Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τρίτη 8 Μαΐου 2012

ΣΗΜΕΙΑ ΑΝΑΓΝΩΣΗΣ ΤΩΝ ΕΚΛΟΓΙΚΩΝ ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΩΝ


Τα σημεία ανάγνωσης των αποτελεσμάτων της εκλογικής αναμέτρησης της 6ης Μαϊου δεν στοχεύουν να δώσουν ούτε μιαν πλήρη εικόνα, ούτε μιαν ανάλυση των αποτελεσμάτων. Στόχος είναι να αναδείξει κάποιες πτυχές, ψηφίδες ουσιαστικά, μιας πολύπλοκης και αντιφατικής πραγματικότητας.
1.      Το αυτονόητο: Τα μνημονιακά κόμματα καταβαραθρώθηκαν και μαζί με αυτά εκφράσθηκε, σχεδόν με μορφή δημοψηφίσματος, η απόλυτη αντίθεση του ελληνικού λαού στο Μνημόνιο και στα όσα έχουν προκύψει από αυτό, περιλαμβανομένης και της δανειακής σύμβασης του Φεβρουαρίου. Μάλιστα, η καταδίκη της πολιτικής που εφαρμόσθηκε αυτά τα δύο τραγικά από όλες τις απόψεις χρόνια ξεπέρασε κάθε φιλοδοξία των δυνάμεων, πολιτικών και κοινωνικών, που αντιτάχθηκαν στις μεθοδεύσεις του πολιτικού συστήματος και των «αγορών».
2.      Το ενδιαφέρον: Τα ακραιφνώς νεοφιλελεύθερα κόμματα και πολιτικά μορφώματα δεν εκπροσωπούνται στην ελληνική Βουλή. Με άλλα λόγια, οι πολίτες της χώρας δεν απέλυσαν μόνο τον μάγειρα, απέρριψαν και τις συνταγές του.
3.      Η διαφαινόμενη προεκλογικά τραμπάλα μεταξύ ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ και το σύστημα αερόσακων σωτηρίας δεν υπήρξαν αποτελεσματικά. Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε διπλάσιους από όσους η ΔΗΜΑΡ από αυτούς που εγκατέλειψαν μαζικά το ΠΑΣΟΚ. Το γιατί, έχει ενδιαφέρον, αλλά ας απαριθμήσω λίγους παράγοντες χωρίς πολλά λόγια: Ο διφορούμενος πολιτικός λόγος, η αντιφάσεις των πολιτικών απόψεων, η ποιότητα του πολιτικού προσωπικού που ενσωμάτωσε από το ΠΑΣΟΚ, οι τριγμοί, αδρανοποιήσεις και απομακρύνσεις αξιόλογου κομματικού δυναμικού που διαπίστωνε ότι αυτό που οικοδομούσαν δεν αντιστοιχούσε σ’ αυτό που σχεδιαζόταν: Το καράβι έγερνε μονόπατα, παρά τις κατά καιρούς διαβεβαιώσεις του καπετάνιου.
4.      Το ΚΚΕ έχασε. Έχασε όχι μόνο την πρωτοκαθεδρία στο χώρο της αριστεράς, όχι μόνο την ευκαιρία να αναδειχθεί στον πρωταγωνιστή της λαϊκής αντίθεσης στις πολιτικές των τελευταίων χρόνων, έχασε εντός έδρας. Αν και το ποσοστό αυξήθηκε, το ΚΚΕ έχασε ψήφους που σε παραδοσιακές περιοχές δύναμής του φθάνουν το 5 ως 10% της δύναμής του στις προηγούμενες εκλογές. Δείτε τον αριθμό ψήφων σε Β Αθηνών και σε Β Πειραιά. Επί της ουσίας, εν καιρώ.
5.      Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε. Και κέρδισε πανηγυρικά, τόσο που δεν το περίμενε. Και η ανατομία αυτής της νίκης υποδεικνύει τρεις βασικούς λόγους:
·        Πρώτον, στο ότι κατάφερε να συνδυάσει για μεγάλο χρονικό διάστημα, με μεγάλη επιτυχία, παρά κατανοητές δυσχέρειες και στραβοπατήματα, τον κινηματικό με τον θεσμικό ρόλο. Και με τον τακτική αυτή μπόρεσε να διατηρήσει και την ενότητά του, παρά τους τριγμούς και τα κατά καιρούς ρήγματα, πείθοντας ότι εννοεί έμπρακτα την ενότητα της αριστεράς, την ενότητα της διαφορετικότητας. Μπορεί να έχασε σε αποτελεσματικότητα, κέρδισε σε αξιοπιστία, και δεν είναι λίγο αυτό. Και αυτό του επέτρεψε να επιχειρήσει επιτυχώς τα επόμενα δύο σημεία.
·        Δεύτερον, ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε γιατί όρισε την ατζέντα των εκλογών. Μπόρεσε να καθορίσει το κρίσιμο ερώτημα στο οποίο κλήθηκε να απαντήσει το σώμα των πολιτών. Το ερώτημα των εκλογών ήταν το μνημόνιο, και παρέμεινε ως το μοναδικό θέμα της εκλογικής ημερήσιας διάταξης. Αλλά μια μονοθεματική ατζέντα με πολλά επιμέρους σημεία, κρίσιμα για τη ζωή του τόπου και των πολιτών του. Ουσιαστικά ένα θέμα που τα κάλυπτε όλα. Και αυτός ο καθορισμός της πολιτικής ατζέντας καθόρισε τις συντεταγμένες της εκλογικής διαμάχης και εν τέλει του αποτελέσματος. Μην υποτιμάται αυτή την διάσταση. Για μένα είναι η καθοριστική. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν ετεροκαθορίστηκε στην πολιτική διαμάχη, δεν έσπευσε να απαντήσει στους άλλους, αλλά έθεσε ο ίδιος τα ερωτήματα που ήταν οι αγωνίες των πολιτών. Με άλλα λόγια, ηγεμόνευσε.
·        Τρίτον, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν αρκέσθηκε να θέσει την ατζέντα των εκλογών. Έδειξε μια προοπτική επίλυσης του δράματος: την κυβέρνηση της αριστεράς ως αντίπαλο δέος των μνημονιακών – νεοφιλελεύθερων κυβερνήσεων.  Με άλλα λόγια, ο ΣΥΡΙΖΑ μπόρεσε να μετασχηματίσει την αγανάκτηση και την οργή σε ελπίδα, την απόρριψη σε θέση. Αυτό δηλαδή που ΚΚΕ και ΔΗΜΑΡ δεν μπόρεσαν ή δε θέλησαν να κάνουν.
6.      Για να μείνουμε, όμως, στο θέμα της ατζέντας: Γιατί ΝΔ και επιφανή στελέχη του ΠΑΣΟΚ – και των γνωστών ΜΜΕ – προσπάθησαν να ορίσουν μια διαφορετική ατζέντα των εκλογών, την ατζέντα του Νόμου και της Τάξης. Οι μεταγραφές του δίδυμου των ακροδεξιών Βορίδη – Γεωργιάδη στη ΝΔ, η ενίσχυση του παραδοσιακά ακροδεξιού προφίλ της ηγεσίας της, τα στρατόπεδα συγκέντρωσης του Χρυσοχοίδη και οι περιπολίες του με δημοσιογραφικές αποστολές στη νύχτα των γκέτο και της Χρυσής Αυγής, οι υγειονομικές βόμβες του Λοβέρδου, η καλλιέργεια του τρόμου δεν είχαν τα επιθυμητά για τους εμπνευστές τους αποτελέσματα: Απλώς νομιμοποίησαν τη ναζιστική Χρυσή Αυγή, την έκαναν να δείχνει ως εναλλακτική, ακραία ριζική και αποτελεσματική, απάντηση στην ατζέντα του φοβικού και απελπισμένου. Όσοι δεν κατανοούν ότι τα εφευρήματα του Χρυσοχοίδη πριμοδότησαν ευθέως τη Χρυσή Αυγή, φοβάμαι ότι δεν κατανοούν τα στοιχειώδη.
7.      Την αναξιοπιστία του πολιτικού συστήματος συνόδευσε η αναξιοπιστία των «σοβαρών» ΜΜΕ. Στη θέση τους άνθησαν τα μπλογκς και οι σελίδες κοινωνικής δικτύωσης. Εκεί η πολιτική ανάλυση συνοδεύτηκε συχνά από διεισδυτικό και ανατρεπτικό χιούμορ, εξασφαλίζοντας για τις νεώτερες γενιές τουλάχιστον πηγές ενημέρωσης και πολιτικής σκέψης.
8.      Στο κοινωνικό, τα αποτελέσματα των εκλογών υπογραμμίζουν τη διάλυση του «μεσαίου χώρου» και την εντεινόμενη πόλωση της κοινωνίας σε μια μάζα φτωχών και αδύναμων και σε μια ελίτ πλούσιων και ισχυρών. Η κατάρρευση του μεσαίου χώρου – μια κατάρρευση που σημειώθηκε παντού όπου εφαρμόσθηκαν αντίστοιχα προγράμματα – σχετίζεται ευθέως με την κατάρρευση του δικομματισμού, αλλά και με την προσπάθεια επιβολής της αυταρχικής ατζέντας στην προεκλογική διαμάχη. Από τον δικομματικό πολιτικό πυρήνα που εξασφάλιζε την αναπαραγωγή του μέσω της εναλλαγής των δύο στοιχείων – κομμάτων που τον αποτελούσαν, περνάμε σε ένα σύστημα πολιτικής πόλωσης: Δεξιά – Αριστερά, οι επιλογές φαίνονται να διαγράφονται με σαφήνεια και όσα πολιτικά κόμματα δεν το κατανοήσουν και προσπαθήσουν να καλύψουν το «κέντρο» μέλλουν να αναζητούν με αγωνία ψηφοφόρους στο μέλλον.
9.      Με την έννοια αυτή, η μεταπολίτευση που βασίστηκε στο «όλοι δημοκράτες είμαστε» και «οι κακοί (χουντικοί) είναι φυλακή», όντως μας τελείωσε. Το ίδιο και η λαμπρή σταθερότητα της ελληνικής μικροαστικής τάξης.     

