Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τρίτη 9 Ιουνίου 2015

"ΓΚΡΙΝΙΑΣ" ΕΓΚΩΜΙΟ


Παρακολουθώ την αρθρογραφία του Καρτερού μ' ενδιαφέρον. Συνήθως συμφωνώ, όχι τώρα όμως.



Ναι, "γκρινιάζω", δηλαδή ανήκω στην αριστερά της "γκρίνιας", κατά τον Καρτερό. Της κριτικής, θα έλεγα εγώ. Δηλαδή, του δικαιώματος και της άσκησης του δικαιώματος να σκέφτομαι ελεύθερα και να εκφράζω ελεύθερα τη σκέψη μου. Αυτό το δικαίωμα της κριτικής που υπόμνησαν οι πρόγονοι της σκέψης μου: "της ασυμβίβαστης κριτικής εκτίμησης κάθε τι που υπάρχει, ... χωρίς φόβο για τις επιπτώσεις ή τις συγκρούσεις με τις εκάστοτε εξουσίας". Ο Μαρξ το έγραφε,
Αλλά αφού ανήκω στους "γκρινιάρηδες" και οι "γκρινιάρηδες" ταξινομούνται σε κατηγορίες, ας δω σε ποια εμπίπτω.

Πρώτη κατηγορία, εκείνοι "που θα έπρεπε να είναι -αλλά δυστυχώς δεν είναι- σε θέσεις - κλειδιά." Σας διαβεβαιώνω ότι δεν ανήκω στην ομάδα αυτή. Τόσο δημόσια (από τηλεοράσεως και πριν τις εκλογές του 2012) όσο και ιδιωτικώς και αρμοδίως σε ανύποπτο χρόνο. έχω δηλώσει ότι δεν επιθυμώ θέση - κλειδί, ούτε καν θέση σκέτη.

Δεύτερη κατηγορία εκείνοι "που διακατέχονται από κριτική ικανότητα και διακατέχουν μπάρμπα στη Μακρόνησο." 

Κριτική ικανότητα αγωνίστηκα να αποκτήσω. Ονομάζεται ανάλυση και όχι συναισθηματική ή άλλη στοίχιση. Μπάρμπα στη Μακρόνησο επίσης είχα, και έναν δεύτερο δολοφονημένο από χίτες, επίσης, αλλά μάλλον πρώτη φορά το ακούτε από μένα. Το δηλώνω μόνο για να υπογραμμίσω την απόλυτη εναρμόνισή μου με τα (διπλά) κριτήρια της δεύτερης κατηγορίας.

Η τρίτη κατηγορία, "τέλος, συγκεντρώνει μεγάλο αριθμό από ανιδιοτελείς εθελοντές." Εδώ τον χάνω. Νόμιζα ότι οι αριστεροί ΟΛΟΙ ΚΑΙ ΕΞ ΟΡΙΣΜΟΥ ΗΤΑΝ ΚΑΙ ΕΙΝΑΙ ΑΝΙΔΙΟΤΕΛΕΙΣ ΚΑΙ ΕΘΕΛΟΝΤΕΣ. Εκτός αν ο Καρτερός υιοθετεί μια νέα διάκριση στην αριστερά μεταξυ ανιδιοτελών εθελοντών και ιδιοτελών που εκτελούν εντολές.
Φοβάμαι ότι η τελευταία αυτή κατηγορία "γκρινιάρηδων" που αναφέρει ο Καρτερός αιτιολογεί πλήρως την ανάγκη της "γκρίνιας", παρά το δια ταύτα του άρθρου του.

Τετάρτη 20 Μαΐου 2015

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΚΑΣΔΑΓΛΗ ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΝΕΡΓΟΥ ΧΑΛΑΝΔΡΙ 18 ΜΑΪΟΥ 2015

Στο Χαλάνδρι μαζί με την Ευγενία Λουπάκη, τον Χριστόφορο Κάσδαγλη και τον Διονύση Αντύπα, καλεσμένοι από το Πολιτιστικό του ΣΥΡΙΖΑ Χαλανδρίου. Ζεστή ατμόσφαιρα, ζωηρή συζήτηση, παρά τον εμπρησμό του Δημοτικού Θεάτρου της Ρεματιάς την ίδια μέρα. 




