Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Σάββατο 25 Μαΐου 2013

ΤΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΠΛΟΙΚΤΗΤΗ


Ιστορία αληθινή.

Έμενα πολλά χρόνια σπίτι μου στο Σχοινιά. Με ένα λυκόσκυλο βέλγικο στον κήπο και μια σκυλίτσα -Κλάρα, όνομα και πράγμα, σαν κλαράκι ήταν - αλλά φωνακλού, κοιμώμουν τα καλοκαιρινά βράδια με ανοικτές πόρτες και παραθύρια (και πολλά φιδάκια για το φόβο των κουνουπιών, και όταν λέμε κουνουπιών, εννοούμε ΚΟΥΝΟΥΠΙΩΝ).
Είχα και τη βεβαιότητα ότι κοιμάμαι ελαφρά. Τι στο διάολο κάθε τρεις και λίγο ξύπνιος ήμουν το βράδυ.
Από το πίσω μέρος του σπιτιού είχε το δικό του σπίτι ο "καπετάνιος". Καπετάνιος πραγματικός, του εμπορικού ναυτικού, πήρε τη σύνταξη, δυο ροντβάιλερ και ένα άλογο, και τα απογεύματα μου εκανε επίσκεψη για λίγο κουβεντούλα, αυτός καβάλα, εγώ πεζός, αυτός στο δρόμο, εγώ πίσω απ' την καγκελόπορτα, τα σκυλιά να γαυγίζουν, τα λέγαμε κανένα 5λεπτο. Μόνοι ζούσαμε κι οι δυο, λογαριασμό δεν δίναμε. Καμιά φορά πίναμε κι ένα ουίσκι ...
Εκεί που πίναμε το ουίσκι μου τα είπε: "Ελπίζω να μην τρόμαξες χθες το βράδυ".
"Γιατί τι έγινε;" ρώτησα.
Πνίγηκε και κοντεψε να πέσει από την πολυθρόνα (του σκηνοθέτη παρακαλώ, με άσπρο πανί). "Καλά ρε! Δεν άκουσες τους πυροβολισμούς;"
"Ποιους πυροβολισμούς;" ψελισα. 
Μου είπε την ιστορία: Κατά τις 3 - 3.30 το βράδυ τα σκυλιά του και τα σκυλιά μου γαύγιζαν "περέργα", ξύπνησε, βγήκε στο πάνω μπαλκόνι και είδε μια σκιά ανθρώπου να σέρνεται ανάμεσα στα σπίτια μας, στο άκτιστο οικόπεδο. Φώναξε "ποιος είναι" (αλτ τις ει, που λένε), η σκιά δεν έδωσε το σύνθημα, ζάρωσε κι όλας, πήρε κι αυτός το όπλο του και έριξε τρεις φορές στον αέρα, τρέποντας τη σκιά σε άτακτη φυγή.
Τον άκουγα συγχισμένος. Η ιδέα που είχα για το ελαφρύ του ύπνου μου είχε καταρρακωθεί δια παντός. ...
Τώρα τι σας λέω κάτι που μπορεί να σας το έχω ξαναπεί επιπλέον. Ουδέν ενδιαφέρον έχει το γεγονός στο φινάλε. Όμως, έχει η συνέχεια.
"Θα μπαρκάρω πάλι" μου λέει μετά από λίγο καιρό. Καπετάνιος σε γκαζάδικο θα έμπαινε. 'Ηξερα είχε πρόβλημα και μια κόρη με ανάγκη μεγάλη, καθότι "παιδί με ειδικές δυνατότητες".
Του ευχήθηκα καλοτάξιδος και τον έχασα. Μήνες πολλοί. Ένα απογευματάκι τον ξαναβλέπω. Αδυνατισμένο, κακοπαθημένο, άλλος άνθρωπος.
"Τι γίνεται καπετάνιο" του λέω. "Καλώς ήρθες".
Μου είπε την ιστορία. Το γκαζάδικο έπιασε Ισραήλ και μετά Συρία. Στη Συρία πήγαν καρφωτοί ότι είχαν πιάσει πρώτα Ισραήλ. Φυλακή αυτός σε άθλιο μπουντρούμι με καμιά 20 άλλους παρέα, κατάσχεση στο πλοίο.
Ο πλοιοκτήτης βέβαια ενεργοποιήθηκε. Πέτυχε να απελευθερώσει το πλοίο. Ξέχασε μόνο τον καπετάνιο ...
Μετά από μήνες με τα χίλια ζόρια και κάποια εκατομμύρια (ναι επί δραχμής η ιστορία - αλλά τα λεφτά ήταν δολλάρια) που έδωσε ο αδελφός του από Αμερική, γύρισε πίσω. Δεν πήρε από τον πλοιοκτήτη ούτε τα λεφτά του.
Κι όταν ακούω για "σωτήρες" ομάδων που ανοίγουν το πουγκί και ξοδεύουν μου έρχεται να ξεράσω.
Και μερικές φορές το κάνω κι όλας ...

Δευτέρα 4 Φεβρουαρίου 2013

ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ



 Ένα παλαιό κείμενο. Γραμμένο το Δεκέμβρη του 2008. Καθώς ακούω τα όσα λέγονται γύρω από τη σύλληψη των "τρομοκρατών" (με ή χωρίς εισαγωγικά, όπως αγαπάτε) αντιλαμβάνομαι την σημερινή του επικαιρότητα. Μπορεί απλώς να το νομίζω εγώ μόνο.Έτσι, δεν άλλαξα ούτε μια λέξη.

ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΠΕΤΡΑΚΗ: ΟΙ ΝΕΕΣ ΜΟΡΦΕΣ ΟΡΓΑΝΩΣΗΣ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ
GUTENBERG, 2007
Η εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου της Γεωργίας Πετράκη ήταν να γίνει την Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου στη ΓΣΕΕ. Η κατάληψη των γραφείων της ΓΣΕΕ είχε την παράπλευρη απώλεια: αναβολή (;) της εκδήλωσης. Το κείμενο που ακολουθεί είναι η δική μου συμβολή στην παρουσίαση.

Επιτρέψτε μου να μη μιλήσω ευθέως για το βιβλίο της συναδέλφου, αλλά να το χρησιμοποιήσω ως πρόσχημα για να διατυπώσω μια σειρά σκέψεων, οι οποίες, όπως θα αντιληφθείτε, δεν είναι τόσο μακριά από το περιεχόμενο του βιβλίου. Άλλωστε, οι προσωπικές μου θέσεις για τα ζητήματα αυτά, τα ζητήματα των αναδιαρθρώσεων του χώρου της παραγωγής, έχουν διατυπωθεί εδώ και χρόνια.
            Πριν 160 ακριβώς χρόνια, σε μια εποχή ταραγμένη, όπως οι μέρες αυτές, ένα μικρό βιβλιαράκι άρχιζε με τον εξής τρόπο:
«Ένα φάντασμα πλανιέται στην Ευρώπη. … Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης Ευρώπης έχουν συνάψει ιερά συμμαχία για να καταπολεμήσουν το φάντασμα αυτό».

Απευθυνόμενος σ’ ένα κοινό που κατά τεκμήριο αγαπά τα βιβλία και αναμφίβολα είναι κοινωνικά ευαίσθητο, είμαι βέβαιος ότι αναγνωρίσατε την πρώτη παράγραφο του Κομμουνιστικού Μανιφέστου. Σήμερα, αυτές τις μέρες, το φάντασμα του κομμουνισμού μοιάζει να είναι εξορκισμένο. Ένα άλλο φάντασμα, όμως, απλώνει τη σκιά του και γι’ αυτό επιτρέψτε μου να γίνω ασεβής και να «εκσυγχρονίσω» λίγο το κείμενο.
«Ένα φάντασμα πλανιέται στην Ευρώπη. Το φάντασμα μιας νεολαίας που προδώσαμε, που της αρνηθήκαμε το δικαίωμα να γίνει διαφορετική, που τη τσακίζουμε καθημερινά στο σχολείο και στο φροντιστήριο, που την εξορίσαμε στη μοναξιά της μελέτης, μ’ ένα σκοπό του ταξιδιού, το πανεπιστήμιο, την καριέρα, το χρήμα. Της στερήσαμε τη γλώσσα και της δώσαμε κλισέ, της αρνηθήκαμε την τρυφερότητα και της προσφέραμε life style, της κρύψαμε την αλήθεια και τη γεμίσαμε με τις δικές μας απατηλές εκλογικεύσεις, πίσω από τις οποίες κρύβουμε τη διαφθορά μας και τις ενοχές μας. Σα φάντασμα ρίχνει τη σκιά της στις πολυτελείς βιτρίνες, αλλά στερείται λόγου. ‘Η μάλλον βγάζει βωβές κραυγές, δηλωτικές του πόνου και της απόγνωσης, ανοίκειες, όμως, στ’ αυτιά μας.  Όλες οι δυνάμεις της γερασμένης Ευρώπης έχουν συνάψει ιερά συμμαχία για να καταπολεμήσουν το φάντασμα αυτό: τα ιερατεία και οι κυβερνήσεις, οι Σαρκοζίδες και οι Σιργκολέν, οι σοσιαλιστές νέου τύπου και οι χριστιανοδημοκράτες».         

