Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τετάρτη 25 Ιανουαρίου 2017

ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΤΗΝ ΑΝΤΙΓΟΝΗ;

Ο γυμνασιάρχης μας στο 7ο Γυμνάσιο (Λύκειο) στο Παγκράτι ήταν γυμνασιάρχης. Νομίζω αυτό είναι επαρκής περιγραφή. 
Φιλόλογος, λιγομίλητος με χαμηλή φωνή, αγέλαστος, χωρίς χιούμορ, τυπικός και αυστηρός - ως όφειλε. Πάντα με το ίδιο σκούρο κοστούμι, πολυκαιρισμένο. 
Τον θυμάμαι να προβάλει το πάνω μέρος του κορμού και το κεφάλι από το παράθυρο του πρώτου ορόφου. Πάνω από το κεφάλι του το παραδοσιακό κουδούνι, πιο κάτω το κορδόνι αιωριζόταν σχεδόν ακουμπώντας το κεφάλι του. "Νταν" τραβούσε το κορδόνι, το κουδούνι ηχούσε, η μικροφασαρία στο διάλειμμα, η μικρο-παρεκτροπή μας, τελείωνε στον ήχο του. Πάνω από το κεφάλι του γυμνασιάρχη το κορδόνι του κουδουνιού συνέχιζε τις τις μικρές κυμάνσεις του ...
Τελευταία χρονιά, 1969-70 μας έκανε αρχαία. Αντιγόνη.
Και εκεί, εκεί που μας έλεγε για το θείο νόμο - το φυσικό δίκαιο - και το νόμο της πολιτείας, για το δίκαιο και το άδικο που κρίνονται όχι με το γραπτό νόμο, αλλά από το νόμο της συνείδησής μας, σαν η φωνή του να θέριευε, ο ίδιος να ψήλωνε, τα ανέκφραστα μάτια του να έλαμπαν και η συγκίνηση να τον ταρακουνούσε.
Ίσως μόνο έτσι να τον βλέπαμε, μόνο εμείς να τον βλέπαμε. Να θέλαμε να ήταν έτσι. Έτσι και ήταν. Όπως τον βλέπαμε, όπως τον ακούγαμε, όπως τον νοιώθαμε.


Τελευταία χρονιά, τελειώναμε. Ο ενημερωμένος συμμαθητής μας το είπε κρυφά στο διάλειμμα:
"Ο αδελφός του είναι εξορία". 
Αν ζεις κ. Τρούγκα, την ευγνωμοσύνη μου για αυτό που μου έδωσες. Για το Νόμο της Συνείδησης, τον πολυτιμότερο και αυστηρότερο όλων. 

Παρασκευή 23 Δεκεμβρίου 2016

Ο ΣΚΡΟΥΤΖ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΜΟΝΟΣ ...

Πολύ κουβέντα έγινε και γίνεται για την ευχετήρια κάρτα του Υπουργείου Οικονομικών, στην οποία συμβολίζεται ο Σόιμπλε με τη μορφή του αρχέτυπου "τσιγγούνη" Σκρουτζ. Να η φωτογραφία



και το κείμενο του Υπουργείου, όπως αυτό αναπαράγεται στην Εφημερίδα των Συντακτών.

