Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Δευτέρα 13 Απριλίου 2015

ΜΙΑ ΔΑΣΚΑΛΑ ΣΕ ΜΙΑ ΠΑΛΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Μια φωτογραφία, λοιπόν, που ήρθε στα χέρια μου πριν από δύο χρόνια. Μια φωτογραφία από μια σχολική εκδρομή πριν 54 χρόνια - μισός αιώνας και....



Μαθητής στην 3η Δημοτικού, στο 11ο Δημοτικό Σχολείο του Βόλου ήμουν. Στο "Ψωροενδέκατο" που λέγαν οι Βολιώτες, λίγο από περιφρόνηση, λίγο από ζήλεια. Καλό το σχολείο ήταν, Το καλύτερο στο Βόλο. Συγκέντρωνε παιδιά "καλών και εύπορων" οικογενειών. Εξ ου και το "ψωρο" που του κόλλησαν μπροστά. Πήγα εκεί από την πρώτη δημοτικού και έφυγα τελειώνοντας την τρίτη. Για Αθήνα - πήρε μετάθεση ο πατέρας μου. 
Πήγα λοιπόν εκεί Σεπτέμβριο του 58. Μαζί με τον Δημήτρη, την αδελφή του τη Φιλιώ, την Τώνια, τον Χρήστο, τον Περικλή. Παιδιά από τη γειτονιά - μερικοί και από το νηπιαγωγείο, πίσω από τον Άγιο Βασίλειο, στο οποίο πήγαινα σπανίως, γιατί μου άρεσε ο πρωινός ύπνος και μας έδιναν υποχρεωτικά γάλα ζαχαρούχο (μπλαχ!) και τυρί κονσέρβα κίτρινο (ξανά μπλαχ). Φτώχεια και πείνα μετά την κατοχή, τον εμφύλιο, τους σεισμούς ... και αμερικάνικη βοήθεια.

Πρώτη μέρα στο σχολείο, μαζευτήκαμε τα πρωτάκια, κτύπησε το κουδούνι. αμηχανία εμείς, άνετοι οι μεγαλύτεροι, κοιτάζαμε απορημένοι και κοιταζόμασταν να παίρνουμε κουράγιο. Αγιασμός, άρχισε να μιλάει ο διευθυντής του σχολείου, ο κύριος Κρανιάς (αν θυμάμαι καλά), είπε διάφορα και αδιάφορα, και σύστησε στο σχολείο "τη νέα συνάδελφο, εξαιρετική δασκάλα και παιδαγωγό", όπως είπε "που θα μας δίδασκε από την πρώτη τάξη με τη νέα μέθοδο Ντεκρολί".
"Ντεκρολί - μπεκρολί" είπα μέσα μου επηρεασμένος από τις γελοιογραφίες του κόμματος Βαρελοφρόνων στο Ρομάντζο που αγόραζε ανελλιπώς η μάνα μου κάθε Τρίτη. Η αγωνία μου, όμως, μπροστά στο καινούργιο ήταν πολύ μεγάλη, ώστε να χαρώ, έστω και από μέσα μου, το ευφυολόγημα μου.

Πήρε το λόγο η δασκάλα μας. Κυρία Καίτη Οικονομίδου, μάθαμε το όνομά της. Άρχισε κι αυτή να μιλάει και να εξηγεί – όχι σε μας, στους γονείς που ήταν εκεί – τι ήταν η μέθοδος Ντεκρολί. Εμείς δεν καταλαβαίναμε και τίποτα, μόνο που θα διαβάζαμε χωρίς να συλλαβίζουμε. Άλλο τίποτα. Εκείνη είπε πολλά και οι συζητήσεις ανάμεσα στους «γονείς» άναψαν από το ίδιο απόγευμα. Η μάνα μου δεν είχε παρασταθεί στη «σεμνή τελετή», άκουγε τις γειτόνισσες, ρωτούσε, δεν μιλούσε. Ούτε εγώ, τι να πω άλλωστε.

Τέλειωσε ο λόγος, μας οδήγησαν στην αίθουσα, στην τάξη μας. Στο ισόγειο, μεγάλη, ο ήλιος έμπαινε από τα παράθυρα, μεγάλα παράθυρα, ένας μεγάλος πίνακας, πράσινος, αν θυμάμαι, στον τοίχο. Γύρω – γύρω μικρά τραπεζάκια για μας τοποθετημένα σε σχήμα Π, με καρέκλες, και πίσω από κάθε τραπεζάκι ένας μικρός πίνακας στον τοίχο, βαμμένος: ροζ, πορτοκαλί, πράσινος. Οι ατομικοί μας πίνακες. Σε λίγες μέρες γράφαμε μόλις μπαίναμε την ημερομηνία και την ορθογραφία της ημέρας σ’ αυτούς.

Θυμάμαι την πρώτη πρόταση που γράψαμε εκείνη την πρώτη μέρα στα τετράδιά μας. «Όλα τα παιγνίδια μας αρέσουν». Τσακ μπαμ. Το δικό μου τετράδιο δεν είχε γραμμές (δεν θυμάμαι γιατί) και τα γράμματα άρχιζαν να ανηφορίζουν και να μεγαλώνουν όσο απομακρυνόντουσαν από την αρχή. Το πήρα είδηση περίπου στη μέση, είπα να το διορθώσω, θα μου χαλάσει τη συμμετρία σκέφτηκα, το άφησα να συνεχίσει το δρόμο του με το τελικό «ν» σχεδόν διπλάσιο από το αρχικό «Ο». Πλάκα είχε, εν τέλει.

Γράφαμε με μολύβι. Αρχικά. Γιατί μετά έπρεπε να γράφουμε με πένα και μελάνι. Όχι με στυλό διαρκείας, ούτε με στυλό μελάνης, με κονδυλοφόρο, με πενάκι, με στυπόχαρτο, με μπουκαλάκι μελάνης. Για να μάθουμε να κάνουμε «ωραία, μεγάλα και στρογγυλά γράμματα», όπως έλεγε η κυρία Καίτη. Και τα σβησίματα απαγορεύονταν δια ροπάλου. Η σελίδα στο τετράδιο αντιγραφής έπρεπε να είναι άψογη. Πόσες σελίδες έσκιζε κάθε φορά η μάνα μου μέχρι να πετύχω τη συνταγή, μη τα ρωτάτε.