Μα τι είναι αυτή η νεολαία και γιατί η πιθανότητα μιας έκρηξής της προκαλεί το φόβο; Είναι τα παιδιά αυτών που το βιβλίο της κας Πετράκη τους αναγνωρίζει, και ορθώς, ως τα αντικείμενα, τα πειραματόζωα, των αναδιαρθρώσεων του χώρου της παραγωγής των τελευταίων 40 ετών. Των μισθωτών εργαζόμενων. Των μισθωτών στη βιομηχανία, αλλά και στις υπηρεσίες, που έχουν υποστεί μια τόσο ακραία ήττα, που η ζωή τους έχει γίνει σαν τον ήρωα εφιαλτικού ηλεκτρονικού παιγνιδιού που αναζητά κρυπτόμενος στιγμιαίες ζωές: Η οικονομία της αγοράς, η ισότητα των υποκειμένων, η ελευθερία των συναλλαγών, η δίκαιη ανταλλαγή, επιμελώς κρύβει τον αυταρχισμό, την ανισότητα, τον καταναγκασμό και την αδικία που φωλιάζει στο χώρο της παραγωγής. Ο Μαρξ μας το έμαθε αυτό, μια κληρονομιά πολύτιμη γιατί έτσι μας δίδαξε να βλέπουμε πέρα από την επιφάνεια των πραγμάτων, την ουσία των κοινωνικών διεργασιών.
            Φαντάζομαι ότι όσοι από σας διαβάσατε το βιβλίο της κας Πετράκη και όσοι γνωρίζετε τη σχετική ογκώδη βιβλιογραφία θα θυμηθήκατε ότι από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 οι νέες μορφές οργάνωσης της παραγωγής έγιναν κάτι σαν εξωτικοί προορισμοί. Με πρωτεργάτες τους γάλλους συναδέλφους που ανήκαν σε κάποια από τις πολλές τάσεις της σχολής της ρύθμισης γράφτηκαν άπειρα άρθρα και βιβλία όπου καθένας από τους συμμετέχοντες έβαζε το σημαιάκι του στην αντίστοιχη μορφή οργάνωσης της παραγωγής που ανακάλυπτε, μάλιστα, ορισμένοι από αυτούς ανακάλυπταν κάθε μήνα νέες, πρωτόγνωρες, μορφές οργάνωσης.
            Σύντομα το παιγνίδι επεκτάθηκε. Από τον ακραίο περιγραφισμό και την υπεργενίκευση περάσαμε σε πιο ενδιαφέρουσες νοητικές ασκήσεις. Από την οργάνωση της αλυσίδας παραγωγής προέκυψε ο φορντισμός, ένα πρότυπο συσσώρευσης του κεφαλαίου, με ομογενείς νόρμες παραγωγής και κατανάλωσης και με ένα κράτος προορισμένο να εξασφαλίζει αυτήν την ομογένεια. Από τις νέες μορφές οργάνωσης της εργασίας προέκυψαν μια πληθώρα εναλλακτικών προτύπων συσσώρευσης, οι μετα-φορντισμοί, με προεξάρχοντα εκείνο που ονομάσθηκε «ευέλικτη εξειδίκευση».
            Κατά κάποιο τρόπο, αναπάντεχα αλλά όχι ανεξήγητα, η στροφή στις νέες μορφές οργάνωσης της εργασίας οδήγησε στην εγκατάλειψη μιας πλούσιας συζήτησης: του προβλήματος του κράτους και των σχέσεων εξουσίας. Αν εξαιρέσουμε την καρικατούρα που αποπειράθηκε να προβληθεί από τους υποστηρικτές της ευέλικτης εξειδίκευσης ως αρμονικός προς αυτή τρόπος οργάνωσης της πολιτικής, αυτό που έχω ονομάσει «ηθική της μαφίας», το πρόβλημα της εξουσίας εξαφανίσθηκε. Αλλά ταυτόχρονα εξαφανίσθηκε και ο ίδιος ο μισθωτός εργαζόμενος. Έγινε πολυλειτουργικός, πολυσθενής, απασχολήσιμος, εργαζόμενος σε ad hoc ομάδες, κάτοχος ποσοτήτων «ανθρώπινου κεφαλαίου», εύπλαστος και ευέλικτος. «Υβριδικός» όπως το είχε πει κάποτε κάποιος συνάδελφος, μη αντιλαμβανόμενος την τραγικότητα της λέξης που εκστόμιζε.
            Αν εξαφανίσθηκε ο εργαζόμενος και πάψαμε να μιλάμε για τις σχέσεις εξουσίας αυτό δεν σημαίνει ότι αμφότερα είναι ανύπαρκτα: Οι σχέσεις εξουσίας αποτυπώνονται με σαφήνεια στους επιταχυνόμενους ρυθμούς εργασίας, στην περιστολή των νεκρών χρόνων, στην επέκταση του ωραρίου, στην ενίσχυση του διευθυντικού δικαιώματος, στην αύξηση του εργοδοτικού ελέγχου, στην υποχώρηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων, στην περιστολή των κοινωνικών δικαιωμάτων στην αμφισβήτηση ατομικών δικαιωμάτων. Οι νέες μορφές οργάνωσης της παραγωγής δεν έχουν αποτελέσει ένα βήμα προόδου, παρά την εν δυνάμει απελευθερωτική δυνατότητα των νέων τεχνολογιών.
            Πόσο νέες, όμως, είναι αυτές οι νέες μορφές οργάνωσης της παραγωγής; Αν εξαιρέσουμε το τεχνολογικό τους περίβλημα, ελάχιστα. Απλώς παρατηρούμε την αντίστροφη πορεία της ιστορίας, από την ομογενοποίηση της εργασίας, στην ένταση των κατακερματισμών και της εξατομίκευσης. Η εξατομίκευση της σχέσης μισθωτής εργασίας, η καθαρή ανταλλακτική σχέση μεταξύ δύο τυπικά ελεύθερων υποκειμένων που συνοψίζει την ιδεολογία της φιλελεύθερης αστικής σκέψης, συνεπάγεται την απόλυτη εξουσία του εργοδότη και την απόλυτη υποταγή του μισθωτού.   
            Αν το «μαύρο κουτί» του χώρου της παραγωγής άνοιξε στη δεκαετία του 1970, εν μέρει και ως αποτέλεσμα μιας άλλης εξέγερσης μιας άλλης γενιάς νέων, για να εξετάσει συνθήκες εργασίας, σχέσεις εξουσίας και ανθρώπινες υπάρξεις, στην επόμενη δεκαετία ρίξαμε ένα φως που παραμόρφωσε τις πραγματικές σχέσεις και μετέτρεψε πλασματικά την επίγεια κόλαση σε επίγειο παράδεισο: Εργαζόμενοι που εμπλουτίζουν (ακόπως;) τις δεξιότητές τους, που ταυτίζονται με τους στόχους της επιχείρησης, που συνεργάζονται αποτελεσματικά μεταξύ τους, που παράγουν ποιοτικά προϊόντα με υπερσύγχρονες τεχνολογίες, που επιλύουν προβλήματα και καινοτομούν. Αυτό το μυθικό πλάσμα δεν έχει κοινωνικό χώρο, οικογενειακή ζωή, επιθυμίες άλλες, δεν μας ενδιαφέρει πόσες ώρες εργάζεται και τι αμοιβή παίρνει. Δεν έχει ανθρώπινη υπόσταση. Και όλα λειτουργούν σ’ ένα κοινωνικό περιβάλλον συνεργασίας, αρμονίας και αποτελεσματικότητας. Και διαπραγμάτευσης και διαλόγου. Α, ναι. Δεν υπάρχει καν μνεία της μαζικής ανεργίας.
            Ας θυμηθούμε, λοιπόν, τις αναλύσεις του Νίκου Πουλαντζά για τη νέα μικροαστική τάξη προκειμένου να κατανοήσουμε τον πυρήνα των αναδιαρθρώσεων στο χώρο της παραγωγής. Να κατανοήσουμε το συμβολικό χαρακτήρα των τίτλων σπουδών και τη διαδικασία μαζικής τους απαξίωσης. Να θυμηθούμε ότι το εργοστάσιο του Φορντ δεν περιείχε μόνο την αλυσίδα παραγωγής, την τυποποίηση των εξαρτημάτων και τις αυξημένες αμοιβές, αλλά και το τμήμα προσωπικού, δηλαδή της συστηματικής παρακολούθησης της ζωής και της συμπεριφοράς των εργαζομένων μέσα και έξω από το χώρο παραγωγής.
            Μπορούμε να λέμε πολλά παραμύθια στους νέους. Ενδεχομένως όλοι μας στο σχολείο και στο πανεπιστήμιο λέμε τέτοια κατευναστικά αφηγήματα. Ας μην παραβλέπουμε τη διδακτική αξία των παραμυθιών που λειτουργεί αποτελεσματικά μέσα από την υπαινικτική οργάνωση του μύθου. Η κα Πετράκη μας χαρίζει μια συλλογή τέτοιων παραμυθιών, παρουσιασμένα με σαφή και γλαφυρή γλώσσα και επιστημονική εντιμότητα. Δεν έχει καμία σημασία αν εγώ προσωπικά συμφωνώ με αυτό ή διαφωνώ με το άλλο σημείο του βιβλίου. Σημασία έχει να μιλήσουμε γι’ αυτά που είναι πέρα από το περιεχόμενο ενός βιβλίου. Αυτά που οι γιοί και οι κόρες των επισφαλών εργαζομένων σήμερα, οι γιοί και οι κόρες των κοινωνικά αποκλεισμένων αύριο μας καλούν να μιλήσουμε μέσα από την εκκωφαντική σιωπή τους που τη διακόπτει η φλόγα της βόμβας μολότωφ και το σύριγμα του δακρυγόνου.               