Είναι πραγματικά μεγάλη τιμή για μένα και ευχαρίστηση ταυτοχρόνως να είμαι εδώ σήμερα μαζί σας για να συζητήσουμε το μοναδικό αυτό βιβλίο που επιμελήθηκε ο Χριστόφορος με σπάνια διεισδυτικότητα και ευαισθησία. Το Ημερολόγιο Ενός Ανέργου σταχυολογεί ιστορίες ανδρών και γυναικών που αντιμετώπισαν και οι περισσότεροι συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν την φρικτή πραγματικότητα της ανεργίας. Ιστορίες που κατέθεσαν σε πρώτο πρόσωπο στο σχετικό blog που οργάνωσε και διαχειρίστηκε ο Χριστόφορος.
Ήδη έχω αναφέρει τα δύο θέματα που σκοπεύω να θίξω: Την φρικτή πραγματικότητα της ανεργίας και την προσωπική κατάθεση. Θα μου επιτρέψετε, επίσης, να ολοκληρώσω με κάποιες σκέψεις για το δια ταύτα, δηλαδή επί της πολιτικής.
Η ζοφερή πραγματικότητα της ανεργίας και της φτώχιας, οι επιπτώσεις της έλλειψης εργασίας, της ευκαιριακής εργασίας, των χαμηλών μισθών στις συνθήκες ζωής των μισθωτών προκάλεσε το ενδιαφέρον ήδη από τον 19ο αιώνα. Από την πρώτη αποτύπωση που επιχείρησε ο Ένγκελς (1845) και του Henry Mayhew (1851 – 61) ως τις πολυάριθμες έρευνες πεδίου σε Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ηνωμένες Πολιτείες στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα, είτε ως αναζήτηση των αιτίων της φτώχιας στην ακατανόητη διαλεκτική ενός αυξανόμενου πλούτου και μιας εμμένουσας πενίας, είτε ως λαογραφική περιγραφή, είτε ως φόβος για την κοινωνική αποσταθεροποίηση του συστήματος, είτε, ακόμη και κυρίως, ως μια αφήγηση εφησυχασμού και ενοχοποίησης των θυμάτων, το ζήτημα της ανεργίας ήταν παρόν, αναγνωρισμένο και, εν πολλοίς, καθοριστικό, αν και όχι συνήθως ρητά.
Αυτές οι πρωτόλειες, αλλά πρωτοποριακές έρευνες, εστιάζονται στις συνθήκες διαβίωσης, στο περιβάλλον των ανέργων. Η φτώχια στις ποικίλες διαβαθμίσεις καταγράφεται, και τα αίτιά της αναζητούνται στην αστάθεια της απασχόλησης, και, περαιτέρω, αποδίδονται στα εργασιακά, νοητικά και ηθικά μειονεκτήματα των ίδιων των φτωχών. Η στρατηγική ηθικοποίησης των φτωχών μισθωτών αναδεικνύεται εκ νέου, μετά τη σκληρή πειθάρχηση των σωματικών ποινών, του κάτεργου και του work house, είτε στη δημιουργία των γραφείων εργασίας και των επιδομάτων ανεργίας στη Μεγάλη Βρετανία (μεταρρύθμιση BeveridgeChurchill - 1909) είτε με τη δημιουργία του ιδιότυπου «Γραφείου Προσωπικού» του Ford.
Η μεγάλη κρίση μερικές δεκαετίες αργότερα επαναφέρει το ζήτημα: Να υπομνήσω την περιοδεία του Orwell (The road to Wigan Pier – 1937) στο βιομηχανικό βορρά της Αγγλίας, το βιβλίο του Allan Hutt (The Condition of the Working Class in Britain – 1933) ή τις έρευνες της Mirra Komarovsky για τις επιπτώσεις της κρίσης στην οικογενειακή ζωή και σχέσεις της «γενιάς» της κρίσης του 1929.  Η Marie Jahoda την ίδια εποχή θεμελίωνε τις επιπτώσεις της ανεργίας στην ψυχική υγεία των ανέργων με τη μελέτη της για το Marienthal, μια βιομηχανική πόλη που υπέστη τα δεινά από την κρίση στην Αυστρία (1932).
Τι έχουμε μάθει από όλη αυτή τη φιλολογία; Μάθαμε ότι η ανεργία δε θέτει σε κίνδυνο μόνο το επίπεδο διαβίωσης του άνεργου, καθώς στερείται των αναγκαίων χρηματικών πόρων που ήταν διαθέσιμοι διά του μισθού. Δεν οδηγεί απλώς τον άνεργο και την οικογένειά του σε μια βαθειά φτώχια, συχνά στην απόλυτη ανέχεια. Ταυτόχρονα, ακυρώνει τον χωρο-χρονικό διαχωρισμό που είναι σύμφυτος με την εμπέδωση της μισθωτής εργασίας ως κυρίαρχης κοινωνικής μορφής εργασίας. Ο διαχωρισμός του χώρου σε χώρο εργασίας και χώρο της ιδιωτικής ή δημόσιας ζωής, ο χωρισμός του χρόνου σε χρόνο αφιερωμένο στην εργασία έναντι αμοιβής και σε χρόνο «ελεύθερο», αφιερωμένο στις λοιπές υποχρεώσεις και καθήκοντα, ουσιαστικά ακυρώνεται για να αφήσει στη θέση του έναν ενιαίο χωρο-χρόνο, ο οποίος, αντί να διαθέτει στοιχεία ατομικής ελευθερίας, αποκτά τα χαρακτηριστικά του προσωπικού κενού. Εν μέρει γιατί ο «ελεύθερος» χρόνος και η επιτέλεση των καθηκόντων απαιτούν χρηματικούς πόρους για να αποκτήσουν περιεχόμενο στις σύγχρονες καταναλωτικές κοινωνίες.
Ουσιαστικά, όμως, το κενό δεν μπορεί να καλυφθεί δια της κατανάλωσης, ακόμα και αν αυτή ήταν εφικτή. Η απόλυση ή η άρνηση πρόσληψης δηλώνουν με κατηγορηματικό τρόπο στον άνεργο και στον οικογενειακό και κοινωνικό του περίγυρο ότι η εργασία του δεν χρειάζεται στην οικονομία, ότι ο ίδιος είναι περιττός. Δεν υπάρχει θέση διαθέσιμη στην κοινωνία, όπως απερίφραστα και κυνικά δήλωνε ο Μάλθος.
Απαξίωση και απόρριψη. Το αίσθημα της απαξίωσης και της απόρριψης είναι βαθειά τραυματικό στον άνεργο. Οδηγεί ευθέως στην ενοχοποίηση του εαυτού. Οδηγεί σε ψυχικές διαταραχές, με κυριότερη την κατάθλιψη, όπως οι μελέτες της Jahoda έχουν αποδείξει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930 και επιβεβαιώνουν οι σύγχρονες ψυχιατρικές έρευνες. Δεν είναι η εργασία του άχρηστη, είναι ο ίδιος άχρηστος, αυτό έτσι εκλαμβάνεται από τον ίδιο. Να σημειώσω εν τάχει ότι η κρατούσα οικονομική θεωρία και η εφαρμοζόμενη πολιτική αντιμετωπίζουν τον άνεργο ως υπεύθυνο για την ανεργία και τον φτωχό υπεύθυνο για τη φτώχια. Να θυμίσω την έννοια του «απασχολήσιμου» και των νοηματικών συνεπαγωγών της. Η ενοχοποίηση του θύματος για να διασωθεί ο ένοχος δεν είναι ένα δικαστικό δράμα, χιλιοπαιγμένο στις δικαστικές αίθουσες και στην τέχνη, παίζεται καθημερινά και υπόγεια στις ζωές μας, αλλά και κραυγαλέα και βοερά, στον δημόσιο λόγο. Ο άνεργος, άλλωστε, δεν μιλά δημοσίως, δεν έχει λόγο στα συνδικάτα, στην πολιτική, στον τύπο, στην τηλεόραση.
Ο άνεργος ιδιωτεύει. Προσπαθεί να επιβιώσει λανθάνων. Στο κλειστό σπίτι, σε μακρινές διαδρομές, που η συνάντηση με γνωστούς και συναδέλφους να είναι απίθανη, στη δημιουργία μιας εικονικής αναπαράστασης του εαυτού του, ενσυνείδητα ψεύτικης, ενός «δήθεν». Η οργάνωση της σχιζοφρένειας δεν είναι θέμα, επίσης, κινηματογραφικών ταινιών. Είναι η απτή πραγματικότητα στην καθημερινότητα του άνεργου.
Τα σκληρά. Αλκοολισμός, ναρκωτικά, επιθετικότητα, οικογενειακή βία, απόρριψη από τους οικείους, διάλυση της οικογένειας. Περιθώριο. Ισορροπώντας σε τεντωμένο σκοινί, ο άνεργος, ανάμεσα στην ατομική του αξιοπρέπεια, όση διαθέτει και όση του έχει απομείνει, και στην ανάγκη επιβίωσης, διαισθάνεται ότι τα όρια μεταξύ του καλού και του κακού, του κοινωνικά αποδεκτού και του κοινωνικά μη αποδεκτού, έχουν γίνει ασαφή. Και αυτή η ασάφεια των ορίων καθιστά πρόσφορη τη διάβαση από το εδώ στο εκεί.
Αυτά τα ξέραμε. Από μελέτες πολλών ερευνητών, πολλών ειδικοτήτων. Και όσοι από μας τους οικονομολόγους ασχοληθήκαμε με την ανεργία όχι για να κάνουμε καριέρα, να γράψουμε άρθρα ή να πληρωθούμε για μελέτες, σκύψαμε με δέος και ταπεινότητα στη βιβλιογραφία αυτή, την παρακείμενη του αντικειμένου μας. Μέσα από τη μελέτη αυτού του δευτερογενούς υλικού, ο άνεργος ή η άνεργος πάλευε να ξαναβρεί την ανθρώπινη υπόσταση, να πάψει να είναι αριθμός, χρονολογική τάση, παράγοντας σε ένα σύστημα μακροοικονομικών εξισώσεων.
Αποκτούσε, όντως, την ανθρώπινη υπόσταση, αποκτούσε πρόσωπο; Όχι ακριβώς. Σ’ όλες τις πολυάριθμες και πολυσέλιδες αυτές έρευνες, οι άνεργοι μιλούσαν μέσω τρίτου, μέσω του επιστήμονα, του δημοσιογράφου ή του ερασιτέχνη ερευνητή. Αυτός μιλούσε για εκείνους, το τι έλεγαν εκείνοι έφθανε στ’ αυτιά μας μέσα από προκαθορισμένα θεωρητικά σχήματα, περιγραφές και ερωτηματικά που δεν ήταν δικά τους. Ή, πιο σωστά, όχι εντελώς δικά τους. Ο ερευνητής μεσολαβούσε, μετάφραζε, άλλοτε έντιμα κι άλλοτε όχι, πάντοτε όμως διαθλαστικά, τα νοήματα του άνεργου στο δικό του νοηματικό πλαίσιο.




