Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Τρίτη 3 Ιανουαρίου 2012

ΠΟΥ ΠΑΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙ, ΟΤΑΝ ΦΥΓΕΙ;

Το κείμενο δημοσιεύτηκε σε μια πρώτη μορφή στην Αυγή της Πρωτοχρονιάς
http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=660454

Εδώ παίρνει την τελική μορφή, με μικρές προσθήκες.

Στην Πόλυ και στην Ευγενία



ΠΟΥ ΠΑΕΙ Ο ΧΡΟΝΟΣ ΠΟΥ ΦΕΥΓΕΙ, ΟΤΑΝ ΦΥΓΕΙ;


Χαζό ερώτημα, θα μου πείτε, ενδεχομένως. Καθόλου χαζό, θα είναι η απάντησή μου. Δεν υπάρχουν χαζές ερωτήσεις – το λέω αυτό με κάθε ευκαιρία στους φοιτητές μου - , υπάρχουν ενδιαφέρουσες ή λιγότερο ενδιαφέρουσες απαντήσεις. Ή σιωπές. Επίσης ενδιαφέρουσες ή λιγότερο ενδιαφέρουσες.
            Το ερώτημα, όμως, του τίτλου δεν είναι δικό μου. Είναι, κατά κάποιον τρόπο, κλεμμένο, δανεισμένο, αν θέλετε. Το διατύπωσε πριν έναν χρόνο, τέτοιες μέρες, παραμονές Πρωτοχρονιάς, η Ευγενία Λουπάκη στο facebook. Και αν και ανταποκρίθηκα τότε στην πρόσκλησή της, αυτό το ερώτημα φαίνεται ότι εξακολουθεί να με βασανίζει ένα χρόνο μετά, τόσο, ώστε να προκαλεί αυτό το κείμενο.

«Πάει ο παλιός ο χρόνος,
ας γιορτάσουμε παιδιά
και του χωρισμού ο πόνος
ας κοιμάται στη καρδιά.

Καλή χρονιά, καλή χρονιά,
χαρούμενη, χρυσή πρωτοχρονιά..

Γέρε χρόνε φύγε τώρα
πάει η δική σου η σειρά
ήρθε ο νέος με τα δώρα,
με τραγούδια και χαρά.

Μα κι αν φεύγεις πια μακριά μας
στην καρδιά μας πάντα ζει
κάθε λύπη και χαρά μας
που περάσαμε μαζί.

Όλα γύρω χιονισμένα 
όλα γύρω παγωνιά
μα θα λιώσουν ένα - ένα
με τη νέα τη χρονιά.»
 
Φαντάζομαι όλοι σας γνωρίζετε το τραγουδάκι αυτό. Τουλάχιστον, τις δύο πρώτες του στροφές. Το λέγαμε παιδιά, μόλις οι μεγάλοι κατέβαζαν το γενικό διακόπτη του ηλεκτρικού, ακριβώς στις 12 τα μεσάνυχτα, ξημερώνοντας Πρωτοχρονιά, για να υπομνήσουν το στιγμιαίο κενό εξουσίας στη διαδοχή του χρόνου. Μετά, μάθαμε ότι χρόνος είναι η περίοδος που η γη συμπλήρωνε έναν, περίπου έναν, κύκλο, περίπου κύκλο, περιστροφής γύρω από τον ήλιο.
            Το τραγουδάκι αυτό άφηνε ένα αντιφατικό συναίσθημα στη ψυχή μου, έστω και αν αγνοούσα τους δύο τελευταίους στίχους. Χαρά και ελπίδα και προσμονή σε κάτι καλύτερο, όποια μορφή και αν έπαιρνε αυτό το «καλύτερο», Μια μικρή λύπη, ταυτόχρονα, για τον ανθρωπομορφικό χρόνο, που χθες παλικαράκι, τώρα υπέργηρος, έφευγε από το προσκήνιο. Μια λύπη «αποχαιρετισμού», την οποία, όμως, έπρεπε να την απωθήσουμε, να μην την αφήσουμε να βγει, να μην ταράξει την χαρά του νέου, την ελπίδα και την προσμονή που έφερνε μαζί του.    
            Και ένα ερώτημα. Το ερώτημά μου, τότε, ήταν περίπου σαν αυτό της Ευγενίας. Ένα ερώτημα απαντημένο ήδη. Μέσα στην ανθρωπομορφική αντίληψη του Χρόνου, ήθελα να πιστεύω ότι όλοι οι παλιοί χρόνοι μένουν σ’ ένα παλάτι, ένα κάστρο ψηλά σε απάτητα βουνά, απόμαχοι της ζωής, διηγούμενοι μεταξύ τους ιστορίες που έζησαν μαζί με τους θνητούς, εμάς, στο σύντομο πέρασμά τους. Και περίμεναν το νέο, να παλιώσει, να τους συναντήσει και να τους αφηγηθεί τα νεώτερα.
            Εύκολη λύση, ανώδυνη και καθησυχαστική. Και καθόλου λειτουργική πια, τώρα που μεγάλωσα, τώρα που ο νέος χρόνος με φέρνει στην αρχή της 7ης δεκαετίας της ζωής μου.
            Πού πάνε, λοιπόν, τα χρόνια που έφυγαν; Δεν τα τοποθετώ πια σε παλάτια γοτθικά, αλλά σε ένα απλό σεντούκι, αυτά τα ξύλινα με το μαύρο βερνίκι και τα σκαλίσματα, ένα σεντούκι που μένουν τα χρόνια που πέρασαν, οι αράχνες, και ο σκώρος.
            Σ’ αυτό το σεντούκι καταχωνιάζουμε χρόνο με το χρόνο τη ζωή μας, χαρές και λύπες, επιτυχίες και αποτυχίες, πράγματα που κάναμε και άλλα, πολύ περισσότερα, που δεν κάναμε, δεν επιχειρήσαμε καν. Και, καθώς, φτάνουμε σιγά-σιγά στα γεράματα, αυτό το σεντούκι ανοίγει όλο και πιο συχνά, οι αναμνήσεις βγαίνουν και μας κρατούν συντροφιά, λίγο – λίγο, όλο και περισσότερο, όλα και πιο συχνά.
            Δεν είναι το κουτί αυτό σαν εκείνο της Πανδώρας. Δεν προσδοκούμε να βρούμε την ελπίδα στο άνοιγμά του…

            Αυτά περίπου σκεφτόμουν, όταν είδα το ερώτημα, πριν έναν χρόνο, παραμονές Πρωτοχρονιάς, στον τοίχο της Ευγενίας. Και μετά, με τους περίεργους συνειρμούς με τους οποίους έχει μάθει να δουλεύει το μυαλό μου, κατάλαβα. Κατάλαβα γιατί ο Σκρουτζ στα Χριστουγεννιάτικα Κάλαντα του Ντίκενς έπρεπε να είναι γέρος, κατάλαβα το νόημα των φαντασμάτων του, ή, τουλάχιστον, κατάλαβα το νόημα για τον εαυτό μου, πώς εγώ το κατάλαβα. Και αν δεν πλήξατε ήδη, μπορώ να το μοιραστώ μαζί σας.

