Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Παρασκευή 23 Μαρτίου 2012

ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΜΕΤΑΝΑΣΤΩΝ - ΣΤΡΑΤΟΠΕΔΑ ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΣΗΣ ΦΤΩΧΩΝ


Η πολιτική ζωή υιοθετεί άκριτα την ακροδεξιά ατζέντα. Τα προβλήματα του "Νόμου και της Τάξης" αποκτούν την πρωτοκαθεδρία, εκτοπίζοντας τα κρίσιμα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η χώρα. Εύλογη επιλογή του πολιτικού συτστήματος. Μέσα στο συνταγολόγιο, οι επιχειρήσεις "σκούπα" και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.
Όμως τα στρατόπεδα συγκέντρωσης έχουν προϊστορία. Χρησιμοποιήθηκαν το πρώτον από τους Άγγλους στον πόλεμο με τους Μπόερς στη Νότιο Αφρική, από την τσαρική Ρωσία και τον Στάλιν και τους επιγόνους του, για να ταυτιστούν με την απόλυτη φρίκη των Ναζί.
Εδώ παρουσιάζουμε μια πιο "ελαφρά" εκδοχή, αλλά εξ ίσου απάνθρωπη. Πρόκειται για τις προτάσεις του Booth στο τέλος του 19ου - αρχ΄΄ες 20ου αιώνα για την αντιμετώπιση της φτώχιας στο Λονδίνο. Οι ομοιότητες με το σήμερα μόνο τυχαίες δεν είναι.
Απόσπασμα από το βιβλίο μου "Η Κρίση της Αγοράς Εργασίας - Θεωρίες της Ανεργίας", 2000, εκδόσεις Τυπωθήτω - Γ. Δαρδανός.



2.2       ΟΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΕΡΓΙΑ ΣΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ 19ου ΑΙΩΝΑ
Οι κοινωνικές έρευνες για τις συνθήκες ζωής των μισθωτών και των ανέργων, όπως έχουμε δει στο προηγούμενο Κεφάλαιο, προκλήθηκαν από την ανησυχία μήπως η φτώχεια οδηγήσει σε κοινωνική αναταραχή. Μέχρι να ολοκληρωθεί ο 19ος αιώνας, οι έρευνες πεδίου για την φτώχεια συνεχίζονται, αν και ο κίνδυνος για την ανατροπή του συστήματος μοιάζει απόμακρος, χωρίς να έχουν λείψει οι κοινωνικές αναταραχές που προκαλεί η ανεργία και η φτώχεια[1].
            Ωστόσο, υπάρχει ένας ακόμη λόγος που προκαλεί την άνθηση των ερευνών για την κατάσταση των μισθωτών και των άνεργων. Η εγκαθίδρυση του βιομηχανικού συστήματος δεν εξάλειψε τη φτώχεια, παρά τις σημαντικές βελτιώσεις που έγιναν στο βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων. Η σταθερότητα της απασχόλησης δεν αφορούσε το σύνολο του πληθυσμού, στους δρόμους των αστικών κέντρων η επαιτεία ήταν συνηθισμένο φαινόμενο, όπως και η περιπλάνηση σε αναζήτηση εργασίας. «Η εμμονή της οκνηρίας, της άγνοιας, της εγκληματικότητας και της διαφθοράς σε τέτοιες συνθήκες (δηλαδή σε συνθήκες οικονομικής ευμάρειας) έκανε δυνατό … να θεωρηθούν οι απόκληροι και οι αμαρτωλοί ως υπεύθυνοι για την κατάστασή τους»[2].
Η συνύπαρξη του πλούτου και της πενίας, χωρίς να λαμβάνει τη διαλεκτική σχέση που είχε στον Μαρξ [3], προκάλεσε το ενδιαφέρον ως επικίνδυνο κοινωνικό παράδοξο. Αυτό που περιγράφεται ως η «νέα φιλελεύθερη προσέγγιση», έχοντας απορρίψει «τη γενική απαισιοδοξία της κλασικής οικονομικής σκέψης» για τις δυνατότητες εμφάνισης της στάσιμης οικονομίας και έχοντας πεισθεί για την πραγματικότητα μιας συνεχούς οικονομικής  ανάπτυξης, έβλεπε το υπόλειμμα της ευκαιριακής εργασίας να παραμορφώνει αποκρουστικά την εικόνα της προόδου[4]. Εξ άλλου, η κοινή αντίληψη ότι η ατομική φιλανθρωπία και οι Νόμοι για τους Φτωχούς προκαλούν την κατάπτωση του εργασιακού φρονήματος των φτωχών εξακολουθούσε να ισχύει. Η κοινωνική έρευνα στις συνθήκες ζωής των εργαζομένων προσπάθησε να δώσει απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα.
            «Στις δεκαετίες του 1870 και 1890 έρευνες πεδίου έγιναν στη Γερμανία και στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπως και στη Μεγάλη Βρετανία, στη Γαλλία και στο Βέλγιο. Αυτές οι έρευνες ποίκιλαν στην ποιότητα και στην αντικειμενικότητα, αλλά στο σύνολό τους έφεραν στο φως τεράστιο υλικό στοιχείων για τα δεινά των φτωχών και ανάπτυξαν νέους τρόπους εξέτασης των κοινωνικών συνθηκών. Στο μεγαλύτερο μέρος τους όμως στα συμπεράσματα και στις προτάσεις τους αντανακλούσαν τις προκαταλήψεις των ερευνητών που είχαν στόχο να διατηρήσουν τους υπάρχοντες θεσμούς, παρά να τους καταργήσουν. Συνειδητά ή ασυνείδητα, οι ερευνητές έτειναν είτε να μειώνουν το μέγεθος της ανεργίας είτε να αντιμετωπίζουν το φαινόμενο της ανεργίας σαν ένα στοιχείο ενός ευρύτερου προβλήματος – της φτώχειας, της εκπαίδευσης, του αλκοολισμού κλπ.»[5]
           