Αυτή είναι η τεράστια καινοτομία του εγχειρήματος που εκπόνησε ο Χριστόφορος. Οι άνεργοι μιλούν για πρώτη φορά σε πρώτο πρόσωπο, χωρίς μεσολαβητή. Μαρτυρούν για το πολλαπλό μαρτύριο της ανεργίας. Και οι μαρτυρίες αυτές, όσο και προετοιμασμένος να είσαι, όσο και αν έχεις εντρυφήσει στις πηγές, στις έρευνες πεδίου, στις θεωρίες και τις στατιστικές, είναι μια πολύ δυνατή γροθιά στο στομάχι. Αυτό ένοιωσα, ακούγεται κοινότυπο και χιλιοειπωμένο, ίσως να μην υπάρχουν λέξεις να το περιγράψω. Άλλωστε, μου πήρε χρόνο να διαβάσω αυτό το βιβλίο των 210 σελίδων. Δεν μπορούσα να αντιμετωπίσω περισσότερο από μια, το πολύ δύο, καταθέσεις την ημέρα.
Ας πάρουμε αποστάσεις από τη συγκίνηση. Για πρώτη φορά παγκοσμίως παρουσιάζεται αυτό το υλικό, οι προσωπικές καταθέσεις των ανέργων σε πρώτο πρόσωπο. Συλλεγμένο, ταξινομημένο σε ενότητες, με σύντομες, εύστοχες και διεισδυτικές σημειώσεις από τον Χριστόφορο. Με κόπο και πόνο έγινε, χωρίς αμφιβολία, κι αυτή η δουλειά. Και με πολύ ευαισθησία. Για να γίνει αυτό το βιβλίο των μαρτυριών των σύγχρονων μαρτύρων ένα ιστορικό ντοκουμέντο της εποχής μας, της Ελλάδας των Μνημονίων και της κρίσης.
Ένα ιστορικό ντοκουμέντο και, ταυτόχρονα, ένα έργο με επιστημονική βαρύτητα που δεν έχει εκτιμηθεί. Γιατί αυτές οι μαρτυρίες, συλλεγμένες και ταξινομημένες, επιβεβαιώνουν αυτό που ξέραμε δευτερογενώς, αυτό που υποψιαζόμαστε διαισθητικώς. Μέγιστη συνεισφορά.
Ας πάρω μια ακόμη απόσταση και να μιλήσω για τη διπλή λογοκρισία των μαρτυριών. Η πρώτη μορφή λογοκρισίας είναι η αυτολογοκρισία. Τα παιγνίδια του συνειδητού και του «πρέπει», της δημιουργίας μιας εικόνας του εαυτού για τους άλλους, τα παιγνίδια του ασυνείδητου, της δημιουργίας μιας εικόνας του εαυτού για τον εαυτό. Η εξιστόρηση του άνεργου, καθενός από μας που μιλάμε για τη ζωή μας, υπόκειται στη διπλή αυτή, συνειδητή και ασυνείδητη, μετατόπιση.
Η δεύτερη λογοκρισία, η λογοκρισία του αναγνώστη. Ο Althusseur μας δίδαξε, τουλάχιστον ένα πράγμα: ότι δεν υπάρχει «αθώα» ανάγνωση. Τα κείμενα είναι εκεί, κατατεθειμένα, απτά. Το τι διαβάζει ο καθένας και κάθε μια από μας σ’ αυτά, δεν είναι. Εξαρτάται από εμάς τους ίδιους, από το τι ζητάμε να δούμε σ’ αυτά, από ποιες είναι οι προσλαμβάνουσες παραστάσεις, ποιες είναι οι ευαισθησίες μας.
Ας έλθω στο τρίτο θέμα, στο θέμα της πολιτικής. Πριν λίγες μέρες μου ζητήθηκε από τον Τάσο Νυφαδόπουλο, τον γλύπτη του Αγάλματος για την Κρίση, ένα σύντομο κείμενο για τα αποκαλυπτήρια. Σημείωνα εκεί τα εξής:

«Στην Ελλάδα ζήσαμε με την ανεργία σε διάφορες εποχές. Ζήσαμε με την ανεργία, αλλά δε μάθαμε να την αντιμετωπίζουμε. Με κράτος και πολιτικές αδιάφορες και μυωπικές, αποθέσαμε τη διαχείριση των ανέργων σε παραδοσιακούς μηχανισμούς. Στην οικογένεια και στη μετανάστευση. Παρά τη σταθεροποίηση του ποσοστού ανεργίας σε επίπεδα μεταξύ του 8 και του 11% σ’ όλη την περίοδο ως την έκρηξη που προκάλεσε η κρίση, καλλιεργήθηκε η καθησυχαστική εντύπωση ότι η ανεργία στην Ελλάδα ήταν φαινομενική: είτε οι άνεργοι ήταν απρόθυμοι να εργασθούν, μια άποψη ιδιαίτερα δημοφιλή μεταξύ πολιτικών και δημοσιογράφων, είτε ήταν αποτέλεσμα της ανεργίας των νέων και των γυναικών, δηλαδή ομάδων, των οποίων η ανεργία δεν είχε – πιο σωστά, θεωρούσαν ότι δεν είχε - σημαντικές κοινωνικές συνέπειες. Η ρητορική της ανεργίας των νέων και των γυναικών εμπέδωνε, ταυτοχρόνως, τον ιδιότυπο διαχωρισμό τους από την ομάδα των «κύριων» εργαζομένων, των breadwinners, των ώριμων και των ανδρών. Η ανεργία οφειλόταν στους ανέργους, τα θύματα εκλήφθηκαν ως θήτες.
Οι προκαταλήψεις για την ανεργία οδήγησαν στην πολιτική έλλειψη προετοιμασίας μηχανισμών ικανών να την αντιμετωπίσουν. Αντιθέτως, από τη δεκαετία του 1980 ως σήμερα έχουμε τη διασπάθιση τεράστιων χρηματικών ποσών με μηδενικά αποτελέσματα: Η επιδότηση νέων θέσεων εργασίας επιδότησε τους εργοδότες και όχι τη δημιουργία νέων θέσεων, οι δαπάνες για την κατάρτιση κατέληξαν στη δημιουργία και εμπέδωση του λόμπυ των ΙΕΚ και των ΚΕΚ και μια πληθώρας προγραμμάτων που αντιμετώπιζαν την ανεργία των εκπαιδευτών, αλλά όχι των εκπαιδευομένων, οι δομές του ΟΑΕΔ παρέμειναν εξαιρετικά υποστελεχωμένες και αναποτελεσματικές, τα επιδόματα ανεργίας περιορισμένα και ανεπαρκή.
Και μετά ήρθε η κρίση. Το πώς δεν μας απασχολεί εδώ. Η κρίση στην Ελλάδα κτύπησε με βιαιότητα την ασθμαίνουσα παραγωγική δομή, επέτεινε την αποβιομηχάνισε, διέλυσε τον παραγωγικό ιστό. Διέλυσε ταυτόχρονα τις εργασιακές σχέσεις, τις ζωές εργαζομένων και ανέργων, ενέτεινε τις ανισότητες, όξυνε τους αποκλεισμούς, οδήγησε στην φτώχεια μεγάλες μερίδες του πληθυσμού, προκάλεσε μαζική κατάθλιψη και αύξησε δραματικά τις αυτοκτονίες. Οι ανεπάρκειες των μηχανισμών αντιμετώπισης των συνεπειών της ανεργίας, οι ανεπάρκειες ενός υποτυπώδους και αναποτελεσματικού κράτους προνοίας εκδηλώθηκαν πλήρως.
Το έγκλημα δεν ήταν στιγμιαίο. Σχεδιάστηκε και εκτελέστηκε από τους σχεδιαστές και εκτελεστές της οικονομικής πολιτικής, από τους σχεδιαστές και εκτελεστές των πολιτικών απασχόλησης δεκαετίες τώρα. Για λόγους αδιαφορίας, άγνοιας ή με σκοπό, αδιάφορο.
Στο άγαλμα που βλέπουμε ο έντρομος άνθρωπος προσπαθεί να ισορροπήσει σ’ ένα δείκτη που καταρρέει. Ένα δείκτη που συμβολίζει την παραγωγή, την ευημερία, το οικογενειακό εισόδημα, τη ζωή εν τέλει. Και τα συστήματα προστασίας – λαβές συγκράτησης, εξοπλισμός προστασίας, «μαξιλαράκια» - απλώς δεν υπάρχουν.»


Θα ήταν παράλογο να ζητήσει κάποιος τη δημιουργία αυτών των αναγκαίων μηχανισμών προστασίας των ανέργων αμέσως. Στην κρίση, όπως στην κρίση, για να παραφράσω τη γνωστή ρήση για τον πόλεμο: a la guerre comme a la guerre.

Αυτό σημαίνει ότι η αντιμετώπιση της ανεργίας οφείλει να προσλάβει δύο διακριτές διαστάσεις: Πρώτον, βραχυχρόνια να χρησιμοποιήσει το σύνολο των διαθέσιμων μέτρων και πολιτικών, όχι με την ελπίδα αντιμετώπισης του προβλήματος, αλλά μείωσης του πόνου. Δεύτερον, αυτή η βραχυχρόνια και εν πολλοίς αναποτελεσματική πολιτική δεν πρέπει να αποτρέπει τον αναγκαίο και τεράστιο μετασχηματισμό κρατικών μηχανισμών, όπως του ΟΑΕΔ, της Επιθεώρησης Εργασίας, κλπ. Στον πόλεμο όπως στον πόλεμο, αλλά η υπόσχεση για την μετά τον πόλεμο δημιουργία συνθηκών πλήρους απασχόλησης και αποτροπής της μαζικής ανεργίας έγινε από τη Βρετανική κυβέρνηση το 1942, στη μέση του πολέμου και με αβέβαια την έκβασή του. Τυχαίο; Καθόλου.

