Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τρίτη 22 Απριλίου 2014

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: ΜΑΝΟΥ ΣΚΟΥΦΟΓΛΟΥ ΚΡΙΣΗ, ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ

ΜΑΝΟΥ ΣΚΟΥΦΟΓΛΟΥ
ΚΡΙΣΗ, ΧΑΡΤΟΓΡΑΦΗΣΕΙΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
Εκδόσεις ΚΨΜ, 2013




Όταν πριν από λίγο καιρό ο Μάνος Σκούφογλου μου ζήτησε να συμμετέχω στη σημερινή παρουσίαση του βιβλίου του και με λίγα λόγια με κατατόπισε για το θέμα του, δέχθηκα ευχαρίστως, με ενδιαφέρον και περιέργεια.
          Δεν είχα διαβάσει το βιβλίο, ασχολούμαι εδώ και πολλά χρόνια με τα ζητήματα των κρίσεων, οπότε και το ενδιαφέρον μου είναι κατανοητό, αλλά και η περιέργεια: Τι καινούργιο είχε να προσφέρει ένας νέος επιστήμονας σε ένα ζήτημα τόσο πολυσυζητημένο, τόσο πολύ-αναλυμένο, αλλά και τόσο συγκρουσιακό. Διαβάζοντας το βιβλίο, διασκέδασα την περιέργειά μου, αλλά το ενδιαφέρον μου πολλαπλασιάστηκε.
          Γιατί ο Μάνος Σκούφογλου έχει καταφέρει σε ένα μικρό βιβλίο, μικρότερο από 150 σελίδες, να προσφέρει μιαν ενδιαφέρουσα οπτική στους μηχανισμούς και τις συνέπειες της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης αποτυπώνοντας στο χώρο, «χαρτογραφώντας» τις οικονομικές διεργασίες. Και έχει καταφέρει αυτή η αποτύπωση να μην είναι τεχνική, αλλά ουσιαστική: Καθώς οι «χάρτες» ζωγραφίζονται, αναδεικνύεται η θεωρία και το εμπειρικό υλικό που υποστηρίζουν τη χαρτογράφηση.
          Ο Σκούφογλου σκιαγραφεί στο Πρώτο Μέρος του βιβλίου του τις αντιλήψεις των οικονομολόγων, συμβατικών και μαρξιστικής κατεύθυνσης, για την κρίση. Η παρουσίασή του, έχω την αίσθηση, ότι είναι προσδιορισμένη από πολιτικές και ιδεολογικές παραμέτρους, εγχείρημα καθ’ όλα νόμιμο κατ’ εμέ, αλλά με συνέπειες στην πληρότητα και στην αναλυτική εμβάθυνση. Από την άποψη αυτή, είναι το αδύναμο τμήμα του βιβλίου. Θα μου επιτρέψετε να επανέλθω πιο κάτω.
          Ωστόσο, για να μην αδικούμε τον συγγραφέα, το Πρώτο Μέρος δεν διεκδικεί να συμβάλει στην αναλυτική παρουσίαση της πολύπλευρης διαμάχης, ούτε στην κριτική αναθεώρησή της. Για να χρησιμοποιήσω τη χαρτογραφική σημειολογία, σκοπός του Πρώτου Μέρους είναι να χαράξει μια διαδρομή, ένα οδικό άξονα, ή ένα σκαρίφημα, που θα επέτρεπε την κύρια χαρτογράφηση του Δευτέρου Μέρους.
          Στο Δεύτερο Μέρος ο Σκούφογλου παρουσιάζει τον κύριο κορμό και τον πλέον ενδιαφέροντα του βιβλίου του. Αναδεικνύει, μέσω των χαρτών που συνθέτει, επτά όψεις αυτού που ονομάζει «γεωγραφία της κρίσης». Δηλαδή, για τις κρατικές παρεμβάσεις στις εξωτερικές οικονομικές σχέσεις (προστατευτισμός), τις κλαδικές αναδιαρθρώσεις και το ρόλο της μεταποίησης, τη συσσώρευση σε παγκόσμια κλίμακα, τον ιμπεριαλισμό και τους μηχανισμούς της άνισης ανάπτυξης, τις περιφερειακές ολοκληρώσεις και το ρόλο των υπερεθνικών μηχανισμών, τη σημασία του κατασκευαστικού τομέα, των κατοικιών και των υποδομών, την ενέργεια και την οικολογική και διατροφική κρίση και, τέλος, το αστικό πεδίο.
          Ομολογώ ότι και μόνο η απαρίθμηση του καταλόγου με τρομάζει. Κάθε θέμα που αναδεικνύει ο Σκούφογλου στις 60 περίπου σελίδες του Δεύτερου Μέρους θα μπορούσε να αποτελέσει θέμα πολύχρονης και κοπιαστικής διδακτορικής διατριβής. Σε κάθε θέμα «χαρτογράφησης» υποκρύπτονται μακροχρόνιες θεωρητικές διαμάχες, όπου οι αντίπαλες δυνάμεις δεν είναι πάντα σαφώς οριοθετημένες, υπάρχει ένα πλούσιο εμπειρικό υλικό και μια πληθώρα εξειδικευμένων εμπειρικών μελετών, υπάρχει, ακόμα περισσότερο, μια ιστορική διαδρομή, αντιφατική χωρίς αμφιβολία, αλλά πλούσια σε ποικιλία εφαρμοσμένων πολιτικών, κοινωνικών συγκρούσεων, οργάνωσης θεσμών και κρατών, αποτελεσμάτων. Αναπόφευκτα, ο συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να επιλέξει, αν θέλει να συνοψίσει, και οι επιλογές του κρίνονται, θετικά ή αρνητικά, ως προς το σκοπούμενο αποτέλεσμα.
          Ο Σκούφογλου νομίζω δίνει μιαν ερμηνεία για το άνοιγμα των αναζητήσεών του: Αναφέρεται στη «γνωσιολογική χαρτογράφηση»,
«ένα εμπρόθετο εγχείρημα, που αντλεί τη νομιμοποίησή του όχι απλώς από μια αντανάκλαση της εξωτερικής πραγματικότητας, αλλά από μια «ολοποιητική στρατηγική» απέναντι σ’ αυτή» (σ. 22-3).
Παραδόξως, αλλά ευλόγως, ταυτόχρονα, η μεθοδολογική αυτή κατεύθυνση επαναφέρει ένα κρίσιμο ερώτημα που σχετίζεται ευθέως με τις προσεγγίσεις της κρίσης. Υπονοώ το αίτημα της διεπιστημονικής προσέγγισης, δηλαδή της υπέρβασης των τυπικών οριοθετήσεων που διαπερνούν το σώμα των κοινωνικών επιστημών. Και αυτό για δύο λόγους:
Πρώτον, γιατί η κρίση είναι ένα κοινωνικό γεγονός με μηχανισμούς, παράγοντες και αποτελέσματα που υπερβαίνουν τους γνωστούς διαχωρισμούς των κοινωνικών επιστημών. Μόλις προχθές ανακοινώθηκε ότι στην Ελλάδα το 2013 ο αριθμός των θανάτων ήταν μεγαλύτερος του αριθμού των γεννήσεων, για πρώτη φορά μετά το 1941. Αν και το γεγονός μπορεί να φέρει στη μνήμη τη διάκριση του Adam Smith για τις προοδεύουσες, στάσιμες και οπισθοχωρούσες κοινωνίες ανάλογα με τη μεταβολή του πληθυσμού, θα ήθελα να το επικαλεστώ μόνο για να δείξω το αυτονόητο: Η κρίση έχει συνέπειες στο σύνολο των κοινωνικών και καθημερινών δραστηριοτήτων: από τον αριθμό των γεννήσεων, τη μετανάστευση, τη συνοχή των οικογενειών και των κοινωνικών δομών, ως την προνομιακή ενίσχυση κλάδων και επιχειρήσεων, τον τρόπο κατανόησης της πραγματικότητας, τη διαμόρφωση οργανικών ιδεολογιών και στάσεων, ως τον θάνατο.
Δεύτερον, η πραγματικότητα, αυτό που όντως γίνεται, είναι πάντοτε αποτέλεσμα πολλαπλών προσδιορισμών. Η κίνηση από το αφηρημένο – θεωρητικό υπόδειγμα προς το συγκεκριμένο εντέλλεται την επίδραση παραγόντων, μηχανισμών και διαδικασιών, οι οποίοι μεσολαβούν, ενισχύουν, μετατοπίζουν, ακυρώνουν ή και διαστρέφουν το μηχανισμό του θεωρητικού υποδείγματος.
Τι σημαίνει αυτό; Η ανάλυση της κρίσης επιτάσσει μια πολύπλευρη διεπιστημονική προσέγγιση, με την προϋπόθεση ότι η διεπιστημονικότητα είναι γνήσια, χειρίζεται θεωρίες, μεθόδους και πορίσματα του συνολικού corpus των κοινωνικών επιστημών και δεν περιορίζεται στην επιλεκτική παράθεση βολικών απόψεων. Η διεπιστημονικότητα απαιτεί αυστηρότητα, επιστημονική αυστηρότητα, πολλαπλάσια εκείνης που απαιτεί κάθε μεμονωμένη πειθαρχία.  
          Με τα επιχειρήματα αυτά αιτιολογώ το εγχείρημα του Σκούφογλου, ο οποίος καταπιάνεται με θέματα της κρίσης, αν και προερχόμενος από τις λεγόμενες θετικές επιστήμες.
          Σε τι συμφωνώ, σε τι διαφωνώ και τι δε μου άρεσε στο βιβλίο. Πρώτον, συμφωνώ με μια σειρά θέσεων του Σκούφογλου στο Πρώτο και στο Δεύτερο Μέρος του βιβλίου. Όπως στην απόρριψη των απόψεων του Λαπαβίτσα για την εκμεταλλευτική θέση του χρηματιστηριακού κεφαλαίου, συμφωνώ ότι πρέπει να διακρίνουμε μεταξύ σχέσεων εκμετάλλευσης και σχέσεων αναδιανομής της υπεραξίας. Συμφωνώ με τον τρόπο που εξετάζει τη διαδικασία αποβιομηχάνισης και τα συμπεράσματά του. Συμφωνώ και σε πολλά άλλα μερικότερα ή γενικά ζητήματα που εξετάζει ή αναφέρεται εν συντομία.
          Διαφωνώ με την απόλυτη απουσία από την ανάλυση των εξελίξεων στην αγορά εργασίας και της διαχείρισης της εργατικής δύναμης, τα νέα φαινόμενα έμφασης στην παραγωγή απόλυτης υπεραξίας, τις λεγόμενες «ευελιξίες» στην παραγωγή και στην αγορά εργασίας, τον επανακαθορισμό των σχέσεων εξουσίας στο χώρο της παραγωγής και στο κοινωνικό και πολιτικό πεδίο. Δυστυχώς, ο Σκούφογλου ακολουθεί μια παράδοση κυρίαρχη στη μαρξιστική σύγχρονη συζήτηση, όπου οι συνθήκες της ταξικής σύγκρουσης προκύπτουν νομοτελειακά ή εκ των υστέρων ως από μηχανής θεός. Θεωρώ αυτού του είδους τις προσεγγίσεις μηχανιστικές και αδιέξοδες, καθώς το κεφάλαιο καταλαμβάνει την αποκλειστική θέση στην ανάλυση, αγνοώντας ότι το «κεφάλαιο» είναι κοινωνική σχέση, όχι μέγεθος, ούτε υποκείμενο. Αλλά προφανώς δεν έχω την απαίτηση να παρουσιάσει ο συγγραφέας μια ριζικά διαφορετική οπτική από την κυρίαρχη στο χώρο. Όμως, η έλλειψη της «χαρτογράφησης» της εργασίας είναι ένα μεγάλο κενό στις πολλές χαρτογραφήσεις που επιχειρεί.
          Αν είχε προσπαθήσει μια τέτοια χαρτογράφηση, θα διαπίστωνε ότι σταδιακά ο λεγόμενος «Τρίτος Κόσμος», ενυπάρχει στον κόσμο των «αναπτυγμένων», και αυτό όχι εξ αιτίας της μαζικής μετανάστευσης. Αναφέρομαι στην ταχύτατη αύξηση των εισοδηματικών ανισοτήτων και της διευρυμένης φτώχειας σε Ευρώπη και ΗΠΑ.
          Επισημαίνω μια σημαντική έλλειψη επίσης: Η διαδικασία εμπορευματοποίησης – από-εμπορευματοποίησης των κοινωνικών υπηρεσιών και της οικιακής εργασίας δεν έχει μόνο άμεσες συνέπειες για την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης: Εντάσσει έναν τεράστιο χώρο κοινωνικής παραγωγής στο μηχανισμό παραγωγής της υπεραξίας, στο πεδίο της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης.
          Δε μου άρεσε, τέλος, η μεγάλη εξάρτηση του συγγραφέα από δευτερογενείς βιβλιογραφικές αναφορές. Τα σύγχρονα πρωτότυπα δεν είναι δυσεύρετα, και η κατανόηση της επιχειρηματολογίας, πιστεύω, ότι είναι περισσότερο γόνιμη από την αναπαραγωγή συμπερασμάτων από δεύτερο χέρι.
          Αυτό θα προφύλασσε τον συγγραφέα από δύο κινδύνους: Από τον κίνδυνο της μεροληπτικής ανάγνωσης, στην οποία έχουν υποβληθεί ήδη τα πρωτότυπα κείμενα στις δευτερογενείς βιβλιογραφικές πηγές και από μια τάση σχηματοποίησης και υπερ-απλούστευσης που διακρίνω στην ανάπτυξη των θεμάτων του.
          Ελπίζω ότι δεν ακυρώνω με αυτά τη συνολική θετική άποψη που έχω για το βιβλίο. Το τι θα ήθελα εγώ να διαβάσω, δε δεσμεύει, βεβαίως, τον συγγραφέα. Το αντίθετο. Άλλωστε, μοναδικός κριτής του βιβλίου δεν είναι παρά οι αναγνώστες του.                   


Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

ΟΙ ΜΝΗΜΕΣ ΤΩΝ ΣΕΙΣΜΩΝ


Περίπου 600 σπίτια στο Ληξούρι κρίθηκαν κατεδαφιστέα. Πολλά περισσότερα προσωρινά ακατοίκητα. Από τη μία στιγμή στην άλλη οι νοικοκύριδες έγιναν άστεγοι. Μέσα στα συντρίμια των σπιτιών, στις κατεστραμένες οικοσκευές, στα χαλάσματα των δρόμων και του λιμανιού διαγράφονται οι κατεστρεμένες ζωές, τα συντετριμένα όνειρα, τα αναλώματα κόπων και θυσιών της καθημερινότητας.





Και οι στρατιώτες να στήνουν στο γήπεδο σκηνές, προσωρινά ή μονιμότερα καταλύματα, από τη φύση τους ανίκανα να προστατεύσουν αυτούς που έχουν ανάγκη να προστατευτούν. Σκηνές χωρίς δάπεδο, με νάυλον να αναλαμβάνει το ρόλο του μονωτικού μεταξύ των καταπονεμένων σωμάτων και του υγρού χόρτου.
Στη σχετική ζέστη και την απόλυτη ασφάλεια του σπιτιού μου έβλεπα χορτάτος, ποτισμένος και πλυμένος τις εικόνες από την καταστροφή. Και άρχισε το μυαλό μου να γυρίζει πίσω, σε μνήμες σεισμών που έζησα ...

Η πρώτη ανάμνηση από τους σεισμούς ήταν το 1957 στους τελευταίους σεισμούς του Βόλου. Παιδάκι πέντε χρονών - κι ούτε - ακολουθούσα τις μεταθέσεις του πατέρα μου από την Καλαμπάκα στην Πορταριά. Τρία χρόνια καταστροφικών σεισμών είχαν ήδη κτυπήσει την περιοχή και συχνά η γη έτρεμε ακόμα. Στην Πορταριά μας βρήκαν οι δύο σεισμοί του 1957, πολύ δυνατοί και οι δύο, που ολοκλήρωσαν τη σεισμική ακολουθία. Αν και η Πορταριά δεν έπαθε ζημιές - αν δεν κάνω λάθος -, οι δονίσεις ήταν ισχυρές και εκεί. 
 Με τον πρώτο σεισμό καταφύγαμε στο γραφείο του πατέρα μου. Ταχυδρομείο, νεόκτιστο, σε αντικατάσταση του παλαιού που πυρπολήθηκε στην Κατοχή, και "αντισεισμικό". Το έλεγε και το ξαναέλεγε ο πατέρας μου, με υπερηφάνεια και ανακούφιση μαζί. Και έτσι έμαθα αυτήν την περίργη λέξη, που έδινε τη σιγουριά του ανέπαφου και ασφαλούς. Μέχρι πριν λίγα χρόνια το κτίριο του ταχυδρομίου έμενε στη θέση του, ένα δρόμο πάνω από τη πλατεία με τα μεγάλα πλατάνια ... 
Στο γραφείο με τρύπωναν κάτω από ένα μεταλλικό γραφείο κάθε φορά που η γη έτρεμε. Δεν ένιωθα φόβο, ένα παιγνίδι ήταν για μένα, κι η ανησυχία στα πρόσωπα και στα μάτια και στα λόγια των μεγάλων με έκανε να απορώ. Μόνο όταν έφευγε η μάνα μου για να μαγειρέψει στο σπίτι και να μας φέρει φαγητό ανησυχούσα ...  

Ο σεισμός στην Αθήνα το 1981με βρήκε πατέρα στην πρώτη κόρη και επικείμενο φαντάρο. Ο μεγάλος σεισμός της Θεσσαλονίκης πριν λίγους μήνες είχε βοηθήσει στις γρήγορες αποφάσεις και κινήσεις. Το αυτοκίνητο του πατέρα επιτάχθηκε, ο ξάδελφος Βασίλης επιστρατεύτηκε (δεν ήξερα να οδηγώ τότε), και η οικογένεια μεταφέρθηκε στο Άλσος Συγγρού, έξω από την Πανεπιστημιούπολη, μακριά από κτίρια, μέχρι να ησυχάσει ο κόσμος. Η κόρη, ηλικίας ενος έτους τότε, κοιμόταν μακαρίως σε όλη τη διαδικασία, χαμπάρι δεν πήρε πώς την βουτήξαμε από το κρεβάτι της, την κουκουλώσαμε, τη βάλαμε στο αυτοκίνητο ... Αχάλαγη, να είναι καλά.

Ο σεισμός του 1999 με βρήκε σπίτι μου στον Σχοινιά. Ομολογώ ότι φοβήθηκα. Το σπίτι πήγε και ήρθε και εγώ ήμουν πια πολύ μεγάλος για να τρυπώσω κάτω από το γραφείο. Στάθηκα κάτω από την καμάρα (λάθος μεγάλο που δεν το πλήρωσα, γιατί, όπως έμαθα μετά, το σπίτι δεν είχε δοκάρια) μέχρι να σταματήσει, ενώ διάφορα μικρά αντικείμενα έπεφταν. Το σπίτι άντεξε, πολλοί σκοτώθηκαν τότε, οι άστεγοι της Μεταμόρφωσης εξακολουθούν να είναι άστεγοι, όπως μας πληροφόρησε ένας δημοσιογράφς στην ΤΒ που τους θυμήθηκε. 