Το απόσπασμα αυτό από τον Garraty ανακεφαλαιώνει με ακρίβεια την κατεύθυνση και τα συμπεράσματα των ερευνών πεδίου για τη φτώχεια κατά την περίοδο αυτή. Η έρευνα του Booth εμφανίζει μια ιδιαιτερότητα σε σχέση με τις λοιπές έρευνες της εποχής του και θα την παρουσιάσουμε πιο αναλυτικά εδώ.
Η έρευνα που έκανε ο Booth[6] κράτησε αρκετά χρόνια (από το 1886 ως μετά το 1891) και εκδόθηκε σε 17 τόμους με τον πρώτο τόμο να εκδίδεται το 1889 και τον τελευταίο το 1913. Ξεκίνησε την έρευνα με σκοπό να αποδείξει ως εσφαλμένη την αιτίαση μιας σοσιαλιστικής οργάνωσης ότι το ένα τέταρτο των εργατών του Λονδίνου ζούσε κάτω από το όριο της φτώχειας. Η αντικειμενικότητά του Booth του επέτρεψε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι κάτω από το όριο της φτώχειας δεν ζει το 25% των εργατών, αλλά σχεδόν το 30%. Τα προβλήματα που σχετίζονται με την εργασία (δηλαδή η ανεργία και οι χαμηλοί μισθοί, χωρίς να διακρίνει περισσότερο μεταξύ των δύο) θεωρήθηκαν ως τα σημαντικότερα για τη διαμόρφωση των συνθηκών της φτώχειας [7].
Ο Booth ταξινόμησε τους μισθωτούς του Λονδίνου σε οκτώ κοινωνικο-οικονομικές ομάδες, αν και ήταν ιδιαίτερα επιμελής να σημειώσει ότι τα όρια μεταξύ των ομάδων είναι ιδιαίτερα ασαφή.
Η ομάδα Α ήταν η χαμηλότερη στην κλίμακα του Booth. Περιγράφεται ως μια αντικοινωνική ομάδα αδύνατη να υποστεί οποιαδήποτε αναμόρφωση. Είναι μια «άγρια και ημι-εγκληματική» ομάδα που αποτελείται από ευκαιριακούς εργαζόμενους και περιθωριακούς που ζητιανεύουν στους δρόμους. Το μέγεθός της, όμως, είναι μικρό, φθάνει μόλις το 1% του συνολικού πληθυσμού του Λονδίνου.
Η ομάδα Β αποτελείται από τους πολύ φτωχούς. Χαρακτηρίζονται από ασταθή εργασία σε μη τακτικά διαστήματα. Κατά συνέπεια αντιμετωπίζουν συχνά προβλήματα ανεργίας, καθώς τα μέλη της ούτε θέλησαν να βρουν ούτε είναι ικανά να εξασφαλίσουν μια σταθερή εργασία. Η ομάδα αυτή περιγράφεται σαν ένα σύνολο ατόμων που «για πνευματικούς, ηθικούς ή σωματικούς λόγους δεν είναι ικανοί για καλύτερη απασχόληση». Ο αριθμός τους είναι σημαντικός: φθάνει το 8% του συνολικού πληθυσμού, αλλά η βελτίωση της κατάστασής τους μάλλον αδύνατη: «η έλλειψη εργασίας δεν είναι το αίτιο της κατάστασής τους και η προσφορά μιας θέσης απασχόλησης σε άτομα αυτής της ομάδας είναι μια άχρηστη θεραπεία».
Οι ομάδες C και D αριθμούν μαζί το 25% του συνολικού πληθυσμού του Λονδίνου. Τα μέλη των ομάδων αυτών ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας εξ αιτίας είτε συχνών διαστημάτων ανεργίας, είτε πολύ χαμηλών μισθών, παρά την τακτική απασχόληση που έχουν εξασφαλίσει. Αυτό είναι και το κριτήριο διαφοροποίησής τους: Όσοι αντιμετωπίζουν συχνά διαστήματα ανεργίας είναι «ανίκανοι να προσαρμοστούν στις συνθήκες της ζωής και δεν δείχνουν πρόνοια για το μέλλον». Αυτοί που έχουν τακτική απασχόληση, αλλά αμείβονται με χαμηλούς μισθούς είναι ανειδίκευτοι ή εργάζονται σε εργασίες που δεν απαιτούν εξυπνάδα. Και οι δύο ομάδες είναι για τον Booth τα πραγματικά θύματα του συστήματος, καθώς είναι άνθρωποι που εργάζονται σκληρά και μεγαλώνουν τα παιδιά τους με αξιοπρέπεια.
Οι υπόλοιπες ομάδες δεν αντιμετωπίζουν προβλήματα φτώχειας και, κατά συνέπεια, ούτε συχνής ανεργίας. Δεν θα επεκταθούμε λοιπόν στις ομάδες αυτές, αν και ακόμη και τα μέλη της αμέσως ανώτερης ομάδας, της Ε, φέρουν την «κατάρα της (εργασιακής) ανασφάλειας από την οποία δεν είναι εύκολο να προφυλαχθούν όση πρόνοια και αν δείξουν». Προφανώς, τα μέλη αυτής της ομάδας υπόκεινται στην κυκλικότητα της ανεργίας, δηλαδή στις διακυμάνσεις της οικονομικής δραστηριότητας, παρά στην αστάθεια της εργασιακής τους ένταξης.
Το πρόβλημα, όπως το τοποθετεί ο Booth, είναι ότι ο ανταγωνισμός για την εργασία που προέρχεται από την ομάδα Β δημιουργεί αστάθεια στην απασχόληση και μειώνει τους μισθούς των ατόμων που ανήκουν στις ομάδες C και D. Αποτέλεσμα αυτού του ανταγωνισμού είναι τα μέλη αυτών των ομάδων να υποφέρουν από «ανεπαρκή απασχόληση».
            Η λύση που πρότεινε ο Booth ήταν εξαιρετικά απλή: ο αποκλεισμός της ομάδας Β από την αγορά εργασίας με κρατική παρέμβαση και ο εγκλεισμός των μελών σε βιομηχανικά ιδρύματα – στρατόπεδα εργασίας – έξω από τα αστικά κέντρα. Για όσους αποδειχθούν ότι δεν μπορούν να προσφέρουν και στις συνθήκες αυτές δεν απέμενε παρά το φτωχοκομείο.
            Νωρίτερα από τον Booth ένας Γάλλος βιομήχανος – πού ανέβηκε κοινωνικά από την τάξη των εργατών – ο Denis Poulot[8] είχε παρουσιάσει επίσης μια ταξινόμηση των γάλλων εργατών σε οκτώ ομάδες. Η ταξινόμηση του Poulot παρομοιάζει με εκείνη του Booth, με τις κατώτερες ομάδες στην ιεράρχηση να χαρακτηρίζονται ως «βρώμικοι, αποκρουστικοί, χυδαίοι, άξεστοι, αδαείς, απερίσκεπτοι και κτηνώδεις», απρόθυμοι να εργασθούν τακτικά. Η τακτικότητα της εργασίας αποτελεί ουσιαστικό κριτήριο για τον Poulot για να ταξινομήσει τους εργάτες στις διάφορες κατηγορίες[9].
Μπορούμε να προχωρήσουμε πλέον σ’ ένα σχολιασμό της ερευνητικής προσπάθειας του Booth. Πρώτον, είναι σαφές ότι διαβλέπει τις διαφοροποιήσεις που έχουν συμβεί στη συγκρότηση της εργατικής τάξης του Λονδίνου, τις κατατμήσεις που έχουν επέλθει, τις σχέσεις ανταγωνισμού μεταξύ τμημάτων (segments) και απόστασης, ταυτόχρονα, ανάμεσα στα ιεραρχημένα τμήματα.
Ωστόσο, και αυτό είναι απολύτως κατανοητό, το κριτήριο ταξινόμησης και προσδιορισμού των κατατμήσεων δεν είναι οι θέσεις εργασίας που καταλαμβάνουν τα μέλη των διαφόρων ομάδων, αλλά τα χαρακτηριστικά αυτών των ίδιων των εργαζομένων: η φυσική τους κατάσταση, εν μέρει, η ηθική τους και η εργατικότητά τους, πολύ περισσότερο, η σύνεση και η πρόνοια που επιδεικνύουν. Δεν είναι τυχαίο, συνεπώς, που ο Booth καταλήγει στο συμπέρασμα ότι «οι άνεργοι είναι, σαν τάξη, μια ομάδα άχρηστων (unfit)». Η ανεργία αποδίδεται στους ίδιους τους άνεργους, όπως στον Malthus ο υπερπληθυσμός δεν ήταν παρά αποτέλεσμα της περιορισμένης ηθικής και της ανύπαρκτης εγκράτειας των μισθωτών. Στο συμπέρασμα αυτό φθάνει ο Booth παρά το γεγονός ότι το εμπειρικό του υλικό δείχνει τη στενή σχέση ανάμεσα στη φτώχεια και την ανεργία[10].
Δεύτερον, ο Booth αποφεύγει να αναφερθεί στην κυκλική ανεργία, αν και τη γνωρίζει ως φαινόμενο. Η ανεργία που προκαλείται από τις περιοδικές υφέσεις της βιομηχανίας, που εκφράζεται με μαζικές απολύσεις εργαζομένων στους «κακούς καιρούς» αναγνωρίζεται με σχόλια που αναφέρονται απλώς με συμπάθεια «στους καλούς εργάτες που περιφέρονται οκνοί» και των οποίων «ο αριθμός λέγεται ότι είναι σήμερα μεγάλος», Η άρνηση του Booth να σχολιάσει τις συνέπειες της ανεργίας που οφείλεται στις διακυμάνσεις της οικονομικής δραστηριότητας είναι κοινή σε όλες τις έρευνες που γίνονται και στις λοιπές χώρες κατά την ίδια περίοδο. Ο λόγος της αποσιώπησης αυτής θα πρέπει να αναζητηθεί στο γεγονός ότι οι παροδικές περίοδοι ανεργίας θεωρούνται από την οικονομική σκέψη της εποχής ως περίπου φυσικό φαινόμενο, ένα αποτέλεσμα, δυσάρεστο μεν, αλλά αναπόφευκτο και κυρίως κάτι που διορθώνεται αυτόματα από τον μηχανισμό της αγοράς[11]. Ο Booth - όπως και ο Poulot και οι λοιποί ερευνητές της περιόδου - επικαλείται την ανεργία, ή, ορθότερα, την έλλειψη τακτικής εργασίας, για να δείξει ότι αυτή συνδέεται με τα δυσμενή φυσικά και ηθικά χαρακτηριστικά των εργατών.
            Τρίτον, ο Booth υποστηρίζει ότι η αποτελεσματική λειτουργία της αγοράς εργασίας χρειάζεται ένα μέγεθος ανεργίας. Είναι αμφίβολο, όμως, κατά πόσο απέδιδε στην ανεργία τον ρόλο που είχε διαπιστώσει ο Μαρξ με την έννοια «του εφεδρικού στρατού της εργασίας» ή με την έννοια ότι η ανεργία αποτελεί ένα μηχανισμό επιβολής της πειθαρχίας στους εργαζόμενους , όπως υποστηρίζουν οι Shapiro και Stiglitz[12]. Μάλλον η αναφορά του ήταν σε μια δεδομένη πραγματικότητα, μια κατάθεση ενός πραγματολογικού στοιχείου.
            Τέλος, η ανεργία δεν αντιμετωπίζεται παρά σε σχέση με διάφορα άλλα προβλήματα που προέρχονται από τα χαρακτηριστικά των ατόμων και της «παθογένειάς» τους. Η αντιμετώπιση αυτή της ανεργίας δεν είναι νέα: την είχαμε ήδη δει σε σχέση με τις προγενέστερες έρευνες που επισκοπήσαμε στο προηγούμενο Κεφάλαιο. Από την οπτική αυτή, η αντιμετώπιση της ανεργίας δεν αφορά την οικονομική πολιτική, με την έννοια ότι απαιτεί την υιοθέτηση οικονομικών μέτρων και παρέμβασης στον οικονομικό μηχανισμό, αλλά προσδιορίζεται ως τμήμα της κοινωνικής πολιτικής.
            Με τις κοινωνικές έρευνες πεδίου η έννοια της ανεργίας ενσωματώνεται στο καθημερινό λεξιλόγιο των κοινωνικών στρωμάτων και τάξεων που δεν ανήκουν στη ριζοσπαστική εργατική τάξη. Ωστόσο, χρησιμοποιείται ακόμη εναλλακτικά, τουλάχιστον στη Μεγάλη Βρετανία, με λέξεις που είναι δηλωτικές του τρόπου κατανόησης του φαινομένου από τους συγχρόνους: οι όροι μη σταθερή (inconstancy), ευκαιριακή (irregularity), μεταβαλλόμενη (variability) και ασυνεχής (discontinuity) εργασία[13] χρησιμοποιούνται για να δείξουν την συχνή εναλλαγή περιόδων εργασίας που διακόπτονται συστηματικά από περιόδους ανεργίας ποικίλης διάρκειας. Ουσιαστικά με τις κοινωνικές έρευνες για την κατάσταση των μισθωτών και των φτωχών που γίνονται το τελευταίο τέταρτο του 19ου αιώνα ο άνεργος συγχέεται, αν δεν ταυτίζεται με τον ευκαιριακά εργαζόμενο, όπου η ευκαιριακή εργασία αποτελεί είτε επιλογή του ίδιου είτε αποτέλεσμα των εργασιακών και ηθικών μειονεκτημάτων του.
            Η διατήρηση της ευκαιριακής εργασίας στο Λονδίνο, όπως και σε άλλα μεγάλα αστικά κέντρα, έχει ερμηνευθεί από τον Stedman Jones [14] ως αποτέλεσμα του ανταγωνισμού μεταξύ επιχειρήσεων για την προμήθεια της κινητήριας δύναμης της εποχής (κάρβουνο) και της συνέπεια αυτού εγκατάστασης της βαριάς βιομηχανίας κοντά στις περιοχές εξόρυξης του κάρβουνου. Στο Λονδίνο έμειναν εγκαταστημένες μικρές βιομηχανίες παραγωγής καταναλωτικών προϊόντων που αύξαναν τα κέρδη τους με την υπερεκμετάλλευση της εργασίας, παρά με την εφαρμογή μεθόδων βιομηχανικής οργάνωσης. Ένας τρόπος υπερεκμετάλλευσης της εργασίας ήταν η προσαρμογή του όγκου της απασχόλησης στην εποχικότητα της ζήτησης, γεγονός που οδηγούσε στη διατήρηση και εξάπλωση της εποχικής και ευκαιριακής εργασίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο το κόστος της εποχικότητας στη ζήτηση των προϊόντων μεταφέρθηκε από την επιχείρηση στους εργαζόμενους [15].
           


[1]             Για τις κοινωνικές αναταραχές στη Μεγάλη Βρετανία μεταξύ του 1880 και του 1908 δες N. Ginsbourg, Class, Capital and Social Policy, 1979, Macmillan, σ. 55-6.
[2]             J. A. Garraty, Unemployment in History: Economic Thought and Public Policy, 1978. Harper , σ. 103. Επίσης D. Winch, Economics and Policy: A Historical Study, 1972, Fontana, σ. 34.
[3]             που αποτυπώθηκε στη γνωστή ρήση του Μαρξ «ο πλούτος του κράτους ταυτίζεται με την αθλιότητα του λαού».
[4]             K. Williams, Problematic History, Economy and Society, 1972, Vol. 1, 4, σ. 461-2.
[5]             J. A. Garraty, Unemployment in History: Economic Thought and Public Policy, 1978. Harper , σ. 108. Οι έρευνες αυτές επισκοπούνται από τον Garraty στο 6ο Κεφάλαιο του βιβλίου του. Εδώ θα αναφερθούμε κυρίως στην έρευνα του Charles Booth, τόσο για την σημασία της, όσο και γιατί επηρέασε σημαντικά τον τρόπο κατανόησης της ανεργίας από τους οικονομολόγους της εποχής του και μέχρι τον Keynes.
[6]             Ch. Booth, Life and Labour of the London Poor, London.
[7]             Ο Booth ταξινόμησε τα αίτια της φτώχειας σε τρεις ομάδες: Προβλήματα απασχόλησης, προβλήματα συνήθειας (αλκοολισμός και έλλειψη πρόνοιας) και προβλήματα συνθηκών (ασθένεια, αναπηρία ή πολλά παιδιά).
[8]             D. Poulot, Le sublime: ou le travailleur comme il est en 1870 et ce qu’ il peut etre, Paris 1872.
[9]             J. A. Garraty, Unemployment in History: Economic Thought and Public Policy, 1978. Harper , σ. 114.
[10]           D. Winch, Economics and Policy: A Historical Study, 1972, Fontana, σ. 53.
[11]           Δες και D. Winch, Economics and Policy: A Historical Study, 1972, Fontana, σ. 52.
[12]           C. Shapiro – J. E. Stiglitz, Equilibrium Unemployment as a Worker Discipline Device, American Economic Review, 1984.
[13]           D. Winch, Economics and Policy: A Historical Study, 1972, Fontana, σ. 52.
[14]           Stedman Jones, Outcast London: A Study in the Relationship between Classes in Victorian Society, 1971, Oxford Un. Press.
[15]           J. Tomlinson, Problems of British Economic Policy: 1870 – 1945, 1981, Methuen, σ. 18. Επίσης K. Williams, Problematic History, Economy and Society, 1972, Vol. 1, 4.