Και έρχεται αυτό το βιβλίο, αυτή η προσπάθεια και ανοίγει εκ νέου μιαν άλλη οπτική, πολιτική οπτική. Γιατί αναδεικνύει ένα άλλο σύνολο αναγκών. Πώς μπορεί να σπάσει η απομόνωση, το αίσθημα αδυναμίας, η αυτοενοχοποίηση των θυμάτων; Να κάτι που θα μπορούσε να δουλέψει, αν δουλέψουμε πολύ. Σπάζοντας την απομόνωση, στηρίζοντας άτομα, οικογένειες και συλλογικότητες στη γειτονιά, προσφέροντας ψυχολογική στήριξη, αποκαθιστώντας την ατομική τους χρησιμότητα για τον εαυτό τους και το σύνολο. Το μπλοκ του Ημερολογίου θα μπορούσε να αποτελέσει το αρχικό σημείο εκκίνησης για την επαφή των ανέργων μεταξύ τους, για τη διάρρηξη του αποκλεισμού, για τη διεκδίκηση του δημόσιου λόγου και χώρου.

Δεν μπορούμε να μιλάμε για αυτοοργάνωση των ανέργων. Χρειάζεται πρωτοβουλία, χώρος συναντήσεων, «ψυχές» οργάνωσης και δραστηριοποίησης. Με γνώση, ευαισθησία και αλτρουισμό. Και στην προοπτική αυτή, κράτος, τοπική αυτοδιοίκηση, εκπαιδευτικές δομές και δομές υγείας οφείλουν να στρατευτούν.     

Η ανάγκη οι άνεργοι ως σύνολο και ως άτομα, καθένας ξεχωριστά, να αισθανθεί χρήσιμος στην κοινωνία ξανά, πολίτης με λόγο, άξιος σεβασμού από όλους μας, είναι τόσο προφανής. Ας είμαστε στο πλευρό τους. Η μάχη κατά της ανεργίας δεν είναι μόνο οικονομική, είναι πρωτίστως πολιτική και ηθική. Αλλιώς, ίσως, αύριο, να είμαστε κι εμείς και τα παιδιά μας, ένας ακόμα αριθμός στις στατιστικές καταγραφές της ανεργίας. 
    

Πέμπτη 23 Απριλίου 2015

ΤΟ ΑΝΑΠΟΤΡΕΠΤΟΝ

Διαβάζω αυτόν τον καιρό ένα βιβλίο παλαιό. Το βιβλίο του Γιαν Κοττ, Σαίξπηρ, ο Σύγχρονός μας, κυκλοφόρησε το 1970 από τις εκδόσεις Ηριδανός, σε μετάφραση του Αλέξανδρου Κοτζιά και με πρόλογο του Πήτερ Μπρουκ. Έξοχο βιβλίο, σας συνιστώ να το διαβάσετε, να το μελετήσετε προσεκτικά.





