Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τρίτη 25 Δεκεμβρίου 2012

Η ΚΡΙΣΗ ΚΑΙ Η ΝΕΟΛΑΙΑ

ΔΙΗΜΕΡΙΔΑ ΕΜΙΑΝ - ΣΤΡΟΓΓΥΛΟ ΤΡΑΠΕΖΙ


Ομιλούν 
Στέφανος Πεσμαζόγλου
Θανάσης Τζαβάρας
Απόστολος Δεδουσόπουλος
Νίκος Ξυδάκης

Συντονίζει ο Μιχάλης Σπουρδαλάκης

Κυριακή 9 Σεπτεμβρίου 2012

ΤΑΦΟΙ


Περπατούσε στο φθινοπωρινό απόγευμα μέσα στην πρώιμη ψηλή βροχή. Τα βήματά του δεν είχαν τίποτε το σταθερό. Τα πόδια του άλλοτε σέρνονταν και άλλοτε έκαναν ένα μικρό πηδηματάκι, σαν αυτά που επιχειρούμε για να βρούμε την ισορροπία μας, όταν απρόβλεπτα εμπόδια του πεζοδρομίου φυτρώνουν μπροστά μας. Έμοιαζε απορροφημένος στις σκέψεις του, βαρύς, σκυθρωπός, σκοτεινός σαν τον ουρανό που μόνο εκεί προς τη Δύση έσπαζε το μολυβί του χρώμα και επέτρεπε κάποιες πινελιές μιας ανοικτογάλαζης υποψίας να ξεπροβάλλουν.

            «Δεν ήμουν καλός γιος. Δεν ήταν καλός πατέρας». Οι δυο αυτές φρασούλες είχαν καρφωθεί από ώρα στο μυαλό του και επαναλαμβάνονταν η μία μετά την άλλη διαδοχικά και αδιάκοπα. Από την ώρα που έστριψε το αυτοκίνητο αφήνοντας τον περιφερειακό να κατρακυλήσει στην κατηφοριά που οδηγούσε στην είσοδο του νεκροταφείου. Μηχανικά οδηγούσε με μικρή ταχύτητα, υποψιαζόμενος παρά βλέποντας τις ελαφρές στροφές του δρόμου και τα αυτοκίνητα που έρχονταν από την άλλη μεριά. Σκοτείνιαζε ήδη, ο Νοέμβριος δεν επέτρεπε την επιμήκυνση του ηλιακού ωραρίου.

            «Δεν ήμουν καλός γιος. Δεν ήταν καλός πατέρας». Δεν είχε σκοπό να σταματήσει στο νεκροταφείο. Είχε πολύ καιρό να το επισκεφτεί, χρόνια, σταμάτησε να πηγαίνει λίγο καιρό μετά την ταφή. Περνούσε από έξω, έξω από την πέτρινη μάντρα και συνέχιζε τη διαδρομή ως το γραφείο, διασχίζοντας δρόμους που του ήταν οικείοι, γωνιές των εφηβικών του αναπνοών. Μα σήμερα, παρά τη βροχή, χωρίς καλά – καλά να καταλάβει πώς, έστριψε το τιμόνι δεξιά, κατέβηκε στο υπόγειο πάρκινγκ, σα ρομπότ πλήρωσε το φύλακα, κλείδωσε και ανέβηκε βαριά τα λίγα σκαλοπάτια ως την είσοδο. Και τώρα, σκοτεινός σα τη σκέψη του – ή την απουσία της – ακολουθούσε τα ελικοειδή μονοπάτια που τον οδηγούσαν μ’ αυτόν τον περίεργο βηματισμό στον οικογενειακό τάφο.

            Δεν τον ενοχλούσαν πια τα νεκροταφεία. Είχε ξεπεράσει τη φρίκη και τον τρόμο που του προκαλούσαν στην παιδική του ηλικία. Τότε που και η ιδέα να αντικρίσει νεκρό ή να περάσει έξω από νεκροταφείο τον πανικόβαλε. Την παιδική φρίκη είχε μετατρέψει σε απόσταση. Το νεκρό σώμα ήταν ένα αντικείμενο, ψυχρό, άκαμπτο, καμιά σχέση με τον άνθρωπο στον οποίο άλλοτε αντιστοιχούσε.

            Βάδιζε και οι δύο φράσεις βούιζαν μέσα στο μυαλό του. «Δεν ήμουν καλός γιος. Δεν ήταν καλός πατέρας». Μα τι νόημα είχε αυτή η όψιμη τοποθέτηση, πέντε χρόνια σχεδόν μετά το θάνατο; Ναι, δεν υπήρξε καλός γιος. Αυτό ήταν σίγουρο. Όχι γιατί δεν αγαπούσε τον πατέρα του, αλλά γιατί τσιγκουνεύτηκε να δείξει την αγάπη του. Την κρατούσε μυστική, σαν, αν την έδειχνε, να ήταν ντροπή, κοινωνική κατακραυγή, ένδειξη αδυναμίας. Δεν έδειξε την αγάπη του, γιατί δε συγχώρησε τον πατέρα του. «Όσο πιο πολύ αγαπάμε, τόσο πιο δύσκολα συγχωράμε» σκέφτηκε, προσπαθώντας να διώξει τη μονότονη εναλλαγή από το μυαλό του, έστω και υιοθετώντας προσωρινά ένα άλλο μοτίβο.

«Όσο πιο πολύ αγαπάμε, τόσο πιο δύσκολα συγχωράμε». Το είπε δυο-τρεις φορές από μέσα του, το επανέλαβε πιο δυνατά, αγνοώντας τον κίνδυνο να τον θεωρήσουν οι χαροκαμένοι που έσκυβαν στους τάφους των δικών τους σαν όμοιό τους, βαθιά ταραγμένο από την απώλεια, να τρεκλίζει και να παραμιλά, να τρεκλίζει ή μάλλον να βαδίζει με ξεχωριστή αβεβαιότητα, σαν το έδαφος να βούλιαζε, να παρουσίαζε εμπόδια ορατά μόνο σ’ αυτόν, που προσπαθούσε να τα υπερβεί σέρνοντας τα βήματα, γέρνοντας πότε προς τα δεξιά, πότε προς τα αριστερά, κινούμενος διαγώνια παρά σε ευθεία, χοροπηδώντας μερικές φορές σα να σκόνταφτε, έτοιμος να πέσει και ξαναβρίσκοντας την ισορροπία του στο επόμενο βαρύ βήμα.

Μάταιος κόπος. Οι δυο φράσεις ξανάλθαν και κυριάρχησαν σε ένα μυαλό άδειο από σκέψεις:  «Δεν ήμουν καλός γιος. Δεν ήταν καλός πατέρας», σαν θόρυβος ατμομηχανής, ένα μονότονα επαναλαμβανόμενο «τσαφ – τσουφ», ένα αγκομαχητό, βοερό, ρυθμικό, ασταμάτητο. Η ταραχή του μεγάλωνε, καθώς αποδείχθηκε ανίκανος να τιθασεύσει την εσωτερική βοή που ένοιωθε να απειλεί την ηρεμία του.

Στάθηκε απότομα. Ποιος ήταν αυτός ο ρυθμός; Από πού ερχόταν αυτή η εναλλαγή των φράσεων αυτών; Του θύμισε ξαφνικά τότε που ήταν μικρός, πολύ μικρός, δύο – τριών χρονών, που τον έπαιρνε ο πατέρας στα γόνατα και του έκανε το τραινάκι. Το τραινάκι που ίδρωνε ν’ ανεβεί την ανηφοριά και βαρυγκομούσε παραπονεμένα «πώς – θα – φθά - σω, πώς – θα – φθά - σω», με τον τονισμό στο «πώς» και τον ήχο να σβήνει σταδιακά στις επόμενες συλλαβές που έπεφταν μία – μία, αργά, συνοδεύοντας τις κινήσεις των ποδιών, ένα μικρό τίναγμα του δεξιού προς τα πάνω στο «πώς», τρεις μικρές κινήσεις του ίδιου ποδιού προς τα κάτω, ώστε στην τελευταία συλλαβή το πόδι να βρεθεί στην αρχική θέση, για να ακολουθήσει μετά το αριστερό.

Και μετά το τραινάκι έφθανε στην πεδιάδα. Ο ρυθμός επιταχυνόταν, γινόταν ζωηρός, αισιόδοξος: «δε με νοιάζει, δε με νοιάζει», η ανηφοριά τελείωσε, η ατμομηχανή ανακτούσε την ισχύ της, μπορούσε να σύρει τα βαγόνια της εύκολα, να αυξήσει την ταχύτητά της. Ο ρυθμός των ποδιών τάχυνε επίσης. Το νωθρό λίκνισμα γινόταν έντονο, το παιδικό σώμα του έγερνε δεξιά – αριστερά, δεξιά – αριστερά, ακολουθώντας το δίχρονο ρυθμό.