«Ίσως όλες οι χριστουγεννιάτικες ιστορίες να έχουν κάποιον φοβερό και τρομερό Εμπενίζερ κλειστό σαν στρείδι που υποδέχεται μέσα στην απέραντη μοναξιά του τα πνεύματα των Χριστουγέννων.
Ισως και η δική μας χριστουγεννιάτικη ιστορία να μην αποτελεί εξαίρεση.
Όμως, φίλοι και συνεργάτες, αγαπητοί και αγαπημένοι, οι δικές μας ευχές είναι πέρα και πάνω από τους Εμπενίζερ αυτού του κόσμου.
Δεν το βάζουν κάτω οι ευχές μας, όπως δεν το βάζουμε κάτω και εμείς.
Χρόνια πολλά και καλά, με υγεία και αγάπη. Με το βλέμμα στραμμένο στους ανθρώπους μας»
Μπαίνω στον πειρασμό κι εγώ να σχολιάσω το γεγονός. Από δύο διακριτές, αλλά συμπληρωματικές οπτικές.
Ας δούμε την εικόνα. Ο Σκρουτζ καθισμένος στην πολυθρόνα του, κοντά στη φωτιά, παραμονή Χριστουγέννων. Απλώνει τα χέρια να ζεσταθεί, γέρικα, οστεώδη δάκτυλα. Μια λάμπα φωτίζει, πάνω στη φωτιά το κατσαρόλι που ζέστανε τη βραδυνή του σούπα, το πιάτο και το κουτάλι στο τραπέζι. Έχει ηδη φάει, μας το λέει ο Ντίκενς αυτό, 
Ναι, είναι μια εικόνα μοναξιάς και σκληρής λιτότητας στη ζωή, Δεν υπάρχει πλούτος, η θέρμανση είναι υποτυπώδης, τα έπιπλα κοινά και υποψιαζόμαστε ότι το ύφασμα της πολυθρόνας είναι ταλαιπωρημένο. Ούτε άφθονο φαγητό, ούτε κρασί, τίποτα. Απέραντη μοναξιά, καλά το λέει η ανακοίνωση, ενός γέρου που επέλεξε να στερηθεί τα πάντα: Έρωτα, χαρά, ανέσεις, φίλους και συγγενείς. Κλειστός σα στρείδι, πάλι καλά το λέει η ανακοίνωση.
Αλλά ο Σκρουτζ δεν είναι πρόσωπο. Είναι ιδεότυπος. Και δεν είναι ο ιδεότυπος του "τσιγγούνη". Αποτυπώνει το Βρετανό κεφαλαιούχο των αρχών του 19ου αιώνα, που δεν ξοδεύει, συσσωρεύει. Αποταμιεύει, δηλαδή, και επενδύει. Η εικόνα του δεν είναι δημιούργημα του Ντίκενς, της φαντασίας του λογοτέχνη, η εικόνα του αναδύεται μέσα από τα εγχειρίδια της Πολιτικής Οικονομίας της εποχής, του Άνταμ Σμιθ και του Ρικάρντο, που επαινούν τη φειδώ και την αποταμίευση, και του Μάλθους, από την αντίθετη πλευρά, που ψέγει αυτή τη λιτή διαβίωση, αντιπαραθέτοντάς την προς την "επιδεικτική" κατανάλωση των γαιοκτημόνων και αριστοκρατών. Αυτόν τον ιδεότυπο της κλασικής πολιτικής οικονομίας "δανείζεται" ο Ντίκενς για να κτίσει την ιστορία του, μια ιστορία μαγευτική σε κάθε περίπτωση. 
Από τη στιγμή που κατανοήσουμε ότι ο Σκρουτζ είναι ιδεότυπος, κατανοούμε την αστοχία του Υπουργείου Οικονομικών. Γιατί αντιμετωπίζει τον Σόιπλε ως άτομο, όχι ως φορέα πολιτικών, γαιοπολιτικών και οικονομικών συμφερόντων. Ο "κακός", ο "μίζερος", ο "κλειστός σα στρείδι" Σόιμπλε που ζει την "απέρατη μοναξιά του". Ποσα λάθη σε λίγες γραμμές. Και πόσο αποκαλυπτικές είναι οι προβαλλόμενες ιδέες για τα θανάσιμα σφάλματα της ελληνικής διαπραγμάτευσης. Η ελληνική κυβέρνηση δεν κατανοεί ότι τα μνημόνια (1, 2, 3, ...) δεν οφείλονται στον χαρακτήρα του Σόιμπλε, αλλά στην υλικότητα των συμφερόντων που εκφράζονται από τον Σόιμπλε - τον κάθε Σόιμπλε, όπως και από τον κάθε Σκρουτζ.
Βασιζεται σε ιδιότητες προσώπων λειτουργικά αδιάφορες: Κατανόηση, γενναιοδωρία, εμπιστοσύνη, κοινοτική αλληλεγγύη, όπως αδιάφορες είναι λειτουργικά τα αντίστροφά τους, αυτά που καταλογίζονται στον Σόιμπλε. Αυτό σημαίνει σε απλά λόγια, ότι η ελληνική κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ και των ΑΝΕΛ αδυνατεί ή δε θέλει (διαλέξτε) να κατανοήσει τα στρατηγικά εγχειρήματα και το πεδίο συγκρούσεων που έχει διαμορφώσει τις τρέχουσες πολιτικές. Και αφού δεν τις κατανοεί, αρκείται στη διαχείρισή τους. Σε αυτόματο πιλότο. 
Ας δούμε πάλι την εικόνα. Ο Σκρουτζ δεν είναι μόνος στην κάρτα του Υπουργείου Οικονομικών. Στο δεξιό μέρος υπάρχει μια άλλη φιγούρα. Δεμένη με αλυσίδες που στην άκρη τους έχουν ένα τεράστιο σιδερένιο βάρος. Μια φιγούρα από το παρελθόν, το παρελθόν του Σκρουτζ. Είναι ο πεθαμένος συνέταιρός του, ο Μάρλεϋ. Επτά χρόνια πεθαμένος, μας λέει ο Ντίκενς μέσω του Σκρουτζ. Κουβαλάει το δικό του ιδεότυπο, εκείνο του αμαρτωλού που σέρνει τις αλυσίδες των εν ζωή αμαρτιών του. Οι αμαρτίες του παρελθόντος. Και ο Μάρλεϋ έρχεται να προειδοποιήσει. Αυτά που κάνει ο Σκρουτζ προσθέτουν μέτρα στη μελλοντική του αλυσίδα - που είναι ήδη μεγάλη. 
Αλλά αν ο Σόιμπλε ταυτίζεται με τον Σκρουτζ, ποιος είναι ο Μάρλεϋ; Η ανακοίνωση του Υπουργείου Οικονομικών σιωπά, ο Μάρλεϋ είναι αδιάφορος, η παρουσία του ασήμαντη, ο ρόλος του ανεξιχνίαστος συνεπώς. Ακόμη και ο συντάκτης της Εφημερίδας των Συντακτών τον μπερδεύει με ένα από τα πνεύματα των Χριστουγέννων. Έτσι, η δυναμική σχέση Σκρουτζ - Μάρλεϋ μένει στην αφάνεια, παρά το κραυγαλέο της εικόνας. Η εικόνα βοά, η σκέψη εν υπνώσει. 
Ο Μάρλεϋ είναι φιγούρα του παρελθόντος του Σκρουτζ. Της ιστορίας του. Και αν ο Σκρουτζ ταυτιστεί με τον Σόιμπλε, ο Μάρλεϋ είναι η ιστορία του Σόιμπλε. Όχι η προσωπική του ιστορία, η ιστορία της Γερμανίας.
Η ιστορία της Γερμανίας επιστρέφει σα φάντασμα και η εμφάνισή της προκαλεί ... Τι προκαλεί, άραγε; "Φαντασιοπληξίες" η πρώτη αντίδραση του Σκρουτζ. Το βαρύ στομάχι προκαλεί παραισθήσεις, η εκλογίκευση που ακολουθεί αμέσως μετά. Μετά η συνειδητοποίηση της υλικότητας του "οράματος". Ο τρόμος. Ο εξορκισμός να φύγει, να χαθεί, να πάψει να τον ενοχλεί. Ο Σκουρτζ = Σόιμπλε δεν θέλει να δει το παρελθόν του να γίνεται παρόν.
Αλλά ο ίδιος, ως ιδεότυπος, εκφραστής συγκεκριμενων υλικών συμφερόντων, κάνει τα πάντα ώστε το παρελθόν να γίνει μέλλον. Ο γερμανικός εθνικισμός και τα συνακόλουθά του δεν έφυγε, ούτε ήταν φαντασιοπληξία, ούτε παροδικό ιδεολόγημα. Η Γερμανική Ευρώπη δεν μπορεί πια να κρυφτεί πίσω από κομψές διατυπώσεις κοινοτητας των αντιμαζόμενων συμφερόντων. Το φάντασμα δεν είναι πια φάντασμα. 
Η ιστορία δείχνει ότι η κρίση εδράζεται στις επιτυχίες του πρόσφατου παρελθόντος. Ή, ορθότερα, σ' αυτές που εκλήφθηκαν ως επιτυχίες, ενώ απλώς ήταν οι νέοι μηχανισμοί κρίσης. Η περίπτωση του Ευρώ είναι μια χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση. Το νόμισμα πάντα αποτύπωνε κρατικη ισχύ. Ήταν και είναι αδιαχώριστο από την κρατική ισχύ. Το κοινό νόμισμα έπρεπε να θεμελιωθεί σε κρατική ισχύ.Την ισχύ του γερμανικού κράτους. Τα λοιπά είναι καλλωπιστικά στοιχεία σε έναν τραχύ λόγο.
Το Υπουργείο Οικονομικών διαβάζει αποσπασματικά και εσφαλμένα την εικόνα. Ο Σόιμπλε ευλόγως έχει το δικαίωμα να παραπονεθεί. Τι διάβασα εγώ, σας το είπα. Αυτό που διαβάζετε και ζείτε εσείς είναι το σημαντικό.       
     

Παρασκευή 8 Ιουλίου 2016

MYRDAL: Ο ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ

Δολοφονίες μαύρων από αστυνομικούς στις ΗΠΑ - δολοφονίες αστυνομικών από (ποιούς άραγε;) στις ΗΠΑ.

Ο κύκλος του αίματος ανοίγει ξανά - όχι ότι είχε κλείσει ποτέ. Πριν 70 χρόνια ο  Gunnar Myrdal έγραφε ότι το ζήτημα των φυλετικών προβλημάτων οφείλεται στη συμπεριφορά των λευκών, όχι στις φυλετικές μειονότητες. Σήμερα είναι καιρός να τον επαναφέρουμε τον  Gunnar Myrdal και την ανάλυση του στην επικαιρότητα, καθώς ο ρατσιστικός λόγος γίνεται όλο και πιο ισχυρός σε ΗΠΑ και Ευρώπη. 
Από το βιβλίο μου Η Πολιτική Οικονομία της Αγοράς Εργασίας, 2014.