Πολωνός ο Γιαν Κοττ, καθηγητής του Δράματος, δηλαδή της θεατρικής τέχνης, ανατέμνει με οξυδέρκεια ένα υλικό κείμενο – ή, ορθότερα, τα κείμενα – πολυδιαβασμένο, πολυπαιγμένο, πολυσχολιασμένο. Δεν προτίθεμαι να τοποθετήσω την προσέγγιση του Κοττ σε σχέση με τις λοιπές προσεγγίσεις του Σαίξπηρ. Ούτε να σχολιάσω την εποχή και τις συνθήκες που γράφει ο Σαίξπηρ ή ο Κοττ. Και να το ήθελα, δε θα μπορούσα, δεν έχω τις γνώσεις. Αναγνώστης είμαι, ως αναγνώστης διαβάζω το κείμενό του. Και η ανάγνωση αυτή μου επιτρέπει να σκεφτώ για το τότε και το τώρα, μέσα από την ανάλυση έργων που είναι κλασικά, δηλαδή διαχρονικά, πραγματείες πάνω στην πολιτική εξουσία και στα ανθρώπινα πάθη.
Το κεφάλαιο του βιβλίου που αφιερώνεται στην «πιο σκοτεινή τραγωδία» του Σαίξπηρ – ίσως δεύτερη πιο σκοτεινή μετά τον Τίτο Ανδρόνικο -, στον Μακμπέθ, είναι ολιγοσέλιδο. Από τη σελίδα 92 ως τη σελίδα 103. Δώδεκα σελίδες ακριβώς. Είναι επαρκές, όμως, για να αναδείξει τα κρίσιμα θέματα που καθορίζουν τη δομή και την πορεία του δράματος.
Ο Κοττ έχει ήδη παρουσιάσει τον «μηχανισμό», τη νομοτέλεια της εξουσίας, στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου, αφιερωμένο στα ιστορικά έργα του Σαίξπηρ, στους βασιλείς. Ο μηχανισμός αποτυπώνεται με την έξοχη παραβολή της σκάλας: Ο διεκδικητής της εξουσίας ανεβαίνει ένα – ένα τα σκαλιά προς την κορυφή, απομακρύνοντας τα εμπόδια στην άνοδό του. Μόνο που κάθε σκαλί που ανεβαίνει τον φέρνει πιο κοντά στο τέλος. Μετά το τελευταίο σκαλί δεν μένει παρά η άβυσσος. Ο ηγεμόνας κατακρημνίζεται, ένας νέος ηγεμόνας έχει ανέβει ένα – ένα τα σκαλιά με τη σειρά του και τον αντικαθιστά. Ο μηχανισμός συνεχίζει την αναπότρεπτη λειτουργία του, ο χθεσινός σωτήρας μετατρέπεται σε τύραννο, σε δολοφόνο, μετέρχεται τα ίδια μέσα με τον εκθρονισμένο και νεκρό πια αντίπαλό του. Το θέμα δεν είναι οι καλές προθέσεις – είναι η αναγκαιότητα της αναρρίχησης στα σκαλοπάτια και της διατήρησης στο ψηλό σκαλί, ο μηχανισμός της εξουσίας. Οι πράξεις είναι δομικά καθορισμένες, αναπότρεπτες, ακόμα και για εκείνον που ταυτίζεται απόλυτα, ενσαρκώνει πλήρως τον μηχανισμό, τον Ριχάρδο τον Γ.
Η νομοτέλεια του μηχανισμού της εξουσίας λειτουργεί πλήρως και στο μη ιστορικό δράμα του Μακμπέθ. Μόνο που η λειτουργία του σκιάζεται από τη δύναμη ενός άλλου, συναφούς, αλλά διαφορετικού στη φύση, μηχανισμού, της ανθρώπινης πράξης. Της πράξης του φόνου, του αίματος που χύνεται. Ή, πιο σωστά, της αλληλουχίας των δολοφονικών πράξεων. Τον εφιάλτη που δεν τελειώνει, όπως τον ονομάζει ο Κοττ.
Το αίμα είναι το κυρίαρχο στο έργο. «Θύματα και φονιάδες είναι βουτηγμένοι στο αίμα». Ο βασιλιάς Ντάνκαν δέχεται πολλές μαχαιριές, το ματωμένο πτώμα του συγκλονίζει αυτούς που πάνε να τον ξυπνήσουν, το αίμα γεμίζει το δωμάτιο, τα χέρια και τα ρούχα του δολοφόνου – πια – Μακμπέθ, τα ρούχα και τα μαχαίρια των υπηρετών που κοιμούνται ναρκωμένοι στον προθάλαμο, των οποίων το αίμα αμέσως κυλάει από τον ίδιο τον Μακμπέθ, στο όνομα της εκδίκησης, στην ουσία της συγκάλυψης. Με αίμα τελειώνει και το έργο. Ο Μακμπέθ σφαγιάζεται.    
Το αίμα καλεί το αίμα, ο φόνος προκαλεί το φόνο, ο Μακμπέθ μοιάζει αποφασισμένος – και είναι – να αιματοκυλήσει το σύμπαν, όχι για να σωθεί, αλλά για την ίδια την πράξη του φόνου. Ο Μακμπέθ είναι η μηχανή που σκοτώνει. «Ποιος θα πίστευε ότι ο γέρος είχε τόσο αίμα μέσα του», μονολογεί η Λαίδη Μακμπέθ στον παραλογισμό της. Δεν είναι μόνο το αίμα του γέρου βασιλιά, είναι το αίμα των πολυάριθμων θυμάτων που ακολουθούν, μια κόκκινη θάλασσα αίματος, μια αλυσίδα θυμάτων με αρχή, αλλά χωρίς τέλος. Το αίμα που κηλιδώνει τα χέρια της, που αρνείται να ξεπλυθεί, παρά τις προσπάθειές της.
Ο μηχανισμός, το αίμα, ο εφιάλτης.  
Ο Μακμπέθ, όμως, δεν είναι ένας απλός φορέας δομικών καθορισμών. Είναι ένας ενεργός παράγοντας (agent), είναι άνθρωπος. Δεν είναι ένα απλό εξάρτημα του μηχανισμού, ένας αδίστακτος δολοπλόκος. Έχει φιλοδοξίες, επιθυμίες, αμφιβολίες, φόβους, τύψεις, ενοχές. Ζηλεύει ακόμα και το μέλλον, τη γη και το βασίλειο μετά τον δικό του θάνατο. Έχει συναισθήματα, δηλαδή. Συναισθήματα που πνίγονται στη θάλασσα του αίματος: Ό,τι και να νοιώθει ο Μακμπέθ μεταφράζεται σε έναν φόνο. Να το ξαναπώ: Ο Μακμπέθ είναι, έχει γίνει πιο σωστά, η μηχανή που σκοτώνει.
Πώς μετατρέπεται ένας άνθρωπος σε μηχανή θανάτου; Ο Σαίξπηρ ενεργοποιεί τον δευτερεύοντα μηχανισμό, το μηχανισμό εναρμόνισης της ανθρώπινης πράξης στο δομικό μηχανισμό, το μηχανισμό της σκάλας. Η αρχική πράξη, ο αρχικός φόνος, ανεξαρτήτως των κινήτρων που την προκάλεσαν, η πίστη στο πεπρωμένο, η ευγενής ή η άκρατη φιλοδοξία, η αδυναμία του συζύγου στη σύζυγο, είναι μια πράξη που προκαλεί σειρά διαδοχικών πράξεων όμοιας ή μεγαλύτερης βαρβαρότητας, ο κύκλος του αίματος διευρύνεται αναπότρεπτα, τα θύματα πολλαπλασιάζονται.
Μέσα στον κύκλο του αίματος ο βασιλέας Μακμπέθ ζει τον εφιάλτη: Έχει επίγνωση του αναπότρεπτου των πράξεών του, των διαδοχικών φόνων, έχει επίγνωση, όσο και αν φαίνεται να το εύχεται, ότι η αρχική πράξη δεν αναιρείται, είναι τελεσίδικη και όσα ακολουθούν νομοτελειακά, αναπότρεπτα. Από τον εφιάλτη αυτόν, τον φαύλο κύκλο των εγκλημάτων που γίνονται για να καλυφθούν ή να αιτιολογηθούν τα προηγούμενα εγκλήματα, δεν μπορεί να βγει παρά με το δικό του θάνατο. Οι κινήσεις είναι forced. Ο ηγεμόνας δεν έχει παρά υπαγορευμένες κινήσεις να κάνει.
Το χειρότερο: κάθε θύμα του, προηγούμενος θύτης και δολοφόνος το ίδιο, εξαγνίζεται, καθώς έρχεται αντιμέτωπο με τον κύκλο του αίματος του Μακμπέθ. Έχει καταγραφεί ήδη ως το επόμενο θύμα πριν καν προβεί στην τρομερή πράξη. Ο μόνος που γλυτώνει είναι ο Ρος, με διφορούμενο ρόλο στο κείμενο, αλλά σαφή στην κινηματογραφική εκδοχή του Πολάνσκυ: Ο Ρος προετοιμάζει τη σφαγή της οικογένειας του Μακντάφ, του ξαδέλφου του, για να αλλάξει στρατόπεδο τελευταία στιγμή. Είναι ο μόνος που διαφεύγει, έχοντας αίμα ήδη στα χέρια του.   
Ας βγάλουμε το αίμα στη φυσική του μορφή, κόκκινη, ρέουσα, αποτρόπαιη και συγκαλύπτουσα σαν πέπλο, από τη μέση και ας μείνουμε στα λοιπά. Στο συμβολική αίμα, στο συμβολικό έγκλημα. Ή, μάλλον, στους συνειρμούς τους σύγχρονους για το έργο: Για τις πράξεις τις αρχικές που προκαλούν σειρά άλλων πράξεων, νομοτελειακά και αναπότρεπτα.
Στο πολιτισμένο ιστορικό μας πλαίσιο μια βασική πολιτική απόφαση ποτέ δεν μένει μόνη: Συνεπάγεται πληθώρα άλλων αποφάσεων, άλλοτε κατ’ επιλογήν και άλλοτε εξαναγκασμένες, που προκύπτουν νομοτελειακά από την πρώτη. Και οι αποφάσεις γίνονται τόσο περισσότερο αναπότρεπτες, όσο περισσότερο προσπαθούν να καλύψουν το ολίσθημα της αρχικής. Αν ο Μακμπέθ έχει μια διέξοδο, είναι σ’ εκείνη τη μοναδική στιγμή που τρυπάει με το σπαθί του τα σώματα των δύο μισοκοιμισμένων ακόμα υπηρετών του Ντάνκαν. Μια διέξοδο, όχι βέβαια φυσικής διάσωσής του, αλλά εξόδου από τον φαύλο κύκλο του αίματος στην αρχή του μόλις. Ο εφιάλτης θα είχε τερματισθεί μόλις είχε αρχίσει.
Αλλά δεν τερματίστηκε. Η συγκάλυψη του εγκλήματος – ή του πολιτικού λάθους – μετατρέπεται σε μια ανεξέλεγκτη και αυτοτροφοδοτούμενη διαδικασία κατασκευής ενός συμπαγούς ιστού, στο εσωτερικό του οποίου ο ηγεμόνας διαθέτει συνεχώς ελαττούμενους βαθμούς ελευθερίας, διαθέτει συνεχώς λιγότερες κινήσεις, επικοινωνεί και κατανοεί όλο και λιγότερο με το περιβάλλον του. Το περιβάλλον του, όντας ακατανόητο, άγνωστο, μετατρέπεται σταδιακά σε εχθρικό. Ο δικός του φόβος και αδυναμία μπορεί να εξισορροπηθεί μόνο με τον φόβο και την αδυναμία του περιβάλλοντος, στενού και ευρέως.
Σκεφτείτε την κατάσταση της ΕΕ και της ζώνης ευρώ όλ’ αυτά τα χρόνια. Μια «λάθος» πολιτική επιλογή, η οποία δεν ακυρώθηκε εγκαίρως, έχει οδηγήσει σε σειρά άλλων αποφάσεων που προσπαθούν απεγνωσμένα να καλύψουν το αρχικό σφάλμα. Η Ευρώπη αλλάζει, η Ευρώπη πριν το Μάαστριχ και πριν τη Λευκή Βίβλο του 1986 δεν έχει καμία σχέση με τη σημερινή, όπως ο Μακμπέθ πριν το φόνο δεν έχει σχέση με τον Μακμπέθ μετά το φόνο.
Σκεφτείτε το πιο κοντινό και οικείο παράδειγμα των Μνημονίων. Μια απόλυτα εσφαλμένη πολιτική επιλογή – όλοι πια το ξέρουν -, αλλά επιμένουν και τη διαιωνίζουν. Πώς μπορεί ο Μέγας Ηγεμών, η Γερμανία, και οι αυλικοί του, η ευρωπαϊκή γραφειοκρατία, να αμφισβητήσουν την αρχική απόφαση, το έγκλημα; Θα αμφισβητούσαν, θα ακύρωναν, τον εαυτό τους.
Σκεφτείτε την κατάσταση των περασμένων κυβερνήσεων – αλλά και της σημερινής. Αυτό-παγιδεύονται στην προσπάθεια συγκάλυψης των εσφαλμένων επιλογών. Οι μεν στη συγκάλυψη των ευθυνών, οι δε στη συγκάλυψη των ευθυνών του προσωπικού συγκάλυψης των πρώτων ή σε μια πολιτική κουτσή και ατελέσφορη. Και καθώς ο χρόνος περνά, τα ίδια παράγουν τα ίδια, η απομόνωση έχει αρχίσει, και σε λίγο (αν όχι ήδη) ο φόβος για το περιβάλλον. Εξηγείστε μου αν διαφωνείτε ότι ο Μακμπέθ αποτελεί το πρωτόκολλο κατανόησης των ανακατατάξεων στο χώρο της πλειοψηφίας του ΣΥΡΙΖΑ.   
Στη λογοτεχνική ελευθερία του Σαίξπηρ η λύση-κάθαρση ήταν πάντα εξωτερική: Ο εξόριστος που γλύτωσε επιστρέφει με στρατό, οι άρχοντες αναθαρρούν και επανατοποθετούνται, ο λαός πανηγυρίζει για το νέο σωτήρα. Στη πεζή πραγματικότητα τη δική μας, ούτε σωτήρες, ούτε από μηχανής θεοί υπάρχουν.  
Αυτό που έχει να μας διδάξει ο Σαίξπηρ, μας το δίδαξε. Μέχρι εκεί. Από εκεί και πέρα είναι δουλειά μιας άλλης ανάλυσης. Μιας ανάλυσης που το πρωτόκολλο υπάρχει στον Μαρξ, τον Γκράμσι, τον Πουλαντζα. Όχι ως φιλολογική άσκηση. Αλλά ως έμπρακτος πολιτική.  