    

Δευτέρα 13 Φεβρουαρίου 2012

ΣΧΟΛΙΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΠΡΩΘΥΠΟΥΡΓΟΥ






Κάποιοι φίλοι μου ζήτησαν να σχολιάσω το κείμενο του Πρωθυπουργού. Το κάνω με βαριά καρδιά. Πληκτικό κείμενο, χωρίς ίχνος πολιτικής γλώσσας που θα μπορούσε να συγκινήσει έστω και στο ελάχιστο ή να πείσει άλλους εκτός από εκείνους που είναι ήδη πεισμένοι. Αλλά, να: έχασα το χρόνο μου, ελπίζω να μη  χάσετε κι εσείς το δικό σας.  


ΔΙΑΓΓΕΛΜΑ ΠΑΠΑΔΗΜΟΥ
ΣΧΟΛΙΑΣΜΟΣ
Ελληνίδες, Έλληνες,
Μάλιστα, ακούμε με ιδιαίτερη προσοχή, επομένως προσέξτε τι θα μας πείτε.
Απευθύνομαι σήμερα σε σας για να σας εκθέσω με απόλυτη ειλικρίνεια την κρίσιμη κατάσταση που βρισκόμαστε και τις επιλογές που έχουμε μπροστά μας. Είμαστε σε απόσταση αναπνοής από το σημείο μηδέν.
Δεχόμαστε τη δήλωση ότι θα μας μιλήσετε ειλικρινά. Μένει να αποδειχθεί κιόλας. Και θα συμφωνήσω ότι όντως «είμαστε σε απόσταση αναπνοής από το σημείο μηδέν». Μένει να δούμε τι σημαίνει αυτό.
Tο ελληνικό Κοινοβούλιο καλείται αύριο να αναλάβει μια ιστορική ευθύνη. Καλείται να εξετάσει και να εγκρίνει το νέο οικονομικό πρόγραμμα της Ελλάδας, το οποίο αποτελεί προϋπόθεση για τη χρηματοδοτική στήριξη της χώρας κατά τα επόμενα χρόνια. 
Συμφωνούμε απολύτως και σ’ αυτό. Έτσι είναι. Και όχι μόνο έτσι: Το ελληνικό Κοινοβούλιο καλείται να αποφασίσει μια δέσμευση της οικονομικής πολιτικής της χώρας για την επόμενη δεκαετία, τουλάχιστον. Αυτό συνεπάγεται ένα – δύο «τεχνικά» προβληματάκια:
Πρώτον, διαθέτει το παρόν Κοινοβούλιο την αναγκαία λαϊκή εξουσιοδότηση να αποφασίσει επ’ αυτού, ιδιαίτερα όταν το κόμμα που κέρδισε τις εκλογές του 2009 με άλλο πολιτικό πρόγραμμα (ξέρω, θα μας πείτε και εσείς γιατί τους πιστέψατε;) κινδυνεύει να εξαφανιστεί στις επόμενες εκλογές, που, σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να βραδύνουν παρά λίγους μήνες;
Δεύτερον, θεωρείτε, εσείς προσωπικά, ότι υπάρχει βουλευτής ικανός να διαβάσει, κατανοήσει και αναλύσει το γράμμα και το πνεύμα ενός δύσκολου πολιτικο-τεχνικού κειμένου, κατά λέξη και πίσω από τις λέξεις; Εκείνοι πάντως, μάλλον δηλώνουν αδυναμία. Κάπου 600 σελίδες άκουσα ότι είναι, άντε 350 όπως λέτε. Και μυθιστόρημα να ήταν θα χρειαζόταν περισσότερος χρόνος από το 36 ώρες που έχουν στη διάθεσή τους, και λέω γενναιόδωρα τις 36 ώρες. Σας άρεσε άραγε η Χρυσοχοίδιος ρήση, ότι δεν διάβασε το Μνημόνιο 1 και θέλετε να το πολλαπλασιάσετε; Ή δεν πιστεύετε ότι όσοι αποφασίζουν οφείλουν να έχουν στη διάθεσή τους όλες τις διαθέσιμες πληροφορίες; Ή μήπως πιστεύετε ότι μόνον εσείς προσωπικά, οι τρεις «αρχηγοί» και οι σύμβουλοί σας δικαιούστε να αποφασίζεται και οι βουλευτές απλώς να υπακούουν;
Σας συνιστώ επειγόντως να διαβάσετε το Σύνταγμα της χώρας – θυμάστε; Αυτό που ορκισθήκατε να τηρείτε – χωρίς τις «ερμηνείες» συνταγματολόγων που το θεωρούν «απλή λεπτομέρεια στην ανάπτυξη της χώρας». Διαφορετικά, ήδη στην πρώτη σας παράγραφο έχετε βγάλει το εισιτήριο για την πολιτική κόλαση, παρά τις καλές σας προθέσεις – τις οποίες δεν αμφισβητώ ακόμα.    
Όμως, οφείλω να υπογραμμίσω ότι το Κοινοβούλιο «καλείται να εξετάσει και να εγκρίνει το νέο οικονομικό πρόγραμμα της Ελλάδας», και μάλιστα με τη διαδικασία του κατεπείγοντος, αποτελεί, τουλάχιστον, μιαν υπερβολή, αν όχι μια ηθελημένη παραποίηση της πραγματικότητας..
Το οικονομικό πρόγραμμα και η δανειακή σύμβαση που θα το συνοδεύσει έχουν τεράστια σημασία για το μέλλον της χώρας. Η νέα δανειακή συμφωνία εξασφαλίζει τη χρηματοδότησή μας με 130 δισ. ευρώ και μας δίνει τη δυνατότητα να μειώσουμε το υπάρχον δημόσιο χρέος κατά περίπου 100 δισ. ευρώ. Με τη μείωση του χρέους θα απελευθερωθούν πολύτιμοι πόροι για την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική προστασία, θα δημιουργηθούν συνθήκες ασφάλειας, σταθερότητας και εμπιστοσύνης. 
Το Κοινοβούλιο, λοιπόν, καλείται να ψηφίσει δύο πράγματα: Ένα οικονομικό πρόγραμμα και μία δανειακή σύμβαση. Ουσιαστικά ένα, καθώς η σύμβαση προϋποθέτει το οικονομικό πρόγραμμα.
Μας λέτε λοιπόν, πρώτον, ότι θα μειωθεί το δημόσιο χρέος κατά 100 δις. Ευρώ. Αυτό που ξεχνάτε να μας πείτε είναι τους όρους που μας επιβάλλονται για να πετύχουμε αυτή τη μείωση. Το διατυπώνετε ως εάν να μας χαρίζουν κάτι, αλλά όλοι γνωρίζουμε ότι δεν είναι έτσι. Γιατί δεν λέτε, συνεπώς, αναλυτικά ποιες υποχρεώσεις αναλαμβάνουμε; Στη διαφήμιση αυτό κάπως αποκαλείται. Στους τεχνοκράτες-πρωθυπουργούς έχει όνομα;
Προφανώς πιστεύετε ότι εμείς οι απλοί πολίτες γνωρίζουμε ήδη το κείμενο που έχετε συμφωνήσει. Μέσες άκρες, ναι. Γι’ αυτό βγήκαμε στους δρόμους, γι’ αυτό η δημοτικότητά σας κατρακυλά, γι’ αυτό η κυβέρνησή σας είναι στερημένη από πολιτική νομιμοποίηση. Ίσως πάλι να πιστεύετε ότι δεν χρειάζεται να ξέρουμε. Αρκεί να ξέρετε εσείς και οι γύρω από εσάς. Εκτός από το Κοινοβούλιο, μάλλον περιφρονείτε και το λαό.
Μας λέτε ότι «με τη μείωση του χρέους θα απελευθερωθούν πολύτιμοι πόροι για την οικονομική ανάπτυξη και την κοινωνική προστασία, θα δημιουργηθούν συνθήκες ασφάλειας, σταθερότητας και εμπιστοσύνης». Μα στο οικονομικό σας πρόγραμμα – προϋπόθεση της Σύμβασης είναι η πλήρης αποδιοργάνωση του αναιμικού και ήδη προ μνημονίου 1 ανεπαρκούς προνοιακού δημόσιου τομέα, ούτε βεβαίως αναφέρονται μέτρα οικονομικής ανάπτυξης στο οικονομικό πρόγραμμα, άλλα εκτός από εκείνα που απορρυθμίζουν πλήρως την αγορά εργασίας και βυθίζουν την οικονομία σε ακόμη μεγαλύτερη ύφεση. Εκτός αν η ανάπτυξη θα έλθει με την ύφεση και την καταστροφή του ασθενικού παραγωγικού ιστού. Είναι μια άποψη, κι αυτό, αλλά δεν μας το λέτε, μέσα στην ειλικρίνειά σας.
Επομένως, η διαβεβαίωση για «συνθήκες ασφάλειας, σταθερότητας και εμπιστοσύνης» σε ποιους απευθύνεται; Ποιοι θα νοιώσουν έτσι με την εφαρμογή του προγράμματός σας;     
Με την πιστή εφαρμογή του προγράμματος θα αποκατασταθεί η δημοσιονομική σταθερότητα και η διεθνής ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας, η οποία θα επανέλθει σε τροχιά βιώσιμης ανάπτυξης - πιθανότατα από το δεύτερο εξάμηνο του 2013. Χωρίς δημοσιονομική εξυγίανση και χωρίς μεγάλες μεταρρυθμίσεις, ανάπτυξη δεν μπορεί να υπάρξει. 
Εδώ έχουμε σοβαρά προβλήματα. Υπονοείτε ότι το Μνημόνιο 1 απέτυχε, γιατί δεν το εφαρμόσαμε. Διατείνομαι ότι απέτυχε γιατί δεν μπορούσε να πετύχει. Γιατί καμιά οικονομική θεωρία δεν προβλέπει δυνατότητα επιτυχίας, γιατί όλες οι πρακτικές εφαρμογές αντίστοιχων προγραμμάτων είχαν τα ίδια αποτελέσματα με τα δικά μας: Ύφεση, μαζική ανεργία, φτώχεια, τεράστια ανισοκατανομή εισοδήματος και πλούτου. Χωρίς ούτε μία, ούτε μία, να έχει θετικά αποτελέσματα. Και μην μιλήσετε για Ισπανία, Πορτογαλία και Ιταλία, διότι είναι στο δρόμο που χαράξαμε και μας ακολουθούν πιστά στο δρόμο της καταστροφής.
Δυστυχώς, η δημοσιονομική εξυγίανση δεν μπορεί να έλθει ούτε με την αύξηση της φορολογίας των ήδη φορολογημένων υπερβολικά πολιτών, ούτε με τη μείωση των μισθών των δημοσίων υπαλλήλων, ούτε με τη μείωση του προσωπικού του δημόσιου τομέα, ούτε με τη συρρίκνωση των δημόσιων κοινωνικών υπηρεσιών, της υγείας, της παιδείας, των συντάξεων, της εργατικής κατοικίας και των ελαχίστων υπηρεσιών που προσέφερε η εργατική εστία. Απλώς τα μέτρα αυτά θα κάνουν την ύφεση ακόμα πιο βαθιά. Το ξέρετε, στοιχειώδες είναι.