MYRDAL: Ο ΦΑΥΛΟΣ ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΡΑΤΣΙΣΜΟΥ

Το 1944 ο Σουηδός οικονομολόγος Gunnar Myrdal δημοσιεύει τα αποτελέσματα μιας εξαετούς εκτεταμένης κοινωνιολογικής έρευνας με τίτλο «An American Dilemma: The Negro Problem and Modern Democracy». Σε δύο τόμους, με περισσότερες από 1.500 σελίδες κυρίως κείμενο και παραρτήματα, αποτέλεσε την πρώτη συστηματική μελέτη, η οποία περιλαμβάνει και εκτεταμένη εμπειρική διερεύνηση, των σχέσεων μεταξύ μαύρων και λευκών στις ΗΠΑ.
            Το βασικό επιχείρημα που αναδεικνύεται από τον Myrdal είναι ότι «πολύ λίγα ερμηνεύονται όταν υποστηρίζουμε ότι ‘οι διακρίσεις οφείλονται στην προκατάληψη‘»[1].  Η προκατάληψη με τη σειρά της δημιουργείται από τις διακρίσεις.
            Ο Myrdal επισημαίνει τη λειτουργία ενός μηχανισμού που αυτοαναπαράγεται, ένα φαύλο κύκλο μεταξύ προκαταλήψεων και διακρίσεων. Οι προκαταλήψεις σε βάρος των μαύρων της Αμερικής οδηγούν στην εμφάνιση διακρίσεων στην κοινωνική ζωή, στην εκπαίδευση και στην αγορά εργασίας, διακρίσεων που επηρεάζουν τον τρόπο ζωής, τις φιλοδοξίες και τα εργασιακά προσόντα των μαύρων. Αποτέλεσμα είναι οι προκαταλήψεις να αυτο-επιβεβαιώνονται, να δείχνουν στους λευκούς ότι η εικόνα που είχαν για τους μαύρους και τις εργασιακές τους ικανότητες (σε ό,τι μας αφορά και περιοριζόμενοι στην αγορά εργασίας) ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Με αυτόν τον τρόπο, οι προκαταλήψεις εμμένουν και οδηγούν σε διακρίσεις εκ νέου.
            Ο Myrdal επισημαίνει ότι στον φαύλο κύκλο των διακρίσεων υπάρχουν τρεις κατηγορίες παραγόντων που συμβάλλουν καθοριστικά στην εμπέδωσή του: οι γενικές οικονομικές συνθήκες, τα πρότυπα και οι τρόποι συμπεριφοράς των μαύρων, και οι διακρίσεις. Οι παράγοντες αυτοί λειτουργούν σε σχέση αλληλεξάρτησης μεταξύ τους και συγκαθορίζουν την κατάσταση των μαύρων και τις σχέσεις μεταξύ των μαύρων και των λευκών. Ο Myrdal ονόμασε αυτόν τον συγκαθορισμό ως σωρευτική αιτιότητα (cumulative causation), ακριβώς για να δείξει τόσο την ύπαρξη σχέσεων αλληλοσυσχέτισης, όσο την κοινή συνισταμένη. Ακριβώς επειδή οι σχέσεις μεταξύ των τριών αυτών κατηγοριών παραγόντων είναι στενές, ο Myrdal είχε την ελπίδα ότι η μεταβολή σε μια κατηγορία, μέσω πολιτικής παρέμβασης, θα οδηγούσε σε ανατροπές και στις λοιπές, με τελικό αποτέλεσμα τη βελτίωση της θέσης των μαύρων και την άμβλυνση των διακρίσεων.
            Το ερώτημα του Myrdal δεν αφορούσε ευθέως τη θέση των μαύρων στην αγορά εργασίας. Ήταν ένα ευρύτερο κοινωνικό και πολιτικό ερώτημα: Πώς είναι συμβατή η πίστη των λευκών Αμερικανών στην ισότητα των ευκαιριών και στο σεβασμό των ατομικών δικαιωμάτων με την αντίληψη της εγγενούς ανισότητας μεταξύ των φυλών; Το Αμερικάνικο αυτό δίλημμα ο Myrdal θεωρούσε ότι είναι βαθειά πολιτικό, καθώς συνεπαγόταν τη σύγκρουση δύο διαφορετικών αξιακών συστημάτων: το αξιακό σύστημα της ισότητας και της δημοκρατίας ήταν σε σύγκρουση με το αξιακό σύστημα της φυλετικής υπεροχής. Από αυτήν την οπτική, το πρόβλημα των μαύρων, ήταν αποκλειστικά πρόβλημα των λευκών.
«Ο (Myrdal) τόνισε με έμφαση ότι “πολύ λίγα μπορούν να ερμηνευθούν με επιστημονικό τρόπο σε όρους των ιδιαιτεροτήτων των ίδιων των μαύρων … το πρόβλημα οφείλεται στους λευκούς”. Οι λευκοί διαθέτουν όλη την εξουσία, έχουν τη θέληση και τη δύναμη να περιορίσουν τις ευκαιρίες και τους πόρους που είναι διαθέσιμοι στους μαύρους. Στο βαθμό που η συμπεριφορά των μαύρων αποκλίνει από το σύνηθες, αυτή η αποκλίνουσα συμπεριφορά ήταν αποτέλεσμα των προνομίων των λευκών. Οι πράξεις των λευκών ήταν η κύρια αιτία για το φυλετικό ζήτημα, και αυτές οι πράξεις οφείλονταν σε ορισμένες πεποιθήσεις»[2].