Δευτέρα 20 Απριλίου 2015

ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΚΑΣΔΑΓΛΗ: ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΕΝΟΣ ΑΝΕΡΓΟΥ




Το ημερολόγιο ενός άνεργου, μιας άνεργης, πολλών ανέργων. Που σπάνε τη σιωπή τους, βγαίνουν από την αφάνεια, μιλάνε σε πρώτο πρόσωπο για τους ίδιους, τους δικούς τους, για εμάς.
Διαβάστε το, επιβάλλεται. 




Επιβάλλεται γιατί η φωνή απόγνωσης πρέπει να ακουστεί από όλους. Από εμάς που έχουμε ακόμα δουλειά για να σκεφτούμε χωρίς αυταρέσκεια τη ζωή μας. Από τους άλλους, τους άνεργους, για να καταλάβουν ότι δεν είναι μόνοι, είναι πολλοί, ότι δεν είναι οι ένοχοι, είναι τα θύματα, ότι δεν είναι αριθμοί, είναι άνθρωποι, ότι δεν είναι αδύναμοι, είναι ισχυροί, αν και ευάλωτοι. Δυνατοί, αρκεί να σπάσουν τη σιωπή, να βγουν από το περιθώριο, να αποκτήσουν πρόσωπο, να διεκδικήσουν τη ζωή τους. Όπως τους αξίζει.

Επιβάλλεται γιατί το βιβλίο αυτό είναι ένα ιστορικό ντοκουμέντο. Μιλάει για την Ελλάδα του σήμερα, και όχι μόνο για την Ελλάδα, χωρίς καλλωπισμούς, χωρίς υπεκφυγές, χωρίς δήθεν.
 
Επιβάλλεται, τέλος, γιατί είναι ένα βιβλίο - και ίσως να σας φανεί παράδοξο, αλλά έτσι είναι, βαθειά επιστημονικό. Προσφέρει την εμπειρική απόδειξη, για άλλη μια φορά, των συνεπειών της ανεργίας. Των συνεπειών στο άτομο, στην οικογένεια, στις σχέσεις, τους φίλους, στη γειτονιά, στην πόλη, στην οικονομία, στην κοινωνία.

Ασχολούμαι με την ανεργία σχεδόν 30 χρόνια. Έχω διαβάσει, έχω ερευνήσει, έχω γράψει ουκ ολίγα. Με βιβλία σαν κι αυτό, διαβάζοντας τις αφηγήσεις σε πρώτο πρόσωπο, τις καταθέσεις βιωμάτων και ψυχών, και τα σημειώματα του επιμελητή, νοιώθω τη μεγάλη πίκρα, τη μεγαλύτερη πίκρα: Οι προβλέψεις, φόβοι, ανησυχίες, το δυσοίωνο το προσωπικό μου, πείτε το όπως θέλετε, δυστυχώς δεν διαψεύστηκαν.
 

Χρωστάω προσωπικά ευγνωμοσύνη στον
 Χριστόφορο Κάσδαγλη γιατί με κρατάει στο δρόμο μιας κοινωνικής επιστήμης που οι άνθρωποι είναι άνθρωποι. Και νομίζω ότι του χρωστάμε όλοι μας, καθένας ξεχωριστά και ως κοινωνικό σύνολο ένα μεγάλο ευχαριστώ για το μάθημα που δίνει παραδειγματικά.

Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

ΜΙΑ ΔΑΣΚΑΛΑ ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Μια φωτογραφία, λοιπόν, που ήρθε στα χέρια μου πριν από δύο χρόνια. Μια φωτογραφία από μια σχολική εκδρομή πριν 54 χρόνια - μισός αιώνας και....



Μαθητής στην 3η Δημοτικού, στο 11ο Δημοτικό Σχολείο του Βόλου ήμουν. Στο "Ψωροενδέκατο" που λέγαν οι Βολιώτες, λίγο από περιφρόνηση, λίγο από ζήλεια. Καλό το σχολείο ήταν, Το καλύτερο στο Βόλο. Συγκέντρωνε παιδιά "καλών και εύπορων" οικογενειών. Εξ ου και το "ψωρο" που του κόλλησαν μπροστά. Πήγα εκεί από την πρώτη δημοτικού και έφυγα τελειώνοντας την τρίτη. Για Αθήνα - πήρε μετάθεση ο πατέρας μου. 
Πήγα λοιπόν εκεί Σεπτέμβριο του 58. Μαζί με τον Δημήτρη, την αδελφή του τη Φιλιώ, την Τώνια, τον Χρήστο, τον Περικλή. Παιδιά από τη γειτονιά - μερικοί και από το νηπιαγωγείο, πίσω από τον Άγιο Βασίλειο, στο οποίο πήγαινα σπανίως, γιατί μου άρεσε ο πρωινός ύπνος και μας έδιναν υποχρεωτικά γάλα ζαχαρούχο (μπλαχ!) και τυρί κονσέρβα κίτρινο (ξανά μπλαχ). Φτώχεια και πείνα μετά την κατοχή, τον εμφύλιο, τους σεισμούς ... και αμερικάνικη βοήθεια.

Πρώτη μέρα στο σχολείο, μαζευτήκαμε τα πρωτάκια, κτύπησε το κουδούνι. αμηχανία εμείς, άνετοι οι μεγαλύτεροι, κοιτάζαμε απορημένοι και κοιταζόμασταν να παίρνουμε κουράγιο. Αγιασμός, άρχισε να μιλάει ο διευθυντής του σχολείου, ο κύριος Κρανιάς (αν θυμάμαι καλά), είπε διάφορα και αδιάφορα, και σύστησε στο σχολείο "τη νέα συνάδελφο, εξαιρετική δασκάλα και παιδαγωγό", όπως είπε "που θα μας δίδασκε από την πρώτη τάξη με τη νέα μέθοδο Ντεκρολί".
"Ντεκρολί - μπεκρολί" είπα μέσα μου επηρεασμένος από τις γελοιογραφίες του κόμματος Βαρελοφρόνων στο Ρομάντζο που αγόραζε ανελλιπώς η μάνα μου κάθε Τρίτη. Η αγωνία μου, όμως, μπροστά στο καινούργιο ήταν πολύ μεγάλη, ώστε να χαρώ, έστω και από μέσα μου, το ευφυολόγημα μου.

Πήρε το λόγο η δασκάλα μας. Κυρία Καίτη Οικονομίδου, μάθαμε το όνομά της. Άρχισε κι αυτή να μιλάει και να εξηγεί – όχι σε μας, στους γονείς που ήταν εκεί – τι ήταν η μέθοδος Ντεκρολί. Εμείς δεν καταλαβαίναμε και τίποτα, μόνο που θα διαβάζαμε χωρίς να συλλαβίζουμε. Άλλο τίποτα. Εκείνη είπε πολλά και οι συζητήσεις ανάμεσα στους «γονείς» άναψαν από το ίδιο απόγευμα. Η μάνα μου δεν είχε παρασταθεί στη «σεμνή τελετή», άκουγε τις γειτόνισσες, ρωτούσε, δεν μιλούσε. Ούτε εγώ, τι να πω άλλωστε.

Τέλειωσε ο λόγος, μας οδήγησαν στην αίθουσα, στην τάξη μας. Στο ισόγειο, μεγάλη, ο ήλιος έμπαινε από τα παράθυρα, μεγάλα παράθυρα, ένας μεγάλος πίνακας, πράσινος, αν θυμάμαι, στον τοίχο. Γύρω – γύρω μικρά τραπεζάκια για μας τοποθετημένα σε σχήμα Π, με καρέκλες, και πίσω από κάθε τραπεζάκι ένας μικρός πίνακας στον τοίχο, βαμμένος: ροζ, πορτοκαλί, πράσινος. Οι ατομικοί μας πίνακες. Σε λίγες μέρες γράφαμε μόλις μπαίναμε την ημερομηνία και την ορθογραφία της ημέρας σ’ αυτούς.