Μάθαμε λοιπόν να γράφουμε. Με ωραία, μεγάλα και στρογγυλά γράμματα, και, οπωσδήποτε, ίδιου μεγέθους. Και μάθαμε και άλλα πράγματα, πολλά. Να έχουμε φυτολόγιο, να φτιάχνουμε χάρτες, να απεικονίζουμε τη Θεσσαλία στην αμμοδόχο με κιμωλίες χρωματιστές, να γράφουμε στίχους, να μετράμε αποστάσεις «με δρασκελιές», να φροντίζουμε τον κήπο του σχολείου, να χορεύουμε συρτό. Μάλιστα. Και βλέπαμε. Τα μαθήματα σχετίζονταν με εικόνες, παραστάσεις της πραγματικότητας που μας περιελάμβανε. Με περιπάτους συχνούς. Να δούμε τον γεωργό να οργώνει με το βόδι του, να δούμε τα άσπρα χρυσάνθεμα στην Πλατεία Ελευθερίας, τις βάρκες στην παραλία, τις μουριές και τους μεταξοσκώληκες. Να μιλήσουμε για τους δικούς μας. Τι δουλειά κάνουν, τι έκαναν στο πόλεμο. Μιλούσαμε, ακούγαμε, βλέπαμε, μαθαίναμε.  

Αλλά αυτό που μάθαμε καλά ήταν η ανάγνωση. Να χρωματίζουμε τη φωνή, να τηρούμε τα σημεία της στίξης, να κόβουμε ή να επιταχύνουμε, να παίζουμε ρόλους μέσα από το αναγνωστικό.

Η κυρία Καίτη Οικονομίδου μας τα έμαθε με υπομονή, αλλά με αυστηρή σταθερότητα. Την αγαπούσαμε όλα τα παιδιά, όπως αγαπάς τη μάνα, αλλά με περισσότερο σεβασμό, όπως αγαπάς τη θεία, αλλά πιο τρυφερά.

Την κυρία Καίτη δεν την είδα ποτέ από τότε που φύγαμε για Αθήνα, δύο μήνες μετά την εκδρομή της φωτογραφίας. Και με την έναρξη της νέας σχολικής χρονιάς, στην 4η Δημοτικού πια, σε σχολείο άλλο, με δάσκαλο και νέους συμμαθητές, τέλος Σεπτεμβρίου, ήρθε η στιγμή της οριστικής εκτίμησης.

Σα χαμένος βρέθηκα στο νέο σχολείο, στο Παγκράτι. Παλιό διώροφο σπίτι ήταν, με μικρή εσωτερική αυλή, μισοσπασμένα θρανία, ξύλινα. Σα χαμένος, δεν ήξερα κανένα και έψαχνα να βρω σημεία επαφής με τους «πρωτευουσιάνους» που κρυφογελούσαν λιγάκι την θεσσαλική προφορά μου. Έψαχνα την αφορμή να δείξω ότι και εγώ κάτι αξίζω, να καταλάβω δικαίως μια θέση εκτίμησης, να γίνω αποδεκτός από αυτό που έμαθα πολύ αργότερα να το ονομάζουν peer group. Ομάδα αναφοράς, ομοίων και κριτών ταυτόχρονα.
Η ευκαιρία δόθηκε πολύ γρήγορα. Πρώτο- πρώτο μάθημα η ανάγνωση. Λέει ο δάσκαλος σ’ έναν ν’ αρχίσει, μετά ο άλλος, ο άλλος … Όσο διάβαζαν οι νέοι μου συμμαθητές, μια άγρια χαρά με γέμιζε: ΔΙΑΒΑΖΑΝ ΑΠΑΙΣΙΑ. Κόμπιαζαν, έκαναν λάθη, ομοιόμορφη φωνή από την αρχή ως το τέλος, κόμματα και τελείες ήταν αγνοημένα, να μη μιλήσουμε για θαυμαστικά και ερωτηματικά και παύσεις για έμφαση, αλλαγή σε ταχύτητες κοκ.

Έτριβα τα χέρια μου. «Θα τους ταπώσω τώρα» θα έλεγα, αν η λέξη «ταπώνω» υπήρχε στο λεξιλόγιό μου.

Περίμενα με υπομονή. Η σειρά μου δεν άργησε. «Διάβασε κι εσύ» είπε ο δάσκαλος.

Πήρα φόρα, έβαλα την καλύτερη τεχνική μου και άρχισα να διαβάζω. Πρώτη πρόταση, δεύτερη. Στη μέση της τρίτης πρότασης ξέσπασε το ομαδικό γέλιο.

Σταμάτησα, σήκωσα το κεφάλι, κοιτάζω γύρω. Όλοι οι συμμαθητές – και οι συμμαθήτριες, ακόμα και η ομορφούλα ξανθούλα του πρώτου θρανίου – με κοιτούσαν και γελούσαν δυνατά.

Πανικός. Κοιτάζω τον δάσκαλο. Γελούσε κι εκείνος.

…….

Λίγο καιρό μετά πήγε ο πατέρας μου στο δάσκαλο να ρωτήσει πώς πάει ο κανακάρης του. Γύρισε σκοτεινός στο σπίτι.
«Καλός είσαι, μου είπε ο δάσκαλος. Σ’ όλα καλός. Μόνο στην ανάγνωση. Ενώ στην αρχή διάβαζες καλά και ήθελε να κάνει και τα άλλα παιδιά να διαβάζουν σαν κι εσένα, τώρα διαβάζεις χειρότερα απ’ όλους».

Χρόνια πέρασαν για να καταλάβω την εξήγηση αυτών των λόγων που κρατήθηκαν βαθειά στη ψυχή μου. Τώρα ξέρω, δηλαδή ξέρω από τότε που έγινα κι εγώ δάσκαλος και χειρίζομαι όχι μόνο γνώσεις μιας περίεργης επιστήμης, αλλά ψυχές ευάλωτες και τραυματισμένες νέων ανθρώπων.

Και κάθε φορά τιμώ τη δασκάλα μου, την κυρία Καίτη. Γι αυτό που μου έμαθε, που έχασα και ξαναβρήκα, γιατί ήταν πολύ πολύτιμο για να χαθεί.  


Κυριακή 15 Μαρτίου 2015

Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΜΙΚΡΟΣ, ΑΛΛΑ ΟΜΟΡΦΟΣ (ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ)


Πηγαίνεις ανυποψίαστος σε ανοικτή κομματική εκδήλωση, στην Καλλιθέα, στο Στέκι. Καλά τα λέει η ομιλήτρια Κατριβάνου, μιλάνε πολλοί, άλλος το ένα μίζερα, άλλος το άλλο, σωστά, ο τρίτος ηρωικά κλπ κλπ. Πιάνεις κουβεντούλα με φίλους και συντρόφους από παλιά, σου λένε, τους λες, κοκ.

