Νίκος Πουλαντζάς

Νίκος Πουλαντζάς

Δευτέρα 23 Μαΐου 2011

ΔΟΚΙΜΙΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ

Το κείμενο που ακολουθεί έτυχε της τιμής να δημοσιευτεί δύο φορές στον ΠΟΛΙΤΗ. Πρώτα σε συνέχειες στον Δεκαπενθήμερο Πολίτη (τ. 53 και 54 το 1985) και μετά στον Πολίτη (τ. 75.(3) το 1987).
Όπως κάθε κείμενο, έχει το δική του ιστορία.
Το 1984 η αμφισβήτηση του Γιάννη Μπανιά στη θέση του Γραμματέα του ΚΚΕεσ., και, κυρίως, της πολιτικής στροφής που επιχειρούσε η πλειοψηφία του κόμματος μετά τις ολέθριες επιλογές της περιόδου 1973-81, οδηγούσαν στη σύγκληση συνεδρίου. Το συνέδριο ορίσθηκε, αλλά ακυρώθηκε. Λάθος μεγάλο, που το πλήρωσε όλη η αριστερά, αλλά δεν είναι το θέμα μας αυτό.
Εν όψει του συνεδρίου, οι αριστεροί του ΚΚΕεσ αποφασίσαμε να επεξεργασθούμε πολιτική πρόταση που να συνιστά μια μεγάλη τομή στα μέχρι τότε. Οι αγαπημένοι σύντροφοι Θανάσης Αθανασίου, Παύλος Κλαυδιανός και ο υποφαινόμενος αναλάβαμε να ετοιμάσουμε κάτι για τα οικονομικά. Ετοίμασα ένα σχέδιο, αυτό πιο κάτω, αλλά δεν προχώρησε η συζήτηση, μιας και το συνέδριο ακυρώθηκε.
Αυτό δημοσιεύτηκε τότε στον ΠΟΛΙΤΗ. Μερικές αλλαγές έγιναν αργότερα, το 1992, κυρίως βγήκαν ορισμένα τμήματα, έγιναν μερικές μικρές φραστικές επεμβάσεις και εμφανίστηκε η βιβλιογραφία.
Έγραφα τότε σ' ένα σημείο που δεν θα το δείτε εδώ:
"Η Αριστερά είναι Αριστερά όχι επειδή νοιάζεται να βγάλει την 'κοινωνία' χωρίς αμυχές από την κρίση της, αλλά ακριβώς επειδή αποβλέπει στο μετασχηματισμό των κοινωνικών δομών. Δεν προτίθεται συνεπώς να δώσει συνταγές οικονομικής πολιτικής. Προτίθεται να αλλάξει την κοινωνία".
Ρομαντισμοί μιας νεότητας, θα πούνε κάποιοι. Πιθανόν. Ανεξάρτητα τούτου, υποστηρίζω ότι η διάγνωση της κρίσης, στις γενικές τουλάχιστον γραμμές, που επιχειρήθηκε τότε, ήταν ορθή. Και η διάγνωση ήταν ότι το παλιό πέθαινε, γιατί ήταν θνησιγενές, ενώ το νέο δεν είχε γεννηθεί, και σ' αυτό η ευθύνη της Αριστεράς ήταν τεράστια.
Σχεδόν 30 χρόνια μετά, έχουμε βιώσει τις αλλεπάλληλες προσπάθειες για την αναβίωση του παλιού. Τη μία γενιά των εξαρτημένων από το κράτος "επιχειρηματιών" τη διαδέχθηκε μια άλλη και μια άλλη. Από τους κρατικοδίαιτους βιομήχανους, στους κρατικοδίαιτους προμηθευτές, κατασκευαστές, καναλάρχες. Μια συνεχής αιμορραγία, μια σπατάλη πόρων, ανθρώπων, προοπτικών. Και μια αριστερά, τμήμα της οποίας εξακολουθεί να διακατέχεται, με το σύνδρομο του εμφυλίου, την ανάγκη αναγνώρισης από τον αντίπαλο, φοβισμένη και αυτοαναιρούμενη.
Όταν σήμερα διαβάζω σε "έγκριτες" εφημερίδες από "έγκριτους" αναλυτές για τη μεταπολιτευτική ηγεμονία της αριστεράς, δεν ξέρω αν πρέπει να γελάσω ή να κλάψω. Απλώς να πω ότι αν η αριστερά ήταν ηγεμονική στη μεταπολίτευση, η "ηγεμονία" που πρεσβεύουν είναι η επιστροφή στο κράτος του εμφύλιου, το κράτος των μαυραγοριτών και των δοσιλόγων. Γιατί αυτό είναι το πρότυπο επιχειρηματικής δραστηριότητας που γνωρίζουν, το μόνο που καταλαβαίνουν, το μόνο που προωθούν.
Αυτά, ως επικαιροποίηση. Κατά τα άλλα δεν αλλάζω τίποτα απ' όσα γράφτηκαν τότε. Και ελπίζω, εσύ, ο προσεκτικός αναγνώστης, να συμφωνήσεις μαζί μου.
 