Μικροπράγματα, δηλαδή, στην προσωπική μου σχέση με τους σεισμούς. Μικρές, γλυκερές, αναμνήσεις. Όμως μια άσχετη μνήμη έκανε την καρδιά μου να σφίξει και τα κόκαλά μου να πονέσουν. Η ανάμνηση του ύπνου σε βρεγμένο χορτάρι.

Η ιστορία ξεκίνησε σαν διασκέδαση και κατέληξε σε μια δύσκολη, πολύ δύσκολη, νύχτα.
Το 1975 έχω φύγει για μεταπτυχιακά στην Αγγλία και τον Αύγουστο είμαι στην Οξφόρδη. Και εκεί μαθαίνουμε ότι κάπου κοντά γίνεται το τελευταίο ροκ φεστιβάλ με ελεύθερη είσοδο. Μαζευτήκαμε καμιά 15αριά να πάμε - οι εικόνες από το Woodstock και η μουσική πανδαισία ήταν πολύ ζωντανή ακόμα. Μάθαμε πιο λεωφορείο πήγαινε, ανεβήκαμε και μετά μια ώρα φτάσαμε. Αύγουστος μήνας, ηλιόλουστη η ημέρα - παράδοξο για την Αγγλία που έβρεχε συχνά ακόμα και το καλοκαίρι, ώστε να θέσει ο Σπύρος, φίλος καλός και συμφοιτητής από την Αθήνα, το κρίσιμο ερώτημα: Τι γράφουν τα εγγλέζικα λεξικά στη λέξη "καλοκαίρι";
Δεν είχαμε σκοπό να μείνουμε το βράδυ, δεν πήραμε παρά ελαφρά μπουφάν μαζί μας (μήπως και βρέξει), ρωτήσαμε τον οδηγό τι ώρα ήταν το τελευταίο δρομολόγιο, μας είπε στις 9 το βράδυ και πήγαμε στο φεστιβάλ.
Μουσικά μπούρδες ήταν, χαζολογούσαμε εδώ και κει και 8,30 ήμασταν στη στάση, μη χάσουμε την επιστροφή. Α, ήμασταν και πεινασμένοι, διότι η είσοδος ελεύθερη, το φαγητό το πλήρωνες και λεφτά γιοκ.
Περιμέναμε και περιμέναμε και περιμέναμε, πουθενά λεωφορείο. Έφτασε 10 η ώρα, σκοτείνιασε, είχαμε μείνει στη στάση. Τρεις ιδέες έπεσαν: Να κάνουμε ωτοστοπ, πράγμα επικίνδυνο, να γυρίσουμε με τα πόδια, πράγμα ακόμα πιο επικίνδυνο ή να γυρίσουμε στο φεστιβάλ να δούμε πώς θα τα βολέψουμε.
Γυρίσαμε. Και ψάχνοντας πού κεφαλήν κλείναι, βρήκαμε ένα μεγάλο νάυλον, σαν αυτά που τυλίγουν τα στρώματα. Στρώσαμε τα μουφάν στο χορτάρι που άρχιζε να βγάζει την υγρασία, και στριμωχτήκαμε κάτω από το ναυλον ο ένας δίπλα στον άλλο.
Τα έφερε η τύχη να είμαι στην άκρη. Μισός στο μπουφάν, μισός στο χορτάρι. Ένιωθα την υγρασία να με διαπερνά, τα κόκαλα να πονάνε, να τρέμω σαν το ψάρι όλο το βράδυ. 
Και για κερασάκι, σε μια σκηνή δίπλα, ο ένοικος είχε μαστουρώσει και έπαιζε το τουμπελέκι συνέχεια ως το ξημέρωμα....
Δέχτηκα το πρώτο φως του ήλιου σαν ανάσταση, σαν θεία ευλογία. Βγήκα από το νάυλον, τεντώθηκα, έτριβα το σώμα, τα χέρια και τα πόδια. Απόλυτο μούδιασμα, όλα ήταν σαν να ήμουν ώρες στο νερό, όλα τα ένιωθα υγρά.
Αυτή η ανάμνηση ήρθε βλέποντας τις σκηνές, τους ανθρώπους να κοιμούνται μεσα στο καταχείμωνο πάνω στο χορτάρι του γηπέδου με την προστασία ενός νάυλον.
Αδέλφια της Κεφαλονιάς, σας νιώθω ως το κόκαλο.

Κυριακή 15 Δεκεμβρίου 2013

2ο ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 20 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ


Το 2ο Σεμινάριο για την Κρίση θα γίνει την Παρασκευή 20 Δεκεμβρίου στις 6μμ
Αριστοτέλους 29, 3ος όροφος (πίσω από το Πάντειο).
Θα μιλήσει ο Ιορδάνης Ψημμένος με θέμα

ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΣΤΙΣ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΩΝ ΚΡΙΣΕΩΝ

Το σεμινάριο είναι ανοικτό και σε προπτυχιακούς και μεταπτυχιακούς φοιτητές

ΟΙ ΕΠΙΠΤΩΣΕΙΣ ΤΟΥ ΜΝΗΜΟΝΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΓΟΡΑ ΕΡΓΑΣΙΑΣ