Μετά, η σεμνή κουβέντα τελειώνει, κάθεσαι παραδίπλα, παραγγέλνεις μπακαλιάρο σκορδαλιά (θεϊκό και θεϊκιά, για να λέμε το σωστό) και χόρτα για το σπίτι στο Μιχάλη και ένα τσίπουρο, ώσπου να γίνουν.

Κι έρχεται ο Σπύρος, καβατζάρει τα 90, αλλά ζωηρός σα 18άρης, να σου συστήσει τη γυναίκα του και να ανταλλάξει μαζί της τα όσα λεν τα ζευγάρια που είναι αιώνες μαζί. 


"Την να την κάνω" γκρινιάζει "όπου την ακουμπάω πονάει. Βλήματα από τον εμφύλιο. Ξέρεις πόσους έχει σκοτώσει αυτή;" και άλλα τέτοια.
Σηκώνονται να φύγουν, 

"Να την προσέχεις" του λέω "γιατί την έχω συντοπίτισσα". Από την Καλαμπάκα η κυρία.


Ξανακάθονται πιάνουμε ξανά κουβέντα. Ναι, ο πατέρας μου ήταν ταχυδρομικός στην Καλαμπάκα, η μάνα μου από Τρίκαλα, νηπιακές αναμνήσεις ξυπνούν.
"Πού μένατε;" με ρωτάει, "στην κυρά Λένη " απαντάω "σ' ένα σπίτι εκεί που άρχιζαν τα βράχια". 


Δεν της λέει τίποτα.
Της λέω για τον καθηγητή μαθηματικών, φίλο του μπαμπά, το Δενιόζο. 


"Ώ, πολύ αυστηρός ήταν" μου λέει.
"Ξέρεις, οι μαθητές που θέλαν χατηράκι το έλεγαν στον πατέρα μου και με δασκάλευε να το ξεφουρνήσω εγώ " 

("Θείο βάλε έναν βαθμό στο Μάη το χοντρό", μου ήρθε η μνήμη). 

Μετά το εστιατόριο στην πλατεία που καθόμουν και έτρωγα τριετής μόνος μου μακαρονάδα, ενώ οι μεγάλοι κάθονταν στο παραδίπλα ζαχαροπλαστείο, ο θείος ο Μήτσος Καλαμπακιώτης ξυλουργός που παντρεύτηκε την θεία μου, την αδελφή της μάνας μου και μετακινήθηκαν στο Βελεστίνο μετά τους σεισμούς του Βόλου, στην ανοικοδόμηση. Τους ήξερε,είχε ακούσει, το κλίμα ζέσταινε.
"Και πώς τη λέγαν τη μάνα σου;" ρώτησε. 

"Καραγκούνη" είπα. 

"Και έμεναν στη βρύση Β...;" είπε με μιας με μάτια που άστραφταν.
Ούτε και τώρα δεν θυμάμαι το όνομα της βρύσης. Το έλεγε καμιά φορά η γιαγιά. Οι λοιποί "αρτεσιανό" το λέγαμε και κουβαλούσαμε (ή κουβαλούσαν οι μεγάλοι, πιο σωστά) το νερό στο σπίτι της γιαγιάς με μεγάλα δοχεία, τα "γκιούμια", όπως τα λέγαμε. Μόλις το είπε, όμως, σα να άκουγα τη λέξη από το στόμα της γιαγιάς.
"Ναι" είπα,
"Η Ελενίτσα ήταν η μάνα σου; Παίζαμε μαζί. Δίπλα μέναμε". 



Της έσφιξα το χέρι. Ο κόμπος ανέβηκε στο στήθος απότομα. 



"Έφυγα από την Καλαμπάκα, όταν την έκαψαν οι Γερμανοί. Στα τρία χωρίστηκε η οικογένεια. Εγώ με τα μεγαλύτερα αδέλφια (αγόρια) πήγαμε στα Τρίκαλα για το σχολείο. Εγώ δεν ήθελα τα γράμματα, Έμενα σπίτι και μαγείρευα για τα αγόρια. Τη μια μέρα μπιζέλια, την άλλη ρεβύθια". 
Έλεγε κι άλλα. Για τις αποθήκες τροφίμων στην Καλαμπάκα, του στρατού, που ο Έλληνας αξιωματικός ήθελα να παραδώσει στους Γερμανούς, κι ο Άγγλος τις άνοιξε και πήρε ο κόσμος μακαρόνια και μανέστρα και τσιγάρα, για το μοναχογιό της άλλης γειτόνισσας που τον σκότωσαν οι Γερμανοί και το θρήνο όλης της γειτονιάς, για την πείνα που δεν γνώρισαν στην επαρχία, κι άλλα πολλά.


Μα εγώ προσπαθούσα να τη φανταστώ παιδούλα να να βγαίνει στην αλάνα, δίπλα στη βρύση Τσιβλού (ναι, θυμήθηκα το όνομα) να συναντά ένα άλλο κορίτσι και να παίζουν, να κουβεντιάζουν, να ονειρεύονται.

Τετάρτη 4 Φεβρουαρίου 2015

ΤΟ ΦΑΙΝΕΣΘΑΙ ΚΑΙ ΤΟ ΕΙΝΑΙ


Το κείμενο αυτό το δημοσίευσα χθες στο ΦΒ. Παραδόξως έκανε μεγάλο σουξέ - δεν ξέρω γιατί. Αλλά αφού "ψήφισαν" οι αναγνώστες, είπα να το διατηρήσω εδώ, καλού κακού. Ιδού λοιπόν.


Αύγουστος 1975 πηγαίνω για τα μεταπτυχιακά μου στο Πανεπιστήμιο του Κεντ. Πάω στη γραμματεία, τακτοποιώ τα χαρτιά μου και μου λέει η γραμματεύς: 
"Ξέρετε, ο καθηγητής Γκρην που είναι υπεύθυνος των μεταπτυχιακών είναι στο γραφείο του και μου είπε ότι θέλει να βλέπει όποιον μεταπτυχιακό φοιτητή έρχεται".
Ρώτησα που ήταν το γραφείο του, μου είπαν στο κολλέγιο Ντάργουιν, τάδε αριθμός, και ξεκίνησα.