Θυμάμαι την πρώτη πρόταση που γράψαμε εκείνη την πρώτη μέρα στα τετράδιά μας. «Όλα τα παιγνίδια μας αρέσουν». Τσακ μπαμ. Το δικό μου τετράδιο δεν είχε γραμμές (δεν θυμάμαι γιατί) και τα γράμματα άρχιζαν να ανηφορίζουν και να μεγαλώνουν όσο απομακρυνόντουσαν από την αρχή. Το πήρα είδηση περίπου στη μέση, είπα να το διορθώσω, θα μου χαλάσει τη συμμετρία σκέφτηκα, το άφησα να συνεχίσει το δρόμο του με το τελικό «ν» σχεδόν διπλάσιο από το αρχικό «Ο». Πλάκα είχε, εν τέλει.

Γράφαμε με μολύβι. Αρχικά. Γιατί μετά έπρεπε να γράφουμε με πένα και μελάνι. Όχι με στυλό διαρκείας, ούτε με στυλό μελάνης, με κονδυλοφόρο, με πενάκι, με στυπόχαρτο, με μπουκαλάκι μελάνης. Για να μάθουμε να κάνουμε «ωραία, μεγάλα και στρογγυλά γράμματα», όπως έλεγε η κυρία Καίτη. Και τα σβησίματα απαγορεύονταν δια ροπάλου. Η σελίδα στο τετράδιο αντιγραφής έπρεπε να είναι άψογη. Πόσες σελίδες έσκιζε κάθε φορά η μάνα μου μέχρι να πετύχω τη συνταγή, μη τα ρωτάτε.

Μάθαμε λοιπόν να γράφουμε. Με ωραία, μεγάλα και στρογγυλά γράμματα, και, οπωσδήποτε, ίδιου μεγέθους. Και μάθαμε και άλλα πράγματα, πολλά. Να έχουμε φυτολόγιο, να φτιάχνουμε χάρτες, να απεικονίζουμε τη Θεσσαλία στην αμμοδόχο με κιμωλίες χρωματιστές, να γράφουμε στίχους, να μετράμε αποστάσεις «με δρασκελιές», να φροντίζουμε τον κήπο του σχολείου, να χορεύουμε συρτό. Μάλιστα. Και βλέπαμε. Τα μαθήματα σχετίζονταν με εικόνες, παραστάσεις της πραγματικότητας που μας περιελάμβανε. Με περιπάτους συχνούς. Να δούμε τον γεωργό να οργώνει με το βόδι του, να δούμε τα άσπρα χρυσάνθεμα στην Πλατεία Ελευθερίας, τις βάρκες στην παραλία, τις μουριές και τους μεταξοσκώληκες. Να μιλήσουμε για τους δικούς μας. Τι δουλειά κάνουν, τι έκαναν στο πόλεμο. Μιλούσαμε, ακούγαμε, βλέπαμε, μαθαίναμε.  

Αλλά αυτό που μάθαμε καλά ήταν η ανάγνωση. Να χρωματίζουμε τη φωνή, να τηρούμε τα σημεία της στίξης, να κόβουμε ή να επιταχύνουμε, να παίζουμε ρόλους μέσα από το αναγνωστικό.

Η κυρία Καίτη Οικονομίδου μας τα έμαθε με υπομονή, αλλά με αυστηρή σταθερότητα. Την αγαπούσαμε όλα τα παιδιά, όπως αγαπάς τη μάνα, αλλά με περισσότερο σεβασμό, όπως αγαπάς τη θεία, αλλά πιο τρυφερά.

Την κυρία Καίτη δεν την είδα ποτέ από τότε που φύγαμε για Αθήνα, δύο μήνες μετά την εκδρομή της φωτογραφίας. Και με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς, στην 4η Δημοτικού πια, σε σχολείο άλλο, με δάσκαλο και νέους συμμαθητές, τέλος Σεπτεμβρίου, ήρθε η στιγμή της οριστικής εκτίμησης.

Σα χαμένος βρέθηκα στο νέο σχολείο, στο Παγκράτι. Παλιό διώροφο σπίτι ήταν, με μικρή εσωτερική αυλή, μισοσπασμένα θρανία, ξύλινα. Σα χαμένος, δεν ήξερα κανένα και έψαχνα να βρω σημεία επαφής με τους «πρωτευουσιάνους» που κρυφογελούσαν λιγάκι την θεσσαλική προφορά μου. Έψαχνα την αφορμή να δείξω ότι και εγώ κάτι αξίζω, να καταλάβω δικαίως μια θέση εκτίμησης, να γίνω αποδεκτός από αυτό που έμαθα πολύ αργότερα να το ονομάζουν peer group. Ομάδα αναφοράς, ομοίων και κριτών ταυτόχρονα.
Η ευκαιρία δόθηκε πολύ γρήγορα. Πρώτο- πρώτο μάθημα η ανάγνωση. Λέει ο δάσκαλος σ’ έναν ν’ αρχίσει, μετά ο άλλος, ο άλλος … Όσο διάβαζαν οι νέοι μου συμμαθητές, μια άγρια χαρά με γέμιζε: ΔΙΑΒΑΖΑΝ ΑΠΑΙΣΙΑ. Κόμπιαζαν, έκαναν λάθη, ομοιόμορφη φωνή από την αρχή ως το τέλος, κόμματα και τελείες ήταν αγνοημένα, να μη μιλήσουμε για θαυμαστικά και ερωτηματικά και παύσεις για έμφαση, αλλαγή σε ταχύτητες κοκ.

Έτριβα τα χέρια μου. «Θα τους ταπώσω τώρα» θα έλεγα, αν η λέξη «ταπώνω» υπήρχε στο λεξιλόγιό μου.

Περίμενα με υπομονή. Η σειρά μου δεν άργησε. «Διάβασε κι εσύ» είπε ο δάσκαλος.

Πήρα φόρα, έβαλα την καλύτερη τεχνική μου και άρχισα να διαβάζω. Πρώτη πρόταση, δεύτερη. Στη μέση της τρίτης πρότασης ξέσπασε το ομαδικό γέλιο.

Σταμάτησα, σήκωσα το κεφάλι, κοιτάζω γύρω. Όλοι οι συμμαθητές – και οι συμμαθήτριες, ακόμα και η ομορφούλα ξανθούλα του πρώτου θρανίου – με κοιτούσαν και γελούσαν δυνατά.

Πανικός. Κοιτάζω τον δάσκαλο. Γελούσε κι εκείνος.

…….

Λίγο καιρό μετά πήγε ο πατέρας μου στο δάσκαλο να ρωτήσει πώς πάει ο κανακάρης του. Γύρισε σκοτεινός στο σπίτι.
«Καλός είσαι, μου είπε ο δάσκαλος. Σ’ όλα καλός. Μόνο στην ανάγνωση. Ενώ στην αρχή διάβαζες καλά και ήθελε να κάνει και τα άλλα παιδιά να διαβάζουν σαν κι εσένα, τώρα διαβάζεις χειρότερα απ’ όλους».

Χρόνια πέρασαν για να καταλάβω την εξήγηση αυτών των λόγων που κρατήθηκαν βαθειά στη ψυχή μου. Τώρα ξέρω, δηλαδή ξέρω από τότε που έγινα κι εγώ δάσκαλος και χειρίζομαι όχι μόνο γνώσεις μιας περίεργης επιστήμης, αλλά ψυχές ευάλωτες και τραυματισμένες νέων ανθρώπων.

Και κάθε φορά τιμώ τη δασκάλα μου, την κυρία Καίτη. Γι αυτό που μου έμαθε, που έχασα και ξαναβρήκα, γιατί ήταν πολύ πολύτιμο για να χαθεί.  


Κυριακή 15 Μαρτίου 2015

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΚΡΟΣ, ΑΛΛΑ ΟΜΟΡΦΟΣ (ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ)


Πηγαίνεις ανυποψίαστος σε ανοικτή κομματική εκδήλωση, στην Καλλιθέα, στο Στέκι. Καλά τα λέει η ομιλήτρια Κατριβάνου, μιλάνε πολλοί, άλλος το ένα μίζερα, άλλος το άλλο, σωστά, ο τρίτος ηρωικά κλπ κλπ. Πιάνεις κουβεντούλα με φίλους και συντρόφους από παλιά, σου λένε, τους λες, κοκ.

Μετά, η σεμνή κουβέντα τελειώνει, κάθεσαι παραδίπλα, παραγγέλνεις μπακαλιάρο σκορδαλιά (θεϊκό και θεϊκιά, για να λέμε το σωστό) και χόρτα για το σπίτι στο Μιχάλη και ένα τσίπουρο, ώσπου να γίνουν.