Τα διαφορετικά συστήματα αξιών αποτυπώνονται στη διαφορετική ιεράρχηση των αντιληπτών προβλημάτων. Για τους λευκούς το μεγαλύτερο πρόβλημα θεωρήθηκε ότι είναι το πρόβλημα του συγχρωτισμού και, κυρίως, των μικτών γάμων. Δεν είναι τυχαίο ότι ένας από τους μεγαλύτερους – ρητά ή άρρητα ομολογούμενος – φόβος των λευκών ήταν ο αριθμός των μαύρων, η προοπτική διόγκωσης του πληθυσμού τους. Αντίθετα, στους μαύρους τα προβλήματα διακρίσεων στην αγορά εργασίας κατείχαν την πρώτη θέση. Για τους λευκούς το πρόβλημα της εργασίας ήταν χαμηλά ιεραρχημένο, καθώς η θέση τους – και οι διαφοροποιημένες αμοιβές τους – ήταν σχετικά ασφαλείς. Όμως, για τους μαύρους, το πρόβλημα της ισότητας στην αγορά ήταν ιδιαίτερα πιεστικό, καθώς ήταν η κοινωνική ομάδα που υφίστατο τις διακρίσεις.
            Ο Myrdal, αξιοποιώντας μια διεπιστημονική προσέγγιση του φαινομένου του ρατσισμού μπορεί να αναγνωρίσει και να ερμηνεύσει τους βασικούς κοινωνικούς μηχανισμούς που δημιουργούν και αναπαράγουν τις κοινωνικές διακρίσεις. Το έργο του προκάλεσε ένα σοκ στην κοινωνία των ΗΠΑ και πολλές πολιτικές που εφαρμόσθηκαν, ιδιαίτερα στην πολιτική του Προέδρου Johnson Πόλεμος κατά της Φτώχειας στα μέσα της δεκαετίας του 1960, είχαν αναφορά, έστω και διαθλαστικά, στο An American Dilemma
             Ωστόσο, η ενασχόλησή του με την λειτουργία του ρατσισμού στην αγορά εργασίας ήταν περιορισμένη. Ουσιαστικά, η θέση των μαύρων στην αγορά εργασίας μοιάζει καθορισμένη από το γενικό πλαίσιο λειτουργίας της ρατσιστικής ιδεολογίας. Όμως, η αγορά εργασίας διαδραματίζει, έστω και ελλειπτικά, τον κρίσιμο ρόλο στην εμπέδωση και αναπαραγωγή της ιδεολογίας της φυλετικής υπεροχής. Γιατί η αγορά εργασίας αποτελεί, στο σχήμα του Myrdal, τη λυδία λίθο όπου κρίνονται τα εργασιακά μειονεκτήματα που έχουν συσσωρεύσει στους μαύρους οι διακρίσεις που ενεργοποιούνται πριν από την αγορά εργασίας. Οι διακρίσεις που εμφανίζονται πριν από την αγορά εργασίας ενισχύουν τις διακρίσεις στην αγορά εργασίας και αυτές, με τη σειρά τους, επιβεβαιώνουν τις διακρίσεις πριν από την αγορά εργασίας.
            Ο Myrdal θεωρούσε ότι οι γενικές αρχές της θεώρησης των διακρίσεων κατά των μαύρων μπορούν να επεκταθούν, ώστε να εφαρμοσθούν και στην περίπτωση άλλων ομάδων που αντιμετωπίζουν διακρίσεις. Σε ένα παράρτημα του An American Dilemma αποπειράται μια ανάδειξη των προβλημάτων που συνεπάγεται η μεροληπτική αντιμετώπιση των γυναικών, χωρίς όμως να προχωρήσει σε μια συγκροτημένη αντιμετώπιση του θέματος. Ωστόσο, η συνεισφορά του Myrdal παραμένει, ακόμα και σήμερα, ως θεμελιώδης μεθοδολογική και θεωρητική προσέγγιση, καθώς ανέδειξε την αλληλοτροφοδότηση των διακρίσεων που εμφανίζονται πριν και στην αγορά εργασίας.







[1]               Αναφέρεται από τον S. Shulman, “Metaphors of Discrimination: A Comparison of Gunnar Myrdal and Gary Becker”, 1992, Review of Social Economy, σ. 436.
[2]               S. Shulman, “Metaphors of Discrimination: A Comparison of Gunnar Myrdal and Gary Becker”, 1992, Review of Social Economy, σ. 436.

Κυριακή 29 Μαΐου 2016

ΤΑ "ΜΕΓΑΛΑ ΚΥΜΑΤΑ" ΤΗΣ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΤΙΚΗΣ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΣΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ERNEST MANDEL



Με τίμησαν οι παλιοί και αγαπημένοι φίλοι Κώστας και Γιάννα με την πρόσκλησή τους να μιλήσω στο Συνέδριο του Ινστιτούτου Πολιτικών και Κοινωνικών Ερευνών Παντελής Πουλιόπουλος για τον Ernest Mandel και τα Μεγάλα Κύματα της Καπιταλιστικής Ανάπτυξης (και ύφεσης).
Ομολογώ ότι παρασύρθηκα. Το θέμα είναι πολύ προκλητικό - τουλάχιστον για μένα.
Έγραψα πολλά, ήθελα να γράψω πολύ περισσότερα, για τη σχέση του Mandel με τις λοιπές προσεγγίσεις, τη Σχολή της Ρύθμισης, τις Κοινωνικές Δομές Συσσώρευσης,κυρίως, όμως, για το σήμερα. Είπα, βέβαια, πολύ λιγότερα.
Μια άλλη φορά, θα το συνεχίσω ...


  


Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

ΜΝΗΜΟΝΙΑ: ΑΠΟ ΤΗΝ "ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΥΠΟΤΙΜΗΣΗ" ΣΤΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ(;) ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ


Η ελληνική εμπειρία των Μνημονίων
Μορφοποίηση πολιτικής και επιπτώσεις

Power Point Presentation

ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΘΕΩΡΙΑ, ΔΗΜΩΔΗΣ ΦΙΛΟΛΟΓΙΑ ΚΑΙ ΕΚΛΟΓΙΚΕΥΣΕΙΣ: Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΜΙΣΘΩΤΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑΣ



Δεν υπάρχει τίποτε πιο αντιδραστικό και περισσότερο απάνθρωπο από το να ενοχοποιούνται τα θύματα.
Δεν υπάρχει τίποτε περισσότερο αντιεπιστημονικό να κατασκευάζουμε απόψεις από μεμονωμένα παραδείγματα.
Εδώ, μια πρώτη προσπάθεια, του 1993 δημοσιευμένη.
Ακολούθησε ένα βιβλίο το 2000.






ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΣΑΚΗ ΚΑΡΑΓΙΩΡΓΑ 1993

Σάββατο 21 Νοεμβρίου 2015

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ - ΝΙΚΗΤΑ ΑΛΙΠΡΑΝΤΗ - ΑΝΕΛΕΥΘΕΡΟΣ Ο 21ος ΑΙΩΝΑΣ;


Χθες βράδυ έγινε η παρουσίαση του νέου βιβλίου του ομότιμου καθηγητή Νικήτα Αλιπράντη. Ο συγγραφέας με τίμησε ζητώντας να συμμετάσχω στην εκδήλωση και να σχολιάσω το βιβλίο του. Μαζί ήταν και οι συνάδελφοι Ανδρέας Λύτρας, Χριστίνα Καρακιουλάφη και Δημοσθένης Δασκαλάκης. 

Κάθε παρουσίαση είναι μεροληπτική, Αθώα ανάγνωση δεν υπάρχει. Καμία βιβλιοκριτική δεν μπορεί να αναπληρώσει την πρωτογενή σχέση του αναγνώστη με το κείμενο.