Ανταγωνιστικότητα. Υπονοείτε ότι η μείωση κατά 22% του κατώτερου μισθού και η μετατροπή του μισθού των νέων σε χαρτζιλίκι, θα ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των ελληνικών προϊόντων και θα αυξήσει την απασχόληση. Ελάτε τώρα, ας σοβαρευτούμε.
Πρώτον, το 2007 το κόστος εργασίας ήταν μόλις το 16% του συνολικού κόστους. Το 2007, πέντε χρόνια πριν, όχι σήμερα που έχει μειωθεί ακόμα περισσότερο. Αυτό σημαίνει ότι η κατά 22% μείωση των μισθών – έστω ότι είναι γενικευμένη – θα έχει μια επίπτωση της τάξεως του 3,5% στο συνολικό κόστος. Σπουδαία!!!!
Αλλά, δυστυχώς, ο μισθός δεν είναι μόνο κόστος. Είναι εισόδημα, κατανάλωση. Και μια μείωση κατά 22% του εισοδήματος από μισθό θα οδηγήσει σε μείωση της κατανάλωσης. Τα προϊόντα θα γίνουν κατά 3,5% πιο φθηνά, μόνο που η ζήτηση θα μειωθεί. Τα ξέρετε αυτά, στα εισαγωγικά εγχειρίδια αναλύονται: Μετατόπιση κατά μήκος της καμπύλης ζήτησης και μετατόπιση της καμπύλης ζήτησης.
Θα μου πείτε θα αυξηθούν οι εξαγωγές. Αυτές οι έρμες όμως μειώνονται  σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ στα χρόνια του Μνημονίου. Αυξήθηκαν σημαντικά για ελάχιστο χρόνο, και, επιτρέψτε μου να πω, μάλλον αυτή η αύξηση ήταν αποτέλεσμα επανεξαγωγών/ Αλλά ακόμα και αν αυξάνονταν, δεν υπάρχει χώρα επί γης που να στήριξε την ανάπτυξή της στον εξαγωγικό προσανατολισμό, χωρίς να έχει κατακτήσει προηγουμένως την εσωτερική αγορά.
Η συμφωνία για το νέο πρόγραμμα, που επετεύχθη μετά από πολυήμερες, εντατικές και σκληρές διαπραγματεύσεις με την τρόικα, έχει τη στήριξη των δυο μεγαλύτερων κομμάτων της χώρας. Κατοχυρώνει το μέλλον της πατρίδας μας στο ευρώ και θέτει τις βάσεις για να ξεπεράσουμε τη σημερινή οικονομική κρίση. Παράλληλα, η συμφωνία αποτυπώνει τις ακραίες συνθήκες ανάγκης στις οποίες εξακολουθεί να βρίσκεται η χώρα μας. 
Κρίσιμο θέμα. Συμφωνία μετά από «πολυήμερες, εντατικές και σκληρές διαπραγματεύσεις με την τρόικα». Μπορούμε να μάθουμε τι πρότεινε η ελληνική πλευρά, τι δέχθηκε η τρόϊκα και τι απέρριψε; Καθόλου δεν είναι αυτή η πληροφορία αδιάφορη. Θα μας προειδοποιούσε τι θα μας ζητήσουν στη συνέχεια, αφ’ ενός. Αλλά θα μας επέτρεπε να κρίνουμε τη στάση και τις ικανότητες των διαπραγματευτών μας. Εκτός αν «οι ακραίες συνθήκες ανάγκης» έκαναν περιττή την όποια διαπραγμάτευση/
Ο κεντρικός και ουσιαστικός σκοπός όλων μας είναι η βιώσιμη ανάπτυξη της οικονομίας μας. Τα τελευταία πέντε χρόνια, όμως, η οικονομία βρίσκεται σε ύφεση. Αυτό οφείλεται κυρίως στο γεγονός ότι αναπτυσσόταν στηριζόμενη σε συνεχώς αυξανόμενο δανεισμό. Όταν τα δανεικά τελείωσαν, το κράτος δεν μπορούσε πια να χρηματοδοτεί δαπάνες, η κατανάλωση υποχώρησε, και η οικονομική δραστηριότητα συρρικνώθηκε. Το μοντέλο ανάπτυξης που είχαμε μέχρι το 2009 δεν είχε μέλλον. Ήταν καταδικασμένο να τερματιστεί. Αυτό συνέβη όταν τα ελλείμματα διαμορφώθηκαν σε υπερβολικά υψηλά επίπεδα, κληροδοτώντας μας ένα τεράστιο χρέος.
Διακρίνω ίχνη αυτοκριτικής ή σφάλλω; Δηλαδή, αυτό το «μοντέλο ανάπτυξης» έγινε μόνο του ή οργανώθηκε και από τις κυβερνήσεις, με τις οποίες συνεργασθήκατε από πολύ υπεύθυνες θέσεις, ως υποδιοικητής και διοικητής της Τράπεζας Ελλάδας; Όταν ασμένως γινόταν η ένταξη στο ευρώ, προειδοποιούσατε, άραγε, για την παραγωγική συρρίκνωση και τη φούσκα της οικονομίας; Όταν γίνονταν οι τραγικές επιλογές για τους Ολυμπιακούς Αγώνες και για τις δαπάνες που τους συνόδεψαν, πού άραγε ήσασταν; Κι αν τότε σιωπήσατε, γιατί δε μιλήσατε στη συνέχεια; Γιατί να πιστέψουμε ότι μας προστατεύετε τώρα, που κατά κάποιον τρόπο είσθε και θεσμικά ανεύθυνος, όταν δεν μας προστατέψατε τότε που ήσασταν θεσμικά υπεύθυνος;  Πάντως, δε θα διαφωνήσω ότι το «μοντέλο ανάπτυξης» δεν ήταν βιώσιμο. Προσωπικά το έχω διατυπώσει εγγράφως από το 1985. Μάλιστα. Από τότε.  
Για την ύφεση ευθύνεται επίσης το δυσμενές διεθνές οικονομικό περιβάλλον. Όμως ο πιο καθοριστικός παράγοντας είναι η αστάθεια και η αβεβαιότητα για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Είναι ο φόβος της χρεοκοπίας και της εξόδου από το ευρώ που σκιάζει τους αποταμιευτές, αναστέλλει τις επενδυτικές αποφάσεις, παγώνει την οικονομική δραστηριότητα, εμποδίζει την ανάκαμψη της οικονομίας. Στην αβεβαιότητα, την αστάθεια και την ανασφάλεια θα θέσει τέρμα το αξιόπιστο πρόγραμμα, η χρηματοδοτική στήριξη και η αναδιάρθρωση του χρέους που το συνοδεύουν.  
Αλήθειες και ψέματα και σιωπές. Ναι, υπάρχει παγκόσμια ύφεση από το 2008, ναι η ύφεση είναι νόσος ευρωπαϊκή. Έχει πάρει μάλιστα και θεσμική μορφή με τη συνθήκη του Μάαστριχτ και με τη δημιουργία της ΕΚΤ. Μερικοί τότε είχα πει – πάλι γραπτώς – ότι έχει τοποθετηθεί ένας μηχανισμός ανάσχεσης της ανάπτυξης και δημιουργίας υφέσεων στην ΕΕ. Τότε αυτοί με τους οποίους συνεργάζεστε και τώρα και συνεργαζόσασταν και τότε μας έλεγαν «αντιευρωπαϊστές».
Για την ύφεση λέτε φταίει η ανασφάλεια και η αβεβαιότητα. Για την έλλειψη ζήτησης δεν γνωρίζετε άραγε; Θα σας συμβούλευα να κάνετε μια μικρή άσκηση: να δείτε πώς ανταποκρίνονται τα μακροοικονομικά μεγέθη (βαθμός ύφεσης, φορολογικά έσοδα κλπ) στις μεταβολές της εγχώριας καταναλωτικής δαπάνης. Μπορεί να εκπλαγείτε, αλλά, ναι, αυτά που μάθατε ως φοιτητής οικονομικών και, φαντάζομαι, διδάξατε στους φοιτητές σας, εξακολουθούν να έχουν βάση.  
Το πρόγραμμα περιέχει πολλές ρυθμίσεις τις οποίες θα έπρεπε να είχαμε υιοθετήσει από μόνοι μας προ πολλού. Αν τις είχαμε εφαρμόσει όταν οι συνθήκες ήταν ευνοϊκότερες, δεν θα είχαμε φτάσει σε τόσο δεινή κρίση.
Δηλαδή, μπορείτε να μας πείτε ποιες είναι αυτές; Γιατί, εγώ τουλάχιστον, δεν μπορώ να τις διακρίνω από αυτές, στις οποίες αναφέρεσθε στην αμέσως επόμενη παράγραφο.
Το πρόγραμμα όμως περιέχει και ρυθμίσεις που καμία κυβέρνηση δεν θα υιοθετούσε υπό ομαλές συνθήκες. Μέτρα που δοκιμάζουν τις αντοχές και πλήττουν το εισόδημα μεγάλου μέρους της κοινωνίας μας. Έχουμε απόλυτη επίγνωση ότι το οικονομικό αυτό πρόγραμμα συνεπάγεται βραχυπρόθεσμα οδυνηρές θυσίες για τους Έλληνες, οι οποίοι έχουν ήδη δοκιμαστεί σκληρά.
Συμφωνώ απολύτως. Καμιά κυβέρνηση δε θα υιοθετούσε αυτά τα μέτρα και αυτές τις ρυθμίσεις. Καμία δημοκρατική κυβέρνηση, καθώς τα μέτρα που επιλέξατε παραβιάζουν κατάφωρα το Σύνταγμα και τις Διεθνείς Συμβάσεις της χώρας. Ξαναδιαβάστε λίγο τη Γενική Θεωρία του Keynes για το πότε, δηλαδή σε ποια πολιτικά καθεστώτα, είναι εφικτή η μείωση των ονομαστικών μισθών.
Λέτε στη συνέχεια ότι οι θυσίες είναι βραχυπρόθεσμες. Δηλαδή; Τι σημαίνει «βραχυπρόθεσμες»; Πόσο διαρκεί αυτό; Ένα χρόνο; Δύο, πέντε, δέκα, είκοσι; Πόσες γενιές: Ήδη μία χαμένη, αναζητά την ατομική της λύση στη μετανάστευση. Άλλη μία; Άλλες δύο; Και οι μεσήλικες; Οι γέροντες; Οι 35άριδες; Πόσο βραχυπρόθεσμα προτίθεστε να αποκαταστήσετε τη ζωή τους;
Και τι σημαίνει η πρόταση «το οικονομικό αυτό πρόγραμμα συνεπάγεται βραχυπρόθεσμα οδυνηρές θυσίες για τους Έλληνες»; Ότι θα αναπληρώσετε τις θυσίες που τους επιβάλλετε; Πότε; Όταν το 2020 θα έχουμε το ίδιο ποσοστό χρέους με εκείνο που δημιούργησε όλον αυτόν το χαμό;
Μακροπρόθεσμες λοιπόν οι οδυνηρές θυσίες και μάλιστα χωρίς υπόσχεση ότι θα πιάσουν τόπο. Γιατί η πρόβλεψή σας ότι το τέλος του 2013 θα αρχίσει η ανάκαμψη είναι μια «safe» πρόβλεψη για σας. Δεν θα είσθε τότε στην κυβέρνηση για να σας την πούμε. Και είναι βέβαιο ότι η πρόβλεψή σας είναι εσφαλμένη.