Κι έρχεται ο Σπύρος, καβατζάρει τα 90, αλλά ζωηρός σα 18άρης, να σου συστήσει τη γυναίκα του και να ανταλλάξει μαζί της τα όσα λεν τα ζευγάρια που είναι αιώνες μαζί. 


"Την να την κάνω" γκρινιάζει "όπου την ακουμπάω πονάει. Βλήματα από τον εμφύλιο. Ξέρεις πόσους έχει σκοτώσει αυτή;" και άλλα τέτοια.
Σηκώνονται να φύγουν, 

"Να την προσέχεις" του λέω "γιατί την έχω συντοπίτισσα". Από την Καλαμπάκα η κυρία.


Ξανακάθονται πιάνουμε ξανά κουβέντα. Ναι, ο πατέρας μου ήταν ταχυδρομικός στην Καλαμπάκα, η μάνα μου από Τρίκαλα, νηπιακές αναμνήσεις ξυπνούν.
"Πού μένατε;" με ρωτάει, "στην κυρά Λένη " απαντάω "σ' ένα σπίτι εκεί που άρχιζαν τα βράχια". 


Δεν της λέει τίποτα.
Της λέω για τον καθηγητή μαθηματικών, φίλο του μπαμπά, το Δενιόζο. 


"Ώ, πολύ αυστηρός ήταν" μου λέει.
"Ξέρεις, οι μαθητές που θέλαν χατηράκι το έλεγαν στον πατέρα μου και με δασκάλευε να το ξεφουρνήσω εγώ " 

("Θείο βάλε έναν βαθμό στο Μάη το χοντρό", μου ήρθε η μνήμη). 

Μετά το εστιατόριο στην πλατεία που καθόμουν και έτρωγα τριετής μόνος μου μακαρονάδα, ενώ οι μεγάλοι κάθονταν στο παραδίπλα ζαχαροπλαστείο, ο θείος ο Μήτσος Καλαμπακιώτης ξυλουργός που παντρεύτηκε την θεία μου, την αδελφή της μάνας μου και μετακινήθηκαν στο Βελεστίνο μετά τους σεισμούς του Βόλου, στην ανοικοδόμηση. Τους ήξερε,είχε ακούσει, το κλίμα ζέσταινε.
"Και πώς τη λέγαν τη μάνα σου;" ρώτησε. 

"Καραγκούνη" είπα. 

"Και έμεναν στη βρύση Β...;" είπε με μιας με μάτια που άστραφταν.
Ούτε και τώρα δεν θυμάμαι το όνομα της βρύσης. Το έλεγε καμιά φορά η γιαγιά. Οι λοιποί "αρτεσιανό" το λέγαμε και κουβαλούσαμε (ή κουβαλούσαν οι μεγάλοι, πιο σωστά) το νερό στο σπίτι της γιαγιάς με μεγάλα δοχεία, τα "γκιούμια", όπως τα λέγαμε. Μόλις το είπε, όμως, σα να άκουγα τη λέξη από το στόμα της γιαγιάς.
"Ναι" είπα,
"Η Ελενίτσα ήταν η μάνα σου; Παίζαμε μαζί. Δίπλα μέναμε". 



Της έσφιξα το χέρι. Ο κόμπος ανέβηκε στο στήθος απότομα. 



"Έφυγα από την Καλαμπάκα, όταν την έκαψαν οι Γερμανοί. Στα τρία χωρίστηκε η οικογένεια. Εγώ με τα μεγαλύτερα αδέλφια (αγόρια) πήγαμε στα Τρίκαλα για το σχολείο. Εγώ δεν ήθελα τα γράμματα, Έμενα σπίτι και μαγείρευα για τα αγόρια. Τη μια μέρα μπιζέλια, την άλλη ρεβύθια". 
Έλεγε κι άλλα. Για τις αποθήκες τροφίμων στην Καλαμπάκα, του στρατού, που ο Έλληνας αξιωματικός ήθελα να παραδώσει στους Γερμανούς, κι ο Άγγλος τις άνοιξε και πήρε ο κόσμος μακαρόνια και μανέστρα και τσιγάρα, για το μοναχογιό της άλλης γειτόνισσας που τον σκότωσαν οι Γερμανοί και το θρήνο όλης της γειτονιάς, για την πείνα που δεν γνώρισαν στην επαρχία, κι άλλα πολλά.


Μα εγώ προσπαθούσα να τη φανταστώ παιδούλα να να βγαίνει στην αλάνα, δίπλα στη βρύση Τσιβλού (ναι, θυμήθηκα το όνομα) να συναντά ένα άλλο κορίτσι και να παίζουν, να κουβεντιάζουν, να ονειρεύονται.

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

ΤΟ ΦΑΙΝΕΣΘΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ


Το κείμενο αυτό το δημοσίευσα χθες στο ΦΒ. Παραδόξως έκανε μεγάλο σουξέ - δεν ξέρω γιατί. Αλλά αφού "ψήφισαν" οι αναγνώστες, είπα να το διατηρήσω εδώ, καλού κακού. Ιδού λοιπόν.


Αύγουστος 1975 πηγαίνω για τα μεταπτυχιακά μου στο Πανεπιστήμιο του Κεντ. Πάω στη γραμματεία, τακτοποιώ τα χαρτιά μου και μου λέει η γραμματεύς: 
"Ξέρετε, ο καθηγητής Γκρην που είναι υπεύθυνος των μεταπτυχιακών είναι στο γραφείο του και μου είπε ότι θέλει να βλέπει όποιον μεταπτυχιακό φοιτητή έρχεται".
Ρώτησα που ήταν το γραφείο του, μου είπαν στο κολλέγιο Ντάργουιν, τάδε αριθμός, και ξεκίνησα.

Καθηγητής Γκρήν, μια διασημότητα της εποχής. Είχα μισοδιαβάσει ήδη από την Αθήνα το βιβλίο του Consumer Theory ( εκδ. Penguin) και ήμουν σε μια έξαψη, τουλάχιστον, εν όψει της συνάντησης.
Να πω ότι στη χούντα μπήκα στο πανεπιστήμιο, οι καθηγητές στο οικονομικό της νομικής λιγοστοί, αυταρχικοί και δυσθεώρητοι, περίμενα το εγγλέζικο βαρύ πεπόνι με το σχετικό άγχος.



Πάω στο γραφείο, κτυπάω την πόρτα, ακούω το εμπρός, ανοίγω και βλέπω. Βλέπω έναν άνδρα καθισμένο στο γραφείο του να δουλεύει, μαλλιά γκριζαρισμένα ξανθά πολύ αραιά στην κορυφή και μακριά γύρω από τα αυτιά και σβέρκο, μάτια έξυπνα και διερευνητικά πίσω από γυαλιά, καρώ πουκάμισο με ανεβασμένα μανίκια, μπλου τζην παντελόνι, σαντάλια και, βεβαίως, κάλτσες.
"Ο καθηγητής Γκρην; " ρώτησα δειλά, ενώ σκεπτόμουν "ο βοηθός του θα είναι, ο ίδιος θα είναι κάπου αλλού".
"Μάλιστα" πήρα την απάντηση. Σα να μην τον άκουσα.
"Θα ήθελα να δω τον καθηγητή Γκρήν" ξαναείπα.
"Εγώ είμαι" είπε με μισοχαμόγελο.

Συστήθηκα, με κάθισε στην καρέκλα, ρώτησε αν θέλω καφέ, πιάσαμε κουβέντα. Μιλούσαμε σχεδόν μισή ώρα, με ρώτησε αν έχω βρει δωμάτιο, του είπα μόλις ήρθα, με ρώτησε αν είδα το κάμπους, του είπα όχι ακόμα, σηκωθηκε, πάμε, είπε και βγήκαμε.

Με ξενάγησε στο πανεπιστήμιο, κολλέγια, βιβλιοθήκη, βιβλιοπωλείο, τράπεζες, με πήγε στο γραφείο για τη φοιτητική στέγη, εξασφάλισα δωμάτιο, έφαγε σχεδόν 2 ώρες μαζί μου σα παλιόφιλος, χαιρετηθήκαμε και χωριστήκαμε.

Τώρα, ακούω μιζέριες, κατινιες και μικροψυχίες για ενδυματολογικές σημειολογίες και γελάω.
Όπως γελάω με συναδέλφους που το παίζουν "βαρύ πεπόνι" στους φοιτητές μας. Γιατί εγώ πάντα λέω στον εαυτό μου "αν ο Γκρην σου φέρθηκε έτσι, ποιος είσαι εσύ που θα κρατήσεις τουπέ, μωρέ μάπα;"