            Ο Σκρουτζ, λοιπόν, είναι γέρος, γιατί δεν μπορεί παρά να είναι γέρος. Ή, ορθότερα, γηράσκει μπροστά στα μάτια μας, αυτή τη δύσκολη νύχτα των φαντασμάτων.
Δεν μπορεί να είναι παιδί, νέος έστω, που δεν έχει αναμνήσεις, δεν έχει παρελθόν, αλλά μόνο μιαν ανυπομονησία για το μέλλον, μια ζωή στο μέλλον, γεμάτο αναμονή και ελπίδα, σχέδια, όνειρα, επιθυμίες.
Δεν μπορεί να είναι στην ώριμη ηλικία, γεμάτος «πρακτικότητα», εγκλωβισμένος στην καθημερινή βιοπάλη, διαχειριστικός, απορροφημένος στο σήμερα, κυνικός απέναντι στο παρελθόν. Η ζωή του είναι αυτή που είναι, μια καλά οργανωμένη καθημερινότητα, χωρίς όνειρα, χωρίς αναμονές, αλλά με αρχές, έστω και με αυτές τις ανατριχιαστικές αρχές που διαθέτει, καλά εναρμονισμένες κι αυτές με την καθημερινότητά του. Ο Σκρουτζ δεν μπορεί να έχει όνειρα, γιατί το μέλλον δεν είναι πιθανολογούμενο, δεν μπορεί να είναι έτσι ή αλλιώς, είναι βέβαιο: Είναι ο θάνατος. Και αν ο θάνατος είναι μοναχικός ή με τα αγαπημένα πρόσωπα δίπλα, λίγη σημασία έχει. Έχει σημασία για τον Ντίκενς γιατί θέλει να ηθικολογήσει, αλλά όχι για τον Σκρουτζ.
            Να η εποπτική θέση του γήρατος: Υπάρχει παρελθόν, υπάρχει ένα σαφώς καθορισμένο παρόν, υπάρχει ένα βέβαιο μέλλον. Ό,τι ήταν να παιχτεί, έχει παιχτεί.

            Η παρέλαση των φαντασμάτων, το φάντασμα του παρελθόντος, το φάντασμα του παρόντος, το φάντασμα του μέλλοντος, είναι αναπόφευκτη, νομοτελειακή, καθώς ο Σκρουτζ σηκώνει το καπάκι του σεντουκιού, για το οποίο έγινε λόγος πιο πάνω. Ο Σκρουτζ ανοίγοντας το σεντούκι, αλλάζει. Αλλάζει ηλικία: Από ώριμος, γίνεται γέρος. Ένα τυχαίο γεγονός του ξυπνά την ανάμνηση του συνεταίρου του, πεθαμένου εδώ και χρόνια. Και οι αναμνήσεις αρχίζουν να ξεχύνονται ασταμάτητα. Όσο και να προσπαθεί, αυτές τον καταδυναστεύουν. Κυριαρχούν, τον επιστρέφουν πίσω, ζει ξανά γεγονότα και συναισθήματα, τόπους και σπίτια, πρόσωπα και καταστάσεις. Το σχολείο που έμεινε οικόσιτος, διωγμένος από την πατρική στέγη από έναν τυραννικό πατέρα, η σκληρότητα των δασκάλων, η αγάπη της αδελφής, η γενναιοδωρία του πρώτου εργοδότη, ο έρωτας που μένει στην άκρη, γιατί άλλα η καδιά του θέλει. Και το κρύο. Όλο το διήγημα είναι γεμάτο αναφορές στο κρύο, στην παγωνιά. Το κρύο σπίτι που ζει, το κρύο γραφείο που δουλεύει όλη τη μέρα, όλες τις μέρες, το κρύο σχολείο που πήγαινε, η παγωνιά στους δρόμους, η παγωνιά στην καρδιά του.
Μόνο εκεί, στον παλιό του εργοδότη υπάρχει ζεστασιά, χαρά, θαλπωρή. Υπάρχει ελπίδα για ένα αύριο διαφορετικό από αυτό που ακολούθησε. Τόσο μακρινή, όμως, είναι αυτή η ανάμνηση, σαν να μην την έζησε ποτέ, σαν αυτά που διδάχθηκε από το παράδειγμα του πρώτου εργοδότη του να μην μετουσιώθηκαν ποτέ σε τρόπο ζωής. Ο Σκρουτζ έγινε σύγχρονος: Το περιστασιακό γλέντι δεν εναρμονιζόταν με την επιδίωξη του κέρδους. Ο Σκρουτζ, πολύ πριν τη σχολή του Σικάγο, μετέτρεψε τα συναισθήματα σε χρήμα.
Όχι, ο Σκρουτζ δεν έγινε μισάνθρωπος επειδή αγάπησε πολύ τους ανθρώπους, όπως γράφει ο Κώστής Παπαγιώργης στην Κόκκινη Αλεπού του. Έγινε μισάνθρωπος, επειδή αγάπησε το χρήμα. Το χρήμα για το χρήμα, χωρίς άλλο σκοπό, χωρίς άλλη χρήση. Το χρήμα που γεννάει χρήμα. Και σ’ αυτό το χρήμα έδωσε το ζωή του όλη, ακύρωσε κάθε χαρά, κάθε σχέση, κάθε άνεση προσωπική. Μετρά με χρήμα τις ζωές των άλλων, τις ανάγκες τους, το φαγητό που τρώνε, τα ρούχα που φοράνε, τη ζέστη που χρειάζονται, το χρόνο που σπαταλούν έξω από τη διαδικασία του χρήματος που γεννάει χρήμα. Η τροφή, τα ρούχα, τα έπιπλα, η ζέστη στη μέση του χειμώνα εμποδίζουν το χρήμα να φτιάχνει χρήμα. Και ο χρόνος της χαράς, του γλεντιού, του έρωτα, ακόμα και της απλής κουβέντας, δεν είναι παρά χαμένος χρόνος, στερημένος από το χρήμα που παράγει χρήμα να επιταχύνει τον κύκλο του.

            Η ανάμνηση του παρελθόντος οδηγεί σε, αυτό που λένε οι σύγχρονοί μας, «αναστοχασμό». Και ο αναστοχασμός οδηγεί σε αναθεώρηση του τρόπου που το υποκείμενο κατανοεί τον κοινωνικό του περίγυρο και τη σχέση του μαζί του. Μια ιδεολογική μεταστροφή είναι το αποτέλεσμα αυτού του αναστοχασμού. Ο Σκρουτζ μαθαίνει την αξία, την πραγματική αξία πια, όχι τη χρηματική, των πραγμάτων, των προσώπων, των κοινωνικών σχέσεων και δεσμών. Διαπιστώνει ότι αυτή η συσσώρευση του χρήματος του ήταν τελικά άχρηστη: Αυτός ο πλούσιος είναι φτωχότερος από τον ταπεινό του υπάλληλό.

            Ξέρω, βλέπω το παιγνίδισμα στα μάτια μερικών. Ναι, πάλι μια ανάγνωση από την οπτική της πολιτικής οικονομίας.
            Δε σκοπεύω να απολογηθώ, ούτε να υπερασπίσω τον τρόπο διαβάσματος με παραπομπές στο ίδιο το κείμενο του Ντίκενς. Αν το διαβάσετε ξανά, θα τις βρείτε χωρίς να σας κάνω τον δραγουμάνο. Ούτε σκοπεύω να αναφερθώ στην «έγκληση του υποκειμένου» ή στη σχέση υποκειμένου – συλλογικότητας, μια κουβέντα που φαίνεται να αρχίζει με αφορμή το βιβλίο του Ινγκράο.  Λέω να τελειώσω το μύθο του Σκρουτζ με κάτι εξαιρετικά συμβατικό.