Τέλος ο κατήφορος. Το τραίνο αφηνόταν σε ένα ξέφρενο τρεχαλητό. «Έφτ’σα, Έφτ’σα», η ταχύτητα έκοβε και τη λέξη, ένα είδος υπερηχητικού τραίνου που οι ήχοι χάνονται, τα φωνήεντα συνθλίβονται, οι λέξεις ακρωτηριάζονται, διατηρώντας, ωστόσο, τη θριαμβική τους σημασία: «Έφθασα» ! Και τα πόδια τρελαμένα ανεβοκατέβαιναν αδιάκοπα, κάνοντας το μικρό κορμί να αποσπαστεί, να μετεωρίζεται στιγμιαία και να προσγειώνεται πάλι για μια ελάχιστη στιγμή, και τα χέρια του ν’ αναζητούν στήριγμα στα πέτα του σακακιού ή στη μόνιμη γραβάτα του πατέρα, αδιαφορώντας για την προστασία που έντεχνα παρείχαν τα πατρικά χέρια πίσω από την πλάτη.

Γέλια και χαρές. Ο πατέρας σταματούσε λαχανιασμένος, αλλά εκείνος απαιτούσε την επανάληψη του ταξιδιού, φανταζόταν τη διαδρομή, να το βουνό που ανεβαίνουμε, κάτι σαν τα Μετέωρα που έστεκαν παράξενα στητά λίγο πιο πέρα από το σπίτι, να η πεδιάδα, αυτή που περνάμε για να πάμε στα Τρίκαλα, στο σπίτι της γιαγιάς, να το λυτρωτικό τέλος του ταξιδιού, καθώς το τραίνο εισέβαλε στο σταθμό και η εγγύτητα των κτιρίων πολλαπλασίαζε την ταχύτητά του. Το χαρωπό χαμόγελο του πατέρα και ένα καμάρι στα μάτια, μια σπίθα για το μοναχογιό, το υπομειδίαμα της μητέρας, «άσ’ τον πατέρα σου, κουράστηκε πια» και ταυτοχρόνως «έλα, Αντρέα, άλλη μια τελευταία φορά», συμπύκνωμα της αντιφατικής μητρικής πειθαρχίας. 

 Εξακολουθούσε να μένει ακίνητος, αποσβολωμένος, στο δρομάκι του νεκροταφείου κοιτάζοντας το πουθενά. Πώς ξύπνησε αυτή η θύμηση, χαμένη χρόνια τώρα, θαμμένη μέσα στην παχιά σκόνη της λήθης; Πώς πρόβαλε έτσι ζωντανή, στ’ αυτιά του, στα μάτια, στο σώμα του; Τι παιγνίδι είν’ αυτό που σκαρώνει σήμερα το μυαλό του;

Κοίταξε τριγύρω. Οι τάφοι έλαμπαν με τα μάρμαρά τους πλυμένα από τη βροχή, αντανακλούσαν τις στερνές ακτίνες ενός ασθενικού ήλιου. «Πού είμαι;» αναρωτήθηκε. «Δε μοιάζει ο χώρος αυτός με εκείνο που ξέρω. Το δρομάκι αυτό δεν είναι εκείνο που βγάζει στον τάφο του πατέρα. Χάζεψα και χάθηκα.» Προσπάθησε να προσανατολισθεί. Ίσως η σειρά εκείνη των τάφων να του ήταν γνωστή, να εκεί στην άκρη. Ίσως να μπορούσε να δει την εκκλησία ή τους ψηλούς οικογενειακούς τάφους που οργάνωναν συνήθως τον προσανατολισμό του.

Πλησίασε τους τάφους. Δε του θύμιζαν τίποτα, αλλά είχαν κάτι το γνώριμο, ταυτόχρονα. Ποιος είναι αυτός ο πρώτος; Πάνω στην πλάκα ένας σταυρός μαύρος, μισοσβησμένος  απ’ τον καιρό. Το καντήλι σβησμένο, λουλούδια δεν υπήρχαν, μόνο κάτι αγριόχορτα ξεπρόβαλαν στις ρωγμές του τσιμέντου. Τάφος παλιός, σκέφτηκε, ξεχασμένος ο νεκρός από καιρό. Τον έπιασε η περιέργεια να δει από πότε. Πλησίασε πιο κοντά, τα γράμματα αχνά μόλις διακρίνονταν στο κάτω μέρος του σταυρού:

ΑΝΤΩΝΙΑ Β.

1952 – 1961

            Ένας πόνος διαπέρασε ξαφνικά την καρδιά του. Λες να είναι η Τόνια, η γειτονοπούλα, η συμμαθήτρια, η φίλη του; Η Τόνια με τα μαύρα κοντά μαλλάκια, με τα καρώ μάλλινα φουστανάκια, η Τόνια που την αγαπούσε και ήθελε να την παντρευτεί – όταν θα μεγάλωνε – και που έκρυβε την αγάπη του από μια ντροπή, μια συστολή περίεργη, ακατανόητη, αλλά που δεν τον εγκατάλειψε από τότε σε όλα τα ερωτικά του σκιρτήματα; Η Τόνια πέθανε, ΠΕΘΑΝΕ; Πέθανε τότε, εκείνη τη χρονιά που έφευγε κι εκείνος από το Βόλο για την Αθήνα, στα έγκατα του άσπρου καραβιού, σε μια κουκέτα με τη μάνα του μαζί, μόλις τέλειωσε την Τρίτη Δημοτικού στο 11ο Δημοτικό Σχολείο, το «ψωροενδέκατο» όπως τους κορόιδευαν τα προσφυγόπουλα που πήγαιναν στον Άγιο Βασίλειο. Ο πατέρας πέτυχε τη μετάθεση στην Αθήνα – όνειρο μιας ζωής. Και τώρα – τότε – γινόταν και το δικό του όνειρο: ανέβηκε στο άσπρο και λυγερό καράβι, στο ΚΥΚΝΟΣ, που έμπαινε ολόφωτο στο λιμάνι τα βράδια κάνοντας το δρομολόγιο Θεσσαλονίκη – Βόλος – Χαλκίδα. Για δικό του χατίρι πήραν το καράβι, και από τη Χαλκίδα ξημερώματα το τραίνο για Αθήνα. Για να γίνει το όνειρο πραγματικότητα – τι όνειρο και αυτό; Τι απογοήτευση, μόλις το αντικείμενο του πόθου έγινε απτό: Πού είναι η λευκότητα, τα φώτα, οι μουσικές, η πολυτέλεια που ονειρευόταν όταν υποσχόταν στον εαυτό του ότι σ’ αυτό το καράβι θα ήταν ο πλοίαρχος; Βρώμικοι διάδρομοι, σκουπίδια, μπόχα πετρελαίου ανάμικτη με μια άλλη αποφορά. Η καμπίνα στενή, ασφυκτική, μισοφωτισμένη. Λάθος, σκεφτόταν, λάθος. «Δεν μπορεί να είναι αυτό το πλοίο, πού είναι η λάμψη του, που είναι η ομορφιά του, που είναι τα φώτα, τα ΦΩΤΑ του;  Εγώ τα έβλεπα από το λιμάνι να λάμπουν, πάνω στο κατάστρωμα σα σειρές από λαμπιόνια και κάτω, σειρές – σειρές στο κήτος, φώτα πολλά, φώτα λαμπερά. Και πού είναι εκείνα τα άλλα το κόκκινο και πράσινο, στην πλώρη και στην πρύμνη»; Λάθος, σκεφτόταν, λάθος. «Λάθος, ο πατέρας μου με λάθος πλοίο με παίρνει». Θυμήθηκε την έντονη επιθυμία να κατέβει από το πλοίο, να γυρίσουν σπίτι, σπίτι τους, στο τριώροφο Αχελοπούλου και Ιωλκού γωνία, στον τρίτο όροφο μέναν εκείνοι, στο δεύτερο ο διευθυντής του πατέρα, στον πρώτο (ημι-υπόγειο στην πραγματικότητα, κατέβαινες σκαλιά αρκετά για να πάς, σκαλιά που ήταν καταφύγιο των κυνηγών αγρίων θηρίων στα παιδικά του ονειροπολήματα) κάτι αδέλφια, φτωχά, και εργατικά. Να μένει η Αθήνα, το ταξίδι ξεκίνησε ΛΑΘΟΣ. Όμως ο πατέρας δεν ήταν εκεί να δώσει λύση. Αποκόμιζε το πρώτο κέρδος της μετάθεσης, προσπαθώντας να κοιμηθεί στις καρέκλες της τουριστικής. Έμεινε άγρυπνος, ώρα πολύ, κοιτάζοντας αγριεμένος το σκοτεινό φινιστρίνι, πιθανολογώντας την περίπτωση η καμπίνα να ήταν κάτω από τα νερά και το σκοτάδι που έμπαινε από το μικρό άνοιγμα να μην ήταν παρά η θάλασσα, ίσως και ένας φοβερός καρχαρίας που κώλυσε το μαύρο του πτερύγιο στο τζάμι και καραδοκεί υπομονετικά το αβοήθητο θύμα..