Λένε ορισμένοι: από ένα τέτοιο οικονομικό πρόγραμμα που περιλαμβάνει επώδυνα μέτρα, καλύτερη η χρεοκοπία. Πλανώνται οικτρά όσοι υποστηρίζουν κάτι τέτοιο, ή δημαγωγούν επικίνδυνα. Μια άτακτη χρεοκοπία θα έριχνε τη χώρα μας σε μια καταστροφική περιπέτεια. Θα δημιουργούσε συνθήκες ανεξέλεγκτου οικονομικού χάους και κοινωνικής έκρηξης.
Λένε ορισμένοι ότι το πρόγραμμα που υιοθετείτε και εφαρμόζετε μας βυθίζει σε πολύ βαθιά ύφεση και επιτείνει την παραγωγική αποδιάρθρωση της χώρας. Λένε ότι αποδεχόμενος όρους που θα αποδειχθούν ανέφικτοι, οδηγείται τη χώρα στη βέβαιη χρεοκοπία και στην «εθελοντική» έξοδο από το ευρώ. Λένε ότι δεν διαπραγματευτήκατε ούτε εσείς ούτε ο προκάτοχός σας. Λένε ότι δώσατε γην και ύδωρ (κυριολεκτικά και τα δύο). Λένε ότι όλα τα όπλα διαπραγμάτευσης τα ακυρώσατε. Οι πιστωτές μας πήραν όλες τις εγγυήσεις έναντι αντιτίμου υψηλότερου από αυτό που όριζαν να πάρουν οι «αγορές».  
Οι αποταμιεύσεις των πολιτών θα κινδύνευαν. Το κράτος θα αδυνατούσε να πληρώσει μισθούς, συντάξεις, να καλύψει στοιχειώδεις λειτουργίες, όπως τα νοσοκομεία και τα σχολεία, καθώς έχει ακόμα πρωτογενές έλλειμμα πάνω από 5 δισ. ευρώ. Δηλαδή τα έσοδα του κράτους δεν αρκούν για να καλύψουν τις δαπάνες, ακόμα κι αν παύαμε να εξυπηρετούμε το χρέος.
Το έσοδα του κράτους υπερκαλύπτουν τις δαπάνες του, ιδιαίτερα αν σταματήσουν οι πολυτελείς δαπάνες και οι αναθέσεις έργων σε «οικείους». Δεν αρκούν να καλύψουν τα τοκοχρεολύσια. Και για σας η πληρωμή των τόκων των δανείων ιεραρχείται περισσότερο και από τη μόρφωση και τη ζωή αυτού του λαού.   
Η εισαγωγή βασικών αγαθών -όπως φάρμακα, πετρέλαιο, και μηχανήματα- θα γινόταν προβληματική, αφού η χώρα, δημόσιος και ιδιωτικός τομέας, θα έχανε κάθε πρόσβαση σε δανεισμό και η ρευστότητα θα συρρικνωνόταν. Επιχειρήσεις θα έκλειναν μαζικά, αδυνατώντας να αντλήσουν χρηματοδότηση. Η ανεργία, η οποία είναι ήδη απαράδεκτα υψηλή θα αυξανόταν περισσότερο.
Η εισαγωγή βασικών αγαθών εξαρτάται από την ικανότητα του αγοραστικού κοινού να πληρώνει για να τα αποκτήσει. Λέτε οι εταιρείες πετρελαίου να φέρνουν πετρέλαιο, αν δεν πληρώνονται; Οι εισαγωγές λοιπόν αυτών των κρίσιμων προϊόντων εξαρτώνται από τα εισοδήματα του κόσμου. Όσο για την ρευστότητα, ας μη μιλήσουμε. Ρωτήστε τους επιχειρηματίες.
Το βιοτικό επίπεδο των Ελλήνων στην περίπτωση μιας άτακτης χρεοκοπίας θα κατέρρεε. Η χώρα θα παρασυρόταν σε μια μακρά δίνη ύφεσης, αστάθειας, ανεργίας και παρατεταμένης εξαθλίωσης.
Να σας το ξαναπώ: Με την πολιτική σας κάνετε ένα αποφασιστικό βήμα εγγύτερα προς την άτακτη χρεοκοπία/
Οι εξελίξεις αυτές θα οδηγούσαν, αργά ή γρήγορα, στην έξοδο από το ευρώ. Από χώρα του πυρήνα της Ευρωζώνης, η Ελλάδα θα καταντούσε χώρα αδύναμη, στο περιθώριο της Ευρώπης
Και προς την έξοδο από το ευρώ
Κοιτάμε τον ελληνικό λαό στα μάτια με πλήρη συναίσθηση της ιστορικής ευθύνης. Το κοινωνικό κόστος που συνεπάγεται το πρόγραμμα αυτό είναι περιορισμένο σε σύγκριση με την οικονομική και κοινωνική καταστροφή που θα ακολουθούσε εάν δεν το υιοθετήσουμε.
Μάλλον οι ματιές μας δεν συναντιούνται, αν και προσπαθώ να σας κοιτάξω στα μάτια
Γνωρίζουμε ότι οι αντοχές των πολιτών αγγίζουν τα όριά τους. Τα τελευταία δύο χρόνια καταβάλλεται μια υπερπροσπάθεια. Παρά τις καθυστερήσεις στην εφαρμογή των μεταρρυθμίσεων έχουμε κατορθώσει πολλά, με μεγάλο οικονομικό και κοινωνικό κόστος, όπως καταγράφεται από τη συνεχιζόμενη ύφεση και την αύξηση της ανεργίας στο 20%. 
Δηλαδή τι ασκείτε: οικονομική πολιτική ή τεστ αντοχής; Μάλλον η «επίσκεψη» στους άστεγους δεν σας δίδαξε πολλά, ούτε καν οι φωνές αγωνίες του Αρχιεπίσκοπου. Καλά εμάς μην μας ακούτε: Απεργαζόμαστε το κακό της χώρας εξ ορισμού.
Τα τελευταία δύο χρόνια μειώσαμε το πρωτογενές δημόσιο έλλειμμα από 24 δισ. ευρώ σε 5 δισ., μείωση που αντιστοιχεί σε 8 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Ανακτήσαμε περίπου το 1/3 της ανταγωνιστικότητας που χάθηκε κατά τα προηγούμενα δέκα έτη. Οι προσπάθειες και οι θυσίες του ελληνικού λαού αποδίδουν και δικαιούνται το σεβασμό όλων. 
Αν θυμάμαι καλά το έλλειμμα ήταν 13,5 % του ΑΕΠ και με όλες αυτές τις θυσίες το πήγαμε στο 10% περίπου. Το δημόσιο χρέος ήταν στο 120% όταν έγινε το μνημόνιο και είναι στο 160% τώρα – ούτε δύο χρόνια μετά/ Ο ρυθμός της ύφεσης επιδεινώνεται, ο δείκτης παραγγελιών επίσης, το επιχειρηματικό κλίμα είναι στο πολικό ψύχος, η ανεργία ξεπέρασε το 1.000.000 ανέργους, η απασχόληση μειώθηκε με το ποσοστό – ρεκόρ του 7,35% σε ένα χρόνο. Οι δε καταθέσεις ταμιευτηρίου εξαφανίζονται δημιουργώντας ένα ακόμη πρόβλημα στο τραπεζικό σύστημα. Όσο για την ανταγωνιστικότητα, αστεία θα το λέτε. Γιατί λοιπόν περηφανεύεστε;

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η Ελλάδα αντλεί σήμερα τη μεγαλύτερη χρηματοδοτική στήριξη που δόθηκε ποτέ με εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους. Αυτό αντανακλά τη βούληση των εταίρων μας να στηρίξουν την παραμονή μας στο ευρώ. Γι’ αυτό μάς πιέζουν: για να αξιοποιήσουμε τη στήριξη αυτή, δημιουργώντας εμείς οι ίδιοι τις προϋποθέσεις βιώσιμης συμμετοχής μας στο κοινό νόμισμα. Οφείλουμε να εξυγιάνουμε την οικονομία μας. Να μην δαπανούμε περισσότερο από όσα παράγουμε.
Όταν παίρνεις ένα δάνειο, δεν έχει σημασία τόσο οι όροι (επιτόκιο κλπ), όσο αν μπορείς να το πληρώσεις. Για να το πληρώσουμε λοιπόν θέλουμε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης. Μπορείτε να μας πείτε τι ρυθμούς ανάπτυξης χρειάζεται η Ελλάδα για να πληρώσει ένα δάνειο επιτοκίου 4%; 
Δεν πρέπει να χάσουμε αυτή την ευκαιρία να κάνουμε την οικονομία μας πιο παραγωγική και ανταγωνιστική. Για να διασώσουμε όσα κατακτήσαμε, πρέπει να αλλάξουμε όλα όσα κάναμε λάθος. Πρέπει να εξυγιάνουμε το κράτος και να χτίσουμε την οικονομία μας σε στέρεες βάσεις για να επιτύχουμε υψηλή και βιώσιμη ανάπτυξη.
Wishful thinking. Όλα αυτά τα πρέπει να ακούμε μερικές δεκαετίες τώρα. Λυπάμαι, η συνταγή σας θα αποτύχει παταγωδώς.
Αυτός είναι ο αγώνας της γενιάς μας. Και θα ήταν η μεγαλύτερη ήττα τής μεταπολιτευτικής Ελλάδας αν από λιποψυχία ή ελλιπή αίσθηση ευθύνης, από βαριά αμέλεια ή από μοιραίο λάθος αυτή η χώρα κατέληγε κάποια στιγμή χρεοκοπημένη και έξω από το ευρώ. Αν, την ώρα που χώρες πολύ φτωχότερες από μας καταβάλλουν σκληρές προσπάθειες για να μπουν στη ζώνη του ευρώ, εμείς βαδίζαμε την πορεία εξόδου. 
Να το ξαναπώ ότι αυτή η πολιτική μας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην άτακτη χρεοκοπία και εκτός ευρώ; Ξέρετε σκάκι κε Πρωθυπουργέ; Έχετε καταφέρει να μπείτε στη φάση που ο αντίπαλος σας έχει επιβάλλει κινήσεις φορσέ. Ο βασιλιάς πέφτει όπου να’ ναι.
Θα είναι μια τεράστια αδικία της ιστορίας, η χώρα από την οποία ξεκίνησε ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, που τα τελευταία 65 χρόνια βίωσε έναν εμφύλιο και μια δικτατορία, αλλά πρόκοψε, έφτιαξε την ευημερία της, οικοδόμησε μια δημοκρατία, θεσμούς και αξίες, να φτάσει στην πτώχευση και να βρεθεί, από ένα ακόμα λάθος, σε εθνική απομόνωση και εθνική απόγνωση.
Είναι αδικία για όλους τους ανθρώπους που δούλεψαν σκληρά όλη τους τη ζωή, πλήρωναν τους φόρους τους και ζούσαν μετρημένα να χάνουν τη σύνταξή τους, να χάνουν τη δουλειά τους, να μη μπορούν να σπουδάσουν τα παιδιά τους, να μην μπορούν να έχουν ιατρική περίθαλψη και φάρμακα, να στερούνται τα στοιχειώδη, όταν άλλοι πλουτίζουν από τη δυστυχία τους. Γι αυτούς τους «άλλους» έχετε να μας πείτε κάτι;
Δεν θα βγούμε από την κρίση χωρίς θυσίες. Είμαστε λαός περήφανος και φιλότιμος. Ξέρουμε από αγώνες. Και αυτός είναι σήμερα ο αγώνας της πατρίδας μας. Να έχουν τα παιδιά μας την ευρωπαϊκή Ελλάδα της σταθερότητας, της ευημερίας και της δημοκρατίας που κατακτήσαμε τα τελευταία τριάντα χρόνια. 
Ξέρουμε, ξέρουμε: Ή όλοι να ελευθερωθούμε ή όλοι να πεθάνετε. Μας το είπαν κι άλλοι.
Πατριωτικό σήμερα δεν είναι να ρίξουμε τις ασπίδες, αλλά ενωμένοι να πάρουμε τις αναγκαίες δύσκολες αποφάσεις για τη σωτηρία της χώρας. Θα υπερασπιστούμε τη θέση μας στο ευρώ και στην Ευρώπη.
Αυτό και το επόμενο θα τα αφήσω χωρίς σχόλια. Οι εκθέσεις ιδεών στο Γυμνάσιο
Το οικονομικό πρόγραμμα που έχει κατατεθεί στη Βουλή, και η χρηματοδοτική στήριξη που θα το συνοδεύει, είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για να διασώσουμε τα σημαντικότερα κεκτημένα των τελευταίων δεκαετιών για να διασφαλίσουμε τη θέση της Ελλάδας στην ομάδα των αναπτυγμένων χωρών της Ευρώπης και στο ευρώ. Είναι απολύτως αναγκαία για να προστατεύσουμε τα εθνικά μας συμφέροντα.