Σάββατο 30 Νοεμβρίου 2013

ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΑΝΑΒΑΜΕ ΤΗ ΣΟΜΠΑ




30 Νοεμβρίου σήμερα, τελευταία μέρα του ημερολογιακού φθινοπώρου. Κάθε τέτοια μέρα στο σπίτι στο Βόλο επικρατούσε ταραχή. Γιόρταζε ο κυρ Ανδρέας, το σπίτι άνοιγε για να υποδεχθεί τους φίλους, γείτονες και συναδέλφους. Ήταν, βλέπετε, η μεγάλη οικογενειακή μας γιορτή. Ούτε η μάνα μου δεχόταν στη γιορτή της, ούτε εμένα με γιόρταζαν, αλλά η γιορτή του πατέρα μου ήταν κυριολεκτικά "πατροπαράδοτη".
Η ετοιμασία άρχιζε μια - δυο μέρες πριν. Το σπίτι καθαριζόταν επιμελώς, δηλαδή το δωμάτιο με το μεγάλο τραπέζι και τις οκτώ καρέκλες γύρω - γύρω, το "δυτικομεσημβρινό", όπως το έλεγε ο κυρ Ανδρέας, που έβλεπε στο πίσω μέρος του κήπου και από το παράθυρο του οποίου, με λίγη προσοχή και κόβοντας λίγα ατίθασα κλαδιά της ακακίας μπορούσες τα καλοκαιρινά βράδια να βλέπεις την οθόνη του Έσπερου. Ασκήθηκα έτσι στον βωβό κινηματογράφο: Ούτε ήχος έφθανε, ούτε τα γράμματα μπορούσα να δω βέβαια. Μπορούσες, όμως, να χαζέψεις κανένα μισάωρο, πριν πιαστείς από την άβολη θέση κατόπτευσης, και αφού τα χελιδόνια είχαν αποσυρθεί στις φωλιές τους - άλλο καθημερινό απογευματινό χάζεμα αυτό, από το μπαλκόνι αυτή τη φορά, καταπίνοντας με αηδία το χτυπημένο αυγό με τα ίχνη καφέ μέσα για να σπάζει αυγουλίλα. 
Το σπίτι καθαριζόταν, αφού προηγουμένως καθαριζόταν η σόμπα και τα μπουριά της. Ειδικότητα του πατέρα μου αυτή. Τα μπουριά έβγαιναν όλα, η κάπνα έπεφτε σε ανοικτές εφημερίδες στρωμένες στο πάτωμα κατά μήκος των μπουριών, μετά στο ταρατσάκι της κουζίνας για κανονικό καθάρισμα και επιθεώρηση: ποια είναι γερά, ποια έχουν τρυπούλες. Αυτά έπρεπε να αντικατασταθούν ή, αν το επέτρεπε η συνδεσμολογία, να καλυφθούν οι τρύπες από άλλο μπουρί ή από κείνα τα δακτυλίδια που συνένωναν δυο διαδοχικά μπουριά. Μετά συναρμολόγηση και δοκιμή: Η σόμπα άναβε την παραμονή, συνήθως για μισή ώρα για να δούμε αν τράβαγε κανονικά ή αν ο καπνός έμενε στο δωμάτιο. Crash test, δηλαδή, κανονικό.
Η μάνα μου, αυτονοήτως, στη γκρίνια. "Δεν προσέχεις, λερώνεις, όλο τον κόσμο, κοίτα τα ρούχα σου πώς τα έκανες, φοράς και σακάκι με γραβάτα για να φτιάξεις τη σόμπα, δες τις βρωμιές που έριξες στο χωλ, να δούμε αν θα καθαρίσουν και τι θα πει ο κόσμος αύριο" αυτά που λένε οι γυναίκες με γκρινιάρικη προδιάθεση συνήθως.
Μπαίνανε και τα χαλιά, κάτι μεγάλες κουρελούδες φτιαγμένες από τα χεράκια της θείας Λίτσας, πριν παντρευτεί και εγκαταλείψει τον αργαλειό και πιάσει τον πλάστη ν' ανοίγει φύλλα για πίτες. Εκεί, στο στρώσιμο του χαλιού συμμετείχα αποφασιστικά: Οι μεγάλοι σήκωναν το τραπέζι κι εγώ χωνόμουν κι έφτιαχνα το χαλί, λίγο από δω, λίγο από κει, ώσπου να ικανοποιηθούν και πουν "ωραίο έγινε", πράγμα που σήμαινε ότι τοποθετήθηκε συμμετρικά κάτω από το μεγάλο τραπέζι. Καλυπτόταν και το άθλιο πάτωμα: κάτω χοντροσανίδια καρφωμένα, γεμάτα ακίδες που έμπαιναν συνήθως μεταξύ κρέατος και νυχιού στα πόδια των παιδιών που συνήθιζαν να κυκλοφορούν ξυπόλυτα, σαν την αφεντιά μου.
Αυτό το δωμάτιο του μεγάλου τραπεζιού άνοιγε ουσιαστικά μια φορά το χρόνο. Τις άλλες μέρες έμενε κλεισμένο - πλην τα βράδια του καλοκαιριού που λέγαμε. Κρύο και υγρό ήταν, δεν σου έκανε καρδιά ούτε να το επισκεφτείς. Η ζωή του σπιτιού ήταν στο δωμάτιο της σόμπας, ανεξαρτήτως εποχής. 
Η σόμπα στεκόταν περήφανη στο γωνία της, δίπλα από την ξυλοθήκη. Ήξερε ότι ήταν το κέντρο του σπιτιού, γύρω της ήταν όλη η ζωή μας. Από το πρωί που άναβε, ως το βράδυ που θα κοιμηθούμε, ενώ την αφήναμε να σιγοσβύσει αργοκαίγοντας το τελευταίο ξύλο. Άναβε συνεχώς από τις 30 Νοεμβρίου ως το τέλος Μαρτίου, μερικές φορές και λίγο ακόμα.
Εκεί, στο δωμάτιο της σόμπας ήταν το κρεβάτι μου, ένα άλλο μεγάλο τραπέζι τετράγωνο αυτό, πολλαπλών χρήσεων, καρέκλες ψάθινες κουζίνας και το ραδιόφωνο, μάρκας Phillips, αγορασμένο, όπως μου έλεγαν από την Αθήνα, τη μέρα που βαπτίστηκα. Αλλά το πώς βαπτίστηκα, σας το έχω πει,
Σ' αυτό το τραπέζι τρώγαμε, διάβαζα, άπλωνε ο πατέρας μου τη συλλογή των γραμματοσήμων του και μου έδειχνε γραμματόσημα από χώρες μακρινές και σειρές ελληνικές. Στο τραπέζι αυτό σιδέρωνε η μάνα μου τα ρούχα και ο πατέρας μου τα γραμματόσημα που ξεκολλούσε προσεκτικά βάζοντάς τα σε ένα βαθύ πιάτο με νερό πρώτα και μετά απλώνοντάς τα σε στυπόχαρτα και εφημερίδες. Μετά το στέγνωμα τα σιδέρωνε και άρχιζε τον έλεγχο: Μ’ έναν μεγεθυντικό φακό τα κοίταζε, πρόσεχε τα δοντάκια, τη σφραγίδα, ούτε και ξέρω τι άλλο. Άνοιγε και κάτι βιβλία για συλλέκτες, έπαιρνε πληροφορίες, βλέπετε δεν είχαμε ίντερνετ τότε, στα βιβλία ψάχναμε να βρούμε αυτό που θέλαμε …
Τα σκάρτα και τα ξένα μου τα έδινε. Θυμάμαι μια σειρά πορτογαλικών γραμματοσήμων μικρά σε μέγεθος και σε διάφορα χρήματα. Τα καλύτερά μου. Πάνω τους είχαν έναν ιππότη να καλπάζει, το κράνος κατεβασμένο, το κοντάρι σε οριζόντια θέση. Τα υπέβαλλα σε πληθώρα μονομαχιών – κέρδιζε πάντα το κόκκινο, ποιος ξέρει γιατί (!!!).
Του Αγίου Ανδρέα, λοιπόν. Τα λουκάνικα από τα Τρίκαλα έφθαναν αυτήν την ημέρα με το ΚΤΕΛ, πεσκέσι από τη γιαγιά, αν δεν ερχόταν η ίδια. Και το βραδάκι, μόλις σκοτείνιαζε, άρχισε να έρχεται ο κόσμος. Λικεράκι – πράσινο μέντα, που το είχα δοκιμάσει κρυφά, αλλά δεν μου άρεσε καθόλου – φρουί γλασέ, τα γνωστά. Και όταν μέναν οι λίγοι, οι καλοί, η μάνα μου άρχισε να τηγανίζει τα λουκάνικα και να βγάζει μεζέδες και κρασί.
Αυτά γινόταν μέσα, στο κρύο και υγρό δωμάτιο. Εγώ, δίπλα στη σόμπα, άκουγα να κουβεντιάζουν, να φωνάζουν, να τραγουδάνε. Έτρωγα το λουκάνικό μου, ένοιωθα τη ζέστη να με γεμίζει, άκουγα τα ξύλα να τρίζουν στο άγγιγμα της φλόγας ...