Κι αφού σας προειδοποίησα, ιδού τι - περίπου - είπα: 


ΑΝΕΛΕΥΘΕΡΟΣ Ο 21ος ΑΙΩΝΑΣ;

ΑΝΑΤΡΕΠΤΙΚΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΕΞΕΛΙΞΕΙΣ ΜΕ ΙΣΤΟΡΙΚΕΣ ΠΑΡΑΜΕΤΡΟΥΣ


ΝΙΚΗΤΑ ΑΛΙΠΡΑΝΤΗ

Θα πρέπει να ζητήσω ένα διπλό συγγνώμη και από εσάς και από τον καθηγητή Αλιπράντη γιατί η ανάγνωσή μου είναι περιορισμένη και επιλεκτική. Τόσο ο σύντομος χρόνος που έχει μεσολαβήσει από την έκδοση του βιβλίου, όσο και λοιπές υποχρεώσεις, που δεν μπορούσαν να αναβληθούν, δεν μου επέτρεψαν μια πληρέστερη ανάγνωση και αποτίμηση του έργου του.

Κατά παράδοξο τρόπο, όμως, οι δυσκολίες ανάγνωσης, κατανόησης και αποτίμησης του βιβλίου προέρχονται από το ίδιο το βιβλίο. Ο συγγραφέας του, αν και με γλώσσα σαφή και με αρτιότητα στη συγκρότηση του επιχειρήματος, ή, μάλλον, των επιχειρημάτων του, αναμετράται με μια πλούσια και πολυεπίπεδη βιβλιογραφία, και προκαλεί τον αναγνώστη να διαβάσει ή να ξαναδιαβάσει κείμενα κλασικά και σύγχρονα, κείμενα κοινωνιολογίας, κοινωνικής ανθρωπολογίας, φιλοσοφίας, οικονομίας, δικαίου και εργασιακών σχέσεων. Το σύνολο των κοινωνικών επιστημών ενεργοποιείται από τον συγγραφέα, κατά κανόνα με γόνιμο και δημιουργικό τρόπο, αλλά η πρόσβαση στο υλικό που επεξεργάζεται, η πλήρης κατανόηση των επιχειρημάτων και των προεκτάσεων, απαιτεί συστηματική δουλειά από τον αναγνώστη. Ο καθηγητής Αλιπράντης πιστοποιεί αυτό που είχε πει ο Μαρξ, ότι δεν υπάρχει βασιλική οδός για την επιστήμη, ο δρόμος είναι δύσκολος και γεμάτος ατραπούς και μονοπάτια που μπορεί να ξεγελάσουν: Όσοι επιλέγουν τον εύκολο και σύντομο δρόμο μπορεί να οδηγηθούν στο αδιέξοδο ή απλώς στο σημείο εκκίνησης έχοντας κάνει μια κυκλική, άνευ αποτελέσματος, περιπλάνηση. Έχουμε ένα απαιτητικό βιβλίο για έναν απαιτητικό αναγνώστη.

Ή μήπως όχι μόνο;

Θα μπορούσε να αποτελέσει και έναν οδηγό για τον λιγότερο απαιτητικό αναγνώστη, χωρίς αμφιβολία. Ίσως αυτή η λειτουργία του βιβλίου – ορισμένων, τουλάχιστον, τμημάτων του – να είναι περισσότερο προφανής. Οφείλεται στην επιλογή του συγγραφέα να αποτυπώσει θέσεις σχεδόν για το σύνολο των προβλημάτων του σύγχρονου κόσμου, από το ζήτημα του ισλαμισμού και των δικαιωμάτων των ομοφυλοφίλων ως τα προβλήματα της εργασίας και της ευρωπαϊκής κοινωνικής πολιτικής σήμερα και στη διαχρονική τους εξέλιξη. Κάθε θέμα, από τις εισαγωγικές σημειώσεις ως τα συμπεράσματα, θα μπορούσε να αποτελέσει τον κορμό ενός ξεχωριστού βιβλίου ή μιας πολυσέλιδης μελέτης, αντί της σύντομης, επιγραμματικής, πολλές φορές, διατύπωσης θέσεων που επιλέγει ο συγγραφέας. Εδώ υποκρύπτεται ο κίνδυνος: να επιμεριστεί το βιβλίο σε θέσεις «βολικές» και σε θέσεις «άβολες», σε θέσεις συμφωνίας και σε θέσεις διαφωνίας, παραγνωρίζοντας τις ενοποιητικές αρχές του.

Ο κίνδυνος αυτός μεγεθύνεται με τη συμπερίληψη στο τρίτο και μεγαλύτερο σε όγκο μέρος, που αναφέρεται στην κοινωνιολογία της εργασίας, αποσπασμάτων μελετών, άρθρων και εισηγήσεων, γεγονός που δημιουργεί την αίσθηση ενός κατακερματισμού ή ενός βιβλίου αναλέκτων. Μια καλύτερη οργάνωση του τρίτου μέρους και η μετάφραση στα ελληνικά των ξενόγλωσσων κειμένων θα επέτρεπε στο ευρύ κοινό να αποκτήσει πρόσβαση σε σημαντικές αναλύσεις και σε γόνιμους προβληματισμούς. Ελπίζω ότι μια επόμενη έκδοση θα δώσει λύση στα προβλήματα αυτά.

Θα ήθελα να αναφέρω ένα παράδειγμα, κλείνοντας το τμήμα αυτό των παρατηρήσεων στη μορφή και στο ύφος. Στη σ. 154 ο συγγραφέας γράφει αναφερόμενος στη συλλογή άρθρων των Kl. Dörre et al.:
«Αν είναι δυνατόν να συμπυκνωθούν τα συμπεράσματα του έργου, θα αναφερθεί η τελική διαπίστωση του Kl. Dörre ότι στον σημερινό καπιταλισμό η αποδοτική (παραγωγική) εργασία αντικαθίσταται από αναπαραγωγικές δραστηριότητες».

Αυτή η μικρή πρόταση των τριών σειρών στον μη ειδικό ηχεί ακατανόητη. Σε όλους όσοι είναι εξοικειωμένοι με τη σχετική βιβλιογραφία παραπέμπει στις προσεγγίσεις του I. Gough για το κράτος πρόνοιας, αλλά και στη διαμάχη για τη διάκριση μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας στον Μαρξ, για τη φύση του κεφαλαίου στην κυκλοφορία, αλλά και για την οικιακή εργασία, την απλήρωτη εργασία, κυρίως, των γυναικών στα οικιακά καθήκοντα, διαμάχη στην οποία είχε συμμετάσχει και ο ομιλών πριν πολλά χρόνια. Θέματα τα οποία έχουν επανέλθει και σχετίζονται με την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου στη σύγχρονη φάση του καπιταλισμού. Αλλά και, από την αντίθετη πολιτική προσέγγιση, στο βιβλίο των BaconEltis, Britains Economic Problem: Too Few Producers (1976) που αποτέλεσε σημαντική συνεισφορά στην ιδεολογική επικράτηση του Θατσερισμού στην Μεγάλη Βρετανία.
Ουδόλως υπαινίσσομαι ότι ο καθηγητής Αλιπράντης αγνοεί τα σχετικά ζητήματα. Απλώς σημειώνω ότι, στην επιτακτική ανάγκη που αισθάνεται να διατυπώσει τις θέσεις του, διατρέχει τεράστιους επιστημονικούς χώρους με επιγραμματικές διατυπώσεις αφήνοντας τις βιβλιογραφικές παραπομπές να αναλύσουν και να υποστηρίξουν το επιχείρημα. Φυσικά δεν πρόκειται για ένα διδακτικό εγχειρίδιο, αλλά για μια κατάθεση γνώσεων μιας ολόκληρης επιστημονικής σταδιοδρομίας. Κατάθεση γνώσεων που λαμβάνει συχνά πολεμικό χαρακτήρα. Άλλωστε, η πρόοδος της επιστήμης μέσω πολεμικών διαμαχών επέρχεται, όχι με την υιοθέτηση των σημαιών ευκαιρίας, όπως μας βολεύει και όπως συνηθίζεται στα καθ’ ημάς.