Δευτέρα 28 Ιανουαρίου 2013

ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟ POLECONOMIX

http://www.poleconomix.gr/portal/pages/5030

Ο Απόστολος Δεδουσόπουλος συζητά με το poleconomix


PoleconomixΔεδομένων των δημοσιονομικών περιορισμών που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές κυβερνήσεις των τελευταίων ετών, τί είδους και προς ποιά κατεύθυνση μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας θα έπρεπε να προωθήσουν, προκειμένου να βελτιώσουν τις επιδόσεις της;
Απόστολος Δεδουσόπουλος: Νομίζω ότι η ερώτησή σας έχει δύο σκέλη: Αφ’ ενός θέτετε το ζήτημα του ελλείμματος του δημόσιου προϋπολογισμού και του εξωτερικού δημόσιου χρέους και, αφ’ ετέρου, το ζήτημα των πολιτικών που εφαρμόστηκαν στην αγορά εργασίας. Ως προς το πρώτο ζήτημα, το μερίδιο των δημόσιων δαπανών στην Ελλάδα στο συνολικό ΑΕΠ σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 2000-9 σταθερά ήταν ελαφρώς χαμηλότερο του αντίστοιχου μέσου όρου των χωρών της ΕΕ και της περιοχής ΕΥΡΩ, με την εξαίρεση δύο ετών (2008-9) όπου σημειώθηκε ταχεία αύξηση. Αυτό που εμφάνιζε απόκλιση, και μάλιστα πάνω από 6 ποσοστιαίες μονάδες σ’ όλη αυτήν την περίοδο, ήταν τα δημόσια έσοδα, δηλαδή τα έσοδα από τη φορολογία. Μάλιστα, στη δεκαετία 2000-9 ο ρυθμός μείωσης των δημοσίων εσόδων αυξάνεται ταχύτερα από τον αντίστοιχο των χωρών ΕΕ και ΕΥΡΩ. Είναι προφανές ότι το πρόβλημα χρέους αντιμετωπίστηκε εσφαλμένα: Αντί να επιδιώξουμε τη διεύρυνση της φορολογικής βάσης, την πάταξη της φοροδιαφυγής και των φορολογικών απαλλαγών των ανώτερων εισοδηματικών ομάδων, επιλέχθηκε η μείωση των δημόσιων δαπανών και η φορολογική επιβάρυνση των κοινωνικών ομάδων που είχαν αδυναμία φοροδιαφυγής (μισθωτοί – συνταξιούχοι). Αυτό που ήταν αυτονόητο τότε, αναγνωρίζεται σήμερα με τρία χρόνια καθυστέρηση. Εν τω μεταξύ, η Ελλάδα έχει μπει σε ένα φαύλο κύκλο ύφεσης με τραγικά αποτελέσματα, τόσο στην οικονομία και την παραγωγική δομή, όσο και στην κοινωνική της συνοχή.
Η εξελίξεις στην αγορά εργασίας, η μαζική, γενικευμένη και εμμένουσα ανεργία αποτελεί πλέον τον έναν πόλο αυτού του ανατροφοδοτούμενου κυκλώματος της καταστροφικής ύφεσης. Αλλά και οι επεμβάσεις που έγιναν και γίνονται στην αγορά εργασίας επιδεινώνουν τους όρους αυτής της διαδικασίας: Η κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, η μείωση των μισθών, η θεσμική απορρύθμιση της αγοράς εργασίας, δηλαδή η επαναφορά ενός απόλυτου και άνευ θεσμικών περιορισμών εργοδοτικού δικαιώματος, αποτελούν το πλαίσιο μιας σοβαρής κοινωνικής ανατροπής και μιας οπισθοχώρησης σε αντιλήψεις που απέχουν πολύ από πολιτικές σύνθεσης και μετριασμού της κοινωνικής αντιπαράθεσης – η οποία, ούτως ή άλλως, εξακολουθεί, άλλοτε εμφανώς και άλλοτε συγκεκαλυμμένη.
Οι πολιτικές για την αγορά εργασίας ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1990 βασίζονται σε δύο εσφαλμένες παραδοχές, οι οποίες απέχουν πολύ από το να έχουν αποδειχθεί. Πρώτον, ότι η απορρύθμιση της αγοράς εργασίας βελτιώνει την παραγωγικότητα της εργασίας και μειώνει την ανεργία. Δεν έχω το χώρο να αποδείξω το εσφαλμένο αυτής της άποψης και ως προς τα δύο σκέλη της εδώ, αρκούμαι στο συμπέρασμα: Αυτό που επιτυγχάνει είναι δύο αναδιανομές: την αναδιανομή του εισοδήματος προς όφελος των κερδών και την αναδιανομή της εργασίας ή, ορθότερα, της ανεργίας, μεταξύ των μισθωτών.
Δεύτερον, η δεύτερη παραδοχή ήταν ότι η ελληνική αγορά εργασίας ήταν υπερβολικά ρυθμισμένη. Ο μύθος αυτός αγνοεί τον οικονομικό κατακερματισμό της ελληνικής αγοράς εργασίας, τη συνύπαρξη μονοπωλιακών και ολιγοπωλιακών επιχειρήσεων με επιχειρήσεις μικρές και μεσαίου μεγέθους. Αυτό έχει συνέπειες για τον τρόπο λειτουργίας των αγορών εργασίας. Μια ματιά στο ποσοστό απολύσεων κατ’ έτος ανά μισθωτό στη διάρκεια του έτους από το 1995 ως σήμερα δείχνει την υπερβολική ευελιξία της αγοράς εργασίας. Αλλά και η κλαδική διασπορά των μισθών διαχρονικά φανερώνει την έλλειψη οποιασδήποτε αίσθησης μιας «άκαμπτης» αγοράς εργασίας. Αν σε αυτό προστεθεί η παραδοσιακή ελλιπής παρουσία του λεγόμενου προνοιακού κράτους και των επιδομάτων ανεργίας και η αδυναμία πλέον της οικογένειας να συμβάλλει στην αναπαραγωγή των μελών της αναδεικνύεται η ζοφερή πραγματικότητα της ζωής στη σύγχρονη Ελλάδα.
Poleconomix:Πιστεύετε ότι η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας αρκεί για την αποκατάσταση των επιδόσεων της ελληνικής αγοράς εργασίας; Ανησυχείτε μήπως η τρέχουσα οικονομική κρίση δημιουργήσει μόνιμου χαρακτήρα προβλήματα στην ελληνική αγορά εργασίας;
Απόστολος Δεδουσόπουλος: Να διευκρινίσουμε πρώτα τι εννοούμε με τις «επιδόσεις» της ελληνικής αγοράς εργασίας. Προφανώς εννοείτε τη επαναφορά της ανεργίας στα προ κρίσης επίπεδα, την αποκατάσταση των επιπέδων των μισθών, την υιοθέτηση εκ νέου ενός προστατευτικού θεσμικού πλαισίου για το αδύναμο «συμβαλλόμενο» στη σχέση μισθωτής εργασίας, την ενεργοποίηση, δηλαδή, εκ νέου του εργατικού δικαίου, ατομικού και συλλογικού. Δεν είμαι καθόλου αισιόδοξος, αν δεν έχουμε μια συνολική επανατοποθέτηση της πολιτικής που εφαρμόζεται.
Η ύφεση προβλέπω ότι θα συνεχιστεί με ρυθμούς διπλάσιους από τους προβλεπόμενους στο 3οΜνημόνιο για το 2013 και θα συνεχιστεί στην επόμενη τριετία. Αλλά και αν με κάποιο μαγικό τρόπο σταματούσε σήμερα η ύφεση, θα υπήρχε μια μεγάλη περίοδος κατά την οποία η ανεργία όχι μόνον δεν θα έπεφτε, αλλά θα συνέχιζε να αυξάνεται. Η πιθανότητα μιας μακράς περιόδου μικρών ρυθμών ανάπτυξης και μηδενικών ρυθμών αύξησης της απασχόλησης είναι πάρα πολύ πιθανή και γίνεται πιθανότερη εξαιτίας των ρυθμίσεων που έχουν υιοθετηθεί για τη διευθέτηση του χρόνου εργασίας και τη μείωση του κόστους των υπερωριών. Ήδη, σε πολλούς κλάδους η μεγάλη μείωση της απασχόλησης συνοδεύεται με αύξηση των υπερωριών – και μάλιστα των απλήρωτων υπερωριών – των εργαζομένων που εξακολουθούν να εργάζονται. Υπάρχει και το μεγάλο απόθεμα των μισθωτών που εργάζονται με μερική απασχόληση ή εκ περιτροπής μετά τη μεταβολή της ατομικής σύμβασης εργασίας μονομερώς από τον εργοδότη ή με την εκβιασμένη «συναίνεσή» τους προ της άμεσης απειλής της απόλυσης.
Αλλά θα σας θέσω και ένα πρόβλημα ακόμη για το μέλλον. ‘Ένα αυξανόμενο ποσοστό ανέργων, ήδη σχεδόν το 50% του συνολικού αριθμού των ανέργων, είναι ηλικίας 40 ετών και άνω. Οι περισσότεροι από αυτούς έχουν εξαντλήσει το χρόνο κάλυψης από το επίδομα ανεργίας, σταδιακά στερούνται την υγειονομική περίθαλψη και απέχουν πολύ από το να συγκεντρώσουν τις προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, όταν φθάσουν στην ηλικία των 65 ή 67 ετών. Τι θα γίνουν αυτοί οι άνθρωποι, αυτές οι οικογένειες μετά 10 ή 15 χρόνια; Που θα βρουν εργασία τα άτομα ηλικίας 45 ετών και άνω, ακόμα και αν άρχιζε αύριο η ανάκαμψη; Φοβάμαι ότι τα προβλήματα δεν είναι μόνο του παρόντος, αλλά και του μέλλοντος.
PoleconomixΣυμφωνείτε ότι θα πρέπει να εφαρμοστεί ένα νέο μοντέλοανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας; Αν ναι, σε ποιους πυλώνες θα πρέπει να βασιστεί;
Απόστολος Δεδουσόπουλος: Το ελληνικό μοντέλο ανάπτυξης έχει μπει σε κρίση εδώ και πολλές δεκαετίες. Φυσικά και πρέπει να εμπεδωθεί ένα νέο υπόδειγμα, ριζικά διαφορετικό από το υπάρχον που, άλλωστε, καταρρέει. Το ερώτημα είναι όχι τόσο σε ποιους τομείς θα στηριχθεί, αλλά σε ποιους κοινωνικούς φορείς, δηλαδή ποια κοινωνικά υποκείμενα και ποιες κοινωνικές συμμαχίες θα δημιουργηθούν ώστε να εξασφαλίσουν την σταθεροποίηση και λειτουργία του. Ωστόσο, θα μπορούσα να διατυπώσω μιαν άποψη θεμελιωμένη στην ιστορία και την εμπειρία των αναπτυξιακών διαδικασιών παγκοσμίως: Καμιά χώρα δεν αναπτύχθηκε εξωστρεφώς,αν προηγουμένως δεν είχε κατακτήσει την εσωτερική της αγορά. Οι προσπάθειες μονομερούς εξωστρεφούς ανάπτυξης απέτυχαν παντού όπου εφαρμόστηκαν, στις νέες βιομηχανικές χώρες της Ν.Α. Ασίας προσφάτως, στη Ν. Αμερική πιο παλιά. Με άλλα λόγια, χρειαζόμαστε μιαν αναπτυξιακή διαδικασία μεγάλης κλίμακας και ικανή να δημιουργήσει δυναμική σε μεγάλο αριθμό κλάδων. Δυστυχώς επικρατεί, στο βαθμό που διαφαίνεται, η μονοκαλλιέργεια του τουρισμού και των «μεγάλων» οδικών αρτηριών. Η ελληνική πολιτική ηγεσία και η οικονομική ελίτ αγνοούν τη σημασία της βασικής και της εφαρμοσμένης έρευνας, τη δυνατότητα ανάπτυξης με τεχνολογικές καινοτομίες, τη σημασία της εργασίας και του ανθρώπινου δυναμικού. Και φοβάμαι ότι αυτή η μυωπική αντίληψη θα συνεχιστεί με αδιέξοδα αποτελέσματα.
PoleconomixΣε πρόσφατο άρθρο σας υποστηρίξατε ότι: «Είναι αδιανόητο να σχεδιάζεται η πολιτική διαπραγμάτευσης με την τρόικα εξωτερικού χωρίς να αποτυπώνονται με σαφήνεια οι πιθανοί εναλλακτικοί στόχοι των “δανειστών”»[Αυγή, 06/01/2013]. Θα θέλατε να μας εξηγήσετε το επιχείρημά σας;
Απόστολος Δεδουσόπουλος: Νομίζω ότι είπα κάτι το αυτονόητο, κάτι που είναι τόσο προφανές, ώστε να μη χρειάζεται να ειπωθεί. Η πολιτική διαπραγμάτευση των μνημονίων από την αρχή ως σήμερα – αν έγινε η διαπραγμάτευση –είχε ως αφετηρία δύο φαινομενικώς αντιθετικά σενάρια: Το πρώτο αντιλαμβάνεται τους εταίρους μας στην ΕΕ ως εγγενώς «καλούς» και πρόθυμους να συμβάλουν στην επίλυση του «ελληνικού» προβλήματος. Όθεν, τα μέτρα ήταν συνταγές του «καλού γιατρού», για να χρησιμοποιήσω τη γνωστή παρομοίωση, που οφείλουμε να τηρήσουμε κατά γράμμα. Η δεύτερη ήταν φαινομενικά αντιθετική, αλλά ουσιαστικά συμπληρωματική προς την πρώτη: Οι εταίροι μας ήθελαν να μας τιμωρήσουν γιατί τους γελάσαμε στο παρελθόν, γιατί σπαταλήσαμε τους πόρους που μας έδωσαν, γιατί καθυστερήσαμε την προσαρμογή στο ευρωπαϊκό πρότυπο. Και η τιμωρία έπαιρνε και τη μορφή της αποβολής μας από το Ευρώ. Και αυτή η αντίληψη οδηγούσε στην παθητική υιοθέτηση των θέσεων του «άλλου μέρους». Λόγω εμπιστοσύνης ή λόγω φόβου, το αποτέλεσμα ήταν κοινό: Ακούμε και εφαρμόζουμε και δεν διαπραγματευόμαστε.
Τι δεν κάναμε; Να δούμε τις συνέπειες που έχει η εφαρμογή των μέτρων αυτών για την ελληνική οικονομία, για την παραγωγή, τη συγκρότηση των κλάδων, την οργάνωση των ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων και των αδυναμιών, τις συνέπειες στην κοινωνία, τις σχέσεις εξουσίας (περιλαμβανομένης και της εθνικής κυριαρχίας) και της οργάνωσης του κράτους. Πολύ δε περισσότερο όταν οι εφαρμοζόμενες πολιτικές διαγράφουν την εκκωφαντική τους αποτυχία, τόσο στη διαχείριση του δημόσιου χρέους, όσο και στη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας της χώρας.
Αν λοιπόν οι εταίροι δεν είναι ανόητοι ή παραπλανημένοι – πράγμα που δεν πιστεύω να το νομίζει κάποιος σοβαρός αναλυτής – το ερώτημα παραμένει: Ποια είναι η επιδίωξη των εταίρων, δηλαδή της Γερμανίας; Με άλλα λόγια, αν η Γερμανία δεν προωθεί μια συνεκτική οικονομικά και κοινωνικά ΕΕ, πώς αντιλαμβάνεται τις περιφερειακές διαφοροποιήσεις; Ορισμένες κινήσεις των γερμανών στον τομέα των ήπιων μορφών ενέργειας είναι αναγνώσιμες, άλλες είναι αρκετά ευκρινείς: Προορίζεται η Ελλάδα ως χώρος φτηνής αναψυχής και εγκατάστασης των κεντρο-ευρωπαίων συνταξιούχων; Υπάρχει μια άλλη πολιτική; Αν δεν αναγνωρίσουμε και δεν αναλύσουμε το εύρος των εναλλακτικών σεναρίων, θα είμαστε αδύναμοι να διαμορφώσουμε μιαν αποτελεσματική στρατηγική διαπραγμάτευσης.
Poleconomix:Η μεταφορά δραστηριοτήτων σε οικονομίες με χαμηλό εργατικό κόστος (outsourcing)φαίνεται να έπληξε την ανειδίκευτη εργασία στις ανεπτυγμένες καπιταλιστικές οικονομίες. Πιστεύετε ότι η οικονομική κρίση, αμβλύνοντας τις αντιθέσεις μεταξύ των εργαζομένων του χρηματοπιστωτικού και μη-χρηματοπιστωτικού τομέα, σε συνδυασμό με τα επιτεύγματα της τεχνολογίας, που σε ορισμένες περιπτώσεις υποκαθιστούν την εξειδικευμένη εργασία, συμβάλλουν στη σύγκλιση των συμφερόντων των εργαζομένων;
Απόστολος Δεδουσόπουλος: Υπάρχουν δύο διακριτές διαδικασίες. Η πρώτη είναι αυτή, στην οποία αναφέρεστε. Όμως, η οικονομική κρίση δεν εκδηλώνεται μόνο ως μια διαδικασία ενοποίησης των συμφερόντων των εργαζομένων. Αν ήταν κάτι τέτοιο, τα πράγματα θα ήταν απλά, γραμμικά και αισιόδοξα. Αντιμετωπίζουμε μια μεγάλη δομική κρίση, η οποία εκδηλώνεται σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής, και οι συνέπειές της είναι η όξυνση των ανισοτήτων και των κοινωνικών κατατμήσεων. Οι κοινωνικές τάξεις και στρώματα που χάνουν μέσα από τη διαδικασία της κρίσης δεν πρόκειται αυτομάτως να κατανοήσουν την κοινότητα της μοίρας τους, αν δεν υπάρξει ένα νέο πολιτικό σχέδιο που θα τους εγκαλεί ως πρωταγωνιστές και όχι ως κομπάρσους. Αν δεν υπάρξει, δηλαδή, ένα ηγεμονικό σχέδιο, μια πρόταση πολιτικής, ιδεολογικής και οικονομικής ανασυγκρότησής τους.
  