Κάθομαι και θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια στο Βόλο. Τότε που το κρύο ήταν αυτονόητο και η ζέστη απόλαυση. Κάθομαι και θυμάμαι, σ’ ένα δωμάτιο κρύο, αυτήν την τελευταία μέρα του φθινόπωρου, και δεν έχω πατέρα να του πω «Χρόνια Πολλά», έστω και τυπικά.    
          


ΕΝΑΡΞΗ ΣΕΜΙΝΑΡΙΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

ΣΕΜΙΝΑΡΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ


Το Σεμινάριο για την Κρίση αρχίζει εκ νέου τις συνεδρίες του από την Παρασκευή, 6 Δεκεμβρίου 2013 στις 6μμ στην Αίθουσα Βιβλιοθήκης, Αριστοτέλους 29, 3ος όροφος, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.
Σκοπός του Σεμιναρίου είναι να αναδειχθούν πολύπλευρες και διεπιστημονικές προσεγγίσεις στα ζητήματα της κρίσης, τα αίτια και κυρίως τις επιπτώσεις, στο σύνολο των κοινωνικών δομών και κοινωνικών υποκειμένων.
Στη συνάντηση της Παρασκευής θα διευθετήσουμε ορισμένες οργανωτικές λεπτομέρειες διεξαγωγής του σεμιναρίου. Στη συνέχεια θα παρουσιαστεί η πρώτη εισήγηση με θέμα
Μεθοδολογικές Προσεγγίσεις στην Κρίση
από τον Απόστολο Δεδουσόπουλο, ώστε να επαναφέρουμε τον προβληματισμό μας τα όσα επεξεργαστήκαμε τα τελευταία δύο χρόνια.
Παρακαλούμε για την ενεργό  συμμετοχή σας

Σοφία Βιδάλη
Απόστολος Δεδουσόπουλος
Μαρίνα Μαροπούλου
Χρήστος Παπαθεοδώρου
Χριστόφορος Σκαμνάκης
Ιορδάνης Ψημμένος


Πέμπτη 28 Νοεμβρίου 2013

ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΩΝ κ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ - Χρ. ΤΑΣΣΗ





ΠΑΣΟΚ

Η ΑΝΟΔΟΣ ΚΑΙ Η ΠΤΩΣΗ(;) ΕΝΟΣ ΗΓΕΜΟΝΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ

Κώστα Ελευθερίου – Χρύσανθου Τάσση (2013)