            Ο Σκρουτζ σήκωσε το καπάκι από το μαύρο σεντούκι, έγραψα πιο πάνω, και το παρελθόν ξύπνησε, οι αναμνήσεις ξεχύθηκαν, και τα παλιά συναισθήματα αναβίωσαν, αισθήματα παγωμένα χρόνια πολλά, ξεχασμένα, θαμμένα. Θαμμένα – απωθημένα. Μα ναι. Σωστά το καταλάβατε. Το σήκωμα του καπακιού δεν είναι παρά το ανάλογο μιας ψυχαναλυτικής διαδικασίας. Η επιστροφή στο παρελθόν, να ζήσουμε ξανά τον πόνο που ξεχάσαμε, αλλά δεν μας ξέχασε. Να φιλιώσουμε μαζί του, να φιλιώσουμε με τον εαυτό μας.
   
         Και αν σκουπίσουμε το μύθο, που προβάλλει ο Ντίκενς σε πρώτο επίπεδο, από τα ηθικοπλαστικά και μεταφυσικά περιβλήματα, για να βυθιστούμε στο εσωτερικό νόημα του διηγήματος, ίσως κατανοήσουμε το τι σημαίνει η λογοτεχνία του 19ου αιώνα, πόσο πολυεπίπεδη και πόσο ανεπανάληπτα σύγχρονη, πιο σύγχρονη από τη «σύγχρονη», είναι σήμερα. 

Τρίτη 22 Νοεμβρίου 2011

ΠΙΕΤΡΟ ΙΝΓΚΡΑΟ: Η ΑΓΑΝΑΚΤΗΣΗ ΔΕΝ ΑΡΚΕΙ


Από την παρουσίαση του βιβλίου στην Καλλιθέα, με τη Μαρώ Τριανταφύλλου, τον Μάκη Καβουριάρη, τον Θοδωρή Ψαλιδόπουλο  και τον Πέτρο Κακολύρη. Στο χώρο του Δημαρχείου - Αίθουσα Συνεδριάσεων Δημοτικού Συμβουλίου 


Από τις εκδόσεις Εύμαρος, σε μετάφραση της Τόνιας Τσίτσοβιτς και με φροντίδα μεγάλη από τον εκδότη Πέτρο Κακολύρη, με τη βοήθεια της Αφροδίτης Κουκουτσάκη και της Γιάννας Κατσιαμπούρα, όλων φίλων αγαπημένων, κυκλοφόρησε και στα ελληνικά το βιβλίο – συζήτηση του παλαίμαχου κομμουνιστή ηγέτη Πιέτρο Ινγκράο «Η Αγανάκτηση Δεν Αρκεί».
          Στον εξαιρετικό του πρόλογο, ο αγαπητός συνάδελφος Μιχάλης Ψημίτης ανατέμνει τη σκέψη του Ινγκράο τόσο αναλυτικά, όσο και σε βάθος, αφήνοντας ελάχιστα σημεία κενά για μια πρόσθετη, όχι αντιθετική, προσέγγιση. Και ήδη έχουν γραφεί και άλλα άρθρα που παρουσιάζουν το βιβλίο στον τύπο, έντυπο και ηλεκτρονικό, για να μην αναφερθώ και στην πρώτη παρουσίαση που έγινε στον Εύμαρο , ώστε ο σχολιασμός ήδη να παρέλκει. Αξίζει να αναφέρω, ενδεικτικά μόνο, ανάμεσα σε πολλές και γόνιμες αναλύσεις, το κείμενο του Δημοσθένη Παπαδάτου – Αναγνωστόπουλου στην Αυγή, στις 6 Νοεμβρίου. Μόνο το γεγονός των πολυάριθμων βιβλιοπαρουσιάσεων και συζητήσεων που προκάλεσε μαρτυρά τόσο για την αξία του, όσο και για την αγωνία, την ανάγκη, όλων μας να κατανοήσουμε τα πολιτικά συμβαίνοντα. 


      