Καθηγητής Γκρήν, μια διασημότητα της εποχής. Είχα μισοδιαβάσει ήδη από την Αθήνα το βιβλίο του Consumer Theory ( εκδ. Penguin) και ήμουν σε μια έξαψη, τουλάχιστον, εν όψει της συνάντησης.
Να πω ότι στη χούντα μπήκα στο πανεπιστήμιο, οι καθηγητές στο οικονομικό της νομικής λιγοστοί, αυταρχικοί και δυσθεώρητοι, περίμενα το εγγλέζικο βαρύ πεπόνι με το σχετικό άγχος.



Πάω στο γραφείο, κτυπάω την πόρτα, ακούω το εμπρός, ανοίγω και βλέπω. Βλέπω έναν άνδρα καθισμένο στο γραφείο του να δουλεύει, μαλλιά γκριζαρισμένα ξανθά πολύ αραιά στην κορυφή και μακριά γύρω από τα αυτιά και σβέρκο, μάτια έξυπνα και διερευνητικά πίσω από γυαλιά, καρώ πουκάμισο με ανεβασμένα μανίκια, μπλου τζην παντελόνι, σαντάλια και, βεβαίως, κάλτσες.
"Ο καθηγητής Γκρην; " ρώτησα δειλά, ενώ σκεπτόμουν "ο βοηθός του θα είναι, ο ίδιος θα είναι κάπου αλλού".
"Μάλιστα" πήρα την απάντηση. Σα να μην τον άκουσα.
"Θα ήθελα να δω τον καθηγητή Γκρήν" ξαναείπα.
"Εγώ είμαι" είπε με μισοχαμόγελο.

Συστήθηκα, με κάθισε στην καρέκλα, ρώτησε αν θέλω καφέ, πιάσαμε κουβέντα. Μιλούσαμε σχεδόν μισή ώρα, με ρώτησε αν έχω βρει δωμάτιο, του είπα μόλις ήρθα, με ρώτησε αν είδα το κάμπους, του είπα όχι ακόμα, σηκωθηκε, πάμε, είπε και βγήκαμε.

Με ξενάγησε στο πανεπιστήμιο, κολλέγια, βιβλιοθήκη, βιβλιοπωλείο, τράπεζες, με πήγε στο γραφείο για τη φοιτητική στέγη, εξασφάλισα δωμάτιο, έφαγε σχεδόν 2 ώρες μαζί μου σα παλιόφιλος, χαιρετηθήκαμε και χωριστήκαμε.

Τώρα, ακούω μιζέριες, κατινιες και μικροψυχίες για ενδυματολογικές σημειολογίες και γελάω.
Όπως γελάω με συναδέλφους που το παίζουν "βαρύ πεπόνι" στους φοιτητές μας. Γιατί εγώ πάντα λέω στον εαυτό μου "αν ο Γκρην σου φέρθηκε έτσι, ποιος είσαι εσύ που θα κρατήσεις τουπέ, μωρέ μάπα;"

  