Αρκετά όμως σας κούρασα με αναφορές στο τρόπο γραφής και παρουσίασης, επισημάνσεις που θεωρώ σημαντικές για την κατανόηση της λειτουργίας του κειμένου. Θα περάσω στην ουσία, προσπαθώντας, μέσω του μερικού και αποσπασματικού διαβάσματός μου, να αναδείξω ορισμένες πτυχές του βιβλίου και σκέψεις που προκλήθηκαν από αυτό.

Το βιβλίο αποτελείται από τρία μέρη και μία ενδιαφέρουσα εισαγωγή. Θεωρώ ως εξαιρετικά ενδιαφέροντα το πρώτο και το τρίτο μέρος (Θέματα Πολιτικής Κοινωνιολογίας, σσ. 29 – 90 και Η Κοινωνιολογία της Εργασίας – Χθες και Σήμερα σ. 145 και ε.). Στα μέρη αυτά θα επικεντρωθώ, επιλεκτικά πάντοτε.

Στον Πρόλογο του βιβλίου, πρόλογος που ουσιαστικά ανήκει στην Εισαγωγή, ο συγγραφέας καταθέτει την κεντρική ιδέα του έργου του: Οι τέσσαρες θεμελιώδεις ελευθερίες, όπως αυτές διακηρύχθηκαν από τον Roosevelt, η ελευθερία έκφρασης, η ελευθερία επιλογής θρησκεύματος, η ελευθερία από την ανάγκη και η ελευθερία από τον φόβο, ουδέποτε υλοποιήθηκαν, αν και συνιστούν ουσιώδη ατομικά (οι δύο πρώτες), κοινωνικά (η τρίτη) και πολιτικά (η τέταρτη) δικαιώματα. Ο συγγραφέας επιχειρεί να τεκμηριώσει αυτήν την αποτυχία και να φωτίσει τα αίτιά της στα τρία κύρια μέρη του βιβλίου, αφού προηγουμένως αποσαφηνίσει σε κάποιο βαθμό το θεωρητικό του πλαίσιο (Εισαγωγή).

Μπορώ να συμφωνήσω σε δύο θέματα που αναπτύσσει στην Εισαγωγή: Πρώτον, στην ανάγκη διεπιστημονικής προσέγγισης στα ζητήματα που εξετάζει. Η διεπιστημονική προσέγγιση καθίσταται απολύτως αναγκαία, όταν μελετούμε την κοινωνική πραγματικότητα, καθώς το κοινωνικό γεγονός είναι αποτέλεσμα πολλαπλών και σύνθετων προσδιορισμών. Ωστόσο, η αναφορά στις επιμέρους επιστημονικές πειθαρχίες καθιστά αναγκαία την εξοικείωση με το σύνολο της θεωρητικής υποδομής τους και όχι την κατά το δοκούν επιλεκτική τους χρήση. Ο καθηγητής Αλιπράντης μας δίνει στα επόμενα μέρη ένα πρωτόκολλο ορθής χρήσης της διεπιστημονικότητας – αν και οι ελλείψεις στον τομέα της οικονομικής επιστήμης είναι ορατές. Σε κάθε περίπτωση προσυπογράφω την ανάγκη εμπέδωσης μιας ολιστικής κοινωνικής επιστήμης. Τα παραδείγματα του Μαρξ, του Βέμπερ και του Parsons είναι γνωστά, αν και αντιθετικά.

Το δεύτερο θέμα, στο οποίο εκφράζω την απόλυτη συμφωνία μου, είναι η κριτική που ασκεί στη μεταμοντέρνα προσέγγιση και στην, μέσω αυτής, αναβίωση των μεθοδολογικών προσεγγίσεων του υποκειμενισμού και της  εξατομίκευσης. Η κοινωνιολογική προσέγγιση μπορεί να διαβλέψει καλύτερα τη διάκριση μεταξύ του ορθολογισμού του υποκειμένου και του ορθολογισμού του κοινωνικού συστήματος, για να χρησιμοποιήσω την έκφραση του Maurice Godelier. Όπως και τη διάκριση μεταξύ ορθολογισμού και εκλογίκευσης που μοιάζει να στοιχειώνει πολλές εμπειρικές προσεγγίσεις με τη λέξη του συρμού: αναστοχασμός.

Στο Πρώτο Μέρος ο συγγραφέας ασχολείται με τους μετασχηματισμούς του κράτους και του πεδίου εξουσίας κατά το τελευταίο τέταρτο του 20ου αιώνα και των αρχών του 21ου. Επισημαίνει την κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου και τις συνέπειές της στην οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα. Επισημαίνει την αποδυνάμωση της εξουσίας του εθνικού κράτους προς όφελος των μεγάλων ιδιωτικών συμφερόντων, τα οποία εντείνουν μηχανισμούς ανακατανομής των κερδών και του πλούτου σε παγκόσμιο επίπεδο και αναγνωρίζει στην επέκταση του κρατικού χρέους έναν κρίσιμο μηχανισμό που συμβάλλει στην αναδιοργάνωση της πολιτικής σφαίρας, στη μετατόπιση από την άσκηση πολιτικής στην άσκηση της απλής διαχείρισης.

Όπως γίνεται αντιληπτό το ζήτημα είναι τεράστιο και με πρόδηλο πολιτικό, κοινωνικό και οικονομικό ενδιαφέρον. Η οικονομική κρίση – και στο σημείο αυτό θα διαφωνήσω με τον συγγραφέα – ενεργοποιήθηκε το 1973 και έκτοτε παραμένει στη ζωή μας μεταλλασσόμενη, μεταβάλλοντας τους χώρους εκδήλωσής της, τις φαινομενικές εκφράσεις της. Άλλοτε ως κρίση χρέους, άλλοτε ως κρίση ρευστότητας, άλλοτε ως κρίση απασχόλησης, ως φούσκα χρηματιστηρίου ή ως φούσκα ακινήτων, επιβάλλει κρίσιμους μετασχηματισμούς στα πεδία εξουσίας, πολιτικής και κοινωνικής, προκαλεί συσσώρευση πλούτου και δύναμης, αλλά και ακραία φτώχεια, ανεργία και κοινωνικό αποκλεισμό, αλλάζει παγιωμένες τοπικότητες, διαλύει παραγωγικές δομές, μεταπλάθει τρόπους αντίληψης της πραγματικότητας που μας περιβάλλει.



