβάτι της, την κουκουλώσαμε, τη βάλαμε στο αυτοκίνητο ... Αχάλαγη, να είναι καλά.

Ο σεισμός του 1999 με βρήκε σπίτι μου στον Σχοινιά. Ομολογώ ότι φοβήθηκα. Το σπίτι πήγε και ήρθε και εγώ ήμουν πια πολύ μεγάλος για να τρυπώσω κάτω από το γραφείο. Στάθηκα κάτω από την καμάρα (λάθος μεγάλο που δεν το πλήρωσα, γιατί, όπως έμαθα μετά, το σπίτι δεν είχε δοκάρια) μέχρι να σταματήσει, ενώ διάφορα μικρά αντικείμενα έπεφταν. Το σπίτι άντεξε, πολλοί σκοτώθηκαν τότε, οι άστεγοι της Μεταμόρφωσης εξακολουθούν να είναι άστεγοι, όπως μας πληροφόρησε ένας δημοσιογράφς στην ΤΒ που τους θυμήθηκε. 

Μικροπράγματα, δηλαδή, στην προσωπική μου σχέση με τους σεισμούς. Μικρές, γλυκερές, αναμνήσεις. Όμως μια άσχετη μνήμη έκανε την καρδιά μου να σφίξει και τα κόκαλά μου να πονέσουν. Η ανάμνηση του ύπνου σε βρεγμένο χορτάρι.

Η ιστορία ξεκίνησε σαν διασκέδαση και κατέληξε σε μια δύσκολη, πολύ δύσκολη, νύχτα.
Το 1975 έχω φύγει για μεταπτυχιακά στην Αγγλία και τον Αύγουστο είμαι στην Οξφόρδη. Και εκεί μαθαίνουμε ότι κάπου κοντά γίνεται το τελευταίο ροκ φεστιβάλ με ελεύθερη είσοδο. Μαζευτήκαμε καμιά 15αριά να πάμε - οι εικόνες από το Woodstock και η μουσική πανδαισία ήταν πολύ ζωντανή ακόμα. Μάθαμε πιο λεωφορείο πήγαινε, ανεβήκαμε και μετά μια ώρα φτάσαμε. Αύγουστος μήνας, ηλιόλουστη η ημέρα - παράδοξο για την Αγγλία που έβρεχε συχνά ακόμα και το καλοκαίρι, ώστε να θέσει ο Σπύρος, φίλος καλός και συμφοιτητής από την Αθήνα, το κρίσιμο ερώτημα: Τι γράφουν τα εγγλέζικα λεξικά στη λέξη "καλοκαίρι";
Δεν είχαμε σκοπό να μείνουμε το βράδυ, δεν πήραμε παρά ελαφρά μπουφάν μαζί μας (μήπως και βρέξει), ρωτήσαμε τον οδηγό τι ώρα ήταν το τελευταίο δρομολόγιο, μας είπε στις 9 το βράδυ και πήγαμε στο φεστιβάλ.
Μουσικά μπούρδες ήταν, χαζολογούσαμε εδώ και κει και 8,30 ήμασταν στη στάση, μη χάσουμε την επιστροφή. Α, ήμασταν και πεινασμένοι, διότι η είσοδος ελεύθερη, το φαγητό το πλήρωνες και λεφτά γιοκ.
Περιμέναμε και περιμέναμε και περιμέναμε, πουθενά λεωφορείο. Έφτασε 10 η ώρα, σκοτείνιασε, είχαμε μείνει στη στάση. Τρεις ιδέες έπεσαν: Να κάνουμε ωτοστοπ, πράγμα επικίνδυνο, να γυρίσουμε με τα πόδια, πράγμα ακόμα πιο επικίνδυνο ή να γυρίσουμε στο φεστιβάλ να δούμε πώς θα τα βολέψουμε.
Γυρίσαμε. Και ψάχνοντας πού κεφαλήν κλείναι, βρήκαμε ένα μεγάλο νάυλον, σαν αυτά που τυλίγουν τα στρώματα. Στρώσαμε τα μουφάν στο χορτάρι που άρχιζε να βγάζει την υγρασία, και στριμωχτήκαμε κάτω από το ναυλον ο ένας δίπλα στον άλλο.
Τα έφερε η τύχη να είμαι στην άκρη. Μισός στο μπουφάν, μισός στο χορτάρι. Ένιωθα την υγρασία να με διαπερνά, τα κόκαλα να πονάνε, να τρέμω σαν το ψάρι όλο το βράδυ. 
Και για κερασάκι, σε μια σκηνή δίπλα, ο ένοικος είχε μαστουρώσει και έπαιζε το τουμπελέκι συνέχεια ως το ξημέρωμα....
Δέχτηκα το πρώτο φως του ήλιου σαν ανάσταση, σαν θεία ευλογία. Βγήκα από το νάυλον, τεντώθηκα, έτριβα το σώμα, τα χέρια και τα πόδια. Απόλυτο μούδιασμα, όλα ήταν σαν να ήμουν ώρες στο νερό, όλα τα ένιωθα υγρά.
Αυτή η ανάμνηση ήρθε βλέποντας τις σκηνές, τους ανθρώπους να κοιμούνται μεσα στο καταχείμωνο πάνω στο χορτάρι του γηπέδου με την προστασία ενός νάυλον.
Αδέλφια της Κεφαλονιάς, σας νιώθω ως το κόκαλο.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