Παρασκευή 23 Ιανουαρίου 2015

ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ ΘΑ ΨΗΦΙΣΩ



Την Κυριακή θα ψηφίσω. Θα ψηφίσω για τα παιδιά μου για να ζήσουν με τη δουλειά τους, τίμια και με αξιοπρέπεια, χωρίς φόβο για το μέλλον, χωρίς να υποχρεωθούν να ξενιτευτούν, αλλά να μείνουν στον τόπο τους να δημιουργήσουν ελεύθερα.
Την Κυριακή θα ψηφίσω και για τα άλλα παιδιά, τους φοιτητές μου. Εκείνους που πήραν το πτυχίο και έφυγαν για τη Γερμανία, την Ολλανδία, τη Σουηδία, την Αγγλία και αλλού. Που σκόρπισαν «σαν τα τρελά πουλιά» για ένα κομμάτι ψωμί, σαν τους προπαππούδες αρχές του 20ου αιώνα, σαν τους παππούδες στα 1960. Για να σπουδάσουν, να βρουν δουλειά, να κάνουν τα όνειρά τους πραγματικότητα εκεί στα ξένα, αφού η μητέρα πατρίδα τους μεταχειρίζεται σαν κακιά μητριά, τους στερεί την ελπίδα, το παρόν, το μέλλον. Και τα άλλα παιδιά που έμειναν εδώ, προσπαθούν να βρουν ένα λειψό μεροκάματο, περιστρέφονται μεταξύ ανεργίας και μερικής εργασίας, μαραζώνουν και οργίζονται, στα 30 τους στο πατρικό σπίτι, με ένα ψευτοχαρτζιλίκι για τον καφέ που πίνουν ώρες ατέλειωτες προσπαθώντας να κρύψουν το δράμα μέσα και γύρω τους.
Την Κυριακή θα ψηφίσω και για παιδιά που έπαθαν τη λοβοτομή των εισαγωγικών εξετάσεων για να μπουν σε πανεπιστήμια χωρίς αίθουσες, χωρίς θέρμανση, χωρίς υποδομές, χωρίς προσωπικό, βρώμικα και προκάτ, με εξουσιαστές καθηγητές, φυγόπονους και χωρίς έμπνευση, απορροφημένους στην καριέρα και στο πορτοφόλι, και συνδικαλιστές που σπουδάζουν τη διαπλοκή από τα εφηβικά τους χρόνια.  
Την Κυριακή θα ψηφίσω. Θα ψηφίσω για τα 100.000 παιδιά των 18 χρονών που τους απέκλεισαν από την κάλπη, τους στέρησαν το πολιτικό τους δικαίωμα να επιλέξουν το μέλλον τους, αφού προηγουμένως τους στέρησαν το ίδιο το μέλλον.
Την Κυριακή θα ψηφίσω. Θα ψηφίσω για τους άνεργους που ζουν από τύχη, χωρίς επίδομα ανεργίας, χωρίς θέρμανση, χωρίς περίθαλψη, να νοιώθουν άχρηστοι, παραπεταμένοι, αποκλεισμένοι, τις δεξιότητές τους να απαξιώνονται, τη δημιουργικότητά τους να συρρικνώνεται, την αξιοπρέπειά τους να καταπατάται, την κατάθλιψή τους να γιγαντώνεται.
Την Κυριακή θα ψηφίσω. Θα ψηφίσω για κείνους που μετά από 20 και χρόνια δουλειάς δεν πρόκειται να βρουν δουλειά, να πάρουν σύνταξη, να ζήσουν ως πολίτες μιας σύγχρονης κοινωνίας, που ωθούνται στο περιθώριο, που νοιώθουν το φόβο για το αύριο να φτεροκοπάει στα σωθικά τους κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή, μέρα και νύχτα. Το φόβο και την απελπισία για τους ίδιους, τους συντρόφους τους, τα παιδιά τους.
Την Κυριακή θα ψηφίσω. Θα ψηφίσω για τους ξένους μας, για να συμβιώσουμε με ασφάλεια, εμπιστοσύνη, αλληλεγγύη και ανθρωπιά. Για να πάψουν να πνίγονται στο Αιγαίο, να πάψουν να ζουν πίσω από σίδερα, να πάψουν να εγκλωβίζονται σε μια άφιλη χώρα που την είδαν μόνο σα σταθμό και έγινε η φυλακή τους. Να πάψει το σώμα τους να είναι στο έλεος εκμεταλλευτών και δολοφόνων, να πάψει η ψυχή τους να ζει στον τρόμο και στην απειλή.
Την Κυριακή θα ψηφίσω. Θα ψηφίσω για τα κλειστά εργοστάσια, τα κλειστά μαγαζιά, θα ψηφίσω να σταματήσει η απόλυτη καταστροφή του παραγωγικού μας δυναμικού. Θα ψηφίσω για τη σοδειά που χάθηκε, τα φρούτα που σάπισαν, τα δάνεια που δεν μπόρεσαν να πληρωθούν, τον εμπαιγμό του μεγαλέμπορα.
Την Κυριακή θα ψηφίσω. Θα ψηφίσω για να αποκατασταθούν τα εργασιακά δικαιώματα των εργαζομένων, να αποκτήσει το εργατικό δίκαιο το νόημά του, να επανέλθουν οι συνδικαλιστικές ελευθερίες και οι συλλογικές διαπραγματεύσεις. Για να αποκατασταθεί η θετική αξία της εργασίας και η αξιοπρέπεια των εργαζομένων.