            Και να που η Τόνια είχε πεθάνει εκείνη την ίδια χρονιά, ίσως λίγο καιρό μετά το δικό του φευγιό. Η Τόνια η όμορφη, η πιο όμορφη μαθήτρια, η Τόνια η πιο καλή μαθήτρια. Του έφερνε τα τετράδιά της για να αντιγράψει, όταν αυτός έμενε άρρωστος στο σπίτι. Και έμενε συχνά, γιατί ήταν αρρωστιάρης. Όμορφα τετράδια, περιποιημένα, με μπλε κόλλα και ετικέτα απ’ έξω και μέσα γράμματα στρογγυλά, ωραία, μεγάλα, χωρίς μουτζούρες και σβησίματα. Όμορφα τετράδια και όμορφα γράμματα, περίτεχνα με κονδυλοφόρο και μελάνη, όπως τα ήθελε η δασκάλα, σταθερά, κυκλικά, χωρίς να απλώνει η μελάνη. Τα δικά του απείχαν πολύ από το ιδεώδες. Δεινοπάθησε να δώσει καμπύλες στις οξείες γωνίες, ιδιαίτερα των φωνηέντων, να έχουν το ίδιο πάχος (αυτό ποτέ δεν το κατάφερε απόλυτα), να μην απλώνει η μελάνη, να μη στάζει απ’ την άκρη της πένας λεκιάζοντας ανεπανόρθωτα το γραμμωμένο φύλλο.

            Η Τόνια ερχόταν και έφερνε τα μαθήματα και παίζαν μαζί, συχνά στην αρχή, πιο σπάνια αργότερα. Παίζαν και γιατρό, με μεγάλη αμηχανία δική του, τόσο γιατί η συστολή του τον εμπόδιζε να ακουμπήσει το κοριτσίστικο κορμί, όσο και γιατί η σχέση του με τους γιατρούς δεν ήταν καθόλου καλή. Στην Τόνια που αγαπούσε και που θα την παντρευόταν όταν μεγάλωναν έδινε λοιπόν μόνο χαπάκια, καθόλου ενέσεις, αφού πρώτα, σοβαρός – σοβαρός, έκανε τη διάγνωση..

            Και η Τόνια, άλλωστε, ήταν σύμφωνη μ΄ αυτόν το γάμο. «Θέλω να σε παντρευτώ, γιατί είσαι άσπρος και ξανθός και καλός μαθητής», του’ λεγε, απορρίπτοντας τον έρωτα του Δημήτρη, όπως και εκείνος απόρριπτε τον έρωτα της Φιλιώς, της δίδυμης αδελφής του Δημήτρη, φέρνοντας τα δίδυμα σε αμηχανία: «Μα τα αδέλφια δεν παντρεύονται μεταξύ τους! Παντρεύονται;». Η Τόνια ρητή στις επιθυμίες και στην εκδήλωσή τους, αυτός κρυφός, μουλωχτός. Παιδιόθεν το κουσούρι.

            Η θλίψη γέμισε τη ψυχή του. «Κρίμα, κρίμα» σκέφτηκε. «Θα ήταν τώρα 50 χρονών, μπορεί να είχε εγγόνια. Πέθανε στα εννιά της, πριν ζήσει καλά-καλά. Δηλαδή, τίποτα δεν έζησε. Θα είχε σπουδάσει σίγουρα, μπορεί να είχε γίνει γιατρός, να έδινε χάπια εκείνη στους αρρώστους, ίσως και ενέσεις. Μπορεί και να μη σπούδαζε, να’ πιασε δουλειά από μικρή, εκείνος ο πατέρας της που ποτέ δεν είδα όλα αυτά τα χρόνια είχε κακό όνομα, λέγαν πολλά οι γειτόνισσες όταν ερχόντουσαν στη μάνα μου για κουτσομπολιό και εγώ δήθεν έγραφα χαζεύοντας με τεντωμένα αυτιά για να καταλάβω τα μυστικά των μεγάλων και κάνοντας παλιογράμματα και λάθη στην αντιγραφή για να ακολουθήσει η φασαρία και το σβήσιμο με ξυράφι, αν όχι και το σκίσιμο του φύλλου, παρ’ όλη τη ρητή απαγόρευση της δασκάλας. Είχε κι άλλη γυναίκα ο πατέρας της (πράγμα που δεν μπορούσα να καταλάβω με τίποτα, αυτό ήταν ένα από τα μυστήρια), έπαιζε χαρτιά και ζάρια και έδερνε τη μάνα της συστηματικά».

            Η Τόνια είχε πεθάνει. Το γεγονός του φαινόταν αδιανόητο. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι τα μαύρα, μεγάλα μάτια της δεν υπήρχαν. Τα μάτια που γέμιζαν το αδύνατο προσωπάκι, που έλαμπαν από ένα ακατανόητο παιγνίδισμα και που σκιάζονταν φορές-φορές από μιαν εξ ίσου ακατανόητη φροντίδα. «Πώς να ήταν αυτά τα μάτια σήμερα, αν είχε ζήσει;» αναρωτήθηκε. «Θα είχαν την ίδια λάμψη, θα ήταν το ίδιο φωτερά, θα έκρυβαν τη σκανδαλιά και την περίσκεψη, όπως τότε; Θα ήταν λυπημένα, αδιαφανή, κυνικά, ζωώδη;» Έδιωξε γρήγορα αυτήν την εικόνα, καθώς το στομάχι του συσπάστηκε απότομα.

Η Τόνια που υποσχόταν πολλά πέθανε. «Να ήμουν άραγε ο μοναδικός έρωτάς της;», αναρωτήθηκε με εγωπάθεια. «Ή πρόλαβε σ’ αυτούς τους λίγους μήνες που μεσολάβησαν να ερωτευθεί κάποιον άλλον, να με ξεχάσει, όπως την ξέχασα και γω, λίγους μήνες μετά, πριν τα Χριστούγεννα οπωσδήποτε, όταν ερωτεύτηκα μιαν άλλη;»

            Κοίταζε το χορταριασμένο μνήμα με πόνο για το κοριτσάκι, με θλίψη για κείνον. Γιατί; Δεν μπορούσε να το κατανοήσει. Αλλά ένοιωθε ότι μέρος της λύπης του ήταν γι’ αυτόν τον ίδιο. Σαν να είχε φταίξει σε κάτι, κάτι που έκανε ή, μάλλον, κάτι που δεν έκανε, που δεν είπε, δεν πρόλαβε, δεν προέβλεψε. Κοίταζε το μνήμα μέσα από το οποίο ξεπηδούσαν οι αναμνήσεις, εικόνες, ήχοι, μυρωδιές, της παιδικής του ηλικίας που απόπλευσε βιαίως με το ΚΥΚΝΟΣ ένα καλοκαιρινό βράδυ.

             Αναστέναξε και έκανε ένα βήμα πιο πέρα. Είχε ξεχάσει γιατί ήρθε, πώς βρέθηκε, ο χρόνος είχε εκμηδενισθεί, ο χώρος ήταν κυρίαρχος.

            Κοίταξε αφηρημένα το διπλανό τάφο και αισθάνθηκε το έδαφος να τρέμει: Μια φωτογραφία κιτρινισμένη από την πολυκαιρία, έδειχνε ένα άλλο παιδί. Στις αχνές γραμμές της διακρίνονταν τα χαρακτηριστικά με μια εκπληκτική ευκρίνεια: Η στενή, μακρουλή μύτη, τα έντονα μαύρα μάτια, τα λεπτά χείλη, τα έντονα ζυγωματικά, τα μαλλιά μαύρα και σα γλυμμένα. Πλησίασε τον τάφο παραπατώντας, σαν κατάδικος που αναπόφευκτα, αλλά όσο μπορεί καθυστερώντας, κάνει τα τελευταία βήματα για να πάρει την προκαθορισμένη θέση του στον τόπο της εκτέλεσης. Η επιγραφή στον τάφο εισπράχθηκε σα χαριστική βολή:

ΧΡΗΣΤΟΣ Γ.

1952-1961

Δε συγκρατήθηκε, φώναξε: «Όχι, αυτό είναι αδύνατο! Δε μπορεί! Παραλογίζομαι! Ονειρεύομαι! Βλέπω εφιάλτη! Θυμάμαι, το Χρήστο τον συνάντησα αργότερα στο Βόλο. Τελειώναμε το Λύκειο, ή μήπως ήμασταν στο Πανεπιστήμιο; Σπούδαζε μαθηματικός ή χημικός ή κάτι τέτοιο! Είναι αδύνατο!».

            Όμως η φωτογραφία, παρά τον πολυκαιρισμό της, ήταν εκεί, αντιπροσώπευε τον ένοικο του τάφου, ακριβώς όπως τον θυμόταν. Το αδύνατο παιδί με την έξυπνη φάτσα, με την απέραντη καλοσύνη και ευγένεια και την ειρωνεία να σπιθίζει διακριτικά στα μάτια του συνέχεια. «Τι μου συμβαίνει;» μονολόγησε. «Έχω τρελαθεί! Τι παιγνίδι μου παίζει σήμερα το μυαλό μου; Ψέματα, όλα είναι ψεύτικα! Ούτε η Τόνια, ούτε ο Χρήστος έχουν πεθάνει. Ζουν, ζουν, το Χρήστο τον είδα ζωντανό, χρόνια πριν, δε θυμάμαι πότε, αλλά τον είδα μετά, μετά την ημερομηνία θανάτου που γράφει ο καταραμένος αυτός τάφος».