2ο ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 20 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ


Το 2ο Σεμινάριο για την Κρίση θα γίνει την Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου στις 6μμ
Αριστοτέλους 29, 3ος όροφος (πίσω από το Πάντειο).
Θα μιλήσει ο Ιορδάνης Ψημμένος με θέμα

ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ

Το σεμινάριο είναι ανοικτό και σε προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές

ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΑΒΑΜΕ ΤΗ ΣΟΜΠΑ




30 Νοεμβρίου σήμερα, τελευταία μέρα του ημερολογιακού φθινοπώρου. Κάθε τέτοια μέρα στο σπίτι στο Βόλο επικρατούσε ταραχή. Γιόρταζε ο κυρ Ανδρέας, το σπίτι άνοιγε για να υποδεχθεί τους φίλους, γείτονες και συναδέλφους. Ήταν, βλέπετε, η μεγάλη οικογενειακή μας γιορτή. Ούτε η μάνα μου δεχόταν στη γιορτή της, ούτε εμένα με γιόρταζαν, αλλά η γιορτή του πατέρα μου ήταν κυριολεκτικά "πατροπαράδοτη".
Η ετοιμασία άρχιζε μια - δυο μέρες πριν. Το σπίτι καθαριζόταν επιμελώς, δηλαδή το δωμάτιο με το μεγάλο τραπέζι και τις οκτώ καρέκλες γύρω - γύρω, το "δυτικομεσημβρινό", όπως το έλεγε ο κυρ Ανδρέας, που έβλεπε στο πίσω μέρος του κήπου και από το παράθυρο του οποίου, με λίγη προσοχή και κόβοντας λίγα ατίθασα κλαδιά της ακακίας μπορούσες τα καλοκαιρινά βράδια να βλέπεις την οθόνη του Έσπερου. Ασκήθηκα έτσι στον βωβό κινηματογράφο: Ούτε ήχος έφθανε, ούτε τα γράμματα μπορούσα να δω βέβαια. Μπορούσες, όμως, να χαζέψεις κανένα μισάωρο, πριν πιαστείς από την άβολη θέση κατόπτευσης, και αφού τα χελιδόνια είχαν αποσυρθεί στις φωλιές τους - άλλο καθημερινό απογευματινό χάζεμα αυτό, από το μπαλκόνι αυτή τη φορά, καταπίνοντας με αηδία το χτυπημένο αυγό με τα ίχνη καφέ μέσα για να σπάζει αυγουλίλα. 
Το σπίτι καθαριζόταν, αφού προηγουμένως καθαριζόταν η σόμπα και τα μπουριά της. Ειδικότητα του πατέρα μου αυτή. Τα μπουριά έβγαιναν όλα, η κάπνα έπεφτε σε ανοικτές εφημερίδες στρωμένες στο πάτωμα κατά μήκος των μπουριών, μετά στο ταρατσάκι της κουζίνας για κανονικό καθάρισμα και επιθεώρηση: ποια είναι γερά, ποια έχουν τρυπούλες. Αυτά έπρεπε να αντικατασταθούν ή, αν το επέτρεπε η συνδεσμολογία, να καλυφθούν οι τρύπες από άλλο μπουρί ή από κείνα τα δακτυλίδια που συνένωναν δυο διαδοχικά μπουριά. Μετά συναρμολόγηση και δοκιμή: Η σόμπα άναβε την παραμονή, συνήθως για μισή ώρα για να δούμε αν τράβαγε κανονικά ή αν ο καπνός έμενε στο δωμάτιο. Crash test, δηλαδή, κανονικό.
Η μάνα μου, αυτονοήτως, στη γκρίνια. "Δεν προσέχεις, λερώνεις, όλο τον κόσμο, κοίτα τα ρούχα σου πώς τα έκανες, φοράς και σακάκι με γραβάτα για να φτιάξεις τη σόμπα, δες τις βρωμιές που έριξες στο χωλ, να δούμε αν θα καθαρίσουν και τι θα πει ο κόσμος αύριο" αυτά που λένε οι γυναίκες με γκρινιάρικη προδιάθεση συνήθως.
Μπαίνανε και τα χαλιά, κάτι μεγάλες κουρελούδες φτιαγμένες από τα χεράκια της θείας Λίτσας, πριν παντρευτεί και εγκαταλείψει τον αργαλειό και πιάσει τον πλάστη ν' ανοίγει φύλλα για πίτες. Εκεί, στο στρώσιμο του χαλιού συμμετείχα αποφασιστικά: Οι μεγάλοι σήκωναν το τραπέζι κι εγώ χωνόμουν κι έφτιαχνα το χαλί, λίγο από δω, λίγο από κει, ώσπου να ικανοποιηθούν και πουν "ωραίο έγινε", πράγμα που σήμαινε ότι τοποθετήθηκε συμμετρικά κάτω από το μεγάλο τραπέζι. Καλυπτόταν και το άθλιο πάτωμα: κάτω χοντροσανίδια καρφωμένα, γεμάτα ακίδες που έμπαιναν συνήθως μεταξύ κρέατος και νυχιού στα πόδια των παιδιών που συνήθιζαν να κυκλοφορούν ξυπόλυτα, σαν την αφεντιά μου.