Την Κυριακή θα ψηφίσω. Θα ψηφίσω για να χαθούν οι αεριτζήδες, τα ασπόνδυλα, οι βολεψάκηδες, τα λαμόγια, οι μιζαδόροι, οι απατεώνες από τη δημόσιο βίο. Αυτοί που εδήωσαν την οικονομία, την κοινωνία, τη χώρα, που σκόρπισαν την καταστροφή για δικό τους κέρδος.
Την Κυριακή θα ψηφίσω. Θα ψηφίσω για να τιμωρηθούν όσοι παραβίασαν νόμους και σύνταγμα, όσοι κάλυψαν και όσοι καλύφθηκαν πίσω από έωλα νομοθετήματα αμνηστίας, όσοι χάρισαν δημόσια περιουσία και δημόσιο χρήμα, όσοι τους χαρίστηκε δημόσια περιουσία και δημόσιο χρήμα.
Την Κυριακή θα ψηφίσω. Θα ψηφίσω για την Ελευθερία, τη Δημοκρατία, την επιστροφή της Πολιτικής, την καταδίκη των ναζιστών και των ομοίων τους, των ρατσιστών και όσων δε σέβονται τον συνάνθρωπό τους. Θα ψηφίσω για την Ελλάδα και την Ευρώπη. Για την Ευρώπη που θέλουμε, την Ευρώπη των λαών και των εργαζομένων, την Ευρώπη της τέχνης και του πολιτισμού, την Ευρώπη της ειρήνης και της δικαιοσύνης, την Ευρώπη της συνεργασίας και της αλληλεγγύης.
Την Κυριακή θα ψηφίσω. Για τους συντρόφους που πέθαναν και τους συντρόφους που ζούνε. Για τους αγώνες που δώσαμε, για εκείνους που θα δώσουμε, για εκείνους που δε δώσαμε. Για τις ήττες μας και τις επιτυχίες μας. Για την ανιδιοτέλεια, την εμπιστοσύνη, τον αλληλοσεβασμό. Για τις συμφωνίες και τις διαφωνίες μας. Για αυτά που μας έκαναν να χαρούμε, γι’ αυτά που μας έκαναν να πικραθούμε. Για τις συναντήσεις και τις αποστάσεις μας.
Την Κυριακή θα ψηφίσω. Θα ψηφίσω για τους νεκρούς μας, τους φυλακισμένους και τους εξόριστους. Για όσους κράτησαν περήφανα ψηλά το κεφάλι και για όσους έκαναν δήλωση. Για τον πατέρα μου και τους μπαρμπάδες μου, για το θείο μου το Γιάννη που τον δολοφόνησαν οι πρόγονοι του Βορίδη και του Μπαλτάκου.          
Την Κυριακή θα ψηφίσω για μένα. Γι’ αυτά που έκανα, γι’ αυτά που θέλησα και δεν μπόρεσα, για όσα έζησα και για όσα θέλω να ζήσω.
Την Κυριακή θα ψηφίσω. Για το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Την Κυριακή θα ψηφίσω. ΣΥΡΙΖΑ.

Κυριακή 11 Ιανουαρίου 2015

ΠΟΛΙΤΙΚΟΝ ΑΝΕΚΔΟΤΟΝ (ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ)


Είπα να γράψω ένα ανέκδοτο, παλαιό ανέκδοτο, και ίσως γνωστό σε όλους, στο ΦΒ, και, μετά σκέφτηκα ότι αυτό το μικρό αφήγημα είχε ένα νόημα πολύ πιο ενδιαφέρον από το προφανές και, μάλιστα, πολύ πιο επίκαιρο. Πολλαπλώς επίκαιρο.
Είπα, λοιπόν, να προκαλέσω τους φίλους του ΦΒ, να σκεφτούν και να βρουν αυτό το ελάχιστα κρυμμένο νόημα του ανεκδότου. Είπα ότι το νόημα ήταν πολιτικό, και αυτή ήταν η μόνη βοήθεια που μπορούσα να δώσω.     
Το ανέκδοτο τώρα

Γιορτές, το ευρύ σόϊ συγκεντρώνεται και μέσα στα θέματα του οικογενειακού κουτσομπολιού, τι άλλο; - ο θαυμασμός για το νεώτερο παιδάκι της οικογένειας. Πέντε χρονών σκάρτα ο πιτσιρίκος τοποθετείται μπροστά στους επισκέπτες που αρχίζουν τα σχόλια.
«Καλέ, κοίτα. Έχει τα μάτια του πατέρα του».
«Και το στόμα της μαμάς του».
«Στο πηγούνι ίδιος ο παππούς ο Βρασίδας».
«Στ' αυτιά όμως πήρε από τον άλλο παππού».
«Κι μύτη του, δες: ίδιος ο θείος Θανάσης, Μεγάλη και ίσια».
«Και τα μαλλιά τα πήρε από τη γιαγιά του».
«Μόνο το χρώμα. Είναι σπαστά σα της θείας της Μαρίας».
κλπ, κλπ,  κλπ.
Ώσπου, το παιδάκι αγανάκτησε, βαρέθηκε και είπε:
«Και το παντελόνι μου είναι του μεγάλου μου αδελφού και το πουλόβερ του μεγάλου μου ξαδέλφου, και μένα με λένε Γιώργο και εσείς είστε μαλάκες».