http://dl.dropbox.com/u/16235601/%CE%94%CE%9F%CE%9A%CE%99%CE%9C%CE%99%CE%9F%20%CE%93%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%97%CE%9D%20%CE%9A%CE%A1%CE%99%CE%A3%CE%97.pdf

Σάββατο 30 Απριλίου 2011

ΑΝΕΡΓΙΑ ΚΑΙ ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ: ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ 1996


 Το Κείμενο αυτό είναι παλιό. Παρουσιάστηκε σε μια ημερίδα το 1996 και δημοσιεύτηκε ένα χρόνο μετά στο Μορφές Κοινωνικού Αποκλεισμού και Μηχανισμοί Παραγωγής του
Το έφερε στη μνήμη μου μια φωτογραφία παρμένη από το αλμπουμ της Βάνας Φωτοπούλου. Την ευχαριστώ και για το δάνειο και για την αναβίωση της μνήμης


Θα ήθελα να ξεκινήσω την εισήγησή μου προτείνοντας ορισμένες θέσεις διατυπωμένες με αξιωματικό τρόπο. Ο λόγος που διατυπώνω αξιωματικά - δηλαδή, αποφεύγοντας να υπεισέλθω σε μια αναλυτική επιχειρηματολογία για τη θεμελίωσή τους - τις θέσεις αυτές αφορά την οικονομία του κειμένου, αλλά, ταυτοχρόνως, έχω την αίσθηση ότι, σε κάποιο βαθμό, ανακεφαλαιώνουν πορίσματα ή υποθέσεις εργασίας των περισσότερων εισηγήσεων που έχουν παρουσιασθεί στην ημερίδα μέχρι στιγμής.
Θέση Πρώτη:   Ζούμε σε κοινωνίες που υπόκεινται σε πλήθος διαιρέσεων και κατακερματισμών, απαραίτητος όρος ύπαρξης, όμως, των οποίων (κοινωνιών) είναι η ομογενοποίηση, μια ομογενοποίηση που εγκαλεί τα υποκείμενα ως μονάδες - άτομα-ιδιώτες - και ταυτοχρόνως ως μέρη του κοινωνικού συνόλου με την επίκλιση, συνήθως, ιδεολογικών ενοποιητικών στοιχείων που καλούνται να ενοποιήσουν το κατατμημένο και να ομογενοποιήσουν το ετερογενές.
Θέση Δεύτερη: Η αδυναμία ατόμων ή ομάδων να αποδεχθούν την ισχύ αυτών των ενοποιητικών στοιχείων ή των διαδικασιών ομογενοποίησης αντιμετωπίζεται ως παράβαση, γεγονός που δημιουργεί τις προϋποθέσεις αποκλεισμού των ατόμων και των ομάδων από την κοινωνική ζωή ή από εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής.
Θέση Τρίτη:      Η ίδια η διαδικασία ομογενοποίησης απαιτεί την ύπαρξη και την αναπαραγωγή των παραβατικών ατόμων ή ομάδων, όχι ως απλή προϋπόθεσή της - η ετερότητα ως πρώτη ύλη της ομογενοποίησης -, αλλά ως κατάσταση-ιδιότητα που παράγεται αντιθετικά και αντιφατικά προς την κατάσταση-ιδότητα του ομοίου.
Θέση Τέταρτη: Η δυνατότητα αναπαραγωγής της παράβασης και, συνεπώς, του αποκλεισμού επιτάσει το παραβατικό άτομο ή η παραβατική ομάδα να πεισθεί για την παραβατικότητά του, δηλαδή για την ιδιομορφία του, την αδυναμία του προσαρμογής και την ατομική του ευθύνη για την έλλειψη προσαρμογής.
Τέλος, ως πέμπτη θέση, μερικότερης εμβέλειας, θα σημείωνα ότι στο δυτικό πολιτισμό η φτώχεια θεωρήθηκε ως μορφή παραβατικότητας, αποτέλεσμα κυρίως της θεμελίωσής του στον ατομοκεντρισμό (individualism).
            Με τις θέσεις αυτές διατυπωμένες, θα προσπαθήσω να δείξω τη σχέση μεταξύ κοινωνικού αποκλεισμού και ανεργίας στις σύγχρονες κοινωνίες της Δυτικής Ευρώπης.
            Ο όρος “κοινωνικός αποκλεισμός” καθιερώθηκε προσφάτως σαν ένας ακόμη νεολογισμός της γραφειοκρατίας της Ευρωπαϊκής Ενωσης για να περιγράψει ένα νέο σύνολο παρεμβάσεων στον κοινωνικό τομέα. Σε γενικές γραμμές, ο κοινωνικός αποκλεισμός αναφέρεται σε άτομα ή ομάδες που κατέχουν οριακές και επισφαλείς θέσεις στην αγορά εργασίας ή των οποίων η θέση στο κοινωνικό σύνολο διακυβεύεται, καθώς ωθούνται στα όρια ή και πέραν των ορίων του κοινωνικού συνόλου, ή, ορθότερα, της οργανωμένης κοινωνίας.