         

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ - ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΦΤΩΧΩΝ


Η πολιτική ζωή υιοθετεί άκριτα την ακροδεξιά ατζέντα. Τα προβλήματα του "Νόμου και της Τάξης" αποκτούν την πρωτοκαθεδρία, εκτοπίζοντας τα κρίσιμα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα. Εύλογη επιλογή του πολιτικού συτστήματος. Μέσα στο συνταγολόγιο, οι επιχειρήσεις "σκούπα" και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Όμως τα στρατόπεδα συγκέντρωσης έχουν προϊστορία. Χρησιμοποιήθηκαν το πρώτον από τους Άγγλους στον πόλεμο με τους Μπόερς στη Νότιο Αφρική, από την τσαρική Ρωσία και τον Στάλιν και τους επιγόνους του, για να ταυτιστούν με την απόλυτη φρίκη των Ναζί.
Εδώ παρουσιάζουμε μια πιο "ελαφρά" εκδοχή, αλλά εξ ίσου απάνθρωπη. Πρόκειται για τις προτάσεις του Booth στο τέλος του 19ου - αρχ΄΄ες 20ου αιώνα για την αντιμετώπιση της φτώχιας στο Λονδίνο. Οι ομοιότητες με το σήμερα μόνο τυχαίες δεν είναι.
Απόσπασμα από το βιβλίο μου "Η Κρίση της Αγοράς Εργασίας - Θεωρίες της Ανεργίας", 2000, εκδόσεις Τυπωθήτω - Γ. Δαρδανός.



2.2       ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΕΡΓΙΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ
Οι κοινωνικές έρευνες για τις συνθήκες ζωής των μισθωτών και των ανέργων, όπως έχουμε δει στο προηγούμενο Κεφάλαιο, προκλήθηκαν από την ανησυχία μήπως η φτώχεια οδηγήσει σε κοινωνική αναταραχή. Μέχρι να ολοκληρωθεί ο 19ος αιώνας, οι έρευνες πεδίου για την φτώχεια συνεχίζονται, αν και ο κίνδυνος για την ανατροπή του συστήματος μοιάζει απόμακρος, χωρίς να έχουν λείψει οι κοινωνικές αναταραχές που προκαλεί η ανεργία και η φτώχεια[1].
            Ωστόσο, υπάρχει ένας ακόμη λόγος που προκαλεί την άνθηση των ερευνών για την κατάσταση των μισθωτών και των άνεργων. Η εγκαθίδρυση του βιομηχανικού συστήματος δεν εξάλειψε τη φτώχεια, παρά τις σημαντικές βελτιώσεις που έγιναν στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Η σταθερότητα της απασχόλησης δεν αφορούσε το σύνολο του πληθυσμού, στους δρόμους των αστικών κέντρων η επαιτεία ήταν συνηθισμένο φαινόμενο, όπως και η περιπλάνηση σε αναζήτηση εργασίας. «Η εμμονή της οκνηρίας, της άγνοιας, της εγκληματικότητας και της διαφθοράς σε τέτοιες συνθήκες (δηλαδή σε συνθήκες οικονομικής ευμάρειας) έκανε δυνατό … να θεωρηθούν οι απόκληροι και οι αμαρτωλοί ως υπεύθυνοι για την κατάστασή τους»[2].
Η συνύπαρξη του πλούτου και της πενίας, χωρίς να λαμβάνει τη διαλεκτική σχέση που είχε στον Μαρξ [3], προκάλεσε το ενδιαφέρον ως επικίνδυνο κοινωνικό παράδοξο. Αυτό που περιγράφεται ως η «νέα φιλελεύθερη προσέγγιση», έχοντας απορρίψει «τη γενική απαισιοδοξία της κλασικής οικονομικής σκέψης» για τις δυνατότητες εμφάνισης της στάσιμης οικονομίας και έχοντας πεισθεί για την πραγματικότητα μιας συνεχούς οικονομικής  ανάπτυξης, έβλεπε το υπόλειμμα της ευκαιριακής εργασίας να παραμορφώνει αποκρουστικά την εικόνα της προόδου[4]. Εξ άλλου, η κοινή αντίληψη ότι η ατομική φιλανθρωπία και οι Νόμοι για τους Φτωχούς προκαλούν την κατάπτωση του εργασιακού φρονήματος των φτωχών εξακολουθούσε να ισχύει. Η κοινωνική έρευνα στις συνθήκες ζωής των εργαζομένων προσπάθησε να δώσει απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα.
            «Στις δεκαετίες του 1870 και 1890 έρευνες πεδίου έγιναν στη Γερμανία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και στη Μεγάλη Βρετανία, στη Γαλλία και στο Βέλγιο. Αυτές οι έρευνες ποίκιλαν στην ποιότητα και στην αντικειμενικότητα, αλλά στο σύνολό τους έφεραν στο φως τεράστιο υλικό στοιχείων για τα δεινά των φτωχών και ανάπτυξαν νέους τρόπους εξέτασης των κοινωνικών συνθηκών. Στο μεγαλύτερο μέρος τους όμως στα συμπεράσματα και στις προτάσεις τους αντανακλούσαν τις προκαταλήψεις των ερευνητών που είχαν στόχο να διατηρήσουν τους υπάρχοντες θεσμούς, παρά να τους καταργήσουν. Συνειδητά ή ασυνείδητα, οι ερευνητές έτειναν είτε να μειώνουν το μέγεθος της ανεργίας είτε να αντιμετωπίζουν το φαινόμενο της ανεργίας σαν ένα στοιχείο ενός ευρύτερου προβλήματος – της φτώχειας, της εκπαίδευσης, του αλκοολισμού κλπ.»[5]
           