Εισήγηση στην παρουσίαση του βιβλίου στην Ηλιούπολη
Κυριακή, 24 Νοεμβρίου 2013

Θα ήθελα να εκφράσω πρώτ’ απ’ όλα τη χαρά μου και την τιμή που μου γίνεται να μιλήσω δημόσια για το βιβλίο των φίλων, συναδέλφων και συμμετεχόντων στο Σεμινάριο για τα Οργανωμένα Συμφέροντα, όπου είχα την τύχη να ακούσω την παρουσίαση των βασικών στοιχείων του βιβλίου αυτού, πριν ακόμα πάρει τη μορφή που έχει σήμερα.
Να ευχαριστήσω τους συγγραφείς, τον Κώστα και τον Χρύσανθο, γιατί μας δίνουν ένα βιβλίο διεξοδικό, αναλυτικό και τεκμηριωμένο, πολλαπλώς χρήσιμο, όχι μόνο για την κατανόηση του «Φαινομένου ΠΑΣΟΚ» και μιας μακράς περιόδου της ελληνικής κοινωνίας, αλλά μας επιτρέπουν, με τη μέθοδο της αναλογίας, να εξετάσουμε με περισσότερο κριτική οπτική την τρέχουσα συγκυρία και τις διεργασίες που οδηγούν στο αύριο.
Κάθε βιβλίο ή κάθε ερμηνευτική προσπάθεια που προσεγγίζει ζητήματα τόσο κομβικά και πολυσυζητημένα, αλλά και τόσο χρονικά κοντινά, δεν μπορεί παρά να είναι σε κάποιο βαθμό μεροληπτικό: εχθρικά μεροληπτική ή φιλικά μεροληπτική, η ερμηνεία αποτελεί αφ’ εαυτής πολιτική παρέμβαση και θα ήταν λάθος να την εκλάβουμε ως «ουδέτερη επιστημονική θεώρηση». Το πλήθος των σχετικών άρθρων και βιβλίων που, μερικώς, μόνο, συνοψίζουν και αναφέρουν οι συγγραφείς, πιστοποιούν την ύπαρξη ενός πεδίου που κινείται συνεχώς μεταξύ της αγιογραφίας και της δαιμονοποίησης.
Θα ήθελα να δηλώσω, συνεπώς, εξ αρχής την προκατάληψή μου: Δεν υπήρξα ποτέ ΠΑΣΟΚ, δεν είδα ποτέ θετικά το ΠΑΣΟΚ. Αντιθέτως, ήδη από τη συγκρότησή του το 1974 το εξέλαβα ως εχθρικό, γνώμη για την οποία δεν μετανόησα. Αυτό ως προειδοποίηση για τα όσα ακολουθούν.
Οι συγγραφείς επιλέγουν να ιστορήσουν την περιπέτεια ΠΑΣΟΚ μέσα από την οργανωτική του συγκρότηση, αναδεικνύοντας συστηματικά τις τριβές, συγκρούσεις και αρμονίες που δημιουργήθηκαν μεταξύ της οργανωμένης βάσης και της κυβέρνησης. Και ιστορώντας αυτή τη σχέση μπορούν να εντάξουν στην αφήγηση και τις υπόλοιπες παραμέτρους: τον λαϊκισμό, την χαρισματική ηγεσία και τις πελατειακές σχέσεις (σ. 20).  Με αυτόν τον τρόπο, η αφήγησή τους γίνεται πολυεπίπεδη και τα επιμέρους στοιχεία εντάσσονται με σαφήνεια στο ερμηνευτικό τους πλαίσιο. Ένα βιβλίο που αξίζει να διαβαστεί προσεκτικά και να προκαλέσει συζητήσεις.
Θα μου επιτρέψετε, στη συνέχεια και αφού εγκωμίασα το βιβλίο και τους συγγραφείς, να παραθέσω ορισμένες σκέψεις, συμπληρώματα, επεκτάσεις και αντιρρήσεις. Και ας αρχίσω από τις τελευταίες, που είναι δύο.
Η πρώτη αφορά στην έννοια του «κόμματος – καρτέλ» ή του «κόμματος του κράτους». Η έννοια αυτή είναι κομβική στην ανάλυση των Ελευθερίου – Τάσση. Κατά τη γνώμη μου, είναι ιδιαίτερα προβληματική. Ας γίνω λίγο περισσότερο αναλυτικός.
Οι συγγραφείς παρουσιάζουν με σαφήνεια την αναλυτική τους προσέγγιση και την υπόθεση εργασίας:
«Η οργανωτική εξέλιξη του ΠΑΣΟΚ είναι μια πορεία αντιφατικών προσαρμογών του κόμματος σε κρίσιμες κοινωνικοοικονομικές καμπές οι οποίες καθορίζονται κάθε φορά από τη μεταβαλλόμενη στρατηγική του κράτους» (σ. 21).
Σε άλλο σημείο αναφέρονται «(σ)την κίνηση του κόμματος από την κοινωνία του κράτους», με τελική κατάληξη την κρατικοποίηση του κόμματος, μια πορεία με αφετηρία την κομματικοποίηση του κράτους που καταλήγει στην αντίστροφη κατάσταση.
Ως περιγραφικό σχήμα αυτή η προσέγγιση διαθέτει σημαντικά πλεονεκτήματα. Όμως, η αναλυτική της θεμελίωση είναι, κατά τη γνώμη μου, εσφαλμένη.
Και είναι εσφαλμένη, γιατί χρησιμοποιεί μια συγκεκριμένη θεωρία για το κράτος. Ένα κράτος – υποκείμενο, το οποίο διαμορφώνει στρατηγικές και τις μεταβάλλει, ένα κράτος διακριτό και σε απόσταση από την «κοινωνία», δηλαδή σε μια σχέση εξωτερική προς την κοινωνία.
Είναι όμως έτσι; Γιατί αν δεν δεχθούμε μια θεωρία υποκειμενικοποίησης του κράτους, τότε ούτε η προσαρμογή του κόμματος στις «μεταβαλλόμενες στρατηγικές του κράτους» ευσταθεί, ούτε η κίνηση του κόμματος από την κοινωνία στο κράτος.
Ανακαλώντας τον Πουλαντζά θα υπενθυμίσω την διπλή υπόσταση του κράτους: Το κράτος – εξουσία, δηλαδή κρυστάλλωμα των ταξικών σχέσεων και την υλική υπόσταση του κράτους, τους κρατικούς μηχανισμούς.
Αν έτσι έχει το θέμα, τότε ίσως να κατανοούμε ότι οι προσαρμογές του ΠΑΣΟΚ, οργανωτικές, πολιτικές και ιδεολογικές, είναι αποτέλεσμα μιας συνεχούς διαδικασίας συγκρότησης – διάλυσης – επανασυγκρότησης ταξικών συμμαχιών, δηλαδή κοινωνικών συγκρούσεων, οι οποίες άλλοτε ήταν εμφανείς και άλλοτε υποβόσκουσες.  Αναδιατάξεις δηλαδή, οι οποίες όμως δεν έθιξαν σε καμία περίπτωση και σε καμία χρονική στιγμή το κομβικό ζήτημα της εξουσίας, δεν αμφισβήτησαν παρά προσωρινά και αναποτελεσματικά τις κυρίαρχες σχέσεις εξουσίας. Το «βουρ στους κρατικούς μηχανισμούς» της πρώτης περιόδου άφησε το ζήτημα της εξουσίας στο απυρόβλητο. Οι «πρασινοφρουροί» υπήρξαν το άλλοθι και ο αδύναμος κρίκος, ταυτόχρονα, μιας κίνησης για την επιβολή μιας αυταρχικής και καθόλου δημοκρατικής πολιτικής διαχείρισης.