            Κατά κάποιο τρόπο, το φαινόμενο δεν είναι σημερινό. Αν αναδεικνύεται σήμερα, όμως, ως σημαντικό πρόβλημα είναι αποτέλεσμα τριών παραγόντων, οι οποίοι αλλληλεπιδρούν και αλληλοενισχύονται: Πρώτον, του μεγέθους και της θέσης που κατείχαν οι ομάδες αυτές στη πρόσφατη κοινωνική οργάνωση. Δεύτερον, των διαδικασιών που παράγουν ως αποτέλεσμα τον κοινωνικό αποκλεισμό, διαδικασίες που εμφανίζουν διαφορετικό χαρακτήρα από τις αντίστοιχες του άμεσου παρελθόντος. Τρίτον, και σε συνδυασμό με τον πρώτο παράγοντα, του γεγονότος ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός ακυρώνει εμπράκτως το σύνολο των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών δικαιωμάτων επί των οποίων οικοδομήθηκε το ιδεολογικο-πολιτικό καθεστώς της αστικής δημοκρατίας στη Δύση σ’ ολόκληρο τον 20ο αιώνα.
            Για να αναφερθώ λίγο διεξοδικότερα στους τρεις αυτούς παράγοντες, πρέπει να επισημάνω ότι ο κοινωνικός αποκλεισμός έχει παύσει να αποτελεί το τραγικό προνόμιο εκδήλως μειονεκτουσών και μειοψηφικών ομάδων. Σε κατάσταση κοινωνικού αποκλεισμού κινδυνεύουν να περιπέσουν και περιπίπτουν συνεχώς ευρέα κοινωνικά στρώματα, τα οποία άνθιζαν σε προηγούμενες δεκαετίες και των οποίων η κοινωνική θέση εθεωρείτο αδιασάλευτη. Με άλλα λόγια, το πρόβλημα του κοινωνικού αποκλεισμού σήμερα δεν είναι πρόβλημα μόνο των ναρκωμανών, των αλκοολικών, των φτωχών της τρίτης ηλικίας, των μεταναστών και προσφύγων, των φυλακισμένων ή των ατόμων με ψυχολογικές διαταραχές. Η περιγραφική αυτή καταγραφή, αν ήταν ποτέ ισχυρή - πράγμα για το οποίο διατηρώ επιφυλάξεις -, σήμερα είναι εξαιρετικώς ανεπαρκής τόσο για να περιγράψει δια της απαρίθμησης τις ομάδες των “κοινωνικά αποβλήτων”, όσο και για να μας επιτρέψει να προσεγγίσουμε τις διαδικασίες κοινωνικής παραγωγής των πολυδιάστατων φαινομένων του κοινωνικού αποκλεισμού. Ουσιαστικώς ανεπαρκής, αναδεικνύεται και σε πολιτικώς επικίνδυνη, καθώς τείνει να αγνοήσει κρίσιμα κοινωνικά φαινόμενα και διεργασίες, αναπαράγοντας στην πολιτική και στη θεωρητική σκέψη την εμπορία του ανθρώπινου πόνου που έχει κυριεύσει τα ΜΜΕ.
            Οι σημερινοί νέοι κοινωνικά απόβλητοι, σε μεγάλο και αυξανόμενο ποσοστό, ανήκουν σε μια ορισμένη ομάδα της ημι-ειδικευμένης ή και ειδικευμένης εργατικής τάξης, με μόνιμη εργασιακή ένταξη στη μεγάλη βιομηχανία και στις υπηρεσίες. Ατομα σχετικά μεσαίων ηλικιών, άνω των 45, κάτοικοι βιομηχανικών περιοχών σε κρίση, με εργασιακές εμπειρίες που αναφέρονται στην ιεραρχημένη οργάνωση της εργασίας στο εργοστάσιο, στην επαναληπτικότητα των κινήσεων, στην έλλειψη πρωτοβουλίας στον εργασιακό χώρο, στη μονιμότητα της απασχόλησης. Ατομα που η κρίση των βιομηχανικών κλάδων και των επιχειρήσεων, η εισαγωγή νέων τεχνικών και τεχνολογιών, η αλλαγή των προτύπων κατανάλωσης και ο εντεινόμενος διεθνής ανταγωνισμός, οι αναδιαρθρώσεις στην οργάνωση των επιχειρήσεων τα κατέστησαν περιττά, δηλαδή άχρηστα.