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2012

Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΝΕΟΛΑΙΑ

ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ ΕΜΙΑΝ - ΣΤΡΟΓΓΥΛΟ ΤΡΑΠΕΖΙ


Ομιλούν 
Στέφανος Πεσμαζόγλου
Θανάσης Τζαβάρας
Απόστολος Δεδουσόπουλος
Νίκος Ξυδάκης

Συντονίζει ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

ΤΑΦΟΙ


Περπατούσε στο φθινοπωρινό απόγευμα μέσα στην πρώιμη ψηλή βροχή. Τα βήματά του δεν είχαν τίποτε το σταθερό. Τα πόδια του άλλοτε σέρνονταν και άλλοτε έκαναν ένα μικρό πηδηματάκι, σαν αυτά που επιχειρούμε για να βρούμε την ισορροπία μας, όταν απρόβλεπτα εμπόδια του πεζοδρομίου φυτρώνουν μπροστά μας. Έμοιαζε απορροφημένος στις σκέψεις του, βαρύς, σκυθρωπός, σκοτεινός σαν τον ουρανό που μόνο εκεί προς τη Δύση έσπαζε το μολυβί του χρώμα και επέτρεπε κάποιες πινελιές μιας ανοικτογάλαζης υποψίας να ξεπροβάλλουν.

            «Δεν ήμουν καλός γιος. Δεν ήταν καλός πατέρας». Οι δυο αυτές φρασούλες είχαν καρφωθεί από ώρα στο μυαλό του και επαναλαμβάνονταν η μία μετά την άλλη διαδοχικά και αδιάκοπα. Από την ώρα που έστριψε το αυτοκίνητο αφήνοντας τον περιφερειακό να κατρακυλήσει στην κατηφοριά που οδηγούσε στην είσοδο του νεκροταφείου. Μηχανικά οδηγούσε με μικρή ταχύτητα, υποψιαζόμενος παρά βλέποντας τις ελαφρές στροφές του δρόμου και τα αυτοκίνητα που έρχονταν από την άλλη μεριά. Σκοτείνιαζε ήδη, ο Νοέμβριος δεν επέτρεπε την επιμήκυνση του ηλιακού ωραρίου.

            «Δεν ήμουν καλός γιος. Δεν ήταν καλός πατέρας». Δεν είχε σκοπό να σταματήσει στο νεκροταφείο. Είχε πολύ καιρό να το επισκεφτεί, χρόνια, σταμάτησε να πηγαίνει λίγο καιρό μετά την ταφή. Περνούσε από έξω, έξω από την πέτρινη μάντρα και συνέχιζε τη διαδρομή ως το γραφείο, διασχίζοντας δρόμους που του ήταν οικείοι, γωνιές των εφηβικών του αναπνοών. Μα σήμερα, παρά τη βροχή, χωρίς καλά – καλά να καταλάβει πώς, έστριψε το τιμόνι δεξιά, κατέβηκε στο υπόγειο πάρκινγκ, σα ρομπότ πλήρωσε το φύλακα, κλείδωσε και ανέβηκε βαριά τα λίγα σκαλοπάτια ως την είσοδο. Και τώρα, σκοτεινός σα τη σκέψη του – ή την απουσία της – ακολουθούσε τα ελικοειδή μονοπάτια που τον οδηγούσαν μ’ αυτόν τον περίεργο βηματισμό στον οικογενειακό τάφο.

            Δεν τον ενοχλούσαν πια τα νεκροταφεία. Είχε ξεπεράσει τη φρίκη και τον τρόμο που του προκαλούσαν στην παιδική του ηλικία. Τότε που και η ιδέα να αντικρίσει νεκρό ή να περάσει έξω από νεκροταφείο τον πανικόβαλε. Την παιδική φρίκη είχε μετατρέψει σε απόσταση. Το νεκρό σώμα ήταν ένα αντικείμενο, ψυχρό, άκαμπτο, καμιά σχέση με τον άνθρωπο στον οποίο άλλοτε αντιστοιχούσε.

            Βάδιζε και οι δύο φράσεις βούιζαν μέσα στο μυαλό του. «Δεν ήμουν καλός γιος. Δεν ήταν καλός πατέρας». Μα τι νόημα είχε αυτή η όψιμη τοποθέτηση, πέντε χρόνια σχεδόν μετά το θάνατο; Ναι, δεν υπήρξε καλός γιος. Αυτό ήταν σίγουρο. Όχι γιατί δεν αγαπούσε τον πατέρα του, αλλά γιατί τσιγκουνεύτηκε να δείξει την αγάπη του. Την κρατούσε μυστική, σαν, αν την έδειχνε, να ήταν ντροπή, κοινωνική κατακραυγή, ένδειξη αδυναμίας. Δεν έδειξε την αγάπη του, γιατί δε συγχώρησε τον πατέρα του. «Όσο πιο πολύ αγαπάμε, τόσο πιο δύσκολα συγχωράμε» σκέφτηκε, προσπαθώντας να διώξει τη μονότονη εναλλαγή από το μυαλό του, έστω και υιοθετώντας προσωρινά ένα άλλο μοτίβο.