Όμως, να, μπήκα και εγώ στον πειρασμό να προσθέσω μερικές σκέψεις, όχι κατ΄ ανάγκην για το βιβλίο, αλλά με αφορμή το βιβλίο και τη θεματολογία του.
          Θα μου επιτρέψετε να ξεκινήσω με ένα, φαινομενικά τουλάχιστον, εξωτερικό γεγονός. Ο Ινγκράο διαλέγεται και σχολιάζει το βιβλίο του Εσέλ, το γνωστό «Αγανακτήστε». Και οι δυο τους ανήκουν στην ίδια γενιά: τη γενιά που μεγάλωσε και έδρασε στη μαύρη εποχή του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, στη γενιά της αντίστασης κατά του φασισμού και του γερμανικού εθνικοσοσιαλισμού. Μοιάζει, η γενιά εκείνη, να δηλώνει την παρουσία της σήμερα, για έσχατη ίσως φορά δια ζώσης. Είναι τυχαίο γεγονός, μια σύμπτωση; Θα απαντήσω κατηγορηματικά πως όχι. Ο Ινγκράο, ο Εσέλ, οι δικοί μας αντιστασιακοί που επίσης μίλησαν προσφάτως, όλοι κατανοούν ότι αυτό που διακυβεύεται σήμερα είναι περισσότερο από την οικονομική μας ευημερία. Κάτι πιο σημαντικό από την τύχη, την αφορμή ή τη μίμηση τους κάνει να μιλήσουν, να «εξεγερθούν» εκ νέου και με διαφορετικό τρόπο από το παρελθόν, με διαφορετικά, ίσως ζητούμενα, αλλά και να βρεθούν, μέσα από τη διαφωνία, σε έναν κοινό τόπο για άλλη μια φορά. Κάτι για το οποίο αγωνίστηκαν τότε και κάτι που έμοιαζε μέχρι πρόσφατα διαπαντός κατεκτημένο. Ο Ινγκράο το έχει θέσει το ζήτημα, αυτό του κοινού ενοποιητικού στοιχείου, σε άλλη στιγμή, που μας την υπενθυμίζει η Μαρία Λουίζα Μπότσια:
«Ο φόβος μου είναι μήπως μου πάρουν όχι τόσο το ψωμί ούτε το Σύνταγμα, όσο να σβηστεί η ιδέα του ανθρώπου» (σελ. 18).
Η ιδέα του ανθρώπου τέθηκε σε αμφισβήτηση στο μεγάλο σφαγείο του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου, στα πεδία της μάχης και στα πεδία εκτελέσεων, στα κρεματόρια και στους χώρους βασανιστηρίων, στις πόλεις που γκρεμίστηκαν, στο Λονδίνο, στη Βαρσοβία, στη Δρέσδη και τη Χιροσίμα, στο Στάλινγκραντ. Η ιδέα του ανθρώπου αμφισβητήθηκε πρακτικά, ολοκληρωτικά, ανεπανάληπτα, γιατί είχε προηγουμένως αλωθεί στις αντιλήψεις των συγχρόνων και στις πρακτικές των κυβερνήσεων.
Δε θέλω, βέβαια, να αναλύσω το πώς φθάσαμε στον Πόλεμο ή να περιγράψω το τι ακολούθησε, τη μεγάλη υπόσχεση της δημοκρατίας, της ισότητας, της ελευθερίας, της δικαιοσύνης, της ευημερίας, της εκπαίδευσης για όλους, της εργασίας για όλους. Γι΄ αυτές τις μεγάλες υποσχέσεις οι λαοί σε Δύση και Ανατολή πολέμησαν, μάτωσαν, πένθησαν και νίκησαν. Γιατί αυτές οι μεγάλες υποσχέσεις έλειπαν πριν από τον Πόλεμο. Και μαζί τους έλειψαν οι προϋποθέσεις για τις ατομικές αρετές: την αξιοπρέπεια, πρωτ΄ απ΄  όλα, την αμφισβήτηση και την αμφιβολία.
Να πώς θεωρώ ότι δένουν οι απόψεις του Ινγκράο με εκείνες του Εσέλ: Και οι δύο θέτουν στο επίκεντρο δύο, φαινομενικά αντιθετικές, αλλά επί της ουσίας συμπληρωματικές έννοιες με κοινό πεδίο αναφοράς: Και οι δύο αναφέρονται στη σχέση υποκειμένου, ατομικού υποκειμένου, και κοινωνίας, υποκειμένου και πολιτικής, υποκειμένου και κινήματος, υποκειμένου και συλλογικότητας.
Αυτό το ζήτημα μπορούν να το θέσουν με επάρκεια και οι δυο τους, καθώς προέρχονται από τη γενιά της Αντίστασης και της Νίκης, τη γενιά που βρήκε την αξιοπρέπεια να αμφισβητήσει και να μετατρέψει την αμφισβήτηση σε συλλογικό αγώνα, με ή, συχνότερα, χωρίς αμφιβολία.
Και ο Ινγκράο κατανοεί πολύ καλά, σε αντίθεση με τον Εσέλ, το κρίσιμο πρόβλημα: Πώς η ατομική αγανάκτηση μετατρέπεται σε συλλογικό αγώνα, στο συλλογικό υποκείμενο; Δεν μας δίνει ρητή απάντηση σ΄ αυτό το κείμενο – συνέντευξη. Στο τέλος της πολιτικής του διαδρομής, στο τέλος του βίου του, ενδιαφέρεται να μιλήσει για το προσωπικό του βίωμα, να τοποθετήσει τη δική υποκειμενικότητα απέναντι στο δικό του συλλογικό υποκείμενο, το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα. Γι αυτό αναφέρεται στην αμφιβολία και στη λογοτεχνική παραγωγή, την ποίηση ως χώρου υποδοχής της αμφιβολίας, οργάνωσης της αναγκαίας αμφισημίας, αλλά και της ρητής πολιτικής και ιδεολογικής τοποθέτησης μέσα στο προστατευμένο από την τέχνη περιβάλλον.
Αν θέλουμε να κατανοήσουμε την πρόταση του Ινγκράο πρέπει να τοποθετήσουμε αυτήν την κατάθεση στο πλαίσιο της ιστορίας του κομμουνιστικού κινήματος, του ιταλικού κομμουνιστικού κινήματος, στην ιστορία των ιδεών του, στις αναλύσεις του Γκράμσι για το συλλογικό υποκείμενο, το συλλογικό διανοούμενο, στην έννοια της ηγεμονίας.
Και στο σημείο αυτό οι ομοιότητες της σημερινής εποχής με το μεσοπόλεμο και την άνοδο του φασισμού είναι ορατές: Και τότε και τώρα η αριστερά είχε χάσει, είχε χάσει πολιτικά, αλλά, πριν χάσει πολιτικά, είχε χάσει στον αγώνα των ιδεολογιών.  Όχι των ιδεών, αλλά των πρακτικών καθημερινής διαχείρισης της πραγματικότητας. Στο κάλεσμα της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας σήμερα για τη διαμόρφωση της απόλυτης ατομικής υποκειμενικότητας, στη μεταφυσική της εξατομίκευσης, στη θέαση του ατόμου – επιχείρησης, η αριστερά υποχώρησε, ο ατομισμός έγινε λάβαρο και τα συνεκτικά στοιχεία του λόγου της, η αλληλεγγύη, η ανιδιοτέλεια, η συντροφικότητα, για μεγάλο διάστημα εγκαταλείφθηκαν. Η αποκατάστασή τους, θέλω να πιστεύω, επιχειρείται πλέον υπό τη βία  του σύγχρονου οικονομικού και κοινωνικού πολέμου που εκ νέου αμφισβητεί το θεσμικό πλαίσιο που επέτρεψε την άνθηση της ατομικότητας ως ιδεολογίας.
Ο Ινγκράο κατανοεί ότι το σύγχρονο πολιτικό σύστημα έχει χάσει τη νομιμοποίησή του. Οι μορφές νομιμοποίησης της πολιτικής ήταν πάντα συνδεδεμένες με τις μορφές του κράτους: Το κράτος δικαίου βάσιζε τη νομιμοποίησή του στις διαδικασίες και στους θεσμούς: Την πάνδημη εκλογή της Βουλής και της Κυβέρνησης, την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης, την αρχή της πλειοψηφίας. Το κράτος πρόνοιας της μεταπολεμικής περιόδου βάσιζε τη νομιμοποίησή του στην επίτευξη στόχων: πλήρης απασχόληση, μείωση κοινωνικών ανισοτήτων, γενικευμένη πρόσβαση στην εκπαίδευση, στην υγεία και στις κοινωνικές υπηρεσίες. Τώρα ζούμε σε καθεστώτα παθητικής νομιμοποίησης:  Οι κυβερνήσεις αναζητούν την αποδοχή των πολιτικών τους από τις «αγορές» και από τους τεχνοκράτες υπερεθνικών οργανισμών, ενώ θεωρούν ότι έχουν τη συναίνεση του λαού, όταν ο λαός δεν αντιδρά, δε διαδηλώνει και δε μάχεται στους δρόμους, όταν δεν αμφισβητεί έμπρακτα.
          Έμπρακτα. Να η λέξη που χωρίζει τον Ινγκράο από τον Εσέλ. Η αγανάκτηση δε φτάνει, αν δεν γίνει πράξη. Πράξη όχι ατομική, γιατί ο ατομισμός εγγράφεται στη μήτρα της ηγεμονίας των κυρίαρχων δυνάμεων. Πράξη συλλογική, οργανωμένη έστω και αυθορμήτως, έστω και αν δεν υπάρχει εκ των προτέρων σχέδιο. Το σχέδιο είναι μια πράξη μου συνεχώς εξελίσσεται, ανατρέπεται, επιβεβαιώνεται και αναθεωρείται. Το σχέδιο δεν προϋπάρχει της πράξης. Και αυτές τις βίαιες μεταλλάξεις του σχεδίου καλείται να ενσωματώνει και να διυλίζει το συλλογικό υποκείμενο, να τις εξορθολογίζει, να τις μετατρέπει σε πολιτική, δηλαδή σε πράξη εστιασμένη στον πυρήνα των σχέσεων ταξικής εξουσίας. Και όσο τα σύγχρονα αριστερά κόμματα αρνούνται να αναλάβουν το ρόλο του συλλογικού διανοούμενου, να δεχθούν την εντασιακή σχέση αγάπης και απόρριψης με το αυθόρμητο και να το μετουσιώσουν σε πολιτική, η αγανάκτηση ποτέ δε θα φθάνει.  
Και η ποίηση; Είναι η ποίηση σιωπή; Είναι η στιγμή της αμφιβολίας; Είναι η αμηχανία του πολιτικού μπροστά στην πολιτική; Παρά τα όσα ειπώθηκαν και γράφηκαν, νομίζω όχι. Η ποίηση δεν είναι η σιωπή του ποιητή - όσο κακότεχνος και αν είναι – είναι η κραυγή του. Φωνάζει σπαράζοντας για πράγματα που θα ήθελε να τα πει με το όνομά τους, αλλά είναι υποχρεωμένος να τα μεταμφιέσει πίσω από μεταφορές, μετατοπίσεις και συνηχήσεις.
Υποχρεωμένος από τι; Υποχρεωμένος όχι από την αδυναμία να μιλήσει, αλλά από την αδυναμία να ακουστεί. Μπορεί έτσι να επαναδιατυπώσει μέσα από άλλες μορφές ερωτήματα που δεν μπόρεσαν να τεθούν, απαντήσεις που δεν μπόρεσαν να δοθούν, όχι μεμονωμένα, αλλά συλλογικά, στοχεύοντας στο συναίσθημα, όχι στο μυαλό. Αγανακτήστε, μας προτρέπει και ο Ινγκράο, και η ποίηση μας παρακινεί στην αγανάκτηση, αλλά όχι ως απλή αντίδραση, αλλά μέσα από την επεξεργασία της.
Γκράμσι, Κριτική Θεωρία, Μπένγιαμιν, εύκολα αναγνωρίζονται στην σκέψη του Ινγκράο. Και όσοι από μας αποπειρώνται να χειριστούν λογοτεχνικές μορφές μιας χαμηλότερης ποιότητας, όπως το χρονογράφημα, παίζοντας κρυφτό, ενίοτε θανάσιμο, με τον αναγνώστη, το χρόνο και την πραγματικότητα, κατανοούμε ίσως καλύτερα ότι το εγχείρημα του Ινγκράο ως ποιητή δεν είναι καταφυγή, δεν είναι διαφυγή, δεν είναι σιωπή. Είναι η απόλυτη έκθεση, η απόλυτη ανάληψη ευθύνης.   