Το απόσπασμα αυτό από τον Garraty ανακεφαλαιώνει με ακρίβεια την κατεύθυνση και τα συμπεράσματα των ερευνών πεδίου για τη φτώχεια κατά την περίοδο αυτή. Η έρευνα του Booth εμφανίζει μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με τις λοιπές έρευνες της εποχής του και θα την παρουσιάσουμε πιο αναλυτικά εδώ.
Η έρευνα που έκανε ο Booth[6] κράτησε αρκετά χρόνια (από το 1886 ως μετά το 1891) και εκδόθηκε σε 17 τόμους με τον πρώτο τόμο να εκδίδεται το 1889 και τον τελευταίο το 1913. Ξεκίνησε την έρευνα με σκοπό να αποδείξει ως εσφαλμένη την αιτίαση μιας σοσιαλιστικής οργάνωσης ότι το ένα τέταρτο των εργατών του Λονδίνου ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας. Η αντικειμενικότητά του Booth του επέτρεψε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι κάτω από το όριο της φτώχειας δεν ζει το 25% των εργατών, αλλά σχεδόν το 30%. Τα προβλήματα που σχετίζονται με την εργασία (δηλαδή η ανεργία και οι χαμηλοί μισθοί, χωρίς να διακρίνει περισσότερο μεταξύ των δύο) θεωρήθηκαν ως τα σημαντικότερα για τη διαμόρφωση των συνθηκών της φτώχειας [7].
Ο Booth ταξινόμησε τους μισθωτούς του Λονδίνου σε οκτώ κοινωνικο-οικονομικές ομάδες, αν και ήταν ιδιαίτερα επιμελής να σημειώσει ότι τα όρια μεταξύ των ομάδων είναι ιδιαίτερα ασαφή.
Η ομάδα Α ήταν η χαμηλότερη στην κλίμακα του Booth. Περιγράφεται ως μια αντικοινωνική ομάδα αδύνατη να υποστεί οποιαδήποτε αναμόρφωση. Είναι μια «άγρια και ημι-εγκληματική» ομάδα που αποτελείται από ευκαιριακούς εργαζόμενους και περιθωριακούς που ζητιανεύουν στους δρόμους. Το μέγεθός της, όμως, είναι μικρό, φθάνει μόλις το 1% του συνολικού πληθυσμού του Λονδίνου.
Η ομάδα Β αποτελείται από τους πολύ φτωχούς. Χαρακτηρίζονται από ασταθή εργασία σε μη τακτικά διαστήματα. Κατά συνέπεια αντιμετωπίζουν συχνά προβλήματα ανεργίας, καθώς τα μέλη της ούτε θέλησαν να βρουν ούτε είναι ικανά να εξασφαλίσουν μια σταθερή εργασία. Η ομάδα αυτή περιγράφεται σαν ένα σύνολο ατόμων που «για πνευματικούς, ηθικούς ή σωματικούς λόγους δεν είναι ικανοί για καλύτερη απασχόληση». Ο αριθμός τους είναι σημαντικός: φθάνει το 8% του συνολικού πληθυσμού, αλλά η βελτίωση της κατάστασής τους μάλλον αδύνατη: «η έλλειψη εργασίας δεν είναι το αίτιο της κατάστασής τους και η προσφορά μιας θέσης απασχόλησης σε άτομα αυτής της ομάδας είναι μια άχρηστη θεραπεία».
Οι ομάδες C και D αριθμούν μαζί το 25% του συνολικού πληθυσμού του Λονδίνου. Τα μέλη των ομάδων αυτών ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας εξ αιτίας είτε συχνών διαστημάτων ανεργίας, είτε πολύ χαμηλών μισθών, παρά την τακτική απασχόληση που έχουν εξασφαλίσει. Αυτό είναι και το κριτήριο διαφοροποίησής τους: Όσοι αντιμετωπίζουν συχνά διαστήματα ανεργίας είναι «ανίκανοι να προσαρμοστούν στις συνθήκες της ζωής και δεν δείχνουν πρόνοια για το μέλλον». Αυτοί που έχουν τακτική απασχόληση, αλλά αμείβονται με χαμηλούς μισθούς είναι ανειδίκευτοι ή εργάζονται σε εργασίες που δεν απαιτούν εξυπνάδα. Και οι δύο ομάδες είναι για τον Booth τα πραγματικά θύματα του συστήματος, καθώς είναι άνθρωποι που εργάζονται σκληρά και μεγαλώνουν τα παιδιά τους με αξιοπρέπεια.
Οι υπόλοιπες ομάδες δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα φτώχειας και, κατά συνέπεια, ούτε συχνής ανεργίας. Δεν θα επεκταθούμε λοιπόν στις ομάδες αυτές, αν και ακόμη και τα μέλη της αμέσως ανώτερης ομάδας, της Ε, φέρουν την «κατάρα της (εργασιακής) ανασφάλειας από την οποία δεν είναι εύκολο να προφυλαχθούν όση πρόνοια και αν δείξουν». Προφανώς, τα μέλη αυτής της ομάδας υπόκεινται στην κυκλικότητα της ανεργίας, δηλαδή στις διακυμάνσεις της οικονομικής δραστηριότητας, παρά στην αστάθεια της εργασιακής τους ένταξης.
Το πρόβλημα, όπως το τοποθετεί ο Booth, είναι ότι ο ανταγωνισμός για την εργασία που προέρχεται από την ομάδα Β δημιουργεί αστάθεια στην απασχόληση και μειώνει τους μισθούς των ατόμων που ανήκουν στις ομάδες C και D. Αποτέλεσμα αυτού του ανταγωνισμού είναι τα μέλη αυτών των ομάδων να υποφέρουν από «ανεπαρκή απασχόληση».
            Η λύση που πρότεινε ο Booth ήταν εξαιρετικά απλή: ο αποκλεισμός της ομάδας Β από την αγορά εργασίας με κρατική παρέμβαση και ο εγκλεισμός των μελών σε βιομηχανικά ιδρύματα – στρατόπεδα εργασίας – έξω από τα αστικά κέντρα. Για όσους αποδειχθούν ότι δεν μπορούν να προσφέρουν και στις συνθήκες αυτές δεν απέμενε παρά το φτωχοκομείο.
            Νωρίτερα από τον Booth ένας Γάλλος βιομήχανος – πού ανέβηκε κοινωνικά από την τάξη των εργατών – ο Denis Poulot[8] είχε παρουσιάσει επίσης μια ταξινόμηση των γάλλων εργατών σε οκτώ ομάδες. Η ταξινόμηση του Poulot παρομοιάζει με εκείνη του Booth, με τις κατώτερες ομάδες στην ιεράρχηση να χαρακτηρίζονται ως «βρώμικοι, αποκρουστικοί, χυδαίοι, άξεστοι, αδαείς, απερίσκεπτοι και κτηνώδεις», απρόθυμοι να εργασθούν τακτικά. Η τακτικότητα της εργασίας αποτελεί ουσιαστικό κριτήριο για τον Poulot για να ταξινομήσει τους εργάτες στις διάφορες κατηγορίες[9].
Μπορούμε να προχωρήσουμε πλέον σ’ ένα σχολιασμό της ερευνητικής προσπάθειας του Booth. Πρώτον, είναι σαφές ότι διαβλέπει τις διαφοροποιήσεις που έχουν συμβεί στη συγκρότηση της εργατικής τάξης του Λονδίνου, τις κατατμήσεις που έχουν επέλθει, τις σχέσεις ανταγωνισμού μεταξύ τμημάτων (segments) και απόστασης, ταυτόχρονα, ανάμεσα στα ιεραρχημένα τμήματα.
Ωστόσο, και αυτό είναι απολύτως κατανοητό, το κριτήριο ταξινόμησης και προσδιορισμού των κατατμήσεων δεν είναι οι θέσεις εργασίας που καταλαμβάνουν τα μέλη των διαφόρων ομάδων, αλλά τα χαρακτηριστικά αυτών των ίδιων των εργαζομένων: η φυσική τους κατάσταση, εν μέρει, η ηθική τους και η εργατικότητά τους, πολύ περισσότερο, η σύνεση και η πρόνοια που επιδεικνύουν. Δεν είναι τυχαίο, συνεπώς, που ο Booth καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «οι άνεργοι είναι, σαν τάξη, μια ομάδα άχρηστων (unfit)». Η ανεργία αποδίδεται στους ίδιους τους άνεργους, όπως στον Malthus ο υπερπληθυσμός δεν ήταν παρά αποτέλεσμα της περιορισμένης ηθικής και της ανύπαρκτης εγκράτειας των μισθωτών. Στο συμπέρασμα αυτό φθάνει ο Booth παρά το γεγονός ότι το εμπειρικό του υλικό δείχνει τη στενή σχέση ανάμεσα στη φτώχεια και την ανεργία[10].
Δεύτερον, ο Booth αποφεύγει να αναφερθεί στην κυκλική ανεργία, αν και τη γνωρίζει ως φαινόμενο. Η ανεργία που προκαλείται από τις περιοδικές υφέσεις της βιομηχανίας, που εκφράζεται με μαζικές απολύσεις εργαζομένων στους «κακούς καιρούς» αναγνωρίζεται με σχόλια που αναφέρονται απλώς με συμπάθεια «στους καλούς εργάτες που περιφέρονται οκνοί» και των οποίων «ο αριθμός λέγεται ότι είναι σήμερα μεγάλος», Η άρνηση του Booth να σχολιάσει τις συνέπειες της ανεργίας που οφείλεται στις διακυμάνσεις της οικονομικής δραστηριότητας είναι κοινή σε όλες τις έρευνες που γίνονται και στις λοιπές χώρες κατά την ίδια περίοδο. Ο λόγος της αποσιώπησης αυτής θα πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι οι παροδικές περίοδοι ανεργίας θεωρούνται από την οικονομική σκέψη της εποχής ως περίπου φυσικό φαινόμενο, ένα αποτέλεσμα, δυσάρεστο μεν, αλλά αναπόφευκτο και κυρίως κάτι που διορθώνεται αυτόματα από τον μηχανισμό της αγοράς[11]. Ο Booth - όπως και ο Poulot και οι λοιποί ερευνητές της περιόδου - επικαλείται την ανεργία, ή, ορθότερα, την έλλειψη τακτικής εργασίας, για να δείξει ότι αυτή συνδέεται με τα δυσμενή φυσικά και ηθικά χαρακτηριστικά των εργατών.
            Τρίτον, ο Booth υποστηρίζει ότι η αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς εργασίας χρειάζεται ένα μέγεθος ανεργίας. Είναι αμφίβολο, όμως, κατά πόσο απέδιδε στην ανεργία τον ρόλο που είχε διαπιστώσει ο Μαρξ με την έννοια «του εφεδρικού στρατού της εργασίας» ή με την έννοια ότι η ανεργία αποτελεί ένα μηχανισμό επιβολής της πειθαρχίας στους εργαζόμενους , όπως υποστηρίζουν οι Shapiro και Stiglitz[12]. Μάλλον η αναφορά του ήταν σε μια δεδομένη πραγματικότητα, μια κατάθεση ενός πραγματολογικού στοιχείου.
            Τέλος, η ανεργία δεν αντιμετωπίζεται παρά σε σχέση με διάφορα άλλα προβλήματα που προέρχονται από τα χαρακτηριστικά των ατόμων και της «παθογένειάς» τους. Η αντιμετώπιση αυτή της ανεργίας δεν είναι νέα: την είχαμε ήδη δει σε σχέση με τις προγενέστερες έρευνες που επισκοπήσαμε στο προηγούμενο Κεφάλαιο. Από την οπτική αυτή, η αντιμετώπιση της ανεργίας δεν αφορά την οικονομική πολιτική, με την έννοια ότι απαιτεί την υιοθέτηση οικονομικών μέτρων και παρέμβασης στον οικονομικό μηχανισμό, αλλά προσδιορίζεται ως τμήμα της κοινωνικής πολιτικής.
            Με τις κοινωνικές έρευνες πεδίου η έννοια της ανεργίας ενσωματώνεται στο καθημερινό λεξιλόγιο των κοινωνικών στρωμάτων και τάξεων που δεν ανήκουν στη ριζοσπαστική εργατική τάξη. Ωστόσο, χρησιμοποιείται ακόμη εναλλακτικά, τουλάχιστον στη Μεγάλη Βρετανία, με λέξεις που είναι δηλωτικές του τρόπου κατανόησης του φαινομένου από τους συγχρόνους: οι όροι μη σταθερή (inconstancy), ευκαιριακή (irregularity), μεταβαλλόμενη (variability) και ασυνεχής (discontinuity) εργασία[13] χρησιμοποιούνται για να δείξουν την συχνή εναλλαγή περιόδων εργασίας που διακόπτονται συστηματικά από περιόδους ανεργίας ποικίλης διάρκειας. Ουσιαστικά με τις κοινωνικές έρευνες για την κατάσταση των μισθωτών και των φτωχών που γίνονται το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα ο άνεργος συγχέεται, αν δεν ταυτίζεται με τον ευκαιριακά εργαζόμενο, όπου η ευκαιριακή εργασία αποτελεί είτε επιλογή του ίδιου είτε αποτέλεσμα των εργασιακών και ηθικών μειονεκτημάτων του.
            Η διατήρηση της ευκαιριακής εργασίας στο Λονδίνο, όπως και σε άλλα μεγάλα αστικά κέντρα, έχει ερμηνευθεί από τον Stedman Jones [14] ως αποτέλεσμα του ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων για την προμήθεια της κινητήριας δύναμης της εποχής (κάρβουνο) και της συνέπεια αυτού εγκατάστασης της βαριάς βιομηχανίας κοντά στις περιοχές εξόρυξης του κάρβουνου. Στο Λονδίνο έμειναν εγκαταστημένες μικρές βιομηχανίες παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων που αύξαναν τα κέρδη τους με την υπερεκμετάλλευση της εργασίας, παρά με την εφαρμογή μεθόδων βιομηχανικής οργάνωσης. Ένας τρόπος υπερεκμετάλλευσης της εργασίας ήταν η προσαρμογή του όγκου της απασχόλησης στην εποχικότητα της ζήτησης, γεγονός που οδηγούσε στη διατήρηση και εξάπλωση της εποχικής και ευκαιριακής εργασίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το κόστος της εποχικότητας στη ζήτηση των προϊόντων μεταφέρθηκε από την επιχείρηση στους εργαζόμενους [15].
           