            Έκλεισε τα μάτια του και άρχισε να μετράει, να λέει την αλφάβητο, να θυμάται στίχους. Στίχους; Τους στίχους του Χρήστου, για τον πατέρα στη Δευτέρα Δημοτικού που μπήκαν στο λεύκωμα της τάξης, γραμμένοι από την κυρία Οικονομίδου, τη δασκάλα, με μεγάλα στρογγυλά γράμματα, μελανωμένα μπλε, σε πολύγραφο, στον πολύγραφο του σχολείου:

Νάτος έρχεται και πάλι,

Κουρασμένος, φορτωμένος

Μα σα βλέπει τα παιδιά του

Φαίνεται ξεκουρασμένος

 

Το λεύκωμα, τελευταία απτή ανάμνηση της παιδικότητάς του, τ’ έχασε χρόνια πριν, ποιος ξέρει σε ποια μετακόμιση της άστατης ζωής του. Ίσως ο πατέρας να το είχε φυλάξει – δε συνήθιζε να πετά τίποτε εκείνος, συνήθεια άκρως απωθητική που την κληρονόμησε, καθώς γερνάει κι ο ίδιος. «Αν ζούσε, θα τον ρώταγα. Τώρα είναι πια αργά».

            Ο πατέρας. Ο τάφος του πατέρα. Ήρθε παρά τη θέλησή του σχεδόν εδώ στο νεκροταφείο για να πει στον πεθαμένο πατέρα του ότι ήταν ένας κακός γιος και εκείνος ένας κακός πατέρας. Πώς μπλέχτηκε σ’ αυτούς τους τάφους, πώς βρέθηκαν στο δρόμο του, πού τον οδήγησαν τα βήματά του, ασυναίσθητα, ασυνείδητα; Αντί τον τάφο του πατέρα, βρήκε τάφους των παιδικών του φίλων. Τι γέλια, τι χαρές, τι κακίες και μικρότητες, τι αγωνίες! Με το Χρήστο κάνανε τη διαδρομή της επιστροφής, σχολείο – σπίτι. Χωρίζανε μόλις φθάνανε στη διασταύρωση για τα σπίτια τους, ο ένας αριστερά, ο άλλος δεξιά. Στη διαδρομή κορφολογούσαν τις μουριές, μόλις έμπαινε για τα καλά η άνοιξη, για να θρέψουν τους μεταξοσκώληκες, αγορασμένους ένα πενηνταράκι και τοποθετημένους σε κουτί πουκαμίσων. Οι δικοί του ποτέ δεν πρόκοψαν, δυο – τρεις μόνο έκαναν κουκούλι. Του Χρήστου και του Δημήτρη τα κατάφερναν πιο καλά. Με περηφάνια του έδειχναν τα κουκούλια πάνω στα κλαράκια, τις πεταλούδες μετά, νεκρές, κάτω από τη διαφανή, πλαστική, μεμβράνη που σκέπαζε το κουτί.

            Κοίταξε με περιέργεια το διπλανά μνήμα. Ήξερε μέσα του τι θα δει. Ο τάφος του Περικλή, που είχε μεγάλα, πεταχτά αυτιά, αντικείμενο σκωπτικών σχολίων και παιδικών τραγουδιών που αποσκοπούσαν στην ταύτιση του συμπαθούς ζωντανού με τον αγαπημένο φίλο, το φίλο που ήταν ψηλός, οστεώδης, με διάφανη επιδερμίδα, που άφηνε τις φλέβες του κροτάφου προς τα μάτια να διαφαίνονται γαλαζωπές κάτω από την αλαβάστρινη επιδερμίδα. Ο τάφος του Δημήτρη, της Φιλίτσας, της Ζωής, της Μαριάνθης. Πιο πέρα ο τάφος του Ηλία.

            Τάφος ταπεινός, όπως ταπεινός ήταν ο Ηλίας. Δυο χρόνια μικρότερος, φιλία της γειτονιάς. Εκείνος είχε βρει τον αδιαφιλονίκητο ακόλουθό του. Ήταν ο αρχηγός του Ηλία. Φτωχό προσφυγόπουλο, έμενε στο κάθετο δρόμο, λίγο πιο πέρα από το σπίτι του. Ο πατέρας του εργάτης, ζαλωνόταν ένα τεράστιο κατασκεύασμα, σαν τεράστια άρπα, και γύριζε τους δρόμους τινάζοντας παπλώματα και στρώματα. Όταν η σκέψη ερχόταν στον Ηλία, στη μύτη του ερχόταν η αίσθηση του μπαμπακιού, όχι ακριβώς μυρωδιά, αλλά σαν κάτι σα γαργάλημα στη μύτη, σαν αναρίθμητοι, αόρατοι κόκκοι να μπαίναν στα ρουθούνια του προκαλώντας μια μικρή δύσπνοια. Και ο δρόμος, δεν ήταν καν δρόμος. Ένα κακοχαραγμένο καντελρίμι, που τα νερά που πέταγαν οι νοικοκυρές, ελλείψει αποχέτευσης, έκαναν τις πέτρες λείες και πάντα γλιστερές. Και πίσω από μια υποτυπώδη ξύλινη πόρτα ανοιγόταν η μικρή αυλή και το δωμάτιο με την κουζίνα που στέγαζε την πενταμελή οικογένεια του Ηλία. Πατέρας, μάνα, εκείνος, μια μικρότερη αδελφή και η γιαγιά, αιωνίως με βδέλλες κολλημένες πάνω στα παχύσαρκα χέρια, ακίνητη, να μετρά τις στιγμές που έφευγαν και το αίμα που τις απομυζούσαν. Ο Ηλίας, ο γλυκός Ηλίας, ο εύπιστος, ο αποδέκτης των ονείρων του, των ψεμάτων του, συνειδητών και ασυνείδητων, ο μόνιμος συμμέτοχος των παιγνιδιών του και των απομακρύνσεων. Ψαράδες μάζευαν τις «γόπες» από τις ακακίες της αυλής, πάλευαν τα κύματα και τους ανέμους, εξερευνητές, χάνονταν στη ζούγκλα, κυνηγοί και κυνηγημένοι, άγριων φυλών και άγριων ζώων, καουμπόηδες ζώντας λαθραία σε εδάφη σκληρών ινδιάνων. Ο Ηλίας ο ευπαθής, μόνιμα αιχμάλωτος των κακών, και εκείνος μόνιμα ήρωας και λευτερωτής, επιτήδειος σκηνοθέτης αφάνταστων άθλων, όσους ποτέ δεν ονειρεύτηκε στην υπόλοιπη ζωή του.

            Ο Ηλίας που τον αγαπούσε, που τον εμπιστευόταν, που κατάφερε να πάει στο ίδιο σχολείο μ’ εκείνον, στο «ψωροενδέκατο», αρνούμενος το Δημοτικό της προσφυγογειτονειάς, που ταπεινώθηκε βλέποντας τους «άλλους» να εγκαταλείπουν το παιγνίδι και την αυλή του τριώροφου μόλις έκανε την εμφάνισή του. Άλλωστε οι μητέρες του καλού Βόλου τόχαν πει στη μητέρα του: «Δεν πρέπει το παιδί να παίζει με τα τουρκόπουλα», μα εκείνη ποτέ δεν του υπόδειξε το δρόμο του αποκλεισμού και ο Ηλίας έμεινε ως το τέλος σύντροφος πιστός. Ως το τέλος, δηλαδή, ως το 1961 που εκείνος έφυγε και ο Ηλίας έμεινε σε άφιλο σχολείο, ίσως να αισθάνθηκε προδομένος, διπλός πρόσφυγας, ίσως γι’ αυτό να πέθανε τον ίδιο χρόνο της δικής του φυγής, όπως μαρτυράει η επιγραφή στον ξύλινο, σαρακοφαγωμένο σταυρό. 1954 – 1961.

            «Μα πώς έγινε και πεθάναν όλοι τότε; Μήπως κτύπησε την περιοχή κάποια επιδημία που μου έκρυψαν οι δικοί μου; Γιατί όλοι αυτοί οι θάνατοι; Μαζικοί και ταυτόχρονοι. Νεκρή και η Ζωή, η δεύτερη μετά την Τόνια, βέβαια, που για χάρη της ξεστράτισα μετά το σχολείο μια μέρα, για να τη συνοδέψω κουβεντιάζοντας, χάθηκα μετά στο γυρισμό και ζήτησα βοήθεια για να βρω το δρόμο. Πρώιμο δείγμα της αδυναμίας μου να κουμαντάρω τις σχέσεις μου με τις γυναίκες, αφηνόμουνα και χανόμουνα και, μετά, δικαίως, με πετάγανε, τι με θέλανε, είχα αποδειχθεί λειψός και στα δύσκολα έκανα τον ήρωα και στα εύκολα πνιγόμουνα σε μια κουταλιά νερό».