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

ΠΩΣ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΒΑΦΤΙΣΤΗΚΕ ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΛΗΞΕΙ ΛΑΚΗΣ


Στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς στην Άμφισσα - 1953
Δεν ξαναπήγα



Είχα τη σπάνια τύχη να γεννηθώ πρώτο εγγόνι και για τις δύο γονικές οικογένειες. Του πατέρα μου και της μάνας μου. Ο παππούς Βασίλης, πατέρας του πατέρα μου ζούσε, ενώ ο έτερος παππούς Αποστόλης είχε εγκαταλείψει τα εγκόσμια μερικά χρόνια πριν γεννηθώ.
 Πρώτο εγγόνι και αγόρι, η ονομασία μου ήταν δεδομένη, με τα ήθη της εποχής: Θα βαφτιζόμουν Βασίλης, και μάλιστα όχι ένας τυχαίος Βασίλης, αλλά Βασίλειος Ανδρέα Δεδουσόπουλος, με την ίδια ακριβώς σειρά ονομάτων που ταυτοποιούσαν  τον πρόγονο, καθώς ο πατέρας μου ήταν επίσης το πρώτο αγόρι της οικογένειας.
Όλα έτοιμα, λοιπόν, για τη βάφτιση και τότε έγινε το μοιραίο: Για άγνωστους σε μένα, ακόμα και σήμερα, λόγους, ο πατέρας μου τσακώθηκε με τον πατέρα του και, μάλιστα, ο τσακωμός ήταν δι΄ αλληλογραφίας, μια και ο δικός μου πατέρας υπηρετούσε ως ταχυδρομικός (ναι, είμαι γιος ταχυδρομικού υπαλλήλου και ανόητα σχόλια που θα με συνδέουν ή θα με παραλληλίζουν με διάσημο γιο άλλου ταχυδρομικού δεν θα ανεχτώ!) σε Λαύριο ή Τσιότι (Φαρκαδόνα σήμερα), ενώ ο παππούς ζούσε στην Άμφισσα, στα Σάλωνα, εκεί που σφάζαν τα αρνιά, ενώ παραδίπλα στο Χρυσό αποκλειστικά και μόνο κριάρια. (ΣΗΜΕΙΩΣΗ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ: Όπως καταλάβατε ή υποψιάζεστε, η μακροσκελής και δαιδαλώδης αυτή πρόταση είχε ως σκοπό να καλύψει την άγνοιά μου τόσο για τα αίτια του τσακωμού, όσο και για την ακριβή τοποθεσία που μέναμε τότε, αλλά και τη μικρή ντροπή που νιώθω γιατί ποτέ δεν ενδιαφέρθηκα να θέσω ερωτήματα και να λάβω απαντήσεις – σημάδι ελλιπούς επιστημονικής προδιάθεσης ).
Τσακώθηκαν λοιπόν, και σύμφωνα με την αφήγηση της μητρός μου, ο πατέρας μου γύρισε μπαρούτι μια ωραία μέρα και είπε με ύφος απόλυτα βαρύ: «Το παιδί θα πάρει το όνομα του πεθαμένου!»  
Ούτως δε γέγονεν, και σε μια σεμνή τελετή πήρα το όνομα του πεθαμένου παππού: ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ. Μάλιστα, νονούς είχα δύο βουλευτάδες, έναν από Φωκίδα και έναν από Τρίκαλα, πράγμα που ομολογώ δεν με ωφέλησε ιδιαίτερα, καθώς η σχέση μας διήρκεσε όσο και η τελετή. Πάει κι αυτό.
Έτσι, ο βέβαιος Βασίλης, έγινε Απόστολος, προς μεγάλη αγανάκτηση του πατρικού σογιού. Όμως, επειδή οι οικογενειακοί τσακωμοί και οι πικρίες δεν διαρκούν πολύ, η συμφιλίωση δεν βράδυνε. Έπρεπε, λοιπόν, να επισκεφθούμε τον παππού και τη γιαγιά στην Άμφισσα για να γνωρίσουν το πρώτο εγγόνι.
Πώς, όμως, να ειπωθεί στους συγγενείς έξω από τη στενή οικογένεια, τα ξαδέρφια, λ.χ., του πατέρα μου, τους γείτονες και τους οικογενειακούς φίλους, ότι το πρώτο εγγόνι του μπάρμπα Βασίλη το λένε Αποστόλη; Η μόδα της εποχής των υποκοριστικών (Μάκης, Σάκης, Τάκης, Λάκης, Άκης κοκ)και η σύμπτωση έφεραν τη λύση. Ο Απόστολος μετονομάστηκε σε Λάκης, ερήμην του και χωρίς να ερωτηθεί: Αποστολάκης – Λάκης, Βασιλάκης –Λάκης, το μοιραίο επήλθε.
Είπα η σύμπτωση. Για σκεφτείτε την περίπτωση τον παππού από της μαμάς τη μεριά να το έλεγαν με όνομα που δεν οδηγούσε σε Λάκης – Άκης; Ξενοφώντα, λόγου χάρη, Επαμεινώντα, Θησέα, ή, ακόμα χειρότερο, Πάρι; Τέλος καλό, όλα καλά και τα προσχήματα σωσμένα.