Ένας νέος τρόπος οργάνωσης της παραγωγής και αναδιανομής προκύπτει μέσα από την κρίση και, παρά τα όσα λέγονται, ο ρόλος του εθνικού κράτους παραμένει κρίσιμος, αν και μεταλλαγμένος. Αυτό είναι το πεδίο που θα αναμετρηθεί η θεωρητική σκέψη στο άμεσο μέλλον: Καθώς η πολιτική επιστήμη στρέφεται στην εξέταση των επιμέρους πολιτικών, η ανάγκη μιας θεωρίας του κράτους, στην κατεύθυνση των αναλύσεων του Γκράμσι, του Πουλαντζά και του Bob Jessop παραμένει εκ των ων ουκ άνευ συνθήκη κατανόησης της σύγχρονης πραγματικότητας. Αναφέρομαι στην εγκαθίδρυση της οικονομικής κυριαρχίας του χρηματιστικού κεφαλαίου, κυριαρχία που δεν προσλαμβάνει ηγεμονικά χαρακτηριστικά, αδυνατεί να ενσωματώσει μακροχρονίως στα δικά της ιδιοτελή συμφέροντα τα αιτήματα, τις προϋποθέσεις ύπαρξης, του κεφαλαίου που ενεργοποιείται στο χώρο της παραγωγής, πολύ δε περισσότερο των άλλων τάξεων και στρωμάτων.  

Η οικονομική κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου δημιουργεί τις συνθήκες μονιμότητας της κρίσης. Και κατανοούμε σήμερα τις συνέπειές σε δύο τομείς που θίγονται, ο ένας με συντομία και ο άλλος επί μακρόν, από τον συγγραφέα.

Έχω την εντύπωση ότι όταν ο συγγραφέας αναφέρεται στην «εξουσία της τεχνοκρατικής επιστήμης, ιδίως της οικονομικής» (σσ. 33-35) θέτει άρρητα το ζήτημα της νομιμοποίησης των κρατικών πολιτικών. Διότι οι πολιτικές παραμένουν κρατικές, υιοθετούνται, έστω και τελετουργικά, από τα εθνικά κοινοβούλια. Οφείλουν να είναι, για να αποκτήσουν την αναγκαία κοινωνική τους αποτελεσματικότητα, σε κάποιο βαθμό, όχι απλώς νόμιμες – πράγμα που σηκώνει πολύ κουβέντα – αλλά και νομιμοποιημένες. Δηλαδή, να θεωρούνται ότι αντιμετωπίζουν συγκεκριμένα προβλήματα, να τα αντιμετωπίζουν αποτελεσματικά και να κατανέμουν με σχετικά αναλογικότητα οφέλη και επιβαρύνσεις στους πολίτες, να είναι, δηλαδή, δίκαιες.

Ο Βέμπερ μας έχει δώσει έναν τύπο νομιμοποίησης, τη νομιμοποίηση δια της διαδικασίας, ο Habermas προσέθεσε τη νομιμοποίηση δια του αποτελέσματος. Η πρώτη μορφή νομιμοποίησης συνδέεται με τη λειτουργία του κράτους δικαίου και τη γραφειοκρατία που το διαχειρίζεται απροσώπως, η δεύτερη μορφή νομιμοποίησης με το μεταπολεμικό κράτος πρόνοιας.

Η κρίση και η οικονομική κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου περιστέλλει τα περιθώρια άσκησης πολιτικής και μετατρέπει την πολιτική σε διαχείριση. Αυτό μας επιτρέπει να κατανοήσουμε δύο βασικές παραμέτρους του σύγχρονου πολιτικού συστήματος:

Πρώτον, τη σύγκλιση των κομμάτων σε προγράμματα διαχείρισης ανεξαρτήτως των διαφορετικών καταγωγών και προελεύσεων. Όπως το κράτος πρόνοιας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο οικοδομήθηκε ανεξαρτήτως αν στην κυβέρνηση ήταν κεντροδεξιές, χριστιανοδημοκρατικές ή σοσιαλδημοκρατικές κυβερνήσεις, σήμερα αποδιαρθρώνεται και εκχωρείται επίσης ανεξαρτήτως πολιτικού στίγματος της κυβέρνησης.

Δεύτερον, την κρίση νομιμοποίησης του πολιτικού συστήματος, καθώς οι κυβερνήσεις φαίνονται αποδεσμευμένες από τις κοινωνίες που θεωρητικά εκπροσωπούν. Η ανάδειξη των ακροδεξιών κομμάτων, αλλά και η επικράτηση της «ψήφου σκοπιμότητας» ή της αρνητικής ψήφου για την ανάδειξη στην κυβέρνηση του μικρότερου κακού, είναι αμφότερα αποτελέσματα της κρίσης νομιμοποίησης.

Στο πλαίσιο αυτό διαφαίνονται οι προσπάθειες για να δημιουργηθεί μια τρίτη μορφή νομιμοποίησης, που συνδέεται με την οικονομική κυριαρχία του χρηματιστικού κεφαλαίου. Η νομιμοποίηση δια του λόγου των ειδικών. Και στο λόγο των ειδικών, θα συμφωνήσω απολύτως με τον συγγραφέα, προεξάρχουσα θέση κατέχουν οι οικονομολόγοι, και βεβαίως οι διεθνείς οργανισμοί, το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ, η Παγκόσμια Τράπεζα και η ΕΕ, στο διπλό ρόλο του policy maker και του παράγοντα που επιβάλλει την πολιτική.

Θα υπενθυμίσω ότι ο χώρων των «ειδικών» έχει υποστεί μια μακρά περίοδο «κάθαρσης» με μηχανισμούς διοικητικής επιβολής και πειθάρχησης. Από την διάλυση Τμημάτων και τον διωγμό αιρετικών καθηγητών στην Μεγάλη Βρετανία της Θάτσερ, από την αναπαραγωγή θεωρητικών στερεοτύπων και το σύστημα δημοσιεύσεων, ως τη συμμετοχή σε αμειβόμενα ευρωπαϊκά προγράμματα, τα οποία κρίνουν την παραμονή ως μέλους του διδακτικού προσωπικού. Μεταλλαγές που σημειώνονται στα προγράμματα σπουδών και στη μετατροπή των πτυχίων σε συλλογή εφήμερων credits. Αλλά και μια απλή ματιά στα σύγχρονα εγχειρίδια αποδεικνύει τη συρρίκνωση και τη λογοκρισία που επιβάλλεται στη γνώση των φοιτητών: ενδεικτικά, το παράδοξο της φειδούς, η θεωρία του second best, η διαμάχη για το κεφάλαιο και η καταλυτική κριτική στη νεοκλασική θεωρία της παραγωγής έχουν εξαφανιστεί. Να αναφέρω, τέλος, το εγχείρημα του T. Blair, το scientifically informed social policy, με την εμπλοκή 18 πανεπιστημίων στην κοινωνική πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας.