«Όσο πιο πολύ αγαπάμε, τόσο πιο δύσκολα συγχωράμε». Το είπε δυο-τρεις φορές από μέσα του, το επανέλαβε πιο δυνατά, αγνοώντας τον κίνδυνο να τον θεωρήσουν οι χαροκαμένοι που έσκυβαν στους τάφους των δικών τους σαν όμοιό τους, βαθιά ταραγμένο από την απώλεια, να τρεκλίζει και να παραμιλά, να τρεκλίζει ή μάλλον να βαδίζει με ξεχωριστή αβεβαιότητα, σαν το έδαφος να βούλιαζε, να παρουσίαζε εμπόδια ορατά μόνο σ’ αυτόν, που προσπαθούσε να τα υπερβεί σέρνοντας τα βήματα, γέρνοντας πότε προς τα δεξιά, πότε προς τα αριστερά, κινούμενος διαγώνια παρά σε ευθεία, χοροπηδώντας μερικές φορές σα να σκόνταφτε, έτοιμος να πέσει και ξαναβρίσκοντας την ισορροπία του στο επόμενο βαρύ βήμα.

Μάταιος κόπος. Οι δυο φράσεις ξανάλθαν και κυριάρχησαν σε ένα μυαλό άδειο από σκέψεις:  «Δεν ήμουν καλός γιος. Δεν ήταν καλός πατέρας», σαν θόρυβος ατμομηχανής, ένα μονότονα επαναλαμβανόμενο «τσαφ – τσουφ», ένα αγκομαχητό, βοερό, ρυθμικό, ασταμάτητο. Η ταραχή του μεγάλωνε, καθώς αποδείχθηκε ανίκανος να τιθασεύσει την εσωτερική βοή που ένοιωθε να απειλεί την ηρεμία του.

Στάθηκε απότομα. Ποιος ήταν αυτός ο ρυθμός; Από πού ερχόταν αυτή η εναλλαγή των φράσεων αυτών; Του θύμισε ξαφνικά τότε που ήταν μικρός, πολύ μικρός, δύο – τριών χρονών, που τον έπαιρνε ο πατέρας στα γόνατα και του έκανε το τραινάκι. Το τραινάκι που ίδρωνε ν’ ανεβεί την ανηφοριά και βαρυγκομούσε παραπονεμένα «πώς – θα – φθά - σω, πώς – θα – φθά - σω», με τον τονισμό στο «πώς» και τον ήχο να σβήνει σταδιακά στις επόμενες συλλαβές που έπεφταν μία – μία, αργά, συνοδεύοντας τις κινήσεις των ποδιών, ένα μικρό τίναγμα του δεξιού προς τα πάνω στο «πώς», τρεις μικρές κινήσεις του ίδιου ποδιού προς τα κάτω, ώστε στην τελευταία συλλαβή το πόδι να βρεθεί στην αρχική θέση, για να ακολουθήσει μετά το αριστερό.

Και μετά το τραινάκι έφθανε στην πεδιάδα. Ο ρυθμός επιταχυνόταν, γινόταν ζωηρός, αισιόδοξος: «δε με νοιάζει, δε με νοιάζει», η ανηφοριά τελείωσε, η ατμομηχανή ανακτούσε την ισχύ της, μπορούσε να σύρει τα βαγόνια της εύκολα, να αυξήσει την ταχύτητά της. Ο ρυθμός των ποδιών τάχυνε επίσης. Το νωθρό λίκνισμα γινόταν έντονο, το παιδικό σώμα του έγερνε δεξιά – αριστερά, δεξιά – αριστερά, ακολουθώντας το δίχρονο ρυθμό.

Τέλος ο κατήφορος. Το τραίνο αφηνόταν σε ένα ξέφρενο τρεχαλητό. «Έφτ’σα, Έφτ’σα», η ταχύτητα έκοβε και τη λέξη, ένα είδος υπερηχητικού τραίνου που οι ήχοι χάνονται, τα φωνήεντα συνθλίβονται, οι λέξεις ακρωτηριάζονται, διατηρώντας, ωστόσο, τη θριαμβική τους σημασία: «Έφθασα» ! Και τα πόδια τρελαμένα ανεβοκατέβαιναν αδιάκοπα, κάνοντας το μικρό κορμί να αποσπαστεί, να μετεωρίζεται στιγμιαία και να προσγειώνεται πάλι για μια ελάχιστη στιγμή, και τα χέρια του ν’ αναζητούν στήριγμα στα πέτα του σακακιού ή στη μόνιμη γραβάτα του πατέρα, αδιαφορώντας για την προστασία που έντεχνα παρείχαν τα πατρικά χέρια πίσω από την πλάτη.

Γέλια και χαρές. Ο πατέρας σταματούσε λαχανιασμένος, αλλά εκείνος απαιτούσε την επανάληψη του ταξιδιού, φανταζόταν τη διαδρομή, να το βουνό που ανεβαίνουμε, κάτι σαν τα Μετέωρα που έστεκαν παράξενα στητά λίγο πιο πέρα από το σπίτι, να η πεδιάδα, αυτή που περνάμε για να πάμε στα Τρίκαλα, στο σπίτι της γιαγιάς, να το λυτρωτικό τέλος του ταξιδιού, καθώς το τραίνο εισέβαλε στο σταθμό και η εγγύτητα των κτιρίων πολλαπλασίαζε την ταχύτητά του. Το χαρωπό χαμόγελο του πατέρα και ένα καμάρι στα μάτια, μια σπίθα για το μοναχογιό, το υπομειδίαμα της μητέρας, «άσ’ τον πατέρα σου, κουράστηκε πια» και ταυτοχρόνως «έλα, Αντρέα, άλλη μια τελευταία φορά», συμπύκνωμα της αντιφατικής μητρικής πειθαρχίας. 

 Εξακολουθούσε να μένει ακίνητος, αποσβολωμένος, στο δρομάκι του νεκροταφείου κοιτάζοντας το πουθενά. Πώς ξύπνησε αυτή η θύμηση, χαμένη χρόνια τώρα, θαμμένη μέσα στην παχιά σκόνη της λήθης; Πώς πρόβαλε έτσι ζωντανή, στ’ αυτιά του, στα μάτια, στο σώμα του; Τι παιγνίδι είν’ αυτό που σκαρώνει σήμερα το μυαλό του;

Κοίταξε τριγύρω. Οι τάφοι έλαμπαν με τα μάρμαρά τους πλυμένα από τη βροχή, αντανακλούσαν τις στερνές ακτίνες ενός ασθενικού ήλιου. «Πού είμαι;» αναρωτήθηκε. «Δε μοιάζει ο χώρος αυτός με εκείνο που ξέρω. Το δρομάκι αυτό δεν είναι εκείνο που βγάζει στον τάφο του πατέρα. Χάζεψα και χάθηκα.» Προσπάθησε να προσανατολισθεί. Ίσως η σειρά εκείνη των τάφων να του ήταν γνωστή, να εκεί στην άκρη. Ίσως να μπορούσε να δει την εκκλησία ή τους ψηλούς οικογενειακούς τάφους που οργάνωναν συνήθως τον προσανατολισμό του.

Πλησίασε τους τάφους. Δε του θύμιζαν τίποτα, αλλά είχαν κάτι το γνώριμο, ταυτόχρονα. Ποιος είναι αυτός ο πρώτος; Πάνω στην πλάκα ένας σταυρός μαύρος, μισοσβησμένος  απ’ τον καιρό. Το καντήλι σβησμένο, λουλούδια δεν υπήρχαν, μόνο κάτι αγριόχορτα ξεπρόβαλαν στις ρωγμές του τσιμέντου. Τάφος παλιός, σκέφτηκε, ξεχασμένος ο νεκρός από καιρό. Τον έπιασε η περιέργεια να δει από πότε. Πλησίασε πιο κοντά, τα γράμματα αχνά μόλις διακρίνονταν στο κάτω μέρος του σταυρού:

ΑΝΤΩΝΙΑ Β.

1952 – 1961

            Ένας πόνος διαπέρασε ξαφνικά την καρδιά του. Λες να είναι η Τόνια, η γειτονοπούλα, η συμμαθήτρια, η φίλη του; Η Τόνια με τα μαύρα κοντά μαλλάκια, με τα καρώ μάλλινα φουστανάκια, η Τόνια που την αγαπούσε και ήθελε να την παντρευτεί – όταν θα μεγάλωνε – και που έκρυβε την αγάπη του από μια ντροπή, μια συστολή περίεργη, ακατανόητη, αλλά που δεν τον εγκατάλειψε από τότε σε όλα τα ερωτικά του σκιρτήματα; Η Τόνια πέθανε, ΠΕΘΑΝΕ; Πέθανε τότε, εκείνη τη χρονιά που έφευγε κι εκείνος από το Βόλο για την Αθήνα, στα έγκατα του άσπρου καραβιού, σε μια κουκέτα με τη μάνα του μαζί, μόλις τέλειωσε την Τρίτη Δημοτικού στο 11ο Δημοτικό Σχολείο, το «ψωροενδέκατο» όπως τους κορόιδευαν τα προσφυγόπουλα που πήγαιναν στον Άγιο Βασίλειο. Ο πατέρας πέτυχε τη μετάθεση στην Αθήνα – όνειρο μιας ζωής. Και τώρα – τότε – γινόταν και το δικό του όνειρο: ανέβηκε στο άσπρο και λυγερό καράβι, στο ΚΥΚΝΟΣ, που έμπαινε ολόφωτο στο λιμάνι τα βράδια κάνοντας το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη – Βόλος – Χαλκίδα. Για δικό του χατίρι πήραν το καράβι, και από τη Χαλκίδα ξημερώματα το τραίνο για Αθήνα. Για να γίνει το όνειρο πραγματικότητα – τι όνειρο και αυτό; Τι απογοήτευση, μόλις το αντικείμενο του πόθου έγινε απτό: Πού είναι η λευκότητα, τα φώτα, οι μουσικές, η πολυτέλεια που ονειρευόταν όταν υποσχόταν στον εαυτό του ότι σ’ αυτό το καράβι θα ήταν ο πλοίαρχος; Βρώμικοι διάδρομοι, σκουπίδια, μπόχα πετρελαίου ανάμικτη με μια άλλη αποφορά. Η καμπίνα στενή, ασφυκτική, μισοφωτισμένη. Λάθος, σκεφτόταν, λάθος. «Δεν μπορεί να είναι αυτό το πλοίο, πού είναι η λάμψη του, που είναι η ομορφιά του, που είναι τα φώτα, τα ΦΩΤΑ του;  Εγώ τα έβλεπα από το λιμάνι να λάμπουν, πάνω στο κατάστρωμα σα σειρές από λαμπιόνια και κάτω, σειρές – σειρές στο κήτος, φώτα πολλά, φώτα λαμπερά. Και πού είναι εκείνα τα άλλα το κόκκινο και πράσινο, στην πλώρη και στην πρύμνη»; Λάθος, σκεφτόταν, λάθος. «Λάθος, ο πατέρας μου με λάθος πλοίο με παίρνει». Θυμήθηκε την έντονη επιθυμία να κατέβει από το πλοίο, να γυρίσουν σπίτι, σπίτι τους, στο τριώροφο Αχελοπούλου και Ιωλκού γωνία, στον τρίτο όροφο μέναν εκείνοι, στο δεύτερο ο διευθυντής του πατέρα, στον πρώτο (ημι-υπόγειο στην πραγματικότητα, κατέβαινες σκαλιά αρκετά για να πάς, σκαλιά που ήταν καταφύγιο των κυνηγών αγρίων θηρίων στα παιδικά του ονειροπολήματα) κάτι αδέλφια, φτωχά, και εργατικά. Να μένει η Αθήνα, το ταξίδι ξεκίνησε ΛΑΘΟΣ. Όμως ο πατέρας δεν ήταν εκεί να δώσει λύση. Αποκόμιζε το πρώτο κέρδος της μετάθεσης, προσπαθώντας να κοιμηθεί στις καρέκλες της τουριστικής. Έμεινε άγρυπνος, ώρα πολύ, κοιτάζοντας αγριεμένος το σκοτεινό φινιστρίνι, πιθανολογώντας την περίπτωση η καμπίνα να ήταν κάτω από τα νερά και το σκοτάδι που έμπαινε από το μικρό άνοιγμα να μην ήταν παρά η θάλασσα, ίσως και ένας φοβερός καρχαρίας που κώλυσε το μαύρο του πτερύγιο στο τζάμι και καραδοκεί υπομονετικά το αβοήθητο θύμα..