Η μεταρρυθμιστική δυναμική του ΠΑΣΟΚ εξαντλήθηκε, άλλωστε, πολύ νωρίς. Στα πρώτα δύο χρόνια της κυβέρνησής του επέφερε θεσμικές αλλαγές υπερ-ώριμες: Το νόμο για την ανωτάτη εκπαίδευση, την αλλαγή στο οικογενειακό δίκαιο, τις αλλαγές στο συλλογικό εργατικό δίκαιο. Στη συνέχεια άρχισε το ράβε – ξήλωνε, την αναίρεση των βασικών μεταρρυθμίσεων, την ανατροπή και την αποδόμηση. Ή μήπως δεν θυμάμαι καλά;
 Και επειδή οι αγαπημένοι μου συνάδελφοι αναφέρονται στον «παιδευτικό ρόλο των κομμάτων κατά τη μεταπολίτευση», ας αναλογιστούμε πώς το ΠΑΣΟΚ, δηλαδή η ηγεσία του, «εκπαίδευσε» τους πολίτες σε θέματα εσωκομματικής δημοκρατίας. Από τις διαγραφές με απόφαση του Προέδρου (1975) και την εκλογή δια βοής ως την εκλογή με τη συμμετοχή των «φίλων» η απόσταση δεν είναι μεγάλη: Η ηγεσία δεν ήταν μόνο κληρονομική, ήταν ελέω. Τίνος «ελέω», πάντως όχι της πολιτικής επιλογής. Και στο όνομα του ηγεμόνα – ηγέτη, όλα επιτρέπονται. Ακόμα και η αυτοαναίρεση.
Το ΠΑΣΟΚ συνεπώς ακολουθεί μια διαδικασία τομών σε όλα τα επίπεδα. Η ιστορία του είναι μια ιστορία τομών. Σε κάθε τομή ο πολιτικός του λόγος συρρικνώνεται, απευθύνεται σε όλο και λιγότερους: Από την ευρύχωρη Εθνική Λαϊκή Ενότητα στα «νέα τζάκια» και από τα νέα τζάκια στα παραδοσιακά οικονομικά συμφέροντα, το ΠΑΣΟΚ συρρικνώνει την πολυσυλλεκτική ταξική του βάση και επιβιώνει εκλογικά διατηρώντας την ανάμνηση ενός διχασμού που έχει διπλά ακυρώσει: και προς την αριστερά με την αναγνώριση της Εθνικής Αντίστασης και προς τα δεξιά με την υποδειγματική διαχείριση των συντεχνιακών συμφερόντων των αστών.
Το ΠΑΣΟΚ, συνεπώς, δεν είναι το «κόμμα του κράτους», είναι το κόμμα της κυβέρνησης, δηλαδή του κρατικού μηχανισμού. Σαν τον μυθικό ήρωα τον Ανταίο ο κρατικός μηχανισμός του προσφέρει ζωή και δυνάμεις. Αλλά αυτή η «κρατικοποίηση» του ΠΑΣΟΚ το μετατρέπει από «δύναμη αλλαγής», σε δύναμη συναλλαγής και διαχείρισης.
Ο μακαρίτης ο Σάκης Καράγιωργας είχε εγκαίρως επισημάνει ότι η πολιτική του ΠΑΣΟΚ στην οικονομία ήταν μια άσκηση αναδιανομής στο εσωτερικό των εκμεταλλευομένων τάξεων: από τους μισθωτούς στους μικροαστούς, από τους μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα στους μισθωτούς του δημόσιου. Οι νέες συμμαχίες στερεώθηκαν με την ενεργή συμμετοχή μεγάλου τμήματος της νέας μικροαστικής τάξης. Ήδη πριν το «βρώμικο» 1989 η «εκσυγχρονιστική» ατζέντα είχε οργανωθεί στις βασικές γραμμές:
Πεδίο πειραματισμού και εφαρμογής τα περιβόητα Μεσογειακά Ολοκληρωμένα Προγράμματα, όπου, με το πρόσχημα της αντιστάθμισης του ανταγωνισμού από την ένταξη της Ισπανίας και Πορτογαλίας στην ΕΕ, διασπαθίζονται πόροι που καταλήγουν σε ασήμαντα έργα, άχρηστες υποδομές και ανύπαρκτες επενδύσεις. Είναι η περίοδος όπου ο λαός εκπαιδεύεται στην μικρο-απάτη, για να μην βλέπει τα νέα τζάκια των επιχειρηματικών συμφερόντων να επιβεβαιώνουν την προνομιακή τους σχέση με τις κρατικές δαπάνες και τους ευρωπαϊκούς πόρους. Η διαφθορά στη μικρή κλίμακα κρύβει τη μεγάλη διαφθορά και το πολιτικό χρήμα. Ακόμα χειρότερο: ο «λαός» καθίσταται συνένοχος, και η συνενοχή του ανακαλείται στις κρίσιμες στιγμές. Είτε ως «κλείσιμο ματιού» είτε ως απειλητική κίνηση του δακτύλου. Αν η περίπτωση Κοσκωτά ήταν η κορυφή ενός παγόβουνου που αποκαλύφθηκε επειδή «ξεπέρασε το μέτρο» κατά την έκφραση ιδιοκτήτη δημοκρατικής εφημερίδας της εποχής, ας καταλάβουμε ότι το αντικείμενο προς μέτρηση υπήρχε ευρύτερα.
Μακρηγορώ. Μια τελευταία διαφωνία: Στην Ελλάδα δεν είχαμε σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Σκόρπιες σοσιαλδημοκρατικές ομάδες είχαμε, στελεχωμένες από διανοούμενους με φαμπιανές αναφορές, χωρίς σύνδεση με το χώρο της εργασίας. Τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αναπτύχθηκαν σε σχέση οργανική με τα εργατικά συνδικάτα, παντού όπου τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα αποτέλεσαν κόμματα εξουσίας. Στη Γερμανία, τη Μεγάλη Βρετανία, στις Σκανδιναβικές χώρες. Το ΠΑΣΟΚ έγινε κόμμα και μετά έφτιαξε προσβάσεις σε εργασιακούς χώρους. Τα εργοστασιακά συνδικάτα, βεβαίως, που στην πρώτη περίοδο πολυσυλλεκτισμού είχαν τη θεμελίωση στις αρχές αυτοδιαχείρισης της Γιουγκοσλαβίας του Τίτο. Σύντομα ακυρώθηκαν από το ίδιο το ΠΑΣΟΚ. Το συνδικαλιστικό κίνημα μετατράπηκε σε έναν γραφειοκρατικό μηχανισμό συμμετοχής σε συναινετικούς κοινωνικούς διαλόγους, ισχνής παρουσίας στον ιδιωτικό τομέα και προώθησης των εκάστοτε προέδρων στις κυβερνητικές θέσεις. Με άλλα λόγια, η σχέση συνδικάτων – κόμματος υπήρξε συναρτημένη, αλλά με τρόπο αντίστροφο από εκείνη που χαρακτηρίζει την παραδοσιακή σοσιαλδημοκρατία.
Άλλωστε το ίδιο το ΠΑΣΟΚ απέφευγε ή μάλλον, αρνιόταν πεισματικά τη συγγένειά του με τη σοσιαλδημοκρατία. Η επαφή αποκαταστάθηκε, φαινομενικά παραδόξως, όταν η σοσιαλδημοκρατία έχει οριστικά ηττηθεί με την εκλογή της Θάτσερ το 1979 και τα όσα ακολούθησαν σε Μ. Βρετανία, Γερμανία, Ιταλία και Σουηδία.   
Μισή λέξη για την ιδεολογία: Το ΠΑΣΟΚ οργανώνει την ηγεμονία του ακροβατώντας μεταξύ του λαϊκότροπου και του εθνικιστικού. Αν θέλετε το προηγούμενο, αναζητείστε το στον ιδεολογικό λόγο της Δικτατορίας.