Επί της ουσίας, το ανέκδοτο δεν είναι καν ανέκδοτο, με τη διπλή έννοια του ανεκδότου. Δεν προκαλεί τον γέλωτα, ούτε καν ένα χαμόγελο, δεν είναι, επίσης, πρωτότυπο: Ουσιαστικά επαναλαμβάνει μια κοινή, κοινότατη σκηνή, παιγμένη εξακολουθητικά και αναπότρεπτα. Αν ξαφνιάζει σε κάτι είναι η αντίδραση του μικρού Γιωργάκη (τυχαίο το όνομα, μην κάνετε συνειρμούς από αυτό).
Ας αρχίσουμε, λοιπόν, από την αρχή. Τι μας λέει η ιστορία; Ένα μικρό παιδί εμφανίζεται στην οικογενειακή και φιλική σύναξη και υπόκειται στον φυσιογνωμικό έλεγχο από την ομήγυρη. Για ποιο λόγο αυτή η διαδικασία; Μα είναι μια διαδικασία αναγνώρισης, αφ’ ενός, και εξοικείωσης, αφ’ ετέρου: Αναγνώρισης, καθώς η ανίχνευση των χαρακτηριστικών επιβεβαιώνει τη γνησιότητα της πατρότητας, έστω και μέσω των χαρακτηριστικών των συγγενών από τη μεριά του πατέρα. Εξοικείωσης, διότι μέσω της αναγνώρισης το παιδί γίνεται αποδεκτό ως μέλος αυτής της οικογένειας, σαρξ εκ σαρκός, δικό τους, οικείο.
Αυτή είναι η κοινότυπη τελετουργία που επαναλαμβάνεται εκάστοτε, έστω και αν η επανάληψη την έχει μετατρέψει σε ασυνείδητη, άρα πιο βαθειά, πιο απρόσιτη, πιο σκοτεινή.
Καλά μέχρι εδώ; Ας ελπίσουμε καλά.
Αλλά η πράξη εξοικείωσης υποδηλώνει και τη συνέχεια: Η αναγνώριση των χαρακτηριστικών των συγγενών στα χαρακτηριστικά του παιδιού διακηρύσσει ότι η οικογένεια έχει συνέχεια, έχει μέλλον, θα ζήσει μέσω του παιδιού, όταν οι φέροντες τα χαρακτηριστικά έχουν πεθάνει. Στα μάτια, το στόμα, στη μύτη, στα μαλλιά, στους μορφασμούς και στα σουσούμια αντανακλώνται όσοι δεν θα ζουν, αλλά θα ζουν, παρά ταύτα, μέσω αυτού του παιδιού. «Σε βλέπω και μου θυμίζεις τη μάνα σου, τον πατέρα σου …» το έχουμε πει όλοι μας πολλές φορές. Μου θυμίζεις, δηλαδή αναβιώνεις τη μνήμη τους, τους ζωντανεύεις μέσα μου.
Και, ταυτοχρόνως, αυτή η εξοικείωση συνεπάγεται ένα ακόμα πιο σκοτεινό πρόταγμα: Εκφράζει την ενδόμυχη ή ασυνείδητη επιθυμία μιας ομοιότητας που υπερβαίνει τα επιφανειακά χαρακτηριστικά και περιλαμβάνει αρετές. Κι αν οι ομοιότητες χαρακτηριστικών συνδέουν το παιδί με άτομο της οικογένειας αμφιβόλου ηθικής ή ικανότητας, η αναγνώριση συνοδεύεται από την αποτροπή: «κοίτα μη μοιάσεις στον προκομμένο ή στην προκομμένη».
Φαντάζομαι, στα απλουστευτικά αυτά οι ειδικοί ίσως να αναγνωρίζουν πράξεις εκκοινωνισμού και διαχείρισης του λανθάνοντος μηνύματος, ίσως πάλι όχι. Κάθε αντίρρηση αποδεκτή.
Γιατί το θέμα μου δεν είναι αυτό. Το θέμα μου είναι πολιτικό.
Και πώς μεταβαίνουμε από το οικογενειακό περιβάλλον στο πολιτικό; Μα φυσικά μέσω της αλληγορίας.
Ένα νέο κόμμα γεννήθηκε πριν λίγα χρόνια, ο ΣΥΡΙΖΑ. «Γεννήθηκε» ως κόμμα διεκδικητής της πολιτικής εξουσίας, της κυβέρνησης, γιατί είχε ήδη πολλά χρόνια πριν γεννηθεί και καμιά δεκαετία πριν αναγεννηθεί. Ως κόμμα αριστερό, ριζοσπαστικό και κινηματικό, και όχι ως πολιτικός χυλός που ήταν κάποτε.
Και όταν ο ΣΥΡΙΖΑ έγινε κόμμα εν δυνάμει κυβέρνησης, ενεργοποιήθηκε η διαδικασία αναγνώρισης – εξοικείωσης που λέγαμε πιο πριν: Το συριζόπαιδο ήρθε και έμεινε, δεν εκδιώχθηκε ως αποπαίδι και μούλικο, παρά τις λάβρες αρχικές προσπάθειες. Ήρθε και έμεινε, απρόσκλητο, αλλά μέσα στο σπίτι. Αναγνώριση και εξοικείωση, η μόνη λύση.
Άρχισε λοιπόν η αναζήτηση των κοινών χαρακτηριστικών. Ο ΣΥΡΙΖΑ ως νέοΠΑΣΟΚ, ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα λαϊκίστικο, ο ΣΥΡΙΖΑ το ένα, ο ΣΥΡΙΖΑ το άλλο, μέχρι διαπλεκόμενο. Σαρξ εκ σαρκός ή η ιστορία της κουτσονούρας αλεπούς, όπως αγαπάτε. Ο απατεώνας δεν μπορεί παρά να θεωρεί και τους άλλους ως δυνητικά, τουλάχιστον, απατεώνες. Αναγνώριση, εξοικείωση, αποτρεπτικά προτάγματα.
Δεν είναι τυχαίο ότι τα περισσότερο αποτρεπτικά προτάγματα προήλθαν από το χώρο της ΔΗΜΑΡ, τους πλέον κοντινούς συγγενείς. Άλλη ιστορία αυτή.
Δε σας λέω τίποτε καινούργιο και βαρεθήκατε, το βλέπω. Για να φθάσουμε λοιπόν στο φινάλε.
Ο μικρός Γιώργος της ιστορίας μας φώναξε αγανακτισμένος:
«Ναι, τα μάτια, το στόμα, η μύτη, τα μαλλιά, το σαγόνι, το παντελόνι, το πουλόβερ, όλα, είναι σαν να ανήκουν σε άλλους και κάποτε ήταν. Όμως εμένα με λένε Γιώργο και εσείς είστε μαλάκες».       
Η απόλυτη δήλωση αυτονομίας και αυτοπροσδιορισμού. Ο μικρός Γιώργος λέει μια κουβέντα και όλη η διαδικασία αναγνώρισης – εξοικείωσης καταρρέει. Μπορεί να έχει τα χαρακτηριστικά και τα ρούχα, ακόμα, όλων αυτών, αλλά εκείνος είναι ΕΚΕΙΝΟΣ, το μοναδικό άτομο που μετασχηματίζει τα επιμέρους στοιχεία που το συναποτελούν σε μια μοναδική και ανεπανάληπτη σύνθεση. Ο Γιώργος αυτοπροσδιορίζεται ως ιστορικό γεγονός, ανεπανάληπτο, συνέχεια και τομή, διακριτός και αυθύπαρκτος.
Και αυτό είναι ο ΣΥΡΙΖΑ. Μπορεί να έχουν προστρέξει ΠΑΣΟΚοι, μικρολαμόγια, καριερίστες, ιδιοτελείς, αλλά μας λέει, ή θέλω να μου πει, βροντερά:
ΕΙΜΑΙ Ο ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΠΑΝΑΛΗΠΤΟΣ, ΠΑΙΔΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ, ΤΗΣ ΑΝΑΓΚΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ.
ΚΑΙ ΕΙΣΤΕ ΜΑΛΑΚΕΣ ΑΝ ΔΕ ΜΕ ΒΛΕΠΕΤΕ ΕΤΣΙ