            Και να που η Τόνια είχε πεθάνει εκείνη την ίδια χρονιά, ίσως λίγο καιρό μετά το δικό του φευγιό. Η Τόνια η όμορφη, η πιο όμορφη μαθήτρια, η Τόνια η πιο καλή μαθήτρια. Του έφερνε τα τετράδιά της για να αντιγράψει, όταν αυτός έμενε άρρωστος στο σπίτι. Και έμενε συχνά, γιατί ήταν αρρωστιάρης. Όμορφα τετράδια, περιποιημένα, με μπλε κόλλα και ετικέτα απ’ έξω και μέσα γράμματα στρογγυλά, ωραία, μεγάλα, χωρίς μουτζούρες και σβησίματα. Όμορφα τετράδια και όμορφα γράμματα, περίτεχνα με κονδυλοφόρο και μελάνη, όπως τα ήθελε η δασκάλα, σταθερά, κυκλικά, χωρίς να απλώνει η μελάνη. Τα δικά του απείχαν πολύ από το ιδεώδες. Δεινοπάθησε να δώσει καμπύλες στις οξείες γωνίες, ιδιαίτερα των φωνηέντων, να έχουν το ίδιο πάχος (αυτό ποτέ δεν το κατάφερε απόλυτα), να μην απλώνει η μελάνη, να μη στάζει απ’ την άκρη της πένας λεκιάζοντας ανεπανόρθωτα το γραμμωμένο φύλλο.

            Η Τόνια ερχόταν και έφερνε τα μαθήματα και παίζαν μαζί, συχνά στην αρχή, πιο σπάνια αργότερα. Παίζαν και γιατρό, με μεγάλη αμηχανία δική του, τόσο γιατί η συστολή του τον εμπόδιζε να ακουμπήσει το κοριτσίστικο κορμί, όσο και γιατί η σχέση του με τους γιατρούς δεν ήταν καθόλου καλή. Στην Τόνια που αγαπούσε και που θα την παντρευόταν όταν μεγάλωναν έδινε λοιπόν μόνο χαπάκια, καθόλου ενέσεις, αφού πρώτα, σοβαρός – σοβαρός, έκανε τη διάγνωση..

            Και η Τόνια, άλλωστε, ήταν σύμφωνη μ΄ αυτόν το γάμο. «Θέλω να σε παντρευτώ, γιατί είσαι άσπρος και ξανθός και καλός μαθητής», του’ λεγε, απορρίπτοντας τον έρωτα του Δημήτρη, όπως και εκείνος απόρριπτε τον έρωτα της Φιλιώς, της δίδυμης αδελφής του Δημήτρη, φέρνοντας τα δίδυμα σε αμηχανία: «Μα τα αδέλφια δεν παντρεύονται μεταξύ τους! Παντρεύονται;». Η Τόνια ρητή στις επιθυμίες και στην εκδήλωσή τους, αυτός κρυφός, μουλωχτός. Παιδιόθεν το κουσούρι.

            Η θλίψη γέμισε τη ψυχή του. «Κρίμα, κρίμα» σκέφτηκε. «Θα ήταν τώρα 50 χρονών, μπορεί να είχε εγγόνια. Πέθανε στα εννιά της, πριν ζήσει καλά-καλά. Δηλαδή, τίποτα δεν έζησε. Θα είχε σπουδάσει σίγουρα, μπορεί να είχε γίνει γιατρός, να έδινε χάπια εκείνη στους αρρώστους, ίσως και ενέσεις. Μπορεί και να μη σπούδαζε, να’ πιασε δουλειά από μικρή, εκείνος ο πατέρας της που ποτέ δεν είδα όλα αυτά τα χρόνια είχε κακό όνομα, λέγαν πολλά οι γειτόνισσες όταν ερχόντουσαν στη μάνα μου για κουτσομπολιό και εγώ δήθεν έγραφα χαζεύοντας με τεντωμένα αυτιά για να καταλάβω τα μυστικά των μεγάλων και κάνοντας παλιογράμματα και λάθη στην αντιγραφή για να ακολουθήσει η φασαρία και το σβήσιμο με ξυράφι, αν όχι και το σκίσιμο του φύλλου, παρ’ όλη τη ρητή απαγόρευση της δασκάλας. Είχε κι άλλη γυναίκα ο πατέρας της (πράγμα που δεν μπορούσα να καταλάβω με τίποτα, αυτό ήταν ένα από τα μυστήρια), έπαιζε χαρτιά και ζάρια και έδερνε τη μάνα της συστηματικά».

            Η Τόνια είχε πεθάνει. Το γεγονός του φαινόταν αδιανόητο. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι τα μαύρα, μεγάλα μάτια της δεν υπήρχαν. Τα μάτια που γέμιζαν το αδύνατο προσωπάκι, που έλαμπαν από ένα ακατανόητο παιγνίδισμα και που σκιάζονταν φορές-φορές από μιαν εξ ίσου ακατανόητη φροντίδα. «Πώς να ήταν αυτά τα μάτια σήμερα, αν είχε ζήσει;» αναρωτήθηκε. «Θα είχαν την ίδια λάμψη, θα ήταν το ίδιο φωτερά, θα έκρυβαν τη σκανδαλιά και την περίσκεψη, όπως τότε; Θα ήταν λυπημένα, αδιαφανή, κυνικά, ζωώδη;» Έδιωξε γρήγορα αυτήν την εικόνα, καθώς το στομάχι του συσπάστηκε απότομα.

Η Τόνια που υποσχόταν πολλά πέθανε. «Να ήμουν άραγε ο μοναδικός έρωτάς της;», αναρωτήθηκε με εγωπάθεια. «Ή πρόλαβε σ’ αυτούς τους λίγους μήνες που μεσολάβησαν να ερωτευθεί κάποιον άλλον, να με ξεχάσει, όπως την ξέχασα και γω, λίγους μήνες μετά, πριν τα Χριστούγεννα οπωσδήποτε, όταν ερωτεύτηκα μιαν άλλη;»

            Κοίταζε το χορταριασμένο μνήμα με πόνο για το κοριτσάκι, με θλίψη για κείνον. Γιατί; Δεν μπορούσε να το κατανοήσει. Αλλά ένοιωθε ότι μέρος της λύπης του ήταν γι’ αυτόν τον ίδιο. Σαν να είχε φταίξει σε κάτι, κάτι που έκανε ή, μάλλον, κάτι που δεν έκανε, που δεν είπε, δεν πρόλαβε, δεν προέβλεψε. Κοίταζε το μνήμα μέσα από το οποίο ξεπηδούσαν οι αναμνήσεις, εικόνες, ήχοι, μυρωδιές, της παιδικής του ηλικίας που απόπλευσε βιαίως με το ΚΥΚΝΟΣ ένα καλοκαιρινό βράδυ.

             Αναστέναξε και έκανε ένα βήμα πιο πέρα. Είχε ξεχάσει γιατί ήρθε, πώς βρέθηκε, ο χρόνος είχε εκμηδενισθεί, ο χώρος ήταν κυρίαρχος.

            Κοίταξε αφηρημένα το διπλανό τάφο και αισθάνθηκε το έδαφος να τρέμει: Μια φωτογραφία κιτρινισμένη από την πολυκαιρία, έδειχνε ένα άλλο παιδί. Στις αχνές γραμμές της διακρίνονταν τα χαρακτηριστικά με μια εκπληκτική ευκρίνεια: Η στενή, μακρουλή μύτη, τα έντονα μαύρα μάτια, τα λεπτά χείλη, τα έντονα ζυγωματικά, τα μαλλιά μαύρα και σα γλυμμένα. Πλησίασε τον τάφο παραπατώντας, σαν κατάδικος που αναπόφευκτα, αλλά όσο μπορεί καθυστερώντας, κάνει τα τελευταία βήματα για να πάρει την προκαθορισμένη θέση του στον τόπο της εκτέλεσης. Η επιγραφή στον τάφο εισπράχθηκε σα χαριστική βολή:

ΧΡΗΣΤΟΣ Γ.

1952-1961

Δε συγκρατήθηκε, φώναξε: «Όχι, αυτό είναι αδύνατο! Δε μπορεί! Παραλογίζομαι! Ονειρεύομαι! Βλέπω εφιάλτη! Θυμάμαι, το Χρήστο τον συνάντησα αργότερα στο Βόλο. Τελειώναμε το Λύκειο, ή μήπως ήμασταν στο Πανεπιστήμιο; Σπούδαζε μαθηματικός ή χημικός ή κάτι τέτοιο! Είναι αδύνατο!».

            Όμως η φωτογραφία, παρά τον πολυκαιρισμό της, ήταν εκεί, αντιπροσώπευε τον ένοικο του τάφου, ακριβώς όπως τον θυμόταν. Το αδύνατο παιδί με την έξυπνη φάτσα, με την απέραντη καλοσύνη και ευγένεια και την ειρωνεία να σπιθίζει διακριτικά στα μάτια του συνέχεια. «Τι μου συμβαίνει;» μονολόγησε. «Έχω τρελαθεί! Τι παιγνίδι μου παίζει σήμερα το μυαλό μου; Ψέματα, όλα είναι ψεύτικα! Ούτε η Τόνια, ούτε ο Χρήστος έχουν πεθάνει. Ζουν, ζουν, το Χρήστο τον είδα ζωντανό, χρόνια πριν, δε θυμάμαι πότε, αλλά τον είδα μετά, μετά την ημερομηνία θανάτου που γράφει ο καταραμένος αυτός τάφος».