            Η Ζωή ένα νταρντανοκόριτσο, θα τούριχνε κάμποσο στο μπόι, και η Μαριάνθη, λεπτή, ντελικάτη, με τα περίεργα σχιστά μάτια. Τόνια, Ζωή, και Μαριάνθη, τα τρία κορίτσια που ήταν ερωτευμένος, ταυτοχρόνως μεν, αλλά με σειρά προτεραιότητας. «Λες στην υπόλοιπη ζωή μου να προσπάθησα να πραγματοποιήσω αυτούς τους παιδικούς έρωτες;» σκέφτηκε.

,,,,

Ξημερώθηκε μέσα στους τάφους και τις αναμνήσεις. Το κορμί του πονούσε από την υγρασία και το κρύο. Στο αχνό πρωινό φως έβλεπε μόνο τάφους αγνώστων γύρω. «Παιγνίδι του μυαλού μου» σκέφτηκε, βαδίζοντας με δυσκολία προς την έξοδο. Μια μικρή ακτίνα ακούμπησε στον ώμο του. Και τότε κατάλαβε. Δεν ήταν εκείνοι που πέθαναν, αυτός είχε πεθάνει, τότε, Ιούνιο του 1961, όταν ανέβαινε τις σκάλες του ΚΥΚΝΟΣ, γεμάτος προσδοκίες, ελπίδες και φόβους. Εκεί είχε πεθάνει.

            Και με μια μεγάλη καθυστέρηση μπόρεσε επιτέλους να θρηνήσει το χαμό του παιδικού του εαυτού.  

           

Κυριακή 2 Σεπτεμβρίου 2012

ΠΕΡΙ ΨΑΡΙΩΝ: Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΑΠΑΓΚΙΣΤΡΩΣΗΣ

Έχω - έτσι διατείνομαι, τουλάχιστον - καλή σχέση με τα ψάρια. Μου αρέσουν ψητά, τηγανητά και βραστά, ανάλογα με το είδος του το καθένα και την εποχή του. Κουτσόμαθα να τα μαγειρεύω, κιόλας. Αργά, βέβαια, μετά τα 50 χρόνια της ζωής μου. Κοντολογίς, πέρασαν πολλά χρόνια από τότε που ήμουν εκνευριστικά επιλεκτικός στο φαγητό μου και εκτιμούσα μόνο τα μπαρμπούνια με το άσπρο τους κρέας και τις κοκκινωπές, τραγανές, ουρές τους, προς απογοήτευση του πατέρα μου και απελπισία της μάνας μου.
Αντίθετα, με το ψάρεμα η σχέση μου θεμελιώθηκε νωρίς - νωρίς, από τα πρώτα παιδικά μου χρόνια. Θεμελιώθηκε, τώρα, είναι μια μεγάλη κουβέντα. Θεμελιώθηκε μονομερώς, από μένα, ενώ η άλλη πλευρά, τα ψάρια, αδιαφόρησαν πλήρως γι αυτήν, με αποτέλεσμα ποτέ μου να μην βγάλω ούτε λέπι.
Αυτή η μονομερής και θα έλεγα φαντασιακή μου σχέση με το ψάρεμα άρχισε, όπως έλεγα, από τα πρώτα παιδικά μου χρόνια, στο σπίτι της γιαγιάς στα Τρίκαλα, τα καλοκαίρια. Άκουγα τα μεγαλύτερα γειτονόπουλα να λένε: "Πάμε να ψαρέψουμε στο ποτάμι αύριο;" και άρχιζα να φαντάζομαι τον εαυτό μου μαζί τους στις όχθες του Λιθαίου να βγάζω ψαρούκλες και να γυρίζω φορτωμένος στο σπίτι με τη γιαγιά να με υποδέχεται με κραυγές χαράς και να βάζει το μεγάλο τηγάνι πάνω στην γκαζιέρα για το τηγάνισμα.
 
Μερικές φορές τους ακολούθησα. Είχα φροντίσει να πάρω μερικά μέτρα άσπρη κλωστή καρικώματος από τη ραπτομηχανή της θείας, να λυγίσω μια καρφίτσα και να τη δέσω στην άκρη, να βάλω μερικές μύγες στο άδειο σπιρτόκουτο, και έτσι πήγαινα για ψάρεμα.  Βεβαίως, ποτέ η επιστροφή μου δεν ανταποκρίθηκε στις εικόνες που είχα, όταν πήγαινα ακολουθώντας τα λοιπά παιδιά. Μόνο μια φορά, που το ποτάμι φούσκωσε βρήκα στις όχθες ξεβρασμένα ψαράκια. Μάζεψα μερικά και γύρισα με μια σχετικά περηφάνια. Ο τροφοσυλλέκτης μέσα μου είχε κάνει τη δουλειά του.
Βεβαίως, η απογοήτευση ήταν μεγάλη - ίσως μεγαλύτερη από εκείνη όταν γύριζα με τα χέρια άδεια. Η γιαγιά έριξε μια ματιά στα ψάρια μου, είπε ορθά - κοφτά "αυτά δεν τρώγονται" και τα έδωσε στις γάτες, οι οποίες τα τίμησαν δεόντως. Πλην όμως, και αυτό ήταν το πρώτο μάθημα του μικρού τροφοσυλλέκτη, πριν περάσει λίγη ώρα τις έπιασε μια ευκοιλιότητα άλλο πράγμα: Όλη η αυλή βρωμούσε και η γιαγιά, έξαλλη, μου απαγόρευσε το "ψάρεμα".
Μετά, το 1957, ο πατέρας μου πήρε μετάθεση και βρεθήκαμε στο Βόλο. Η επιθυμία μου να αποκαταστήσω τη σχέση μου με το ψάρεμα θέριεψε. Στις απογευματινές βόλτες στην παραλία έβλεπα πολλούς να κάθονται υπομονετικά και να ρίχνουν τις πετονιές δολωμένες με τέχνη στο νερό. Μικρές ψαρόβαρκες αραγμένες στη σειρά, άλλες που έφευγαν κι άλλες που έρχονταν, ήταν μια άλλη πηγή τροφοδοσίας της επιθυμίας μου. Ο πατέρας μου ευάλωτος στις παρακλήσεις μου ενέδωσε και μου πήρε πετονιά, τυλιγμένη ωραία - ωραία γύρω από ένα κομμάτι φελλού, εξοπλισμένη με δύο αγκίστρια και βαρίδι. Α, ένα όνειρο πλησίαζε στην πραγμάτωσή του, επιτέλους.
Καλοκαιράκι ήτανε, μπορεί και άνοιξη, ένα βράδυ πήραμε το δρόμο για την παραλία. Ψωμοτύρι είχαμε για δόλωμα, το μαλάζαμε και το βάζαμε στο αγκίστρι, ώστε να ξεγελάσουμε τα αθώα ψαράκια του Παγασητικού. Ρίχναμε και ξαναρίχναμε την πετονιά, δολώναμε και ξαναδολώναμε, αλλάξαμε το ψωμοτύρι με κάτι σα σκουλήκι που μας έδωσε ένας διπλανός "συνάδελφος", τίποτα. Μα τίποτα,  απολύτως.Αποτυχία, η οποία επαναλήφθηκε και όσες άλλες φορές πήγαμε για ψάρεμα, εκεί στην προκυμαία του Βόλου, καμιά 100 μέτρα από το κτίριο του Παπαστράτου.
Σε λίγο καιρό η πετονιά μπερδεύτηκε, το μόνο που αγκίστρωναν τα αγκίστρια της ήταν το δέρμα στα δάκτυλά μου, το βαρίδι χάθηκε σαν με τρόπο μαγικό, και το σύνολο κατέληξε στην κούτα που είχε ο πατέρας μου με διάφορα εργαλεία, πλάι σε σφυριά, κατσαβίδια, πρόκες και συρματάκια για την ασφάλεια του ηλεκτρικού.
Από τότε δεν επεχείρησα να ψαρέψω άλλη φορά. Η σχέση μου με το σπορ έγινε αυστηρά φιλολογική, καθώς, μεταξύ των βιβλίων του πατέρα μου. ανακάλυψα ένα βιβλίο με τίτλο "Ψαρέματα και ψάρια" - το γκουγκλάρισα, δεν το θυμόμουν - ενός αγνώστου σε μένα και τότε και τώρα Θέμου Ποταμιάνου, του οποίου, πάντως, το όνομα μου φαινόταν ταιριαστό με το θέμα του βιβλίου του, αφού η αναφορά στο υγρό στοιχείο ήταν προφανής. Διάβαζα λοιπόν για ψάρια, δολώματα, παραγάδια, συρτές και λοιπά που δεν θυμάμαι πια τίποτα. Επιπόλαια σχέση, θα μου πείτε και θα έχετε δίκαιο.
Χρόνια πολλά μετά, βρέθηκα στο σπίτι των ξαδελφιών μου, μεταξύ Σουνίου και Λαυρίου, Λιμάνι του Πασά λεγόταν παλιά, τώρα το λένε Ποσειδωνία. Ο άντρας της ξαδέλφης μου και καλός ξάδελφος δικός μου, ο Δημήτρης, είναι ψαράς, ερασιτέχνης, αλλά ψαράς, με τα σύνεργα και το φουσκωτό του και τα όλα του. Με έπεισε, λοιπόν, να πάμε για ψάρεμα. Μπήκαμε στο φουσκωτό, και τσούκου τσούκου,    ανοιχτήκαμε έξω από τη Μακρόνησο.
"Θα κάνουμε το τεμπέλικο ψάρεμα" μου είπε. Μου είπε και τον όρο, που δεν τον συγκράτησα, έδεσε κάπως δυο πετονιές εκατέρωθεν του φουσκωτού, και σιγά - σιγά βολτάραμε από δω και από κει.
Είχα και τη σκοτούρα μου, κάτι πρόσφατες τότε εγχειρήσεις σε ευαίσθητη περιοχή, χτυπιώμουν από τα κύματα πάνω στο πλαστικό και έλεγα τώρα θα ακυρώσω ό,τι πέτυχε ο πρωκτολόγος, αλλά, καλή η παρέα, το Μακρονήσι δίπλα με πόνους ζωντανούς ακόμα, χάζευα πού και πού την πετονιά, όπως μου είχε πει ο Δημήτρης, ωραία ήταν. Αλλά ψάρι, ούτε που ακουμπούσαμε.
"Ρε γαμώ το. Τι έγιναν σήμερα τα ψάρια;" άρχισε να μουρμουρίζει ο ξάδελφος κάνοντας για πέμπτη φορά τη βόλτα. Πού να του εξηγήσω την παλαιά μου σχέση με το ψάρεμα και τις επιτυχίες των παιδικών μου χρόνων, έλεγα.
Και ξαφνικά, να: Η πετονιά που είχα την ευθύνη της ταράχθηκε βιαίως. Την έπιασα, κάτι βαρύ ένοιωσα. "Ρε Δημήτρη, για δες, εσύ που ξέρεις", είπα. Έπιασε την πετονιά ο Δημήτρης. "Ω", μου λέει "πολύ μεγάλο ψάρι. Ροφός σίγουρα. Να δούμε πώς θα το βγάλουμε". Άρχισε τα καλλιτεχνικά με την πετονιά, εγώ ενθουσιασμένος, επιτέλους θα πιάναμε ψάρι, ώσπου κάνει μία και λέει "πάει, μας έφυγε".
Μάζεψε την πετονιά, σπασμένη η άκρη, φευγάτο το ψάρι με τα αγκίστρια και τα όλα της. Πήραμε το δρόμο της επιστροφής απογοητευμένοι και φάγαμε μπριτζόλες για παρηγοριά.
...
Σκεφτόμουν την ιστορία της ηρωικής απαγκίστρωσης του ψαριού και τις πολιτικές διασυνδέσεις της. Άμα είσαι μάγκας ψάρης, σπας την πετονιά κι αφήνεις τον ψαρά στο περίμενε. Άμα είσαι ψαράκι, σε τρώει στο τηγάνι, άντε στην καλύτερη περίπτωση στη σχάρα και διηγείται στους λοιπούς ψαράδες, πώς σου την έφερε και γελάν τα μουστάκια του.   
    