[1]             Για τις κοινωνικές αναταραχές στη Μεγάλη Βρετανία μεταξύ του 1880 και του 1908 δες N. Ginsbourg, Class, Capital and Social Policy, 1979, Macmillan, σ. 55-6.
[2]             J. A. Garraty, Unemployment in History: Economic Thought and Public Policy, 1978. Harper , σ. 103. Επίσης D. Winch, Economics and Policy: A Historical Study, 1972, Fontana, σ. 34.
[3]             που αποτυπώθηκε στη γνωστή ρήση του Μαρξ «ο πλούτος του κράτους ταυτίζεται με την αθλιότητα του λαού».
[4]             K. Williams, Problematic History, Economy and Society, 1972, Vol. 1, 4, σ. 461-2.
[5]             J. A. Garraty, Unemployment in History: Economic Thought and Public Policy, 1978. Harper , σ. 108. Οι έρευνες αυτές επισκοπούνται από τον Garraty στο 6ο Κεφάλαιο του βιβλίου του. Εδώ θα αναφερθούμε κυρίως στην έρευνα του Charles Booth, τόσο για την σημασία της, όσο και γιατί επηρέασε σημαντικά τον τρόπο κατανόησης της ανεργίας από τους οικονομολόγους της εποχής του και μέχρι τον Keynes.
[6]             Ch. Booth, Life and Labour of the London Poor, London.
[7]             Ο Booth ταξινόμησε τα αίτια της φτώχειας σε τρεις ομάδες: Προβλήματα απασχόλησης, προβλήματα συνήθειας (αλκοολισμός και έλλειψη πρόνοιας) και προβλήματα συνθηκών (ασθένεια, αναπηρία ή πολλά παιδιά).
[8]             D. Poulot, Le sublime: ou le travailleur comme il est en 1870 et ce qu’ il peut etre, Paris 1872.
[9]             J. A. Garraty, Unemployment in History: Economic Thought and Public Policy, 1978. Harper , σ. 114.
[10]           D. Winch, Economics and Policy: A Historical Study, 1972, Fontana, σ. 53.
[11]           Δες και D. Winch, Economics and Policy: A Historical Study, 1972, Fontana, σ. 52.
[12]           C. Shapiro – J. E. Stiglitz, Equilibrium Unemployment as a Worker Discipline Device, American Economic Review, 1984.
[13]           D. Winch, Economics and Policy: A Historical Study, 1972, Fontana, σ. 52.
[14]           Stedman Jones, Outcast London: A Study in the Relationship between Classes in Victorian Society, 1971, Oxford Un. Press.
[15]           J. Tomlinson, Problems of British Economic Policy: 1870 – 1945, 1981, Methuen, σ. 18. Επίσης K. Williams, Problematic History, Economy and Society, 1972, Vol. 1, 4.


    

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012

ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ






Κάποιοι φίλοι μου ζήτησαν να σχολιάσω το κείμενο του Πρωθυπουργού. Το κάνω με βαριά καρδιά. Πληκτικό κείμενο, χωρίς ίχνος πολιτικής γλώσσας που θα μπορούσε να συγκινήσει έστω και στο ελάχιστο ή να πείσει άλλους εκτός από εκείνους που είναι ήδη πεισμένοι. Αλλά, να: έχασα το χρόνο μου, ελπίζω να μη  χάσετε κι εσείς το δικό σας.  


ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΠΑΠΑΔΗΜΟΥ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Ελληνίδες, Έλληνες,
Μάλιστα, ακούμε με ιδιαίτερη προσοχή, επομένως προσέξτε τι θα μας πείτε.
Απευθύνομαι σήμερα σε σας για να σας εκθέσω με απόλυτη ειλικρίνεια την κρίσιμη κατάσταση που βρισκόμαστε και τις επιλογές που έχουμε μπροστά μας. Είμαστε σε απόσταση αναπνοής από το σημείο μηδέν.
Δεχόμαστε τη δήλωση ότι θα μας μιλήσετε ειλικρινά. Μένει να αποδειχθεί κιόλας. Και θα συμφωνήσω ότι όντως «είμαστε σε απόσταση αναπνοής από το σημείο μηδέν». Μένει να δούμε τι σημαίνει αυτό.
Tο ελληνικό Κοινοβούλιο καλείται αύριο να αναλάβει μια ιστορική ευθύνη. Καλείται να εξετάσει και να εγκρίνει το νέο οικονομικό πρόγραμμα της Ελλάδας, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για τη χρηματοδοτική στήριξη της χώρας κατά τα επόμενα χρόνια. 
Συμφωνούμε απολύτως και σ’ αυτό. Έτσι είναι. Και όχι μόνο έτσι: Το ελληνικό Κοινοβούλιο καλείται να αποφασίσει μια δέσμευση της οικονομικής πολιτικής της χώρας για την επόμενη δεκαετία, τουλάχιστον. Αυτό συνεπάγεται ένα – δύο «τεχνικά» προβληματάκια:
Πρώτον, διαθέτει το παρόν Κοινοβούλιο την αναγκαία λαϊκή εξουσιοδότηση να αποφασίσει επ’ αυτού, ιδιαίτερα όταν το κόμμα που κέρδισε τις εκλογές του 2009 με άλλο πολιτικό πρόγραμμα (ξέρω, θα μας πείτε και εσείς γιατί τους πιστέψατε;) κινδυνεύει να εξαφανιστεί στις επόμενες εκλογές, που, σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να βραδύνουν παρά λίγους μήνες;
Δεύτερον, θεωρείτε, εσείς προσωπικά, ότι υπάρχει βουλευτής ικανός να διαβάσει, κατανοήσει και αναλύσει το γράμμα και το πνεύμα ενός δύσκολου πολιτικο-τεχνικού κειμένου, κατά λέξη και πίσω από τις λέξεις; Εκείνοι πάντως, μάλλον δηλώνουν αδυναμία. Κάπου 600 σελίδες άκουσα ότι είναι, άντε 350 όπως λέτε. Και μυθιστόρημα να ήταν θα χρειαζόταν περισσότερος χρόνος από το 36 ώρες που έχουν στη διάθεσή τους, και λέω γενναιόδωρα τις 36 ώρες. Σας άρεσε άραγε η Χρυσοχοίδιος ρήση, ότι δεν διάβασε το Μνημόνιο 1 και θέλετε να το πολλαπλασιάσετε; Ή δεν πιστεύετε ότι όσοι αποφασίζουν οφείλουν να έχουν στη διάθεσή τους όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες; Ή μήπως πιστεύετε ότι μόνον εσείς προσωπικά, οι τρεις «αρχηγοί» και οι σύμβουλοί σας δικαιούστε να αποφασίζεται και οι βουλευτές απλώς να υπακούουν;
Σας συνιστώ επειγόντως να διαβάσετε το Σύνταγμα της χώρας – θυμάστε; Αυτό που ορκισθήκατε να τηρείτε – χωρίς τις «ερμηνείες» συνταγματολόγων που το θεωρούν «απλή λεπτομέρεια στην ανάπτυξη της χώρας». Διαφορετικά, ήδη στην πρώτη σας παράγραφο έχετε βγάλει το εισιτήριο για την πολιτική κόλαση, παρά τις καλές σας προθέσεις – τις οποίες δεν αμφισβητώ ακόμα.    
Όμως, οφείλω να υπογραμμίσω ότι το Κοινοβούλιο «καλείται να εξετάσει και να εγκρίνει το νέο οικονομικό πρόγραμμα της Ελλάδας», και μάλιστα με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, αποτελεί, τουλάχιστον, μιαν υπερβολή, αν όχι μια ηθελημένη παραποίηση της πραγματικότητας..
Το οικονομικό πρόγραμμα και η δανειακή σύμβαση που θα το συνοδεύσει έχουν τεράστια σημασία για το μέλλον της χώρας. Η νέα δανειακή συμφωνία εξασφαλίζει τη χρηματοδότησή μας με 130 δισ. ευρώ και μας δίνει τη δυνατότητα να μειώσουμε το υπάρχον δημόσιο χρέος κατά περίπου 100 δισ. ευρώ. Με τη μείωση του χρέους θα απελευθερωθούν πολύτιμοι πόροι για την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική προστασία, θα δημιουργηθούν συνθήκες ασφάλειας, σταθερότητας και εμπιστοσύνης. 
Το Κοινοβούλιο, λοιπόν, καλείται να ψηφίσει δύο πράγματα: Ένα οικονομικό πρόγραμμα και μία δανειακή σύμβαση. Ουσιαστικά ένα, καθώς η σύμβαση προϋποθέτει το οικονομικό πρόγραμμα.
Μας λέτε λοιπόν, πρώτον, ότι θα μειωθεί το δημόσιο χρέος κατά 100 δις. Ευρώ. Αυτό που ξεχνάτε να μας πείτε είναι τους όρους που μας επιβάλλονται για να πετύχουμε αυτή τη μείωση. Το διατυπώνετε ως εάν να μας χαρίζουν κάτι, αλλά όλοι γνωρίζουμε ότι δεν είναι έτσι. Γιατί δεν λέτε, συνεπώς, αναλυτικά ποιες υποχρεώσεις αναλαμβάνουμε; Στη διαφήμιση αυτό κάπως αποκαλείται. Στους τεχνοκράτες-πρωθυπουργούς έχει όνομα;
Προφανώς πιστεύετε ότι εμείς οι απλοί πολίτες γνωρίζουμε ήδη το κείμενο που έχετε συμφωνήσει. Μέσες άκρες, ναι. Γι’ αυτό βγήκαμε στους δρόμους, γι’ αυτό η δημοτικότητά σας κατρακυλά, γι’ αυτό η κυβέρνησή σας είναι στερημένη από πολιτική νομιμοποίηση. Ίσως πάλι να πιστεύετε ότι δεν χρειάζεται να ξέρουμε. Αρκεί να ξέρετε εσείς και οι γύρω από εσάς. Εκτός από το Κοινοβούλιο, μάλλον περιφρονείτε και το λαό.
Μας λέτε ότι «με τη μείωση του χρέους θα απελευθερωθούν πολύτιμοι πόροι για την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική προστασία, θα δημιουργηθούν συνθήκες ασφάλειας, σταθερότητας και εμπιστοσύνης». Μα στο οικονομικό σας πρόγραμμα – προϋπόθεση της Σύμβασης είναι η πλήρης αποδιοργάνωση του αναιμικού και ήδη προ μνημονίου 1 ανεπαρκούς προνοιακού δημόσιου τομέα, ούτε βεβαίως αναφέρονται μέτρα οικονομικής ανάπτυξης στο οικονομικό πρόγραμμα, άλλα εκτός από εκείνα που απορρυθμίζουν πλήρως την αγορά εργασίας και βυθίζουν την οικονομία σε ακόμη μεγαλύτερη ύφεση. Εκτός αν η ανάπτυξη θα έλθει με την ύφεση και την καταστροφή του ασθενικού παραγωγικού ιστού. Είναι μια άποψη, κι αυτό, αλλά δεν μας το λέτε, μέσα στην ειλικρίνειά σας.
Επομένως, η διαβεβαίωση για «συνθήκες ασφάλειας, σταθερότητας και εμπιστοσύνης» σε ποιους απευθύνεται; Ποιοι θα νοιώσουν έτσι με την εφαρμογή του προγράμματός σας;     
Με την πιστή εφαρμογή του προγράμματος θα αποκατασταθεί η δημοσιονομική σταθερότητα και η διεθνής ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας, η οποία θα επανέλθει σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης - πιθανότατα από το δεύτερο εξάμηνο του 2013. Χωρίς δημοσιονομική εξυγίανση και χωρίς μεγάλες μεταρρυθμίσεις, ανάπτυξη δεν μπορεί να υπάρξει. 
Εδώ έχουμε σοβαρά προβλήματα. Υπονοείτε ότι το Μνημόνιο 1 απέτυχε, γιατί δεν το εφαρμόσαμε. Διατείνομαι ότι απέτυχε γιατί δεν μπορούσε να πετύχει. Γιατί καμιά οικονομική θεωρία δεν προβλέπει δυνατότητα επιτυχίας, γιατί όλες οι πρακτικές εφαρμογές αντίστοιχων προγραμμάτων είχαν τα ίδια αποτελέσματα με τα δικά μας: Ύφεση, μαζική ανεργία, φτώχεια, τεράστια ανισοκατανομή εισοδήματος και πλούτου. Χωρίς ούτε μία, ούτε μία, να έχει θετικά αποτελέσματα. Και μην μιλήσετε για Ισπανία, Πορτογαλία και Ιταλία, διότι είναι στο δρόμο που χαράξαμε και μας ακολουθούν πιστά στο δρόμο της καταστροφής.
Δυστυχώς, η δημοσιονομική εξυγίανση δεν μπορεί να έλθει ούτε με την αύξηση της φορολογίας των ήδη φορολογημένων υπερβολικά πολιτών, ούτε με τη μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, ούτε με τη μείωση του προσωπικού του δημόσιου τομέα, ούτε με τη συρρίκνωση των δημόσιων κοινωνικών υπηρεσιών, της υγείας, της παιδείας, των συντάξεων, της εργατικής κατοικίας και των ελαχίστων υπηρεσιών που προσέφερε η εργατική εστία. Απλώς τα μέτρα αυτά θα κάνουν την ύφεση ακόμα πιο βαθιά. Το ξέρετε, στοιχειώδες είναι.
Ανταγωνιστικότητα. Υπονοείτε ότι η μείωση κατά 22% του κατώτερου μισθού και η μετατροπή του μισθού των νέων σε χαρτζιλίκι, θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων και θα αυξήσει την απασχόληση. Ελάτε τώρα, ας σοβαρευτούμε.