            Έκλεισε τα μάτια του και άρχισε να μετράει, να λέει την αλφάβητο, να θυμάται στίχους. Στίχους; Τους στίχους του Χρήστου, για τον πατέρα στη Δευτέρα Δημοτικού που μπήκαν στο λεύκωμα της τάξης, γραμμένοι από την κυρία Οικονομίδου, τη δασκάλα, με μεγάλα στρογγυλά γράμματα, μελανωμένα μπλε, σε πολύγραφο, στον πολύγραφο του σχολείου:

Νάτος έρχεται και πάλι,

Κουρασμένος, φορτωμένος

Μα σα βλέπει τα παιδιά του

Φαίνεται ξεκουρασμένος

 

Το λεύκωμα, τελευταία απτή ανάμνηση της παιδικότητάς του, τ’ έχασε χρόνια πριν, ποιος ξέρει σε ποια μετακόμιση της άστατης ζωής του. Ίσως ο πατέρας να το είχε φυλάξει – δε συνήθιζε να πετά τίποτε εκείνος, συνήθεια άκρως απωθητική που την κληρονόμησε, καθώς γερνάει κι ο ίδιος. «Αν ζούσε, θα τον ρώταγα. Τώρα είναι πια αργά».

            Ο πατέρας. Ο τάφος του πατέρα. Ήρθε παρά τη θέλησή του σχεδόν εδώ στο νεκροταφείο για να πει στον πεθαμένο πατέρα του ότι ήταν ένας κακός γιος και εκείνος ένας κακός πατέρας. Πώς μπλέχτηκε σ’ αυτούς τους τάφους, πώς βρέθηκαν στο δρόμο του, πού τον οδήγησαν τα βήματά του, ασυναίσθητα, ασυνείδητα; Αντί τον τάφο του πατέρα, βρήκε τάφους των παιδικών του φίλων. Τι γέλια, τι χαρές, τι κακίες και μικρότητες, τι αγωνίες! Με το Χρήστο κάνανε τη διαδρομή της επιστροφής, σχολείο – σπίτι. Χωρίζανε μόλις φθάνανε στη διασταύρωση για τα σπίτια τους, ο ένας αριστερά, ο άλλος δεξιά. Στη διαδρομή κορφολογούσαν τις μουριές, μόλις έμπαινε για τα καλά η άνοιξη, για να θρέψουν τους μεταξοσκώληκες, αγορασμένους ένα πενηνταράκι και τοποθετημένους σε κουτί πουκαμίσων. Οι δικοί του ποτέ δεν πρόκοψαν, δυο – τρεις μόνο έκαναν κουκούλι. Του Χρήστου και του Δημήτρη τα κατάφερναν πιο καλά. Με περηφάνια του έδειχναν τα κουκούλια πάνω στα κλαράκια, τις πεταλούδες μετά, νεκρές, κάτω από τη διαφανή, πλαστική, μεμβράνη που σκέπαζε το κουτί.

            Κοίταξε με περιέργεια το διπλανά μνήμα. Ήξερε μέσα του τι θα δει. Ο τάφος του Περικλή, που είχε μεγάλα, πεταχτά αυτιά, αντικείμενο σκωπτικών σχολίων και παιδικών τραγουδιών που αποσκοπούσαν στην ταύτιση του συμπαθούς ζωντανού με τον αγαπημένο φίλο, το φίλο που ήταν ψηλός, οστεώδης, με διάφανη επιδερμίδα, που άφηνε τις φλέβες του κροτάφου προς τα μάτια να διαφαίνονται γαλαζωπές κάτω από την αλαβάστρινη επιδερμίδα. Ο τάφος του Δημήτρη, της Φιλίτσας, της Ζωής, της Μαριάνθης. Πιο πέρα ο τάφος του Ηλία.

            Τάφος ταπεινός, όπως ταπεινός ήταν ο Ηλίας. Δυο χρόνια μικρότερος, φιλία της γειτονιάς. Εκείνος είχε βρει τον αδιαφιλονίκητο ακόλουθό του. Ήταν ο αρχηγός του Ηλία. Φτωχό προσφυγόπουλο, έμενε στο κάθετο δρόμο, λίγο πιο πέρα από το σπίτι του. Ο πατέρας του εργάτης, ζαλωνόταν ένα τεράστιο κατασκεύασμα, σαν τεράστια άρπα, και γύριζε τους δρόμους τινάζοντας παπλώματα και στρώματα. Όταν η σκέψη ερχόταν στον Ηλία, στη μύτη του ερχόταν η αίσθηση του μπαμπακιού, όχι ακριβώς μυρωδιά, αλλά σαν κάτι σα γαργάλημα στη μύτη, σαν αναρίθμητοι, αόρατοι κόκκοι να μπαίναν στα ρουθούνια του προκαλώντας μια μικρή δύσπνοια. Και ο δρόμος, δεν ήταν καν δρόμος. Ένα κακοχαραγμένο καντελρίμι, που τα νερά που πέταγαν οι νοικοκυρές, ελλείψει αποχέτευσης, έκαναν τις πέτρες λείες και πάντα γλιστερές. Και πίσω από μια υποτυπώδη ξύλινη πόρτα ανοιγόταν η μικρή αυλή και το δωμάτιο με την κουζίνα που στέγαζε την πενταμελή οικογένεια του Ηλία. Πατέρας, μάνα, εκείνος, μια μικρότερη αδελφή και η γιαγιά, αιωνίως με βδέλλες κολλημένες πάνω στα παχύσαρκα χέρια, ακίνητη, να μετρά τις στιγμές που έφευγαν και το αίμα που τις απομυζούσαν. Ο Ηλίας, ο γλυκός Ηλίας, ο εύπιστος, ο αποδέκτης των ονείρων του, των ψεμάτων του, συνειδητών και ασυνείδητων, ο μόνιμος συμμέτοχος των παιγνιδιών του και των απομακρύνσεων. Ψαράδες μάζευαν τις «γόπες» από τις ακακίες της αυλής, πάλευαν τα κύματα και τους ανέμους, εξερευνητές, χάνονταν στη ζούγκλα, κυνηγοί και κυνηγημένοι, άγριων φυλών και άγριων ζώων, καουμπόηδες ζώντας λαθραία σε εδάφη σκληρών ινδιάνων. Ο Ηλίας ο ευπαθής, μόνιμα αιχμάλωτος των κακών, και εκείνος μόνιμα ήρωας και λευτερωτής, επιτήδειος σκηνοθέτης αφάνταστων άθλων, όσους ποτέ δεν ονειρεύτηκε στην υπόλοιπη ζωή του.

            Ο Ηλίας που τον αγαπούσε, που τον εμπιστευόταν, που κατάφερε να πάει στο ίδιο σχολείο μ’ εκείνον, στο «ψωροενδέκατο», αρνούμενος το Δημοτικό της προσφυγογειτονειάς, που ταπεινώθηκε βλέποντας τους «άλλους» να εγκαταλείπουν το παιγνίδι και την αυλή του τριώροφου μόλις έκανε την εμφάνισή του. Άλλωστε οι μητέρες του καλού Βόλου τόχαν πει στη μητέρα του: «Δεν πρέπει το παιδί να παίζει με τα τουρκόπουλα», μα εκείνη ποτέ δεν του υπόδειξε το δρόμο του αποκλεισμού και ο Ηλίας έμεινε ως το τέλος σύντροφος πιστός. Ως το τέλος, δηλαδή, ως το 1961 που εκείνος έφυγε και ο Ηλίας έμεινε σε άφιλο σχολείο, ίσως να αισθάνθηκε προδομένος, διπλός πρόσφυγας, ίσως γι’ αυτό να πέθανε τον ίδιο χρόνο της δικής του φυγής, όπως μαρτυράει η επιγραφή στον ξύλινο, σαρακοφαγωμένο σταυρό. 1954 – 1961.

            «Μα πώς έγινε και πεθάναν όλοι τότε; Μήπως κτύπησε την περιοχή κάποια επιδημία που μου έκρυψαν οι δικοί μου; Γιατί όλοι αυτοί οι θάνατοι; Μαζικοί και ταυτόχρονοι. Νεκρή και η Ζωή, η δεύτερη μετά την Τόνια, βέβαια, που για χάρη της ξεστράτισα μετά το σχολείο μια μέρα, για να τη συνοδέψω κουβεντιάζοντας, χάθηκα μετά στο γυρισμό και ζήτησα βοήθεια για να βρω το δρόμο. Πρώιμο δείγμα της αδυναμίας μου να κουμαντάρω τις σχέσεις μου με τις γυναίκες, αφηνόμουνα και χανόμουνα και, μετά, δικαίως, με πετάγανε, τι με θέλανε, είχα αποδειχθεί λειψός και στα δύσκολα έκανα τον ήρωα και στα εύκολα πνιγόμουνα σε μια κουταλιά νερό».

            Η Ζωή ένα νταρντανοκόριτσο, θα τούριχνε κάμποσο στο μπόι, και η Μαριάνθη, λεπτή, ντελικάτη, με τα περίεργα σχιστά μάτια. Τόνια, Ζωή, και Μαριάνθη, τα τρία κορίτσια που ήταν ερωτευμένος, ταυτοχρόνως μεν, αλλά με σειρά προτεραιότητας. «Λες στην υπόλοιπη ζωή μου να προσπάθησα να πραγματοποιήσω αυτούς τους παιδικούς έρωτες;» σκέφτηκε.

,,,,

Ξημερώθηκε μέσα στους τάφους και τις αναμνήσεις. Το κορμί του πονούσε από την υγρασία και το κρύο. Στο αχνό πρωινό φως έβλεπε μόνο τάφους αγνώστων γύρω. «Παιγνίδι του μυαλού μου» σκέφτηκε, βαδίζοντας με δυσκολία προς την έξοδο. Μια μικρή ακτίνα ακούμπησε στον ώμο του. Και τότε κατάλαβε. Δεν ήταν εκείνοι που πέθαναν, αυτός είχε πεθάνει, τότε, Ιούνιο του 1961, όταν ανέβαινε τις σκάλες του ΚΥΚΝΟΣ, γεμάτος προσδοκίες, ελπίδες και φόβους. Εκεί είχε πεθάνει.