Αυτό το δωμάτιο του μεγάλου τραπεζιού άνοιγε ουσιαστικά μια φορά το χρόνο. Τις άλλες μέρες έμενε κλεισμένο - πλην τα βράδια του καλοκαιριού που λέγαμε. Κρύο και υγρό ήταν, δεν σου έκανε καρδιά ούτε να το επισκεφτείς. Η ζωή του σπιτιού ήταν στο δωμάτιο της σόμπας, ανεξαρτήτως εποχής. 
Η σόμπα στεκόταν περήφανη στο γωνία της, δίπλα από την ξυλοθήκη. Ήξερε ότι ήταν το κέντρο του σπιτιού, γύρω της ήταν όλη η ζωή μας. Από το πρωί που άναβε, ως το βράδυ που θα κοιμηθούμε, ενώ την αφήναμε να σιγοσβύσει αργοκαίγοντας το τελευταίο ξύλο. Άναβε συνεχώς από τις 30 Νοεμβρίου ως το τέλος Μαρτίου, μερικές φορές και λίγο ακόμα.
Εκεί, στο δωμάτιο της σόμπας ήταν το κρεβάτι μου, ένα άλλο μεγάλο τραπέζι τετράγωνο αυτό, πολλαπλών χρήσεων, καρέκλες ψάθινες κουζίνας και το ραδιόφωνο, μάρκας Phillips, αγορασμένο, όπως μου έλεγαν από την Αθήνα, τη μέρα που βαπτίστηκα. Αλλά το πώς βαπτίστηκα, σας το έχω πει,
Σ' αυτό το τραπέζι τρώγαμε, διάβαζα, άπλωνε ο πατέρας μου τη συλλογή των γραμματοσήμων του και μου έδειχνε γραμματόσημα από χώρες μακρινές και σειρές ελληνικές. Στο τραπέζι αυτό σιδέρωνε η μάνα μου τα ρούχα και ο πατέρας μου τα γραμματόσημα που ξεκολλούσε προσεκτικά βάζοντάς τα σε ένα βαθύ πιάτο με νερό πρώτα και μετά απλώνοντάς τα σε στυπόχαρτα και εφημερίδες. Μετά το στέγνωμα τα σιδέρωνε και άρχιζε τον έλεγχο: Μ’ έναν μεγεθυντικό φακό τα κοίταζε, πρόσεχε τα δοντάκια, τη σφραγίδα, ούτε και ξέρω τι άλλο. Άνοιγε και κάτι βιβλία για συλλέκτες, έπαιρνε πληροφορίες, βλέπετε δεν είχαμε ίντερνετ τότε, στα βιβλία ψάχναμε να βρούμε αυτό που θέλαμε …
Τα σκάρτα και τα ξένα μου τα έδινε. Θυμάμαι μια σειρά πορτογαλικών γραμματοσήμων μικρά σε μέγεθος και σε διάφορα χρήματα. Τα καλύτερά μου. Πάνω τους είχαν έναν ιππότη να καλπάζει, το κράνος κατεβασμένο, το κοντάρι σε οριζόντια θέση. Τα υπέβαλλα σε πληθώρα μονομαχιών – κέρδιζε πάντα το κόκκινο, ποιος ξέρει γιατί (!!!).
Του Αγίου Ανδρέα, λοιπόν. Τα λουκάνικα από τα Τρίκαλα έφθαναν αυτήν την ημέρα με το ΚΤΕΛ, πεσκέσι από τη γιαγιά, αν δεν ερχόταν η ίδια. Και το βραδάκι, μόλις σκοτείνιαζε, άρχισε να έρχεται ο κόσμος. Λικεράκι – πράσινο μέντα, που το είχα δοκιμάσει κρυφά, αλλά δεν μου άρεσε καθόλου – φρουί γλασέ, τα γνωστά. Και όταν μέναν οι λίγοι, οι καλοί, η μάνα μου άρχισε να τηγανίζει τα λουκάνικα και να βγάζει μεζέδες και κρασί.
Αυτά γινόταν μέσα, στο κρύο και υγρό δωμάτιο. Εγώ, δίπλα στη σόμπα, άκουγα να κουβεντιάζουν, να φωνάζουν, να τραγουδάνε. Έτρωγα το λουκάνικό μου, ένοιωθα τη ζέστη να με γεμίζει, άκουγα τα ξύλα να τρίζουν στο άγγιγμα της φλόγας ...

Κάθομαι και θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια στο Βόλο. Τότε που το κρύο ήταν αυτονόητο και η ζέστη απόλαυση. Κάθομαι και θυμάμαι, σ’ ένα δωμάτιο κρύο, αυτήν την τελευταία μέρα του φθινόπωρου, και δεν έχω πατέρα να του πω «Χρόνια Πολλά», έστω και τυπικά.