Χρόνια μετά στην εφηβεία μου πήγαμε στην Άμφισσα. Το σπίτι του παππού είχε πουληθεί, ο πατέρας μου δεν ήθελε να το δει σε ξένα χέρια, κάπου κάτω από το φρούριο μου είπε ήταν. Την ιστορία μου την είπαν, όταν διατύπωσα την απορία: Γιατί όσοι συναντούσαμε, φίλοι και συγγενείς, με φώναζαν «Βασιλάκη»;  
Δεν τους βγάλαμε από την άγνοιά τους. Μέχρι σήμερα, όταν σπανίως συναντώ το σόι αυτό - δυστυχώς πια μόνο σε κηδείες - εξακολουθούν να με φωνάζουν Βασιλάκη και εξακολουθώ να ανταποκρίνομαι και να αντιδρώ ως Βασίλης.       

Πολλά χρόνια αργότερα πήγαινα με καρδιοχτύπι το πρώτο άρθρο μου στον Πολίτη και στον Άγγελο Ελεφάντη. Ο Άγγελος ήταν στο μεγάλο τραπέζι του μοντάζ, έκοβε με το κοπίδι, κόλλαγε με την κόλλα, και έδινε μορφή στο περιοδικό. Πήρε το κείμενο, το διάβασε, εντάξει, μου είπε, εγώ κάθισα ημιανάπαυση βγάζοντας αθόρυβους στεναγμούς ανακούφισης, και εκείνος με κοίταξε πάνω από τα γυαλιά που πέφταν χαμηλά πάνω στη μύτη.
«Λάκης, τι Λάκης; Δε μ΄ αρέσει το όνομα αυτό» είπε.     
«Ούτε εμένα μου αρέσει», του είπα. «Αλλά τα ονόματα είναι σαν τα νομίσματα: Το κακό διώχνει το καλό», τόλμησα να αστειευτώ.
«Θα σε καθιερώσω Απόστολο», δήλωσε ο Άγγελος με επισημότητα, αδιαφορώντας για το ευφυολόγημά μου.
Χάρηκα πολύ. Ειλικρινά. Περίμενα την κυκλοφορία του περιοδικού πώς και πώς για δύο λόγους. Να δω τυπωμένο το πρώτο άρθρο μου στον Πολίτη και να δω το όνομά μου αποκαταστημένο.
Πήρα φρέσκο-φρέσκο το τεύχος ανά χείρας και με αγωνία γύριζα τις σελίδες, αδιαφορώντας για τον Πίνακα Περιεχομένων. Και να, το είδα: Ο μεγάλος τίτλος, το όνομά μου:
«Ο Άνταμ Σμιθ που γύρισε από τα θυμαράκια – του ΛΑΚΗ Δεδουσόπουλου»

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

ΑΝΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΑΝΕΡΓΟΙ

 1.            ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΝΕΡΓΙΑ
Οι στατιστικές πηγές καταγράφουν την ταχεία αύξηση των ποσοστών ανεργίας σε ολόκληρη τη χώρα και για όλες τις ομάδες του πληθυσμού. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι σύντομα ένας στους πέντε από αυτούς που ανήκουν στο εργατικό δυναμικό θα είναι άνεργος και άνεργη. Οι προοπτικές ανάκαμψης της οικονομίας είναι σαφώς αρνητικές, αλλά και στην περίπτωση που η ύφεση παραχωρήσει τη θέση της σε μια ασθενή ανάκαμψη, η ανεργία θα μείνει σε αυτά τα υψηλά επίπεδα ή και θα αυξηθεί ακόμη περισσότερο.
Η ανεργία αυτής της έκτασης και διάρκειας συνεπάγεται τη δημιουργία, με μεγάλη ένταση, τριών ειδών προβλημάτων:
                Η πρώτη κατηγορία προβλημάτων θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως το μακροοικονομικό πρόβλημα. Η ύπαρξη ανέργων συνεπάγεται παραγωγή για την κοινωνία στο σύνολό της (την εθνική οικονομία) μικρότερη από εκείνη που θα ήταν σε θέση να πραγματοποιήσει.
                Η δεύτερη κατηγορία προβλημάτων σχετίζεται με την άσκηση της κοινωνικής πολιτικής έναντι των ανέργων. Η ανεργία δεν είναι μια απλή οικονομική μεταβλητή. Πίσω από τα απρόσωπα μεγέθη, τα ποσοστά και τις τάσεις δηλώνονται ανθρώπινες υπάρξεις και καταστάσεις. Πώς επιβιώνουν αυτοί οι άνθρωποι, πώς εξασφαλίζουν τους αναγκαίους πόρους για την συντήρησή τους; Τι σημαίνει η διόγκωση της ανεργίας και η παράταση του χρόνου παραμονής σε κατάσταση ανεργίας για τις κοινωνικές δομές; Ποιες είναι οι επιπτώσεις στους θεσμικούς μηχανισμούς του κράτους πρόνοιας ή στην δομή και συνοχή της οικογένειας; Τι συνεπάγεται αυτή η διόγκωση για τις κοινωνικές πρακτικές που συνήθως περιλαμβάνονται κάτω από τον ασαφή τίτλο «παραοικονομικές δραστηριότητες»; Ποιες είναι οι συνέπειες αυτών των δραστηριοτήτων για τη λειτουργία του οικονομικού συστήματος και την κοινωνική δυναμική; Αλλά, και τι σημαίνει για τον άνεργο η κατάσταση της ανεργίας, ποιες είναι οι ψυχολογικές της συνέπειες και πώς επηρεάζει την αυτοεκτίμησή του και τις συμπεριφορές του, την καθημερινότητά του, δηλαδή;
                Η τρίτη κατηγορία προβλημάτων αφορά την επίπτωση της αυξημένης ανεργίας και της διόγκωσης της παρατεταμένης και εμμένουσας ανεργίας πάνω στα μεγέθη και τις λειτουργίες της αγοράς εργασίας. Πώς επηρεάζονται τα μεγέθη (το εργατικό δυναμικό, η απασχόληση, το επίπεδο των μισθών και οι μισθολογικές διαφορές, η παραγωγή και η παραγωγικότητα), οι θεσμοί (τα συνδικάτα, το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης, το εκπαιδευτικό σύστημα), οι πρακτικές (η πολιτική προσλήψεων-απολύσεων, η διάρθρωση των εσωτερικών αγορών εργασίας, οι εργατικές διεκδικήσεις, η συχνότητα, τα αιτήματα και η ένταση των απεργιών) από την ανασφάλεια της απασχόλησης και την πιθανότητα μείωσης του βιοτικού επιπέδου που συνεπάγεται ένα υψηλό επίπεδο ανεργίας και ένας μεγάλος χρόνος παραμονής στην ανεργία;
                Καμία από τις πιο πάνω ομάδες προβλημάτων δεν είναι ανεξάρτητη από τις λοιπές. Βεβαίως, το πολιτικό σύστημα φαίνεται να αγνοεί τόσο την ένταση, όσο και την έκταση του προβλήματος της ανεργίας, όπως και την πολλαπλότητα των συνεπειών της. Αντιθέτως, χρησιμοποιεί την ανεργία ως μηχανισμό διασφάλισης της παθητικής συναίνεσης, αλλά και ως ευκαιρία ανασύνθεσης και αναβίωσης παραδοσιακών και παρωχημένων μηχανισμών άγρας εκλογικής πελατείας (ΜΚΟ).
                Όμως, τι σημαίνει να είσαι άνεργος; Πώς αισθάνεται ένας εργαζόμενος που χάνει τη δουλειά του σε μια ηλικία που η εργασιακή αποκατάσταση είναι πιο δύσκολη από το να κερδίσει κάποιος το λαχείο; Ποιες συμπεριφορές εντέλλεται η βιωμένη ανεργία; Τι σημαίνει αυτό το τρομακτικό ποσοστό ανεργίας των νέων για την επαγγελματική τους ζωή;
                Ας εστιαστούμε σ΄αυτά τα ερωτήματα, όσο επιτρέπει ο χώρος.