Η προσαρμογή της οικονομίας μας δεν τελειώνει σε ένα χρόνο. Για την ολοκλήρωση των αλλαγών θα χρειαστεί σκληρή προσπάθεια, συνέχεια και συνέπεια, δημιουργική συνεργασία και πνεύμα ενότητας των κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων. Εμπιστοσύνη στις δυνάμεις μας και πίστη στην ανάγκη να αλλάξουμε τη χώρα μας.
Γι αυτό γράφετε στα παλιά σας παπούτσια την κοινή θέση των κοινωνικών εταίρων;
Σε ό,τι με αφορά, ανέλαβα την ευθύνη και τον κίνδυνο να κάνω ό,τι μου αναλογεί για να φτάσουμε στην άκρη αυτής της διαδρομής. Και θα το κάνω.
Ποιος είναι ο προσωπικός κίνδυνος που αναλάβατε ακριβώς;

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

ΠΟΥ ΠΑΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙ, ΟΤΑΝ ΦΥΓΕΙ;

Το κείμενο δημοσιεύτηκε σε μια πρώτη μορφή στην Αυγή της Πρωτοχρονιάς
http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=660454

Εδώ παίρνει την τελική μορφή, με μικρές προσθήκες.

Στην Πόλυ και στην Ευγενία



ΠΟΥ ΠΑΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙ, ΟΤΑΝ ΦΥΓΕΙ;


Χαζό ερώτημα, θα μου πείτε, ενδεχομένως. Καθόλου χαζό, θα είναι η απάντησή μου. Δεν υπάρχουν χαζές ερωτήσεις – το λέω αυτό με κάθε ευκαιρία στους φοιτητές μου - , υπάρχουν ενδιαφέρουσες ή λιγότερο ενδιαφέρουσες απαντήσεις. Ή σιωπές. Επίσης ενδιαφέρουσες ή λιγότερο ενδιαφέρουσες.
            Το ερώτημα, όμως, του τίτλου δεν είναι δικό μου. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, κλεμμένο, δανεισμένο, αν θέλετε. Το διατύπωσε πριν έναν χρόνο, τέτοιες μέρες, παραμονές Πρωτοχρονιάς, η Ευγενία Λουπάκη στο facebook. Και αν και ανταποκρίθηκα τότε στην πρόσκλησή της, αυτό το ερώτημα φαίνεται ότι εξακολουθεί να με βασανίζει ένα χρόνο μετά, τόσο, ώστε να προκαλεί αυτό το κείμενο.

«Πάει ο παλιός ο χρόνος,
ας γιορτάσουμε παιδιά
και του χωρισμού ο πόνος
ας κοιμάται στη καρδιά.

Καλή χρονιά, καλή χρονιά,
χαρούμενη, χρυσή πρωτοχρονιά..

Γέρε χρόνε φύγε τώρα
πάει η δική σου η σειρά
ήρθε ο νέος με τα δώρα,
με τραγούδια και χαρά.

Μα κι αν φεύγεις πια μακριά μας
στην καρδιά μας πάντα ζει
κάθε λύπη και χαρά μας
που περάσαμε μαζί.

Όλα γύρω χιονισμένα 
όλα γύρω παγωνιά
μα θα λιώσουν ένα - ένα
με τη νέα τη χρονιά.»
 
Φαντάζομαι όλοι σας γνωρίζετε το τραγουδάκι αυτό. Τουλάχιστον, τις δύο πρώτες του στροφές. Το λέγαμε παιδιά, μόλις οι μεγάλοι κατέβαζαν το γενικό διακόπτη του ηλεκτρικού, ακριβώς στις 12 τα μεσάνυχτα, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά, για να υπομνήσουν το στιγμιαίο κενό εξουσίας στη διαδοχή του χρόνου. Μετά, μάθαμε ότι χρόνος είναι η περίοδος που η γη συμπλήρωνε έναν, περίπου έναν, κύκλο, περίπου κύκλο, περιστροφής γύρω από τον ήλιο.
            Το τραγουδάκι αυτό άφηνε ένα αντιφατικό συναίσθημα στη ψυχή μου, έστω και αν αγνοούσα τους δύο τελευταίους στίχους. Χαρά και ελπίδα και προσμονή σε κάτι καλύτερο, όποια μορφή και αν έπαιρνε αυτό το «καλύτερο», Μια μικρή λύπη, ταυτόχρονα, για τον ανθρωπομορφικό χρόνο, που χθες παλικαράκι, τώρα υπέργηρος, έφευγε από το προσκήνιο. Μια λύπη «αποχαιρετισμού», την οποία, όμως, έπρεπε να την απωθήσουμε, να μην την αφήσουμε να βγει, να μην ταράξει την χαρά του νέου, την ελπίδα και την προσμονή που έφερνε μαζί του.    
            Και ένα ερώτημα. Το ερώτημά μου, τότε, ήταν περίπου σαν αυτό της Ευγενίας. Ένα ερώτημα απαντημένο ήδη. Μέσα στην ανθρωπομορφική αντίληψη του Χρόνου, ήθελα να πιστεύω ότι όλοι οι παλιοί χρόνοι μένουν σ’ ένα παλάτι, ένα κάστρο ψηλά σε απάτητα βουνά, απόμαχοι της ζωής, διηγούμενοι μεταξύ τους ιστορίες που έζησαν μαζί με τους θνητούς, εμάς, στο σύντομο πέρασμά τους. Και περίμεναν το νέο, να παλιώσει, να τους συναντήσει και να τους αφηγηθεί τα νεώτερα.
            Εύκολη λύση, ανώδυνη και καθησυχαστική. Και καθόλου λειτουργική πια, τώρα που μεγάλωσα, τώρα που ο νέος χρόνος με φέρνει στην αρχή της 7ης δεκαετίας της ζωής μου.
            Πού πάνε, λοιπόν, τα χρόνια που έφυγαν; Δεν τα τοποθετώ πια σε παλάτια γοτθικά, αλλά σε ένα απλό σεντούκι, αυτά τα ξύλινα με το μαύρο βερνίκι και τα σκαλίσματα, ένα σεντούκι που μένουν τα χρόνια που πέρασαν, οι αράχνες, και ο σκώρος.
            Σ’ αυτό το σεντούκι καταχωνιάζουμε χρόνο με το χρόνο τη ζωή μας, χαρές και λύπες, επιτυχίες και αποτυχίες, πράγματα που κάναμε και άλλα, πολύ περισσότερα, που δεν κάναμε, δεν επιχειρήσαμε καν. Και, καθώς, φτάνουμε σιγά-σιγά στα γεράματα, αυτό το σεντούκι ανοίγει όλο και πιο συχνά, οι αναμνήσεις βγαίνουν και μας κρατούν συντροφιά, λίγο – λίγο, όλο και περισσότερο, όλα και πιο συχνά.
            Δεν είναι το κουτί αυτό σαν εκείνο της Πανδώρας. Δεν προσδοκούμε να βρούμε την ελπίδα στο άνοιγμά του…

            Αυτά περίπου σκεφτόμουν, όταν είδα το ερώτημα, πριν έναν χρόνο, παραμονές Πρωτοχρονιάς, στον τοίχο της Ευγενίας. Και μετά, με τους περίεργους συνειρμούς με τους οποίους έχει μάθει να δουλεύει το μυαλό μου, κατάλαβα. Κατάλαβα γιατί ο Σκρουτζ στα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα του Ντίκενς έπρεπε να είναι γέρος, κατάλαβα το νόημα των φαντασμάτων του, ή, τουλάχιστον, κατάλαβα το νόημα για τον εαυτό μου, πώς εγώ το κατάλαβα. Και αν δεν πλήξατε ήδη, μπορώ να το μοιραστώ μαζί σας.

            Ο Σκρουτζ, λοιπόν, είναι γέρος, γιατί δεν μπορεί παρά να είναι γέρος. Ή, ορθότερα, γηράσκει μπροστά στα μάτια μας, αυτή τη δύσκολη νύχτα των φαντασμάτων.
Δεν μπορεί να είναι παιδί, νέος έστω, που δεν έχει αναμνήσεις, δεν έχει παρελθόν, αλλά μόνο μιαν ανυπομονησία για το μέλλον, μια ζωή στο μέλλον, γεμάτο αναμονή και ελπίδα, σχέδια, όνειρα, επιθυμίες.
Δεν μπορεί να είναι στην ώριμη ηλικία, γεμάτος «πρακτικότητα», εγκλωβισμένος στην καθημερινή βιοπάλη, διαχειριστικός, απορροφημένος στο σήμερα, κυνικός απέναντι στο παρελθόν. Η ζωή του είναι αυτή που είναι, μια καλά οργανωμένη καθημερινότητα, χωρίς όνειρα, χωρίς αναμονές, αλλά με αρχές, έστω και με αυτές τις ανατριχιαστικές αρχές που διαθέτει, καλά εναρμονισμένες κι αυτές με την καθημερινότητά του. Ο Σκρουτζ δεν μπορεί να έχει όνειρα, γιατί το μέλλον δεν είναι πιθανολογούμενο, δεν μπορεί να είναι έτσι ή αλλιώς, είναι βέβαιο: Είναι ο θάνατος. Και αν ο θάνατος είναι μοναχικός ή με τα αγαπημένα πρόσωπα δίπλα, λίγη σημασία έχει. Έχει σημασία για τον Ντίκενς γιατί θέλει να ηθικολογήσει, αλλά όχι για τον Σκρουτζ.
            Να η εποπτική θέση του γήρατος: Υπάρχει παρελθόν, υπάρχει ένα σαφώς καθορισμένο παρόν, υπάρχει ένα βέβαιο μέλλον. Ό,τι ήταν να παιχτεί, έχει παιχτεί.