Πρώτον, το 2007 το κόστος εργασίας ήταν μόλις το 16% του συνολικού κόστους. Το 2007, πέντε χρόνια πριν, όχι σήμερα που έχει μειωθεί ακόμα περισσότερο. Αυτό σημαίνει ότι η κατά 22% μείωση των μισθών – έστω ότι είναι γενικευμένη – θα έχει μια επίπτωση της τάξεως του 3,5% στο συνολικό κόστος. Σπουδαία!!!!
Αλλά, δυστυχώς, ο μισθός δεν είναι μόνο κόστος. Είναι εισόδημα, κατανάλωση. Και μια μείωση κατά 22% του εισοδήματος από μισθό θα οδηγήσει σε μείωση της κατανάλωσης. Τα προϊόντα θα γίνουν κατά 3,5% πιο φθηνά, μόνο που η ζήτηση θα μειωθεί. Τα ξέρετε αυτά, στα εισαγωγικά εγχειρίδια αναλύονται: Μετατόπιση κατά μήκος της καμπύλης ζήτησης και μετατόπιση της καμπύλης ζήτησης.
Θα μου πείτε θα αυξηθούν οι εξαγωγές. Αυτές οι έρμες όμως μειώνονται  σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ στα χρόνια του Μνημονίου. Αυξήθηκαν σημαντικά για ελάχιστο χρόνο, και, επιτρέψτε μου να πω, μάλλον αυτή η αύξηση ήταν αποτέλεσμα επανεξαγωγών/ Αλλά ακόμα και αν αυξάνονταν, δεν υπάρχει χώρα επί γης που να στήριξε την ανάπτυξή της στον εξαγωγικό προσανατολισμό, χωρίς να έχει κατακτήσει προηγουμένως την εσωτερική αγορά.
Η συμφωνία για το νέο πρόγραμμα, που επετεύχθη μετά από πολυήμερες, εντατικές και σκληρές διαπραγματεύσεις με την τρόικα, έχει τη στήριξη των δυο μεγαλύτερων κομμάτων της χώρας. Κατοχυρώνει το μέλλον της πατρίδας μας στο ευρώ και θέτει τις βάσεις για να ξεπεράσουμε τη σημερινή οικονομική κρίση. Παράλληλα, η συμφωνία αποτυπώνει τις ακραίες συνθήκες ανάγκης στις οποίες εξακολουθεί να βρίσκεται η χώρα μας. 
Κρίσιμο θέμα. Συμφωνία μετά από «πολυήμερες, εντατικές και σκληρές διαπραγματεύσεις με την τρόικα». Μπορούμε να μάθουμε τι πρότεινε η ελληνική πλευρά, τι δέχθηκε η τρόϊκα και τι απέρριψε; Καθόλου δεν είναι αυτή η πληροφορία αδιάφορη. Θα μας προειδοποιούσε τι θα μας ζητήσουν στη συνέχεια, αφ’ ενός. Αλλά θα μας επέτρεπε να κρίνουμε τη στάση και τις ικανότητες των διαπραγματευτών μας. Εκτός αν «οι ακραίες συνθήκες ανάγκης» έκαναν περιττή την όποια διαπραγμάτευση/
Ο κεντρικός και ουσιαστικός σκοπός όλων μας είναι η βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας μας. Τα τελευταία πέντε χρόνια, όμως, η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι αναπτυσσόταν στηριζόμενη σε συνεχώς αυξανόμενο δανεισμό. Όταν τα δανεικά τελείωσαν, το κράτος δεν μπορούσε πια να χρηματοδοτεί δαπάνες, η κατανάλωση υποχώρησε, και η οικονομική δραστηριότητα συρρικνώθηκε. Το μοντέλο ανάπτυξης που είχαμε μέχρι το 2009 δεν είχε μέλλον. Ήταν καταδικασμένο να τερματιστεί. Αυτό συνέβη όταν τα ελλείμματα διαμορφώθηκαν σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα, κληροδοτώντας μας ένα τεράστιο χρέος.
Διακρίνω ίχνη αυτοκριτικής ή σφάλλω; Δηλαδή, αυτό το «μοντέλο ανάπτυξης» έγινε μόνο του ή οργανώθηκε και από τις κυβερνήσεις, με τις οποίες συνεργασθήκατε από πολύ υπεύθυνες θέσεις, ως υποδιοικητής και διοικητής της Τράπεζας Ελλάδας; Όταν ασμένως γινόταν η ένταξη στο ευρώ, προειδοποιούσατε, άραγε, για την παραγωγική συρρίκνωση και τη φούσκα της οικονομίας; Όταν γίνονταν οι τραγικές επιλογές για τους Ολυμπιακούς Αγώνες και για τις δαπάνες που τους συνόδεψαν, πού άραγε ήσασταν; Κι αν τότε σιωπήσατε, γιατί δε μιλήσατε στη συνέχεια; Γιατί να πιστέψουμε ότι μας προστατεύετε τώρα, που κατά κάποιον τρόπο είσθε και θεσμικά ανεύθυνος, όταν δεν μας προστατέψατε τότε που ήσασταν θεσμικά υπεύθυνος;  Πάντως, δε θα διαφωνήσω ότι το «μοντέλο ανάπτυξης» δεν ήταν βιώσιμο. Προσωπικά το έχω διατυπώσει εγγράφως από το 1985. Μάλιστα. Από τότε.  
Για την ύφεση ευθύνεται επίσης το δυσμενές διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Όμως ο πιο καθοριστικός παράγοντας είναι η αστάθεια και η αβεβαιότητα για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Είναι ο φόβος της χρεοκοπίας και της εξόδου από το ευρώ που σκιάζει τους αποταμιευτές, αναστέλλει τις επενδυτικές αποφάσεις, παγώνει την οικονομική δραστηριότητα, εμποδίζει την ανάκαμψη της οικονομίας. Στην αβεβαιότητα, την αστάθεια και την ανασφάλεια θα θέσει τέρμα το αξιόπιστο πρόγραμμα, η χρηματοδοτική στήριξη και η αναδιάρθρωση του χρέους που το συνοδεύουν.  
Αλήθειες και ψέματα και σιωπές. Ναι, υπάρχει παγκόσμια ύφεση από το 2008, ναι η ύφεση είναι νόσος ευρωπαϊκή. Έχει πάρει μάλιστα και θεσμική μορφή με τη συνθήκη του Μάαστριχτ και με τη δημιουργία της ΕΚΤ. Μερικοί τότε είχα πει – πάλι γραπτώς – ότι έχει τοποθετηθεί ένας μηχανισμός ανάσχεσης της ανάπτυξης και δημιουργίας υφέσεων στην ΕΕ. Τότε αυτοί με τους οποίους συνεργάζεστε και τώρα και συνεργαζόσασταν και τότε μας έλεγαν «αντιευρωπαϊστές».
Για την ύφεση λέτε φταίει η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα. Για την έλλειψη ζήτησης δεν γνωρίζετε άραγε; Θα σας συμβούλευα να κάνετε μια μικρή άσκηση: να δείτε πώς ανταποκρίνονται τα μακροοικονομικά μεγέθη (βαθμός ύφεσης, φορολογικά έσοδα κλπ) στις μεταβολές της εγχώριας καταναλωτικής δαπάνης. Μπορεί να εκπλαγείτε, αλλά, ναι, αυτά που μάθατε ως φοιτητής οικονομικών και, φαντάζομαι, διδάξατε στους φοιτητές σας, εξακολουθούν να έχουν βάση.  
Το πρόγραμμα περιέχει πολλές ρυθμίσεις τις οποίες θα έπρεπε να είχαμε υιοθετήσει από μόνοι μας προ πολλού. Αν τις είχαμε εφαρμόσει όταν οι συνθήκες ήταν ευνοϊκότερες, δεν θα είχαμε φτάσει σε τόσο δεινή κρίση.
Δηλαδή, μπορείτε να μας πείτε ποιες είναι αυτές; Γιατί, εγώ τουλάχιστον, δεν μπορώ να τις διακρίνω από αυτές, στις οποίες αναφέρεσθε στην αμέσως επόμενη παράγραφο.
Το πρόγραμμα όμως περιέχει και ρυθμίσεις που καμία κυβέρνηση δεν θα υιοθετούσε υπό ομαλές συνθήκες. Μέτρα που δοκιμάζουν τις αντοχές και πλήττουν το εισόδημα μεγάλου μέρους της κοινωνίας μας. Έχουμε απόλυτη επίγνωση ότι το οικονομικό αυτό πρόγραμμα συνεπάγεται βραχυπρόθεσμα οδυνηρές θυσίες για τους Έλληνες, οι οποίοι έχουν ήδη δοκιμαστεί σκληρά.
Συμφωνώ απολύτως. Καμιά κυβέρνηση δε θα υιοθετούσε αυτά τα μέτρα και αυτές τις ρυθμίσεις. Καμία δημοκρατική κυβέρνηση, καθώς τα μέτρα που επιλέξατε παραβιάζουν κατάφωρα το Σύνταγμα και τις Διεθνείς Συμβάσεις της χώρας. Ξαναδιαβάστε λίγο τη Γενική Θεωρία του Keynes για το πότε, δηλαδή σε ποια πολιτικά καθεστώτα, είναι εφικτή η μείωση των ονομαστικών μισθών.
Λέτε στη συνέχεια ότι οι θυσίες είναι βραχυπρόθεσμες. Δηλαδή; Τι σημαίνει «βραχυπρόθεσμες»; Πόσο διαρκεί αυτό; Ένα χρόνο; Δύο, πέντε, δέκα, είκοσι; Πόσες γενιές: Ήδη μία χαμένη, αναζητά την ατομική της λύση στη μετανάστευση. Άλλη μία; Άλλες δύο; Και οι μεσήλικες; Οι γέροντες; Οι 35άριδες; Πόσο βραχυπρόθεσμα προτίθεστε να αποκαταστήσετε τη ζωή τους;
Και τι σημαίνει η πρόταση «το οικονομικό αυτό πρόγραμμα συνεπάγεται βραχυπρόθεσμα οδυνηρές θυσίες για τους Έλληνες»; Ότι θα αναπληρώσετε τις θυσίες που τους επιβάλλετε; Πότε; Όταν το 2020 θα έχουμε το ίδιο ποσοστό χρέους με εκείνο που δημιούργησε όλον αυτόν το χαμό;
Μακροπρόθεσμες λοιπόν οι οδυνηρές θυσίες και μάλιστα χωρίς υπόσχεση ότι θα πιάσουν τόπο. Γιατί η πρόβλεψή σας ότι το τέλος του 2013 θα αρχίσει η ανάκαμψη είναι μια «safe» πρόβλεψη για σας. Δεν θα είσθε τότε στην κυβέρνηση για να σας την πούμε. Και είναι βέβαιο ότι η πρόβλεψή σας είναι εσφαλμένη.