Τρίτη 14 Αυγούστου 2012

ΕΠΙΜΕΤΡΟ ΣΤΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΗ ΚΑΙ ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ


ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ ΠΟΙΝΙΚΩΝ ΚΑΙ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ

ΝΟΜΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ

 

ΑΘΗΝΑ 27- 28 ΜΑΙΟΥ 2010


ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΔΕΔΟΥΣΟΠΟΥΛΟΣ
ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ – ΠΑΝΤΕΙΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ
ΠΡΟΕΔΡΟΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ


Κυρίες και κύριοι, φθάσαμε στο τέλος ενός συνεδρίου που χαρακτηρίστηκε από γόνιμο διάλογο και ζωηρή, ενίοτε, αντιπαράθεση. Και με την ιδιότητα του Προέδρου της Επιστημονικής Εταιρείας Κοινωνικής Πολιτικής έχω αναλάβει την τιμή για την ολοκλήρωση των εργασιών του Συνεδρίου. Δεν θα προσπαθήσω να επισκοπήσω τις συνεισφορές των συμμετεχόντων, αυτό είναι κάτι που έκαναν με μεγάλη επάρκεια και διεισδυτικότητα η Σοφία Βιδάλη και η Πάρη Ζυγούρα. Θα προσπαθήσω μόνο να διατυπώσω ορισμένες σκέψεις, τις οποίες κρίνω σκόπιμο να κοινοποιήσω, σκέψεις που προκλήθηκαν, καθώς παρακολουθούσα τις ενδιαφέρουσες χθεσινές και σημερινές ανακοινώσεις και συζητήσεις.
            Πρόκειται για επτά σημεία – παρατηρήσεις, τις οποίες προτίθεμαι να διατυπώσω με λακωνικό τρόπο.
           
Πρώτον. Πολλοί από τους εισηγητές επεσήμαναν την ασάφεια που εμπεριέχεται στα ζεύγη εννοιών ένταξη – ενσωμάτωση, αφ’ ενός, και  πολυπολιτισμικότητα – διαπολιτισμικότητα, αφ’ ετέρου. Οι έννοιες αυτές τείνουν να χρησιμοποιούνται ως πλήρως εναλλάξιμες και ταυτόσημες, παρά το γεγονός, και εδώ υπήρξε μια σχετική ομοφωνία, ότι οι διαφορές μεταξύ τους είναι σημαντικές, αν και λεπτές.
            Όπως, όμως, και αν χρησιμοποιήσουμε τις λέξεις, όποιο περιεχόμενο και αν τους αποδώσουμε, η επίτευξη της ένταξης/ενσωμάτωσης των μεταναστών στην ελληνική κοινωνία και η δημιουργία μιας πολυπολιτισμικής/διαπολιτισμικής κοινωνίας απαιτεί ένα σύνολο δράσεων, πολιτικών και θεσμών που να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα αποτελεσματικά και στο σύνολο των πολλαπλών εκφάνσεών του. Με άλλα λόγια, πολιτικές που στοχεύουν στα επιμέρους, στη μερικότητα και την τμηματοποίηση, του προβλήματος, προορίζονται να αποτύχουν.