            Η παρέλαση των φαντασμάτων, το φάντασμα του παρελθόντος, το φάντασμα του παρόντος, το φάντασμα του μέλλοντος, είναι αναπόφευκτη, νομοτελειακή, καθώς ο Σκρουτζ σηκώνει το καπάκι του σεντουκιού, για το οποίο έγινε λόγος πιο πάνω. Ο Σκρουτζ ανοίγοντας το σεντούκι, αλλάζει. Αλλάζει ηλικία: Από ώριμος, γίνεται γέρος. Ένα τυχαίο γεγονός του ξυπνά την ανάμνηση του συνεταίρου του, πεθαμένου εδώ και χρόνια. Και οι αναμνήσεις αρχίζουν να ξεχύνονται ασταμάτητα. Όσο και να προσπαθεί, αυτές τον καταδυναστεύουν. Κυριαρχούν, τον επιστρέφουν πίσω, ζει ξανά γεγονότα και συναισθήματα, τόπους και σπίτια, πρόσωπα και καταστάσεις. Το σχολείο που έμεινε οικόσιτος, διωγμένος από την πατρική στέγη από έναν τυραννικό πατέρα, η σκληρότητα των δασκάλων, η αγάπη της αδελφής, η γενναιοδωρία του πρώτου εργοδότη, ο έρωτας που μένει στην άκρη, γιατί άλλα η καδιά του θέλει. Και το κρύο. Όλο το διήγημα είναι γεμάτο αναφορές στο κρύο, στην παγωνιά. Το κρύο σπίτι που ζει, το κρύο γραφείο που δουλεύει όλη τη μέρα, όλες τις μέρες, το κρύο σχολείο που πήγαινε, η παγωνιά στους δρόμους, η παγωνιά στην καρδιά του.
Μόνο εκεί, στον παλιό του εργοδότη υπάρχει ζεστασιά, χαρά, θαλπωρή. Υπάρχει ελπίδα για ένα αύριο διαφορετικό από αυτό που ακολούθησε. Τόσο μακρινή, όμως, είναι αυτή η ανάμνηση, σαν να μην την έζησε ποτέ, σαν αυτά που διδάχθηκε από το παράδειγμα του πρώτου εργοδότη του να μην μετουσιώθηκαν ποτέ σε τρόπο ζωής. Ο Σκρουτζ έγινε σύγχρονος: Το περιστασιακό γλέντι δεν εναρμονιζόταν με την επιδίωξη του κέρδους. Ο Σκρουτζ, πολύ πριν τη σχολή του Σικάγο, μετέτρεψε τα συναισθήματα σε χρήμα.
Όχι, ο Σκρουτζ δεν έγινε μισάνθρωπος επειδή αγάπησε πολύ τους ανθρώπους, όπως γράφει ο Κώστής Παπαγιώργης στην Κόκκινη Αλεπού του. Έγινε μισάνθρωπος, επειδή αγάπησε το χρήμα. Το χρήμα για το χρήμα, χωρίς άλλο σκοπό, χωρίς άλλη χρήση. Το χρήμα που γεννάει χρήμα. Και σ’ αυτό το χρήμα έδωσε το ζωή του όλη, ακύρωσε κάθε χαρά, κάθε σχέση, κάθε άνεση προσωπική. Μετρά με χρήμα τις ζωές των άλλων, τις ανάγκες τους, το φαγητό που τρώνε, τα ρούχα που φοράνε, τη ζέστη που χρειάζονται, το χρόνο που σπαταλούν έξω από τη διαδικασία του χρήματος που γεννάει χρήμα. Η τροφή, τα ρούχα, τα έπιπλα, η ζέστη στη μέση του χειμώνα εμποδίζουν το χρήμα να φτιάχνει χρήμα. Και ο χρόνος της χαράς, του γλεντιού, του έρωτα, ακόμα και της απλής κουβέντας, δεν είναι παρά χαμένος χρόνος, στερημένος από το χρήμα που παράγει χρήμα να επιταχύνει τον κύκλο του.

            Η ανάμνηση του παρελθόντος οδηγεί σε, αυτό που λένε οι σύγχρονοί μας, «αναστοχασμό». Και ο αναστοχασμός οδηγεί σε αναθεώρηση του τρόπου που το υποκείμενο κατανοεί τον κοινωνικό του περίγυρο και τη σχέση του μαζί του. Μια ιδεολογική μεταστροφή είναι το αποτέλεσμα αυτού του αναστοχασμού. Ο Σκρουτζ μαθαίνει την αξία, την πραγματική αξία πια, όχι τη χρηματική, των πραγμάτων, των προσώπων, των κοινωνικών σχέσεων και δεσμών. Διαπιστώνει ότι αυτή η συσσώρευση του χρήματος του ήταν τελικά άχρηστη: Αυτός ο πλούσιος είναι φτωχότερος από τον ταπεινό του υπάλληλό.

            Ξέρω, βλέπω το παιγνίδισμα στα μάτια μερικών. Ναι, πάλι μια ανάγνωση από την οπτική της πολιτικής οικονομίας.
            Δε σκοπεύω να απολογηθώ, ούτε να υπερασπίσω τον τρόπο διαβάσματος με παραπομπές στο ίδιο το κείμενο του Ντίκενς. Αν το διαβάσετε ξανά, θα τις βρείτε χωρίς να σας κάνω τον δραγουμάνο. Ούτε σκοπεύω να αναφερθώ στην «έγκληση του υποκειμένου» ή στη σχέση υποκειμένου – συλλογικότητας, μια κουβέντα που φαίνεται να αρχίζει με αφορμή το βιβλίο του Ινγκράο.  Λέω να τελειώσω το μύθο του Σκρουτζ με κάτι εξαιρετικά συμβατικό.

            Ο Σκρουτζ σήκωσε το καπάκι από το μαύρο σεντούκι, έγραψα πιο πάνω, και το παρελθόν ξύπνησε, οι αναμνήσεις ξεχύθηκαν, και τα παλιά συναισθήματα αναβίωσαν, αισθήματα παγωμένα χρόνια πολλά, ξεχασμένα, θαμμένα. Θαμμένα – απωθημένα. Μα ναι. Σωστά το καταλάβατε. Το σήκωμα του καπακιού δεν είναι παρά το ανάλογο μιας ψυχαναλυτικής διαδικασίας. Η επιστροφή στο παρελθόν, να ζήσουμε ξανά τον πόνο που ξεχάσαμε, αλλά δεν μας ξέχασε. Να φιλιώσουμε μαζί του, να φιλιώσουμε με τον εαυτό μας.
   
         Και αν σκουπίσουμε το μύθο, που προβάλλει ο Ντίκενς σε πρώτο επίπεδο, από τα ηθικοπλαστικά και μεταφυσικά περιβλήματα, για να βυθιστούμε στο εσωτερικό νόημα του διηγήματος, ίσως κατανοήσουμε το τι σημαίνει η λογοτεχνία του 19ου αιώνα, πόσο πολυεπίπεδη και πόσο ανεπανάληπτα σύγχρονη, πιο σύγχρονη από τη «σύγχρονη», είναι σήμερα. 

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

ΠΙΕΤΡΟ ΙΝΓΚΡΑΟ: Η ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ


Από την παρουσίαση του βιβλίου στην Καλλιθέα, με τη Μαρώ Τριανταφύλλου, τον Μάκη Καβουριάρη, τον Θοδωρή Ψαλιδόπουλο  και τον Πέτρο Κακολύρη. Στο χώρο του Δημαρχείου - Αίθουσα Συνεδριάσεων Δημοτικού Συμβουλίου 


Από τις εκδόσεις Εύμαρος, σε μετάφραση της Τόνιας Τσίτσοβιτς και με φροντίδα μεγάλη από τον εκδότη Πέτρο Κακολύρη, με τη βοήθεια της Αφροδίτης Κουκουτσάκη και της Γιάννας Κατσιαμπούρα, όλων φίλων αγαπημένων, κυκλοφόρησε και στα ελληνικά το βιβλίο – συζήτηση του παλαίμαχου κομμουνιστή ηγέτη Πιέτρο Ινγκράο «Η Αγανάκτηση Δεν Αρκεί».
          Στον εξαιρετικό του πρόλογο, ο αγαπητός συνάδελφος Μιχάλης Ψημίτης ανατέμνει τη σκέψη του Ινγκράο τόσο αναλυτικά, όσο και σε βάθος, αφήνοντας ελάχιστα σημεία κενά για μια πρόσθετη, όχι αντιθετική, προσέγγιση. Και ήδη έχουν γραφεί και άλλα άρθρα που παρουσιάζουν το βιβλίο στον τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό, για να μην αναφερθώ και στην πρώτη παρουσίαση που έγινε στον Εύμαρο , ώστε ο σχολιασμός ήδη να παρέλκει. Αξίζει να αναφέρω, ενδεικτικά μόνο, ανάμεσα σε πολλές και γόνιμες αναλύσεις, το κείμενο του Δημοσθένη Παπαδάτου – Αναγνωστόπουλου στην Αυγή, στις 6 Νοεμβρίου. Μόνο το γεγονός των πολυάριθμων βιβλιοπαρουσιάσεων και συζητήσεων που προκάλεσε μαρτυρά τόσο για την αξία του, όσο και για την αγωνία, την ανάγκη, όλων μας να κατανοήσουμε τα πολιτικά συμβαίνοντα. 