2.            ΤΟ ΣΚΛΗΡΟ ΒΙΩΜΑ ΤΗΣ ΑΝΕΡΓΙΑ
Η ανεργία δε θέτει σε κίνδυνο μόνο το επίπεδο διαβίωσης του άνεργου, καθώς στερείται των αναγκαίων χρηματικών πόρων που ήταν διαθέσιμοι διά του μισθού. Ακυρώνει τον χωρο-χρονικό διαχωρισμό που είναι σύμφυτος με την εμπέδωση της μισθωτής εργασίας ως κυρίαρχης κοινωνικής μορφής εργασίας. Ο διαχωρισμός του χώρου σε χώρο εργασίας και χώρο της ιδιωτικής ή δημόσιας ζωής, ο χωρισμός του χρόνου σε χρόνο αφιερωμένο στην εργασία έναντι αμοιβής και σε χρόνο «ελεύθερο», αφιερωμένο στις λοιπές υποχρεώσεις και καθήκοντα ουσιαστικά, ακυρώνεται για να αφήσει στη θέση του έναν ενιαίο χωρο-χρόνο, ο οποίος, αντί να διαθέτει στοιχεία ατομικής ελευθερίας, αποκτά τα χαρακτηριστικά του κενού. Εν μέρει γιατί ο «ελεύθερος» χρόνος και η επιτέλεση των καθηκόντων απαιτούν χρηματικούς πόρους για να αποκτήσουν περιεχόμενο στις σύγχρονες καταναλωτικές κοινωνίες.
                Ουσιαστικά, όμως, το κενό δεν μπορεί να καλυφθεί δια της κατανάλωσης, ακόμα και αν αυτή ήταν εφικτή. Η απόλυση ή η άρνηση πρόσληψης δηλώνουν με κατηγορηματικό τρόπο στον άνεργο και στον οικογενειακό και κοινωνικό του περίγυρο ότι η εργασία του δεν χρειάζεται στην οικονομία, ότι ο ίδιος είναι περιττός. Δεν υπάρχει θέση διαθέσιμη στην κοινωνία.
                Απαξίωση και απόρριψη. Το αίσθημα της απαξίωσης και της απόρριψης είναι βαθειά τραυματικό στον άνεργο. Οδηγεί σε ψυχικές διαταραχές, με κυριότερη την κατάθλιψη, όπως μελέτες ψυχιάτρων έχουν αποδείξει ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του 1930. Δεν είναι η εργασία του άχρηστη, είναι ο ίδιος άχρηστος. Να σημειώσω εν τάχει ότι η κρατούσα οικονομική θεωρία και η εφαρμοζόμενη πολιτική αντιμετωπίζουν τον άνεργο ως υπεύθυνο για την ανεργία. Να θυμίσω την έννοια του «απασχολήσιμου» και των νοηματικών συνεπαγωγών της. Η ενοχοποίηση του θύματος για να διασωθεί ο ένοχος δεν είναι ένα δικαστικό δράμα, χιλιοπαιγμένο στις δικαστικές αίθουσες και στην τέχνη, παίζεται καθημερινά και υπόγεια, αλλά κραυγαλέα και βοερά, στον δημόσιο λόγο. Ο άνεργος, άλλωστε, δεν μιλά δημοσίως, δεν έχει λόγο στα συνδικάτα, στην πολιτική, στον τύπο, στην τηλεόραση.
                Ο άνεργος ιδιωτεύει. Προσπαθεί να επιβιώσει λάθα. Στο κλειστό σπίτι, σε μακρινές διαδρομές που η συνάντηση με γνωστούς και συναδέλφους να είναι απίθανη, στη δημιουργία μιας εικονικής αναπαράστασης του εαυτού του, ενσυνείδητα ψεύτικης, ενός «δήθεν». Η οργάνωση της σχιζοφρένειας δεν είναι θέμα, επίσης, κινηματογραφικών ταινιών. Είναι η απτή πραγματικότητα.
                Τα σκληρά. Αλκοολισμός, ναρκωτικά, επιθετικότητα, διάλυση της οικογένειας. Περιθώριο. Ισορροπώντας σε τεντωμένο σκοινί, ο άνεργος, ανάμεσα στην ατομική του αξιοπρέπεια, όση διαθέτει και όση του έχει απομείνει, και στην ανάγκη επιβίωσης, διαισθάνεται ότι τα όρια μεταξύ του καλού και του κακού, του κοινωνικά αποδεκτού και του κοινωνικά μη αποδεκτού, έχουν γίνει ασαφή. Και αυτή η ασάφεια των ορίων καθιστά πρόσφορη τη διάβαση από το εδώ στο εκεί.

3.            ΚΑΙ ΤΩΡΑ, ΤΙ;
Η ελληνική κοινωνία αντιμετωπίζει σήμερα προβλήματα τεράστια, καθώς στερείται των αναγκαίων θεσμικών μηχανισμών που υποδέχονται τα θύματα της ανεργίας. Δεν έχουμε επιδόματα ανεργίας, δεν έχουμε προνοιακά βοηθήματα, δεν έχουμε κοινωνικές υπηρεσίες, μειώνουμε την πρόσβαση στην εκπαίδευση, την υγεία και τη φροντίδα των απόμαχων. Αντί της καταστολής της ανεργίας επιλέγεται η καταστολή των ανέργων, των ενδεχομένων κινδύνων που συνεπάγεται για τη δημόσια τάξη αυτός ο τεράστιος αριθμός ανέργων. Πιστεύουν οι κρατούντες ότι η συνεκτικότητα της ελληνικής οικογένειας είναι ικανή να διαφυλάξει τα μέλη της από τη δοκιμασία της ανεργίας. Πλάνη μεγάλη. Η σύγχρονη ελληνική οικογένεια αδυνατεί πλέον να αναπληρώνει την ηχηρή απουσία της κοινωνικής πολιτικής.
                Η ανάγκη οι άνεργοι ως σύνολο και ως άτομα, καθένας ξεχωριστά, να αισθανθεί χρήσιμος στην κοινωνία ξανά, πολίτης με λόγο, άξιος σεβασμού από όλους μας, είναι τόσο προφανής. Ας είμαστε στο πλευρό τους. Η μάχη κατά της ανεργίας δεν είναι μόνο οικονομική, είναι πρωτίστως πολιτική και ηθική. Αλλιώς, ίσως, αύριο, να είμαστε κι εμείς και τα παιδιά μας, ένας ακόμα αριθμός στις στατιστικές καταγραφές της ανεργίας.          