            Δεύτερον. Νομίζω ότι με μεγάλη σαφήνεια καταγράφηκε στις εργασίες αυτού του Συνεδρίου ότι δεν υπάρχει μια απλή και σαφής διαχωριστική γραμμή που να ξεχωρίζει εκείνους που διάκεινται ευμενώς προς τους μετανάστες από εκείνους που τους αντιμετωπίζουν εχθρικά. Είναι καιρός να δούμε τις βαθιές ρωγμές που διαπερνούν τα στρατόπεδα των υπερασπιστών και των ενάντιων.
Ø  Στο στρατόπεδο εκείνων που διάκεινται ευμενώς έναντι των μεταναστών η μία μερίδα αντιμετωπίζει το πρόβλημα από την οπτική των ατομικών και κοινωνικών δικαιωμάτων. Με άλλα λόγια, πρεσβεύει τη γενίκευση των δικαιωμάτων που διαθέτουν οι έλληνες πολίτες και την επέκτασή τους και στους μετανάστες, σ’ αυτούς που διαθέτουν άδεια παραμονής, αλλά και σ’ αυτούς που είναι «χωρίς χαρτιά». Η οπτική αυτή έχει ως βάση τις παραδοσιακές ανθρωπιστικές αξίες.
Ø  Μια άλλη μερίδα θεωρεί ότι το πλήθος των μεταναστών, στερουμένων κοινωνικών δικαιωμάτων, οδηγεί, στην επέκταση της εργασιακής επισφάλειας. Σε μια χώρα με ένα ελλειμματικό κοινωνικό κράτος, όπως η Ελλάδα, η εμφάνιση ενός κοινωνικού ντάμπινγκ μπορεί να λάβει διαστάσεις που, ενδέχεται, να παρασύρουν το σύνολο της εργατικής νομοθεσίας. Όθεν, η ισότιμη μεταχείριση των μεταναστών εξασφαλίζει τους όρους του ανταγωνισμού στην αγορά εργασίας, προς όφελος των γηγενών μισθωτών, αλλά και των επιχειρήσεων που δεν χρησιμοποιούν, ευρέως τουλάχιστον, τη «μαύρη» εργασία των μεταναστών.
Ø  Μια άλλη μερίδα είναι υπέρ των μεταναστών γιατί τους θεωρεί ως αφορμή για την άλωση όλων των κοινωνικών δικαιωμάτων και μέσο για την εξάπλωση της εργασιακής ανασφάλειας. Δηλαδή, για τους αντίθετους ακριβώς λόγους από εκείνους, τους οποίους επικαλείται η προηγούμενη μερίδα υποστηρικτών.
Ø  Στους αντιτιθέμενους στην παρουσία των μεταναστών στην Ελλάδα διακρίνουμε δύο βασικά ρεύματα: Στο πρώτο ρεύμα ανήκουν όσοι, αν και έχουν αισθήματα κατά των μεταναστών, «αξιοποιούν» την παρουσία τους ως φθηνού και επισφαλώς εργαζόμενου δυναμικού. Πρόκειται, δηλαδή, για όσους εφαρμόζουν το εργασιακό ντάμπινγκ στην πράξη. Άλλωστε, η εμφάνιση αμιγώς «μαύρων» επιχειρήσεων με ιδιοκτήτη που ασκεί πολιτική διακρίσεων σε βάρος κοινωνικών μειονοτήτων είναι γνωστό παράδειγμα της θεωρίας των εργασιακών διακρίσεων κατά τον Becker.
Ø  Στο δεύτερο ρεύμα έχουμε εκείνους που αντιτίθενται χωρίς να έχουν άμεσο οικονομικό όφελος. Πρόκειται για τον σκληρό πυρήνα ατόμων με σαφώς ρατσιστικές αντιλήψεις που βασίζονται σε «παραδοσιακές» αξίες της ελληνικότητας, του γένους και της θρησκείας.
Ø  Στην ακραιφνή αυτή ρατσιστική ομάδα θα πρέπει να προσθέσουμε μια διευρυνόμενη ομάδα, στην οποία ο ρατσισμός είναι επίκτητος. Πρόκειται για κοινωνικά στρώματα που βιώνουν έντονα την κοινωνική επισφάλεια, είτε στον εργασιακό χώρο, είτε στο χώρο της καθημερινής δραστηριότητας, αποδίδουν τον αυξημένο κίνδυνο κοινωνικής υποβάθμισης ή και προσωπικής ασφάλειας που αντιμετωπίζουν, ορθώς ή εσφαλμένα δεν έχει σημασία, στην παρουσία και δράση των μεταναστών και πολώνονται στο πλευρό της προηγούμενης ομάδας. Είναι προφανές, κατά τη γνώμη μου, ότι μια συνολική πολιτική κοινωνικής ένταξης των μεταναστών που θα βελτίωνε τη θέση τους θα οδηγούσε σε άμβλυνση του επίκτητου ρατσισμού. Η σύγκριση του τρόπου που αντιμετωπίσθηκαν από το στρώμα του «επίκτητου ρατσισμού» οι μετανάστες από την Ανατολική Ευρώπη στη δεκαετία του 1990 και της σημερινής αντιμετώπισης δείχνει τη βασιμότητα αυτού του ισχυρισμού.

Τρίτον. Σε άμεση σχέση με την προηγούμενη παράγραφο, θα πρέπει να κατανοηθεί πλήρως ότι η οικονομική εξαθλίωση των μεταναστών, ιδιαίτερα των μεταναστών «χωρίς χαρτιά», δημιουργεί όλες τις προϋποθέσεις για την ένταση ενός συγκεκριμένου είδους εγκληματικότητας, της εγκληματικότητας κατά της ιδιοκτησίας. Το στοίχημα της επιβίωσης, δηλαδή, το καθήκον προς εαυτόν, καθιστά ασαφή τα όρια μεταξύ ηθικού και ανήθικου, νόμιμου και παράνομου, ορθού και εσφαλμένου. Δε νομίζω ότι χρειάζεται να επεκταθώ περισσότερο σε ζητήματα πολύ γνωστά σε όλους όσοι είναι έστω και ελάχιστα εξοικειωμένοι με την κοινωνική ιστορία των μεγάλων μεταναστευτικών κινήσεων, μεταξύ κρατών, αλλά και στο εσωτερικό χωρών, των τελευταίων 500 χρόνων. Κανένας από εμάς, με την αξιοπρέπεια, την αίσθηση της ηθικής, τη γνώση του νομικού πολιτισμού, τους καλούς τρόπους και την πολιτισμένη συμπεριφορά που διαθέτουμε, δεν θα έμενε αδρανής και νομότυπος περιμένοντας το θάνατο από ασιτία ή το κρύο, ή, βλέποντας το παιδί του να κινδυνεύει.

Τέταρτον. Πρέπει να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους. Συνοικίες του κέντρου της Αθήνας μετατρέπονται σε γκέτο. Αυτό είναι μια φυσική εξέλιξη, καθώς οι μεταναστευτικές κινήσεις τείνουν να οργανώνονται στο χώρο υποδοχής με υψηλές συγκεντρώσεις με κριτήρια τοπικότητας (τα αναφιώτικα ή τα κρητικά, για να θυμίσω κάτι) ή εθνικότητας. Πώς προκύπτουν αυτές οι χωρικές συγκεντρώσεις και ποιες ανάγκες εξυπηρετούν είναι νομίζω γνωστά. Ωστόσο, αυτό που χαρακτηρίζει το γκέτο με το κάνει να διαφέρει από μια άλλη μορφή, πιο ανοικτή, αστικής εγκατάστασης ατόμων με κοινά χαρακτηριστικά προέλευσης είναι η απόσυρση της παραδοσιακής οικονομικής δραστηριότητας. Η οικονομία που εγκαθίσταται, καθώς η παλιά απομακρύνεται, είναι η οικονομία της ένδειας και η οικονομία της παραβατικότητας. Δε νομίζω να πιστεύει κανένας σοβαρά ότι το πρόβλημα λύνεται με την αστυνόμευση ή με άλλα κατασταλτικά μέσα.

Αυτό μας φέρνει στο πέμπτο σημείο. Ποιος ορίζει τους κανόνες του παιγνιδιού; Η συντεταγμένη πολιτεία, το κράτος και οι κρατικοί θεσμοί, οι ομάδες πολιτών, πολιτικές οργανώσεις, μεμονωμένα άτομα, που, ανεξαρτήτως προθέσεων και επιδιώξεων, παρεμβαίνουν στο απόλυτο κενό της κρατικής πολιτικής; Είδαμε περιοχές να «αστυνομεύονται» από μέλη ακροδεξιών οργανώσεων, είδαμε συγκρούσεις μεταξύ ελλήνων και αλλοδαπών, συγκρούσεις μεταξύ ελλήνων και ελλήνων, αυτοδικίες και εγκλήματα με αφορμή το φόβο. Η κρατική απουσία εξαντλείται στην καταστολή, η κοινωνική πολιτική έχει ανατεθεί στην εκκλησία και σε εθελοντικές οργανώσεις. Αν δεν υπάρξει ένας συνολικός νέος σχεδιασμός τα προβλήματα θα είναι σύντομα εκρηκτικά.

Έκτο. Είμαι φιλύποπτος στους νεολογισμούς. Ένας νέος όρος που μπαίνει στο λεξιλόγιό μας τείνει, συνήθως, να συσκοτίζει, παρά να διευκολύνει την κατανόηση. Ένας τέτοιος νεολογισμός είναι η «κυκλική μετανάστευση»: Αυτό που υπονοεί, αλλά το καλύπτει πίσω από την εσκεμμένη ασάφειά του, είναι ότι θέλουμε, πείτε το να αξιοποιήσουμε, πείτε το να εκμεταλλευθούμε, τους μετανάστες αλά καρτ: Να τους χρησιμοποιούμε, όταν τους έχουμε ανάγκη, και να τους διώχνουμε, όταν δεν μας χρειάζονται. Οι άνθρωποι, όμως, δεν είναι εμπορεύματα.

Τελευταίο σημείο. Μπορούμε να μάθουμε κάτι εμείς από τους μετανάστες; Νομίζω πως μπορούμε. Μπορούμε να δούμε σ’ αυτούς σχέσεις και ιδιότητες που τείνουμε να τις ξεχάσουμε. Σχέσεις αλληλεγγύης και συντροφικότητας, ιδιότητες αξιοπρέπειας και ανιδιοτέλειας. Μπορούμε να βελτιώσουμε το επίπεδο της αυτογνωσίας μας, να κατανοήσουμε το παρελθόν αυτής της χώρας, μιας χώρας, άλλωστε, μεταναστών και προσφύγων, να καταλάβουμε, δηλαδή, ποιοι είμαστε και πού πάμε.
Μπορούμε, τέλος, να διδαχθούμε από την οικονομία της πενίας στην οποία ασκούνται. ‘Όχι σαν μια αναγκαστική προσαρμογή στις συνθήκες της τρέχουσας κρίσης, αλλά ως μάθημα ήθους και κατανόησης της διαφοράς μεταξύ του αναγκαίου και του περιττού, της κατανάλωσης για τη ζωή και της κατανάλωσης για το θέαμα.

Με αυτές τις σκέψεις, τις οποίες δεν σας ζητώ να ενστερνιστείτε, αλλά να σκεφτείτε, κλείνω το Συνέδριο, ευχαριστώντας θερμά όλους και όλες εσάς που συμβάλατε, ως εισηγητές, σχολιαστές, ακροατές και διοργανωτές στην επιτυχή του έκβαση.       
             

Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

ΜΕΣΗΜΈΡΙ ΣΤΗΝ ΤΡΆΠΕΖΑ


Η ιστορία που ακολουθεί είναι πραγματική. Τη ζήσαμε μαζί με τον Πέτρο Κακολύρη σήμερα σε υποκατάστημα τράπεζας, στην οποία πήγαμε για μια δουλειά. Αναπαράγω τα γεγονότα με κάθε δυνατή ακρίβεια.

Αργήσαμε να φθάσουμε με τον Πέτρο στην Τράπεζα. Δύο παρά ένα σχεδόν, μόλις προλάβαμε το διευθυντή της έτοιμο να κλειδώσει την είσοδο. "Προλάβαμε στο τσακ" του είπα χαμογελώντας. "Σήμερα προλάβατε, τη Δευτέρα να δούμε τι θα γίνει", απάντησε εκείνος.
"Εκπλήσσομαι που λέτε εσείς ένα τέτοιο πράγμα" του λέω. "Δηλαδή λέτε ότι τη Δευτέρα θα έχουμε δραχμή;" Ομολογώ ότι αιφνιδιάστηκα και τα είχα πάρει ελαφρώς.
"Να δούμε, να δούμε. Από το πρωί όλοι παίρνουν τις καταθέσεις τους. Έχουμε τρελαθεί", μουρμούρισε.
Δε δώσαμε συνέχεια, πήγαμε να περιμένουμε στον υπάλληλο για την υπόθεσή μας. Ο διευθυντής κλείδωσε, κάθισε στο γραφείο του δίπλα μας και αφού τελείωσε την κουβέντα που είχε με κάποιον φίλο - πελάτη του, μας κοίταξε και είπε:
"Μπορώ μήπως να σας εξυπηρετήσω για να τελειώνουμε;"
Πραγματικά ήταν πολύ εξυπηρετικός και η δουλειά προχωρούσε γρήγορα. Κάποια στιγμή ζήτησε στοιχεία επαγγέλματός μου και μόλις του είπα με ρώτησε: 
"Κι εσείς κ. Δεδουσόπουλε τι λέτε; Ποια είναι η γνώμη σας;"
"Να σας πω." είπα. "Θυμάμαι ότι υπάρχει ένας νόμος που λέει ότι όποιος διαδίδει φήμες κατά του εθνικού νομίσματος διαπράττει ποινικό αδίκημα. Τόσες μέρες γίνεται ο χαμός από τέτοιες φήμες και ο εισαγγελέας δεν έχει κάνει τίποτα".
Λίγο σοκαρισμένος και καταλαβαίνοντας ότι τον είχε πάρει η μπάλα, κούνησε το κεφάλι του καταφατικά. "Έτσι είναι" παραδέχθηκε.
"Αλλά πώς βλέπετε τα πράγματα; Θα μείνουμε στο Ευρώ;" συνέχισε.
"Υπάρχουν τρία σενάρια εξόδου από το ευρώ που εκτυλίσσονται σε διαφορετικούς χρόνους και με διαφορετικές πιθανότητες να πραγματοποιηθούν. Το πρώτο, άμεσο, να κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ τις εκλογές, να κοπεί η χρηματοδότηση και να αναγκασθούμε να βγούμε από το ευρώ. Πιθανότητες μικρές, ακόμα και αν σχηματίσει κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ". Το δεύτερο, να συνεχισθεί αυτή η πολιτική για τους επόμενους 6 - 7 μήνες, να έχουμε μια τεράστια οικονομική, κοινωνική και πολιτική κρίση και να βγούμε από το ευρώ γιατί θα είμαστε πλήρως εκτός προγράμματος. Πιθανότητες 100%. Τρίτο σενάριο σε λίγο μεγαλύτερο χρόνο, να διαλυθεί το ευρώ ή να αλλάξει ριζικά το ευρωπαϊκό πλαίσιο".
"Κι εσείς τι προτείνετε;" με ρώτησε πάλι.
"Αν είσθε στο 2ο ή 3ο όροφο κτιρίου που καίγεται, έχετε δύο επιλογές: Ή να περιμένετε τη φωτιά να σας κάψει ή να πηδήξετε από το παράθυρο. Αν περιμένετε, θα καείτε. Αν πηδήξετε, μπορεί να σκοτωθείτε, μπορεί να σπάσετε χέρια και πόδια, αλλά έχετε πιθανότητες να γλυτώσετε. Εγώ λοιπόν θα πήδαγα".
Θα πηδήξω λοιπόν αγαπητέ αναγνώστη την Κυριακή. Θα ψηφίσω ΣΥΡΙΖΑ. Ελπίζοντας...

Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012


ΠΕΡΙ ΦΑΡΜΑΚΩΝ ΚΑΙ ΕΥΘΥΝΩΝ

Το κείμενο που ακολουθεί δεν είναι δικό μου. Μου δόθηκε από τελείως αξιόπιστη πηγή, από φίλο και συνάδελφο, που ασχολείται χρόνια πολλά με το φάρμακο και τα όσα γίνονονται - και γίνονται πολλά, πάρα πολλά και δυσώδη, στο χώρο αυτόν, ενδεικτικό της διαφθοράς και του πολιτικού χρήματος. 

Γιατί οι ασθενείς  δεν μπορούν να προμηθευτούν τα αναγκαία για την υγεία τους αντικαρκινικά φάρμακα?
Η ιστορία αρχίζει από τον 2010 και όχι από την ακυβερνησία των ολίγων ημερών της υπηρεσιακής κυβέρνησης, όπως ισχυρίζονται τύποι σαν τον Λοβέρδο .
Συγκεκριμένα από το  2010  και με το νόμο  3816/2010 δόθηκε  η δυνατότητα να πωλούνται τα ακριβά φάρμακα που τα περισσότερα από αυτά είναι αντικαρκινικά αλλάζοντας μαζικά χωρίς καμία επιστημονική αιτιολόγηση τον τρόπο διάθεσης από «Αποκλειστικά από τα νοσοκομεία» σε «Με ιατρική συνταγή» και από τα ιδιωτικά φαρμακεία, ενώ έως τώρα οι ασθενείς τα προμηθευόταν από τα δημόσια νοσοκομεία. Τα νοσοκομεία  προγραμμάτιζαν τις προμήθειες τους για τους εξωτερικούς ασθενείς με χρόνιες παθήσεις  ούτως ώστε ο ασθενής να παίρνει τα φάρμακα έγκαιρα και προγραμματισμένα.

Ποιο είναι το όφελος αυτής της «μεταρρύθμισης».
·        Πλασματική μείωση των δαπανών των νοσοκομείων αφού μειώθηκε ο προϋπολογισμός τους και συγχρόνως
·        αύξηση της τιμής του φαρμάκου  με την προμήθεια της φαρμακαποθήκης και με το   ποσοστό κέρδους του φαρμακοποιού, υπολογίζεται ότι το ετήσιο κόστος επιβάρυνσης των ασφαλιστικών ταμείων είναι 360.000.00 ευρώ.

Αρχικά ο κατάλογος των ακριβών φαρμάκων που μπορούσαν να πωληθούν και από τα φαρμακεία περιελάμβανε 89 φάρμακα, αλλά αφού το τέχνασμα απέδιδε και δεν υπήρχε καμιά διαμαρτυρία ούτε καν από το υπουργείο κοινωνικής ασφάλισης, ο τρομερώς υπουργός επέκτεινε τον κατάλογο αυτών σε 835 φαρμακευτικά προϊόντα.
Συνέπεια αυτών των ενεργειών σε συνδυασμό με την αδυναμία του ΕΟΠΠΥ να καταβάλει τις πληρωμές στους φαρμακοποιούς  προκλήθηκε η άρνηση των φαρμακευτικών εταιριών να προμηθεύουν τα φαρμακεία με πίστωση αορίστου χρόνου.
Οι φαρμακευτικές εταιρίες παρόλα αυτά δέχονται να προμηθεύσουν τα νοσοκομεία και τα φαρμακεία του ΕΟΠΠΥ έχοντας πάρει εγγυήσεις από το κράτος, αλλά δεν δέχονται να προμηθεύσουν τις φαρμακαποθήκες και τα φαρμακεία που αδυνατούν να πληρώσουν.
Το πρόβλημα λοιπόν δημιουργήθηκε από τον πρώην υπουργό κ. Λοβέρδο  που τεχνηέντως μείωσε τον προϋπολογισμό των νοσοκομείων και αύξησε τα κέρδη των φαρμακοποιών, και τα έξοδα του ΕΟΠΠΥ κατά 360.000.000 ευρώ και την υπεύθυνη για την κοινωνική ασφάλιση γ. γ. Αθήνα Δρέττα που δεν προστάτευσε αλλά ξεπούλησε φτηνά ( φοβάμαι με το αζημίωτο) τα ασφαλιστικά ταμεία και κατά συνέπεια  τους άμοιρους ασφαλισμένους.