        


Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

ILO The Governance of Policy Reform in Southern Europe and Ireland


Στο Τορίνο στις 10 και 11 Δεκεμβρίου έγινε η τελική συνάντηση - ολοκλήρωση ενός τριετούς ερευνητικού προγράμματος με θέμα τις μεταβολές στην πολιτική σε σχέση με την αγορά εργασίας, το ρόλο των κοινωνικών εταίρων και την κατάσταση του κοινωνικού διαλόγου σε Ελλάδα, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία και Ελλάδα.





Το πρόγραμμα ολοκληρώθηκε με την έκδοση ενός συλλογικού τόμου που επισκοπεί τις εξελίξεις στις πέντε χώρες, αλλά και θέτει ευρύτερα ερωτήματα για το παρόν και το μέλλον του Ευρωπαϊκού εγχειρήματος.





Εδώ η δική μου εισήγηση στη διημερίδα 
https://dl.dropboxusercontent.com/u/16235601/ILO%202014.pptx

Τρίτη 15 Ιουλίου 2014

ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΑΓΟΡΑΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ - ΜΟΛΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ


ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΡΟΛΟΓΟ

Η συγγραφή ενός βιβλίου είναι μια μικρή Οδύσσεια. Ξεκινάς με την πεποίθηση ότι το ταξίδι θα είναι σύντομο, τα μέρη που θα επισκεφθείς οικεία, οι δρόμοι ευρύχωροι και τα δρομολόγια στην ώρα τους. Και όμως, δίπλα στα γνωστά παραμονεύουν τα προηγουμένως άγνωστα, λεπτομέρειες στο χάρτη που σε μαγεύουν ή σε εξοργίζουν, όταν αποφασίσεις να τις επισκεφθείς, οι λεωφόροι γίνονται συχνά δυσπρόσιτα και κοπιαστικά μονοπάτια, τα δρομολόγια απλώς δεν υπάρχουν. Και ο χρόνος μεγεθύνεται, κάτι που σκόπευες να τελειώσεις σε μία μέρα σε απορροφά για εβδομάδες και μήνες.
                Η μικρή Οδύσσεια αυτού του βιβλίου κράτησε ακριβώς 20 χρόνια. Από την πρώτη έκδοση του 1994 στις εκδόσεις Ο Πολίτης του Άγγελου Ελεφάντη, στη δεύτερη έκδοση το 1998 στις εκδόσεις Τυπωθήτω των Γιώργου και Κώστα Δαρδανού ως σήμερα που παίρνει την τελική μορφή του πάλι χάρη στις εκδόσεις Δαρδανού.
                Αλλά η χρονική σύμπτωση της εικοσαετούς απόστασης του Οδυσσέα από τα πάτρια εδάφη με την εικοσαετία που χρειάστηκα για να ολοκληρώσω αυτό το εγχειρίδιο Πολιτικής Οικονομίας της Αγοράς Εργασίας δεν είναι το μόνο κοινό στοιχείο: Ο κόπος του Οδυσσέα είναι μετέωρος, απροσδιόριστος, χωρίς τις παράλληλες ιστορίες που εμπλέκονται στη δική του ιστορία, αν και όχι πάντα στην αφήγησή του. Παράλληλες ιστορίες, παράλληλα βιβλία που γράφηκαν μερικά, άλλα που γράφονται, μερικά σε πρωτόλεια σχέδια. Αν ποτέ βρω το χρόνο να τα ολοκληρώσω, ίσως τότε, ο τίτλος του παρόντος να ανταποκρίνεται περισσότερο στο περιεχόμενο, δηλαδή στην κριτική θεώρηση των οικονομικών της εργασίας.
                Προς το παρόν, ο τίτλος είναι απλώς δηλωτικός των προθέσεων: Αναλαμβάνει την κριτική παρουσίαση της νεοκλασικής θεωρίας της αγοράς εργασίας, δείχνοντας, ελπίζω πειστικά, τις αδυναμίες, τους περιορισμούς και τα αδιέξοδά της. Σε σημαντικό βαθμό, η κριτική θεώρηση της νεοκλασικής θεωρίας γίνεται εκ των έσω, επισημαίνοντας τα κενά της επιχειρηματολογίας της, την ανάγκη της να καταφύγει σε αντιλήψεις που βρίσκονται εκτός του πλαισίου της, προκειμένου να υποστηρίξει κρίσιμα συμπεράσματα.
                Το επιστημονικό πεδίο των οικονομικών της εργασίας οργανώνεται ως πεδίο εφαρμοσμένων οικονομικών. Κατά συνέπεια, η προσέγγισή του προϋποθέτει την ανάλυση των κινήτρων και συμπεριφορών των υποκειμένων (μικροοικονομική ανάλυση), αλλά και της εγγενούς ασυνέπειας μεταξύ της ατομικής συμπεριφοράς και των συνολικών αποτελεσμάτων (μακροοικονομική ανάλυση). Δεν θα μπορούσε να αποτελέσει καλύτερο παράδειγμα αυτής της αντιδιαστολής μεταξύ της συμπεριφοράς του τμήματος και της συμπεριφοράς του όλου η εμπειρία, η τραγική εμπειρία, της τρέχουσας κατάστασης της ελληνικής αγοράς εργασίας: Αυτό που είναι κερδοφόρο για τη μεμονωμένη επιχείρηση – η μείωση του μισθού – οδηγεί στην ζημία το σύνολο των επιχειρήσεων, στην καταστροφή του παραγωγικού ιστού.
                 Όμως, τα οικονομικά της εργασίας δεν αποτελούν απλώς πεδίο σύμμειξης μικροοικονομικών και μακροοικονομικών αναλύσεων. Αποτελούν πεδίο εφαρμοσμένης ανάλυσης, απαιτούν τη θεώρηση συγκεκριμένων καταστάσεων, θεσμών και μηχανισμών. Καθιστούν αναγκαία τη χρησιμοποίηση πληθώρας εργαλείων, εννοιών, μεθόδων και ευρημάτων από το σύνολο των κοινωνικών επιστημών, όχι μόνον από την οικονομική επιστήμη. Αλλιώς η κατανόηση των φαινομένων δεν είναι μόνον ελλιπής, είναι παραπλανητική. Το ίδιο το αντικείμενο προς μελέτη επιβάλλει τη διεπιστημονική προσέγγιση, την αναζήτηση απαντήσεων στην κοινωνιολογία, στην πολιτική επιστήμη, στην οργάνωση των επιχειρήσεων και το μάνατζμεντ, στην κοινωνική ψυχολογία, στην κοινωνική πολιτική και στην κοινωνική ανθρωπολογία. Έχω προσπαθήσει να εντάξω τη συνεισφορά των λοιπών κοινωνικών επιστημών στην επισκόπηση των θεμάτων που παρουσιάζονται σ’ αυτό το βιβλίο, ελπίζοντας γόνιμα, προκαλώντας δηλαδή ερωτηματικά στον αναγνώστη. Από την αρχική του σύλληψη αυτό το βιβλίο σκόπευε να καλλιεργήσει την αμφιβολία για το θεωρητικό πλαίσιο της νεοκλασικής προσέγγισης, να δείξει, όσο γίνεται με μεγαλύτερη σαφήνεια, ότι η πραγματικότητα, το εκάστοτε συγκεκριμένο, απέχει πολύ από την αφηρημένη θεωρητική προσέγγιση.
                Ο ρόλος της θεωρίας είναι να περιγράψει σε αδρές γραμμές μηχανισμούς που υποκρύπτονται πίσω από τα φαινόμενα. Με άλλα λόγια, η θεωρία καλείται να ερμηνεύσει την πραγματικότητα. Και η ποιότητα της θεωρίας εξαρτάται από την ικανότητά της να επιτρέπει διεισδυτικές προσεγγίσεις της πραγματικότητας. Μόνο στον αβάστακτο οικονομισμό και πολιτικό κυνισμό της νεοφιλελεύθερης σκέψης το θεωρητικό σκαρίφημα μετατρέπεται σε πολιτικό αίτημα, το θεωρητικό πρόπλασμα καλείται να ενσαρκωθεί επί γης. Η οικονομική σκέψη αποστεώνεται και εργαλειοποιείται, η οικονομική θεωρία μετατρέπεται σε απλό ιδεολογικό μηχανισμό νομιμοποίησης καταστροφικών πολιτικών.
                Αυτή υπήρξε η προσωπική μου επιστημονική Ιθάκη και προς αυτήν προσπάθησα να κατευθυνθώ, με όσες δυνάμεις και όση συνέπεια διαθέτω, περισσότερο από εικοσιπέντε χρόνια πλέον, στα τεκταινόμενα στο Πανεπιστήμιο, στις αίθουσες διδασκαλίας, σεμιναρίων και εργαστηρίων, στις αίθουσες συνεδριάσεων. Τουλάχιστον προσπάθησα, όσο μπορώ.
                Σ’ αυτή τη διαδρομή πολλοί συνάδελφοι, φίλοι και οικείοι διαδραμάτισαν σημαντικούς ρόλους. Ακόμα και εκείνοι, με τους οποίους συγκρούστηκα σκληρά, με βοήθησαν να επεξεργαστώ καλύτερα τα εργαλεία μου, να βαθύνω τις γνώσεις μου, να αποσαφηνίσω τα επιχειρήματά μου.
                Θα πρέπει να ευχαριστήσω ιδιαιτέρως τον Νίκο Πετραλιά για τη μόνιμη και ανιδιοτελή συμπαράσταση και βοήθεια. Τους συναδέλφους Κάτια Φωτεινοπούλου, Κώστα Ράνο, Σάββα Ρομπόλη, Ζαχαρία Δεμαθά και Παναγιώτη Ρέππα. Η Ευαγγελία Παπαπέτρου του Οικονομικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών είχε την καλοσύνη να διαβάσει μεγάλο τμήμα του 4ου και 5ου Μέρους και να υποδείξει αναγκαίες αλλαγές και βελτιώσεις.
                Ευχαριστώ τους παλιούς μου υποψήφιους διδάκτορες και νυν συναδέλφους Θόδωρο Κουτρούκη, Λευτέρη Κρέτσο και Φραγκίσκο Κουτεντάκη, όπως και την Χριστίνα Μπερδεκλή για τη βοήθεια και συμπαράστασή τους.
                Να ευχαριστήσω, τέλους, τους φοιτητές και φοιτήτριές μου, όχι μόνον γιατί υπήρξαν «οιονεί πειραματόζωα» όλ’ αυτά τα χρόνια, αλλά κυρίως γιατί είναι la raison d’ être του συγγράμματος αυτού.


Καλλιθέα