Τρίτη 13 Σεπτεμβρίου 2011

ΔΗΜΟΣΙΟ ΚΑΙ ΙΔΙΩΤΙΚΟ (2η Εκδοχή)

Η πολύ καλή δημοσιογράφος μου επιμελείται την εκπομπή Θηρία Ενήμερα μας γνωστοποίησε μέσω Facebook ένα νέο "άθλο" της νέας τεχνολογίας στο μικρό χωριό μας, τον πλανήτη Γη. Το Google streets, ή κάπως έτσι, δημοσιοποίησε τη φωτογραφία μιας γυναίκας που βγαίνει γυμνή από την πόρτα του σπιτιού της (στην πραγματικότητα, στην πίσω αυλή της) για να αντικρίσει έκπληκτη, και πανικόβλητη, τον φωτογραφικό φακό.
Εύλογοι οι συνειρμοί και οι αναλύσεις. Ζούμε σε μια κοινωνία που ο καθένας από μας, εκούσια ή ακούσια, είναι εκτεθειμένος σε κάθε πτυχή της προσωπικής του ζωής. Ο Μεγάλος Αδελφός διαθέτει τον πανοπτικόν οφθαλμό, όλα τα βλέπει, αλλά και όλα τα ακούει και, κυρίως, όλα τα αποθηκεύει. Και όλα είναι δυνητικά αξιοποιήσιμα σε έναν σημερινό ή αυριανό εκβιασμό ή "συναλλαγή", όπως λέγεται στους καλούς κύκλους, ή στη μεροληπτική αντιμετώπιση ατόμων που οι απόψεις τους δεν αρέσουν, που η συμπεριφορά τους προκαλεί την άρχουσα ηθική, που οι συνήθειές τους κρίνονται ως κατακριτέες.
Δε χρειάζεται να κουράσουμε πολύ το μυαλό μας για να ανασύρουμε πληθώρα υποθέσεων. Αρκεί να δούμε τις καθημερινές εφημερίδες, να παρακολουθήσουμε τις εκπομπές στην τηλεόραση. Από τα ροζ σκάνδαλα του Λευκού Οίκου ως τα κατορθώματα του Μπερλουσκόνι, από τις υποκλοπές του τηλεφώνου του τ. πρωθυπουργού της Ελλάδας ως τις βουτιές στην πισίνα του μεθυσμένου πρίγκιπα της κραταιάς, πλην γηραιάς, Αλβιόνος.
Άλλωστε, ο κανόνας ότι η ιδιωτική ζωή του άλλου δεν πρέπει να μας αφορά, έχει, ως κανόνας, τις κρίσιμες εξαιρέσεις του. Τα πολιτικά πρόσωπα, ως κατ΄εξοχήν και εξ ορισμού δημόσια πρόσωπα, είναι υπόλογα για τις ιδιωτικές πράξεις ή παραλείψεις τους, καθώς μαρτυρούν για το ατομικό τους ήθος. Η γυναίκα του Καίσαρα έπρεπε να μην είναι μόνον, αλλά και να φαίνεται στα μάτια των Ρωμαίων πολιτών, τίμια. Ο πολιτικά κυρίαρχος Περικλής αναγκάστηκε να υπερασπιστεί τη σχέση του με την Ασπασία στην Εκκλησία του Δήμου. Στα μικρά χωριά της Ρώμης και της Αθήνας όλοι γνώριζαν. Και οι κίνδυνοι για τους άρχοντες που προέτασσαν το ιδιωτικό σε βάρος του δημοσίου ήταν αυτονόητοι. 
Σήμερα ο σύζυγος ή ο σύζυγος, ο εραστής ή η ερωμένη, μπορούν να κερδοσκοπούν στο περιθώριο των δημόσιων λειτουργιών που ασκεί ο καλός ή η καλή υπουργός ή επίτροπος. Και αυτά είναι γνωστά, μόνο που δεν είναι κοινώς γνωστά, δεν τα ξέρουν όλοι. Η πληροφορία είναι ακριβή και πολύτιμη. Κυρίως είναι εξαργυρώσιμη. Ανταλλάσσεται με πολιτικές αποφάσεις, αναθέσεις, προνομιακή μεταχείριση. Αυτά τα βλέπουμε όλοι, τα ξέρουμε όλοι, ή τουλάχιστον, τα υποπτευόμαστε. Αλλά η απόδειξη δεν υπάρχει, αν και υπαρκτή. Αν δημοσιοποιηθεί, η ανταλλακτική της αξία χάνεται. 
Στη φωτογραφία του Google η άτυχη γυναίκα αναγκάζεται να γίνει δημόσιο θέαμα χωρίς να υπάρχει δημόσιο συμφέρον, πέραν από αδηφάγα ένστικτα. Κανενός από μας η ζωή δεν αλλάζει στο ελάχιστο από το αν είναι όμορφη ή άσχημη, λεπτή ή χονδρή, με μεγάλο στήθος ή με μικρό. Αλλάζει η δική της, ίσως, αισθανόμενη παγιδευμένη σ΄ένα βίαιο και απρόκλητο "αστείο", έχοντας να αντιμετωπίσει τη χλεύη ή τη συμπάθεια των οικείων και των γειτόνων.
Αν κάτι όφειλε να αλλάξει στη ζωή μας είναι να κατανοήσουμε αυτήν την έκφραση πανικού που αποτυπώνεται στο πρόσωπό της.
Ο ιδιωτικός χώρος καταλύεται, λοιπόν, μετατρέπεται σε δημόσιο. Τα όρια μεταξύ τους γίνονται όλο και λιγότερο σαφή. Για τον απλό άνθρωπο, όμως, μόνο, τον καθημερινό, αυτόν της διπλανής πόρτας, τον «ανώνυμο», κατά την αντιπαραθετική χρήση του «επώνυμου». Και αυτή η μετατροπή έχει όνομα: λέγεται ακραία εμπορευματοποίηση του ιδιωτικού χώρου, των προσωπικών μας στιγμών, των ευαισθησιών και συναισθημάτων μας, εν κατακλείδι, ολόκληρης της ζωής μας. Άνευ αξίας για το δημόσιο ως οντότητα, αποκτά την τρέχουσα ανταλλακτική αξία ως στιγμιαία εικόνα.
Ο καπιταλισμός, η αγορά προϊόντων και η αγορά εργασίας, οργάνωσε συστηματικά τον χωρο-χρονικό διαχωρισμό του ιδιωτικού και του δημόσιου μόνο για να τον καταλύσει.