Λένε ορισμένοι: από ένα τέτοιο οικονομικό πρόγραμμα που περιλαμβάνει επώδυνα μέτρα, καλύτερη η χρεοκοπία. Πλανώνται οικτρά όσοι υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, ή δημαγωγούν επικίνδυνα. Μια άτακτη χρεοκοπία θα έριχνε τη χώρα μας σε μια καταστροφική περιπέτεια. Θα δημιουργούσε συνθήκες ανεξέλεγκτου οικονομικού χάους και κοινωνικής έκρηξης.
Λένε ορισμένοι ότι το πρόγραμμα που υιοθετείτε και εφαρμόζετε μας βυθίζει σε πολύ βαθιά ύφεση και επιτείνει την παραγωγική αποδιάρθρωση της χώρας. Λένε ότι αποδεχόμενος όρους που θα αποδειχθούν ανέφικτοι, οδηγείται τη χώρα στη βέβαιη χρεοκοπία και στην «εθελοντική» έξοδο από το ευρώ. Λένε ότι δεν διαπραγματευτήκατε ούτε εσείς ούτε ο προκάτοχός σας. Λένε ότι δώσατε γην και ύδωρ (κυριολεκτικά και τα δύο). Λένε ότι όλα τα όπλα διαπραγμάτευσης τα ακυρώσατε. Οι πιστωτές μας πήραν όλες τις εγγυήσεις έναντι αντιτίμου υψηλότερου από αυτό που όριζαν να πάρουν οι «αγορές».  
Οι αποταμιεύσεις των πολιτών θα κινδύνευαν. Το κράτος θα αδυνατούσε να πληρώσει μισθούς, συντάξεις, να καλύψει στοιχειώδεις λειτουργίες, όπως τα νοσοκομεία και τα σχολεία, καθώς έχει ακόμα πρωτογενές έλλειμμα πάνω από 5 δισ. ευρώ. Δηλαδή τα έσοδα του κράτους δεν αρκούν για να καλύψουν τις δαπάνες, ακόμα κι αν παύαμε να εξυπηρετούμε το χρέος.
Το έσοδα του κράτους υπερκαλύπτουν τις δαπάνες του, ιδιαίτερα αν σταματήσουν οι πολυτελείς δαπάνες και οι αναθέσεις έργων σε «οικείους». Δεν αρκούν να καλύψουν τα τοκοχρεολύσια. Και για σας η πληρωμή των τόκων των δανείων ιεραρχείται περισσότερο και από τη μόρφωση και τη ζωή αυτού του λαού.   
Η εισαγωγή βασικών αγαθών -όπως φάρμακα, πετρέλαιο, και μηχανήματα- θα γινόταν προβληματική, αφού η χώρα, δημόσιος και ιδιωτικός τομέας, θα έχανε κάθε πρόσβαση σε δανεισμό και η ρευστότητα θα συρρικνωνόταν. Επιχειρήσεις θα έκλειναν μαζικά, αδυνατώντας να αντλήσουν χρηματοδότηση. Η ανεργία, η οποία είναι ήδη απαράδεκτα υψηλή θα αυξανόταν περισσότερο.
Η εισαγωγή βασικών αγαθών εξαρτάται από την ικανότητα του αγοραστικού κοινού να πληρώνει για να τα αποκτήσει. Λέτε οι εταιρείες πετρελαίου να φέρνουν πετρέλαιο, αν δεν πληρώνονται; Οι εισαγωγές λοιπόν αυτών των κρίσιμων προϊόντων εξαρτώνται από τα εισοδήματα του κόσμου. Όσο για την ρευστότητα, ας μη μιλήσουμε. Ρωτήστε τους επιχειρηματίες.
Το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων στην περίπτωση μιας άτακτης χρεοκοπίας θα κατέρρεε. Η χώρα θα παρασυρόταν σε μια μακρά δίνη ύφεσης, αστάθειας, ανεργίας και παρατεταμένης εξαθλίωσης.
Να σας το ξαναπώ: Με την πολιτική σας κάνετε ένα αποφασιστικό βήμα εγγύτερα προς την άτακτη χρεοκοπία/
Οι εξελίξεις αυτές θα οδηγούσαν, αργά ή γρήγορα, στην έξοδο από το ευρώ. Από χώρα του πυρήνα της Ευρωζώνης, η Ελλάδα θα καταντούσε χώρα αδύναμη, στο περιθώριο της Ευρώπης
Και προς την έξοδο από το ευρώ
Κοιτάμε τον ελληνικό λαό στα μάτια με πλήρη συναίσθηση της ιστορικής ευθύνης. Το κοινωνικό κόστος που συνεπάγεται το πρόγραμμα αυτό είναι περιορισμένο σε σύγκριση με την οικονομική και κοινωνική καταστροφή που θα ακολουθούσε εάν δεν το υιοθετήσουμε.
Μάλλον οι ματιές μας δεν συναντιούνται, αν και προσπαθώ να σας κοιτάξω στα μάτια
Γνωρίζουμε ότι οι αντοχές των πολιτών αγγίζουν τα όριά τους. Τα τελευταία δύο χρόνια καταβάλλεται μια υπερπροσπάθεια. Παρά τις καθυστερήσεις στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων έχουμε κατορθώσει πολλά, με μεγάλο οικονομικό και κοινωνικό κόστος, όπως καταγράφεται από τη συνεχιζόμενη ύφεση και την αύξηση της ανεργίας στο 20%. 
Δηλαδή τι ασκείτε: οικονομική πολιτική ή τεστ αντοχής; Μάλλον η «επίσκεψη» στους άστεγους δεν σας δίδαξε πολλά, ούτε καν οι φωνές αγωνίες του Αρχιεπίσκοπου. Καλά εμάς μην μας ακούτε: Απεργαζόμαστε το κακό της χώρας εξ ορισμού.
Τα τελευταία δύο χρόνια μειώσαμε το πρωτογενές δημόσιο έλλειμμα από 24 δισ. ευρώ σε 5 δισ., μείωση που αντιστοιχεί σε 8 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Ανακτήσαμε περίπου το 1/3 της ανταγωνιστικότητας που χάθηκε κατά τα προηγούμενα δέκα έτη. Οι προσπάθειες και οι θυσίες του ελληνικού λαού αποδίδουν και δικαιούνται το σεβασμό όλων. 
Αν θυμάμαι καλά το έλλειμμα ήταν 13,5 % του ΑΕΠ και με όλες αυτές τις θυσίες το πήγαμε στο 10% περίπου. Το δημόσιο χρέος ήταν στο 120% όταν έγινε το μνημόνιο και είναι στο 160% τώρα – ούτε δύο χρόνια μετά/ Ο ρυθμός της ύφεσης επιδεινώνεται, ο δείκτης παραγγελιών επίσης, το επιχειρηματικό κλίμα είναι στο πολικό ψύχος, η ανεργία ξεπέρασε το 1.000.000 ανέργους, η απασχόληση μειώθηκε με το ποσοστό – ρεκόρ του 7,35% σε ένα χρόνο. Οι δε καταθέσεις ταμιευτηρίου εξαφανίζονται δημιουργώντας ένα ακόμη πρόβλημα στο τραπεζικό σύστημα. Όσο για την ανταγωνιστικότητα, αστεία θα το λέτε. Γιατί λοιπόν περηφανεύεστε;