      

Όμως, να, μπήκα και εγώ στον πειρασμό να προσθέσω μερικές σκέψεις, όχι κατ΄ ανάγκην για το βιβλίο, αλλά με αφορμή το βιβλίο και τη θεματολογία του.
          Θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω με ένα, φαινομενικά τουλάχιστον, εξωτερικό γεγονός. Ο Ινγκράο διαλέγεται και σχολιάζει το βιβλίο του Εσέλ, το γνωστό «Αγανακτήστε». Και οι δυο τους ανήκουν στην ίδια γενιά: τη γενιά που μεγάλωσε και έδρασε στη μαύρη εποχή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, στη γενιά της αντίστασης κατά του φασισμού και του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού. Μοιάζει, η γενιά εκείνη, να δηλώνει την παρουσία της σήμερα, για έσχατη ίσως φορά δια ζώσης. Είναι τυχαίο γεγονός, μια σύμπτωση; Θα απαντήσω κατηγορηματικά πως όχι. Ο Ινγκράο, ο Εσέλ, οι δικοί μας αντιστασιακοί που επίσης μίλησαν προσφάτως, όλοι κατανοούν ότι αυτό που διακυβεύεται σήμερα είναι περισσότερο από την οικονομική μας ευημερία. Κάτι πιο σημαντικό από την τύχη, την αφορμή ή τη μίμηση τους κάνει να μιλήσουν, να «εξεγερθούν» εκ νέου και με διαφορετικό τρόπο από το παρελθόν, με διαφορετικά, ίσως ζητούμενα, αλλά και να βρεθούν, μέσα από τη διαφωνία, σε έναν κοινό τόπο για άλλη μια φορά. Κάτι για το οποίο αγωνίστηκαν τότε και κάτι που έμοιαζε μέχρι πρόσφατα διαπαντός κατεκτημένο. Ο Ινγκράο το έχει θέσει το ζήτημα, αυτό του κοινού ενοποιητικού στοιχείου, σε άλλη στιγμή, που μας την υπενθυμίζει η Μαρία Λουίζα Μπότσια:
«Ο φόβος μου είναι μήπως μου πάρουν όχι τόσο το ψωμί ούτε το Σύνταγμα, όσο να σβηστεί η ιδέα του ανθρώπου» (σελ. 18).
Η ιδέα του ανθρώπου τέθηκε σε αμφισβήτηση στο μεγάλο σφαγείο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, στα πεδία της μάχης και στα πεδία εκτελέσεων, στα κρεματόρια και στους χώρους βασανιστηρίων, στις πόλεις που γκρεμίστηκαν, στο Λονδίνο, στη Βαρσοβία, στη Δρέσδη και τη Χιροσίμα, στο Στάλινγκραντ. Η ιδέα του ανθρώπου αμφισβητήθηκε πρακτικά, ολοκληρωτικά, ανεπανάληπτα, γιατί είχε προηγουμένως αλωθεί στις αντιλήψεις των συγχρόνων και στις πρακτικές των κυβερνήσεων.
Δε θέλω, βέβαια, να αναλύσω το πώς φθάσαμε στον Πόλεμο ή να περιγράψω το τι ακολούθησε, τη μεγάλη υπόσχεση της δημοκρατίας, της ισότητας, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ευημερίας, της εκπαίδευσης για όλους, της εργασίας για όλους. Γι΄ αυτές τις μεγάλες υποσχέσεις οι λαοί σε Δύση και Ανατολή πολέμησαν, μάτωσαν, πένθησαν και νίκησαν. Γιατί αυτές οι μεγάλες υποσχέσεις έλειπαν πριν από τον Πόλεμο. Και μαζί τους έλειψαν οι προϋποθέσεις για τις ατομικές αρετές: την αξιοπρέπεια, πρωτ΄ απ΄  όλα, την αμφισβήτηση και την αμφιβολία.
Να πώς θεωρώ ότι δένουν οι απόψεις του Ινγκράο με εκείνες του Εσέλ: Και οι δύο θέτουν στο επίκεντρο δύο, φαινομενικά αντιθετικές, αλλά επί της ουσίας συμπληρωματικές έννοιες με κοινό πεδίο αναφοράς: Και οι δύο αναφέρονται στη σχέση υποκειμένου, ατομικού υποκειμένου, και κοινωνίας, υποκειμένου και πολιτικής, υποκειμένου και κινήματος, υποκειμένου και συλλογικότητας.
Αυτό το ζήτημα μπορούν να το θέσουν με επάρκεια και οι δυο τους, καθώς προέρχονται από τη γενιά της Αντίστασης και της Νίκης, τη γενιά που βρήκε την αξιοπρέπεια να αμφισβητήσει και να μετατρέψει την αμφισβήτηση σε συλλογικό αγώνα, με ή, συχνότερα, χωρίς αμφιβολία.
Και ο Ινγκράο κατανοεί πολύ καλά, σε αντίθεση με τον Εσέλ, το κρίσιμο πρόβλημα: Πώς η ατομική αγανάκτηση μετατρέπεται σε συλλογικό αγώνα, στο συλλογικό υποκείμενο; Δεν μας δίνει ρητή απάντηση σ΄ αυτό το κείμενο – συνέντευξη. Στο τέλος της πολιτικής του διαδρομής, στο τέλος του βίου του, ενδιαφέρεται να μιλήσει για το προσωπικό του βίωμα, να τοποθετήσει τη δική υποκειμενικότητα απέναντι στο δικό του συλλογικό υποκείμενο, το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Γι αυτό αναφέρεται στην αμφιβολία και στη λογοτεχνική παραγωγή, την ποίηση ως χώρου υποδοχής της αμφιβολίας, οργάνωσης της αναγκαίας αμφισημίας, αλλά και της ρητής πολιτικής και ιδεολογικής τοποθέτησης μέσα στο προστατευμένο από την τέχνη περιβάλλον.
Αν θέλουμε να κατανοήσουμε την πρόταση του Ινγκράο πρέπει να τοποθετήσουμε αυτήν την κατάθεση στο πλαίσιο της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος, του ιταλικού κομμουνιστικού κινήματος, στην ιστορία των ιδεών του, στις αναλύσεις του Γκράμσι για το συλλογικό υποκείμενο, το συλλογικό διανοούμενο, στην έννοια της ηγεμονίας.
Και στο σημείο αυτό οι ομοιότητες της σημερινής εποχής με το μεσοπόλεμο και την άνοδο του φασισμού είναι ορατές: Και τότε και τώρα η αριστερά είχε χάσει, είχε χάσει πολιτικά, αλλά, πριν χάσει πολιτικά, είχε χάσει στον αγώνα των ιδεολογιών.  Όχι των ιδεών, αλλά των πρακτικών καθημερινής διαχείρισης της πραγματικότητας. Στο κάλεσμα της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας σήμερα για τη διαμόρφωση της απόλυτης ατομικής υποκειμενικότητας, στη μεταφυσική της εξατομίκευσης, στη θέαση του ατόμου – επιχείρησης, η αριστερά υποχώρησε, ο ατομισμός έγινε λάβαρο και τα συνεκτικά στοιχεία του λόγου της, η αλληλεγγύη, η ανιδιοτέλεια, η συντροφικότητα, για μεγάλο διάστημα εγκαταλείφθηκαν. Η αποκατάστασή τους, θέλω να πιστεύω, επιχειρείται πλέον υπό τη βία  του σύγχρονου οικονομικού και κοινωνικού πολέμου που εκ νέου αμφισβητεί το θεσμικό πλαίσιο που επέτρεψε την άνθηση της ατομικότητας ως ιδεολογίας.
Ο Ινγκράο κατανοεί ότι το σύγχρονο πολιτικό σύστημα έχει χάσει τη νομιμοποίησή του. Οι μορφές νομιμοποίησης της πολιτικής ήταν πάντα συνδεδεμένες με τις μορφές του κράτους: Το κράτος δικαίου βάσιζε τη νομιμοποίησή του στις διαδικασίες και στους θεσμούς: Την πάνδημη εκλογή της Βουλής και της Κυβέρνησης, την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, την αρχή της πλειοψηφίας. Το κράτος πρόνοιας της μεταπολεμικής περιόδου βάσιζε τη νομιμοποίησή του στην επίτευξη στόχων: πλήρης απασχόληση, μείωση κοινωνικών ανισοτήτων, γενικευμένη πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην υγεία και στις κοινωνικές υπηρεσίες. Τώρα ζούμε σε καθεστώτα παθητικής νομιμοποίησης:  Οι κυβερνήσεις αναζητούν την αποδοχή των πολιτικών τους από τις «αγορές» και από τους τεχνοκράτες υπερεθνικών οργανισμών, ενώ θεωρούν ότι έχουν τη συναίνεση του λαού, όταν ο λαός δεν αντιδρά, δε διαδηλώνει και δε μάχεται στους δρόμους, όταν δεν αμφισβητεί έμπρακτα.
          Έμπρακτα. Να η λέξη που χωρίζει τον Ινγκράο από τον Εσέλ. Η αγανάκτηση δε φτάνει, αν δεν γίνει πράξη. Πράξη όχι ατομική, γιατί ο ατομισμός εγγράφεται στη μήτρα της ηγεμονίας των κυρίαρχων δυνάμεων. Πράξη συλλογική, οργανωμένη έστω και αυθορμήτως, έστω και αν δεν υπάρχει εκ των προτέρων σχέδιο. Το σχέδιο είναι μια πράξη μου συνεχώς εξελίσσεται, ανατρέπεται, επιβεβαιώνεται και αναθεωρείται. Το σχέδιο δεν προϋπάρχει της πράξης. Και αυτές τις βίαιες μεταλλάξεις του σχεδίου καλείται να ενσωματώνει και να διυλίζει το συλλογικό υποκείμενο, να τις εξορθολογίζει, να τις μετατρέπει σε πολιτική, δηλαδή σε πράξη εστιασμένη στον πυρήνα των σχέσεων ταξικής εξουσίας. Και όσο τα σύγχρονα αριστερά κόμματα αρνούνται να αναλάβουν το ρόλο του συλλογικού διανοούμενου, να δεχθούν την εντασιακή σχέση αγάπης και απόρριψης με το αυθόρμητο και να το μετουσιώσουν σε πολιτική, η αγανάκτηση ποτέ δε θα φθάνει.  
Και η ποίηση; Είναι η ποίηση σιωπή; Είναι η στιγμή της αμφιβολίας; Είναι η αμηχανία του πολιτικού μπροστά στην πολιτική; Παρά τα όσα ειπώθηκαν και γράφηκαν, νομίζω όχι. Η ποίηση δεν είναι η σιωπή του ποιητή - όσο κακότεχνος και αν είναι – είναι η κραυγή του. Φωνάζει σπαράζοντας για πράγματα που θα ήθελε να τα πει με το όνομά τους, αλλά είναι υποχρεωμένος να τα μεταμφιέσει πίσω από μεταφορές, μετατοπίσεις και συνηχήσεις.
Υποχρεωμένος από τι; Υποχρεωμένος όχι από την αδυναμία να μιλήσει, αλλά από την αδυναμία να ακουστεί. Μπορεί έτσι να επαναδιατυπώσει μέσα από άλλες μορφές ερωτήματα που δεν μπόρεσαν να τεθούν, απαντήσεις που δεν μπόρεσαν να δοθούν, όχι μεμονωμένα, αλλά συλλογικά, στοχεύοντας στο συναίσθημα, όχι στο μυαλό. Αγανακτήστε, μας προτρέπει και ο Ινγκράο, και η ποίηση μας παρακινεί στην αγανάκτηση, αλλά όχι ως απλή αντίδραση, αλλά μέσα από την επεξεργασία της.
Γκράμσι, Κριτική Θεωρία, Μπένγιαμιν, εύκολα αναγνωρίζονται στην σκέψη του Ινγκράο. Και όσοι από μας αποπειρώνται να χειριστούν λογοτεχνικές μορφές μιας χαμηλότερης ποιότητας, όπως το χρονογράφημα, παίζοντας κρυφτό, ενίοτε θανάσιμο, με τον αναγνώστη, το χρόνο και την πραγματικότητα, κατανοούμε ίσως καλύτερα ότι το εγχείρημα του Ινγκράο ως ποιητή δεν είναι καταφυγή, δεν είναι διαφυγή, δεν είναι σιωπή. Είναι η απόλυτη έκθεση, η απόλυτη ανάληψη ευθύνης.