            Και με μια μεγάλη καθυστέρηση μπόρεσε επιτέλους να θρηνήσει το χαμό του παιδικού του εαυτού.  

           

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

ΠΕΡΙ ΨΑΡΙΩΝ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΑΠΑΓΚΙΣΤΡΩΣΗΣ

Έχω - έτσι διατείνομαι, τουλάχιστον - καλή σχέση με τα ψάρια. Μου αρέσουν ψητά, τηγανητά και βραστά, ανάλογα με το είδος του το καθένα και την εποχή του. Κουτσόμαθα να τα μαγειρεύω, κιόλας. Αργά, βέβαια, μετά τα 50 χρόνια της ζωής μου. Κοντολογίς, πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που ήμουν εκνευριστικά επιλεκτικός στο φαγητό μου και εκτιμούσα μόνο τα μπαρμπούνια με το άσπρο τους κρέας και τις κοκκινωπές, τραγανές, ουρές τους, προς απογοήτευση του πατέρα μου και απελπισία της μάνας μου.
Αντίθετα, με το ψάρεμα η σχέση μου θεμελιώθηκε νωρίς - νωρίς, από τα πρώτα παιδικά μου χρόνια. Θεμελιώθηκε, τώρα, είναι μια μεγάλη κουβέντα. Θεμελιώθηκε μονομερώς, από μένα, ενώ η άλλη πλευρά, τα ψάρια, αδιαφόρησαν πλήρως γι αυτήν, με αποτέλεσμα ποτέ μου να μην βγάλω ούτε λέπι.
Αυτή η μονομερής και θα έλεγα φαντασιακή μου σχέση με το ψάρεμα άρχισε, όπως έλεγα, από τα πρώτα παιδικά μου χρόνια, στο σπίτι της γιαγιάς στα Τρίκαλα, τα καλοκαίρια. Άκουγα τα μεγαλύτερα γειτονόπουλα να λένε: "Πάμε να ψαρέψουμε στο ποτάμι αύριο;" και άρχιζα να φαντάζομαι τον εαυτό μου μαζί τους στις όχθες του Λιθαίου να βγάζω ψαρούκλες και να γυρίζω φορτωμένος στο σπίτι με τη γιαγιά να με υποδέχεται με κραυγές χαράς και να βάζει το μεγάλο τηγάνι πάνω στην γκαζιέρα για το τηγάνισμα.
 
Μερικές φορές τους ακολούθησα. Είχα φροντίσει να πάρω μερικά μέτρα άσπρη κλωστή καρικώματος από τη ραπτομηχανή της θείας, να λυγίσω μια καρφίτσα και να τη δέσω στην άκρη, να βάλω μερικές μύγες στο άδειο σπιρτόκουτο, και έτσι πήγαινα για ψάρεμα.  Βεβαίως, ποτέ η επιστροφή μου δεν ανταποκρίθηκε στις εικόνες που είχα, όταν πήγαινα ακολουθώντας τα λοιπά παιδιά. Μόνο μια φορά, που το ποτάμι φούσκωσε βρήκα στις όχθες ξεβρασμένα ψαράκια. Μάζεψα μερικά και γύρισα με μια σχετικά περηφάνια. Ο τροφοσυλλέκτης μέσα μου είχε κάνει τη δουλειά του.
Βεβαίως, η απογοήτευση ήταν μεγάλη - ίσως μεγαλύτερη από εκείνη όταν γύριζα με τα χέρια άδεια. Η γιαγιά έριξε μια ματιά στα ψάρια μου, είπε ορθά - κοφτά "αυτά δεν τρώγονται" και τα έδωσε στις γάτες, οι οποίες τα τίμησαν δεόντως. Πλην όμως, και αυτό ήταν το πρώτο μάθημα του μικρού τροφοσυλλέκτη, πριν περάσει λίγη ώρα τις έπιασε μια ευκοιλιότητα άλλο πράγμα: Όλη η αυλή βρωμούσε και η γιαγιά, έξαλλη, μου απαγόρευσε το "ψάρεμα".
Μετά, το 1957, ο πατέρας μου πήρε μετάθεση και βρεθήκαμε στο Βόλο. Η επιθυμία μου να αποκαταστήσω τη σχέση μου με το ψάρεμα θέριεψε. Στις απογευματινές βόλτες στην παραλία έβλεπα πολλούς να κάθονται υπομονετικά και να ρίχνουν τις πετονιές δολωμένες με τέχνη στο νερό. Μικρές ψαρόβαρκες αραγμένες στη σειρά, άλλες που έφευγαν κι άλλες που έρχονταν, ήταν μια άλλη πηγή τροφοδοσίας της επιθυμίας μου. Ο πατέρας μου ευάλωτος στις παρακλήσεις μου ενέδωσε και μου πήρε πετονιά, τυλιγμένη ωραία - ωραία γύρω από ένα κομμάτι φελλού, εξοπλισμένη με δύο αγκίστρια και βαρίδι. Α, ένα όνειρο πλησίαζε στην πραγμάτωσή του, επιτέλους.
Καλοκαιράκι ήτανε, μπορεί και άνοιξη, ένα βράδυ πήραμε το δρόμο για την παραλία. Ψωμοτύρι είχαμε για δόλωμα, το μαλάζαμε και το βάζαμε στο αγκίστρι, ώστε να ξεγελάσουμε τα αθώα ψαράκια του Παγασητικού. Ρίχναμε και ξαναρίχναμε την πετονιά, δολώναμε και ξαναδολώναμε, αλλάξαμε το ψωμοτύρι με κάτι σα σκουλήκι που μας έδωσε ένας διπλανός "συνάδελφος", τίποτα. Μα τίποτα,  απολύτως.Αποτυχία, η οποία επαναλήφθηκε και όσες άλλες φορές πήγαμε για ψάρεμα, εκεί στην προκυμαία του Βόλου, καμιά 100 μέτρα από το κτίριο του Παπαστράτου.
Σε λίγο καιρό η πετονιά μπερδεύτηκε, το μόνο που αγκίστρωναν τα αγκίστρια της ήταν το δέρμα στα δάκτυλά μου, το βαρίδι χάθηκε σαν με τρόπο μαγικό, και το σύνολο κατέληξε στην κούτα που είχε ο πατέρας μου με διάφορα εργαλεία, πλάι σε σφυριά, κατσαβίδια, πρόκες και συρματάκια για την ασφάλεια του ηλεκτρικού.
Από τότε δεν επεχείρησα να ψαρέψω άλλη φορά. Η σχέση μου με το σπορ έγινε αυστηρά φιλολογική, καθώς, μεταξύ των βιβλίων του πατέρα μου. ανακάλυψα ένα βιβλίο με τίτλο "Ψαρέματα και ψάρια" - το γκουγκλάρισα, δεν το θυμόμουν - ενός αγνώστου σε μένα και τότε και τώρα Θέμου Ποταμιάνου, του οποίου, πάντως, το όνομα μου φαινόταν ταιριαστό με το θέμα του βιβλίου του, αφού η αναφορά στο υγρό στοιχείο ήταν προφανής. Διάβαζα λοιπόν για ψάρια, δολώματα, παραγάδια, συρτές και λοιπά που δεν θυμάμαι πια τίποτα. Επιπόλαια σχέση, θα μου πείτε και θα έχετε δίκαιο.
Χρόνια πολλά μετά, βρέθηκα στο σπίτι των ξαδελφιών μου, μεταξύ Σουνίου και Λαυρίου, Λιμάνι του Πασά λεγόταν παλιά, τώρα το λένε Ποσειδωνία. Ο άντρας της ξαδέλφης μου και καλός ξάδελφος δικός μου, ο Δημήτρης, είναι ψαράς, ερασιτέχνης, αλλά ψαράς, με τα σύνεργα και το φουσκωτό του και τα όλα του. Με έπεισε, λοιπόν, να πάμε για ψάρεμα. Μπήκαμε στο φουσκωτό, και τσούκου τσούκου,    ανοιχτήκαμε έξω από τη Μακρόνησο.
"Θα κάνουμε το τεμπέλικο ψάρεμα" μου είπε. Μου είπε και τον όρο, που δεν τον συγκράτησα, έδεσε κάπως δυο πετονιές εκατέρωθεν του φουσκωτού, και σιγά - σιγά βολτάραμε από δω και από κει.
Είχα και τη σκοτούρα μου, κάτι πρόσφατες τότε εγχειρήσεις σε ευαίσθητη περιοχή, χτυπιώμουν από τα κύματα πάνω στο πλαστικό και έλεγα τώρα θα ακυρώσω ό,τι πέτυχε ο πρωκτολόγος, αλλά, καλή η παρέα, το Μακρονήσι δίπλα με πόνους ζωντανούς ακόμα, χάζευα πού και πού την πετονιά, όπως μου είχε πει ο Δημήτρης, ωραία ήταν. Αλλά ψάρι, ούτε που ακουμπούσαμε.
"Ρε γαμώ το. Τι έγιναν σήμερα τα ψάρια;" άρχισε να μουρμουρίζει ο ξάδελφος κάνοντας για πέμπτη φορά τη βόλτα. Πού να του εξηγήσω την παλαιά μου σχέση με το ψάρεμα και τις επιτυχίες των παιδικών μου χρόνων, έλεγα.
Και ξαφνικά, να: Η πετονιά που είχα την ευθύνη της ταράχθηκε βιαίως. Την έπιασα, κάτι βαρύ ένοιωσα. "Ρε Δημήτρη, για δες, εσύ που ξέρεις", είπα. Έπιασε την πετονιά ο Δημήτρης. "Ω", μου λέει "πολύ μεγάλο ψάρι. Ροφός σίγουρα. Να δούμε πώς θα το βγάλουμε". Άρχισε τα καλλιτεχνικά με την πετονιά, εγώ ενθουσιασμένος, επιτέλους θα πιάναμε ψάρι, ώσπου κάνει μία και λέει "πάει, μας έφυγε".
Μάζεψε την πετονιά, σπασμένη η άκρη, φευγάτο το ψάρι με τα αγκίστρια και τα όλα της. Πήραμε το δρόμο της επιστροφής απογοητευμένοι και φάγαμε μπριτζόλες για παρηγοριά.
...
Σκεφτόμουν την ιστορία της ηρωικής απαγκίστρωσης του ψαριού και τις πολιτικές διασυνδέσεις της. Άμα είσαι μάγκας ψάρης, σπας την πετονιά κι αφήνεις τον ψαρά στο περίμενε. Άμα είσαι ψαράκι, σε τρώει στο τηγάνι, άντε στην καλύτερη περίπτωση στη σχάρα και διηγείται στους λοιπούς ψαράδες, πώς σου την έφερε και γελάν τα μουστάκια του.