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα αντλεί σήμερα τη μεγαλύτερη χρηματοδοτική στήριξη που δόθηκε ποτέ με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους. Αυτό αντανακλά τη βούληση των εταίρων μας να στηρίξουν την παραμονή μας στο ευρώ. Γι’ αυτό μάς πιέζουν: για να αξιοποιήσουμε τη στήριξη αυτή, δημιουργώντας εμείς οι ίδιοι τις προϋποθέσεις βιώσιμης συμμετοχής μας στο κοινό νόμισμα. Οφείλουμε να εξυγιάνουμε την οικονομία μας. Να μην δαπανούμε περισσότερο από όσα παράγουμε.
Όταν παίρνεις ένα δάνειο, δεν έχει σημασία τόσο οι όροι (επιτόκιο κλπ), όσο αν μπορείς να το πληρώσεις. Για να το πληρώσουμε λοιπόν θέλουμε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Μπορείτε να μας πείτε τι ρυθμούς ανάπτυξης χρειάζεται η Ελλάδα για να πληρώσει ένα δάνειο επιτοκίου 4%; 
Δεν πρέπει να χάσουμε αυτή την ευκαιρία να κάνουμε την οικονομία μας πιο παραγωγική και ανταγωνιστική. Για να διασώσουμε όσα κατακτήσαμε, πρέπει να αλλάξουμε όλα όσα κάναμε λάθος. Πρέπει να εξυγιάνουμε το κράτος και να χτίσουμε την οικονομία μας σε στέρεες βάσεις για να επιτύχουμε υψηλή και βιώσιμη ανάπτυξη.
Wishful thinking. Όλα αυτά τα πρέπει να ακούμε μερικές δεκαετίες τώρα. Λυπάμαι, η συνταγή σας θα αποτύχει παταγωδώς.
Αυτός είναι ο αγώνας της γενιάς μας. Και θα ήταν η μεγαλύτερη ήττα τής μεταπολιτευτικής Ελλάδας αν από λιποψυχία ή ελλιπή αίσθηση ευθύνης, από βαριά αμέλεια ή από μοιραίο λάθος αυτή η χώρα κατέληγε κάποια στιγμή χρεοκοπημένη και έξω από το ευρώ. Αν, την ώρα που χώρες πολύ φτωχότερες από μας καταβάλλουν σκληρές προσπάθειες για να μπουν στη ζώνη του ευρώ, εμείς βαδίζαμε την πορεία εξόδου. 
Να το ξαναπώ ότι αυτή η πολιτική μας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην άτακτη χρεοκοπία και εκτός ευρώ; Ξέρετε σκάκι κε Πρωθυπουργέ; Έχετε καταφέρει να μπείτε στη φάση που ο αντίπαλος σας έχει επιβάλλει κινήσεις φορσέ. Ο βασιλιάς πέφτει όπου να’ ναι.
Θα είναι μια τεράστια αδικία της ιστορίας, η χώρα από την οποία ξεκίνησε ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, που τα τελευταία 65 χρόνια βίωσε έναν εμφύλιο και μια δικτατορία, αλλά πρόκοψε, έφτιαξε την ευημερία της, οικοδόμησε μια δημοκρατία, θεσμούς και αξίες, να φτάσει στην πτώχευση και να βρεθεί, από ένα ακόμα λάθος, σε εθνική απομόνωση και εθνική απόγνωση.
Είναι αδικία για όλους τους ανθρώπους που δούλεψαν σκληρά όλη τους τη ζωή, πλήρωναν τους φόρους τους και ζούσαν μετρημένα να χάνουν τη σύνταξή τους, να χάνουν τη δουλειά τους, να μη μπορούν να σπουδάσουν τα παιδιά τους, να μην μπορούν να έχουν ιατρική περίθαλψη και φάρμακα, να στερούνται τα στοιχειώδη, όταν άλλοι πλουτίζουν από τη δυστυχία τους. Γι αυτούς τους «άλλους» έχετε να μας πείτε κάτι;
Δεν θα βγούμε από την κρίση χωρίς θυσίες. Είμαστε λαός περήφανος και φιλότιμος. Ξέρουμε από αγώνες. Και αυτός είναι σήμερα ο αγώνας της πατρίδας μας. Να έχουν τα παιδιά μας την ευρωπαϊκή Ελλάδα της σταθερότητας, της ευημερίας και της δημοκρατίας που κατακτήσαμε τα τελευταία τριάντα χρόνια. 
Ξέρουμε, ξέρουμε: Ή όλοι να ελευθερωθούμε ή όλοι να πεθάνετε. Μας το είπαν κι άλλοι.
Πατριωτικό σήμερα δεν είναι να ρίξουμε τις ασπίδες, αλλά ενωμένοι να πάρουμε τις αναγκαίες δύσκολες αποφάσεις για τη σωτηρία της χώρας. Θα υπερασπιστούμε τη θέση μας στο ευρώ και στην Ευρώπη.
Αυτό και το επόμενο θα τα αφήσω χωρίς σχόλια. Οι εκθέσεις ιδεών στο Γυμνάσιο
Το οικονομικό πρόγραμμα που έχει κατατεθεί στη Βουλή, και η χρηματοδοτική στήριξη που θα το συνοδεύει, είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για να διασώσουμε τα σημαντικότερα κεκτημένα των τελευταίων δεκαετιών για να διασφαλίσουμε τη θέση της Ελλάδας στην ομάδα των αναπτυγμένων χωρών της Ευρώπης και στο ευρώ. Είναι απολύτως αναγκαία για να προστατεύσουμε τα εθνικά μας συμφέροντα.

Η προσαρμογή της οικονομίας μας δεν τελειώνει σε ένα χρόνο. Για την ολοκλήρωση των αλλαγών θα χρειαστεί σκληρή προσπάθεια, συνέχεια και συνέπεια, δημιουργική συνεργασία και πνεύμα ενότητας των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας και πίστη στην ανάγκη να αλλάξουμε τη χώρα μας.
Γι αυτό γράφετε στα παλιά σας παπούτσια την κοινή θέση των κοινωνικών εταίρων;
Σε ό,τι με αφορά, ανέλαβα την ευθύνη και τον κίνδυνο να κάνω ό,τι μου αναλογεί για να φτάσουμε στην άκρη αυτής της διαδρομής. Και θα το κάνω.
Ποιος είναι ο προσωπικός κίνδυνος που αναλάβατε ακριβώς;