 Η κρίση νομιμοποίησης συνεπάγεται την καταφυγή στην καταστολή. Η τρίτη μορφή νομιμοποίησης είναι ατελής. Μπορεί να προσφέρει μόνο την παθητική συναίνεση, τη συναίνεση που προκύπτει από το φόβο. Η ανάκληση από τον συγγραφέα των αναλύσεων της Shklar για την κρατική οργάνωση του φόβου είναι προς τούτο σημαντική. Το κράτος συμμετέχει στην παραγωγή της κοινωνικής επισφάλειας και, ταυτοχρόνως, αναλαμβάνει το ρόλο του τιμωρού όσων αποτυγχάνουν να προσαρμοστούν στις συνθήκες κοινωνικής επισφάλειας. Η έννοια της σκληρότητας (cruelty) της Shklar δεν είναι ανάγκη να απευθύνεται αποκλειστικά στο σώμα. Η καταδίκη στη φτώχια, στην ανεργία, στον κοινωνικό αποκλεισμό, η στέρηση δικαιωμάτων σύνταξης, υγειονομικής περίθαλψης, πρόσβασης στην εκπαίδευση, επιδόματος ανεργίας και στέγης αποτελούν τις σύγχρονες πτυχές της φοβικής και επισφαλούς κοινωνίας. Στο σύνολό τους αυτές οι ποινές εξαρτώνται άμεσα από την εργασία και τις αμοιβές από την εργασία. Ο φόβος της καταδίκης συνδέεται με το φόβο της απώλειας της εργασίας, απώλεια που δεν πλήττει μόνο την οικονομική ευημερία, αλλά και την ψυχική υγεία, την αυτοεκτίμηση του ατόμου.

Το σκληρότερο χαρακτηριστικό της σύγχρονης κοινωνικής πολιτικής είναι ακριβώς η ενοχοποίηση των θυμάτων.    

Θεωρώ ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα τη διάκριση που επιχειρεί ο συγγραφέας μεταξύ «πολιτισμένης» και «άγριας» ανταγωνιστικότητας. Μας επιτρέπει να κατανοήσουμε καλύτερα τις εξελίξεις σε δύο παραπληρωματικούς χώρους: Στην ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική και στο χώρο της παραγωγής και των εργασιακών σχέσεων.

Μία φράση για την ευρωπαϊκή κοινωνική πολιτική. Ήδη από τη «Λευκή Βίβλο» του Ντελόρ του 1986 και το Χάρτη των Κοινωνικών Δικαιωμάτων στις αρχές της δεκαετίας του 1990 – ουσιαστικά μια ανούσια διακήρυξη καλών προθέσεων χωρίς να αποτελεί αντιστάθμισμα στα προβλεπόμενα στη Λευκή Βίβλο – η κοινωνική πολιτική υποτάχθηκε στην πολιτική του ανταγωνισμού.  Τα κοινωνικά δικαιώματα αμφισβητούνται και η αμφισβήτηση αυτή μοιραία θα συμπαρασύρει – αν δεν έχει ήδη συμβεί  - τα πολιτικά και ορισμένα ατομικά δικαιώματα.

Η εγγενής ανισότητα μεταξύ εργαζόμενου μισθωτού και εργοδότη μετριάσθηκε κατά τον 20ο αιώνα με την κατοχύρωση του ρόλου των εργατικών συνδικάτων και των πολυεπίπεδων, εθνικών, κλαδικών, επαγγελματικών, περιφερειακών και επιχειρησιακών διαπραγματεύσεων. Ο μετριασμός αυτός αποτυπώθηκε στο Εργατικό Δίκαιο και στις Διεθνείς Συμβάσεις Εργασίας του ILO. Ουσιαστικά το θεσμικό πλαίσιο, ως κρατική νομοθετική παρέμβαση και ως αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων, έθετε περιορισμούς στην άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος, στην ανεξέλεγκτη εξουσία του εργοδότη στο χώρο εργασίας.

Οι πολιτικές ευελιξίας, ή, ορθότερα, απορρύθμισης της αγοράς εργασίας επαναφέρουν αυτήν την απόλυτη εξουσία του εργοδότη και του μάνατζερ στο χώρο της παραγωγής. Με πρόσχημα την τεχνολογία, την εναρμόνιση του χρόνου εργασίας και των λοιπών καθηκόντων, το ευμετάβλητο των αγορών, αλλά κυρίως με μοχλό την ανεργία και τον φόβο για την ανεργία, οι εργασιακές σχέσεις αποδιαρθρώθηκαν. Ο φόβος και ο αυταρχισμός εκτός συναντά τον φόβο και τον αυταρχισμό εντός της επιχείρησης. Ο Ανελεύθερος 21ος Αιώνας είναι καθολικά ανελεύθερος. Επιστρέψαμε στην αναπτυγμένη Δύση στην παραγωγή όχι μόνον της σχετικής υπεραξίας, αλλά της απολύτου υπεραξίας, η οποία, εν συνεχεία, αναδιανέμεται παγκοσμίως προς όφελος του χρηματιστικού κεφαλαίου.

Η εργασία αντιμετωπίζεται πλέον μόνον ως κόστος παραγωγής και μάλιστα ως το μοναδικό κόστος που επιδέχεται προσαρμογή προς τα κάτω. Πέντε χρόνια μνημονίων και τρία μέχρι στιγμής μνημόνια δείχνουν την αλήθεια της πρότασης αυτής, αλλά και το αλυσιτελές και μάταιο εγχείρημά τους.

Αλλά η εργασία δεν είναι μόνον κόστος. Είναι δημιουργία πλούτου και έχει κόστος αναπαραγωγής, Η κλασική πολιτική οικονομία μας το δίδαξε αυτό. Ο μισθός είναι κόστος για τον εργοδότη, αλλά πηγή βιοπορισμού για τον εργαζόμενο. Παράγει πλούτο, αλλά δημιουργεί κατανάλωση, όπως μας έμαθε ο Keynes.

Ο καθηγητής Αλιπράντης μας δίνει ένα δύσκολο στην ανάλυσή του, αλλά πολύτιμο βιβλίο. Συνοψίζει γνώσεις και εμπειρίες δεκαετιών και μοιάζει να δίνει λίγο φως στους σκοτεινούς καιρούς μας. Έχω τη βεβαιότητα ότι, παρ’ όλο ότι έχουμε διαφορετικές θεωρητικές καταβολές, συμφωνούμε σε πολλά συμπεράσματα. Η πραγματικότητα βοά, πώς να την αγνοήσεις, αν θέλεις να διακονείς τις κοινωνικές επιστήμες και όχι την εξουσία;
Να τον ευχαριστήσω διπλά: Για το βιβλίο που μας χάρισε και για την τιμή και την ευκαιρία που μου έδωσε να σκεφτώ ξανά τα θέματα αυτά και να μοιραστώ τις σκέψεις μου μαζί σας.