            Μιλάμε για τα εκατομμύρια των ευρωπαίων ανέργων, στη Δύση και την Ανατολή, για τη διογκούμενη στρατιά των ανέργων μακράς διάρκειας, για το αυξανόμενο πλήθος των ανέργων “πολύ μακράς διάρκειας” για να χρησιμοποιήσω έναν ακόμη νεολογισμό της ευρωπαϊκής γραφειοκρατείας.  Ατομα που στο σώμα, στη σκέψη, στις συνήθειες, στο ήθος, στις κινήσεις χαράχτηκαν, χρόνο με το χρόνο, οι επιταγές της επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας, της εξειδίκευσης των εργασιακών γνώσεων και καθηκόντων, για να τους ζητηθεί σήμερα η ρευστοποίηση αυτών ακριβώς των εργασιακών ποιοτήτων που με κόπο, σωματικό κάματο και πνευματική απονέκρωση, απόκτησαν μέσα στο γραφείο, το εργοστάσιο ή στο ορυχείο.  Οπως γράφουν οι Χορκχάϊμερ και Αντόρνο “αυτός που δεν προσαρμόζεται γίνεται οικονομικά αδύναμος και, κατά συνέπεια, πνευματικά αδύναμος, περιθωριακός. Ο περιθωριακός αποκλείεται από τη βιομηχανία και πείθεται για την ανεπάρκειά του[1].
            Αν επαναφέρω στη μνήμη το κείμενο δύο κορυφαίων διανοητών του αιώνα μας, γραμμένο σε δύσκολους καιρούς, όταν ο φασισμός άκμαζε, δεν το κάνω εξ αιτίας της ρητής αναφοράς στη διαδικασία κοινωνικής αποβολής, ούτε για να υπογραμμίσω τις αναλογίες της εποχής μας με τους καιρούς εκείνους - που, δυστυχώς, είναι πολλές - όσο για να τονίσω το τελευταίο τμήμα του αποσπάσματος: “Ο περιθωριακός ... πείθεται για την ανεπάρκειά του”.
            Αυτό που επισημαίνεται, δηλαδή, είναι η διαδικασία νομιμοποίησης του κοινωνικού αποκλεισμού, διαδικασία νομιμοποίησης που κινείται παραλλήλως προς την διαδικασία πραγματικού αποκλεισμού από τον χώρο της εργασίας. Διαδικασία νομιμοποίησης που δεν αρκείται στη διαμόρφωση της άρχουσας ιδεοληπτικής εικόνας της πραγματικότητας ή στη διαμόρφωση της κοινής γνώμης και του κοινού νου, αλλά προχωρά στην εγχάραξη αυτών των αντιλήψεων στον τρόπο που τα ίδια τα θύματα αντιλαμβάνονται τη σχέση τους με την πραγματικότητά τους.
            Η διαδικασία ενοχοποίησης των θυμάτων των σύγχρονων οικονομικών αναδιατάξεων αποτελεί ουσιαστικό συστατικό στοιχείο της ίδιας της διαδικασίας κοινωνικού αποκλεισμού, εφ’ όσον στερεί από τα άτομα που υφίστανται τον οικονομικό αποκλεισμό διά της ανεργίας των βασικών προϋποθέσεων συλλογικής οργάνωσης και διατύπωσης των αιτημάτων με τη μορφή της διεκδίκησης των δικαιωμάτων. Αν το κοινωνικό σύνολο θεωρεί, πολύ δε περισσότερο αν το πιστεύει ο ίδιος, ότι για την ανεργία ευθύνεται ο ίδιος ο άνεργος, η διεκδίκηση των βασικών εργασιακών και ασφαλιστικών δικαιωμάτων του είναι παραχρήμα υπονομευμένη, ενώ, ταυτοχρόνως, ο ίδιος βαρύνεται με τον κοινωνικό στιγματισμό.
            Στο ζήτημα αυτό θα επανέλθω πιο κάτω. Θα ήθελα, όμως, να σταθούμε τώρα στην εξέταση των συνθηκών που καθιστούν την απώλεια της εργασίας και την ανεργία προθάλαμο του κοινωνικού αποκλεισμού.
            Η μισθωτή εργασία και η εμφάνιση του εργοστασίου επέφεραν στη ζωή των οικονομικών υποκειμένων έναν χωρο-χρονικό διαχωρισμό που ορίζεται από τον διαχωρισμό του οίκου από τον χώρο εργασίας αφ’ ενός και από το διαχωρισμό του χρόνου σε χρόνο εργασίας και σε χρόνο “ελεύθερο” αφ’ ετέρου. Η χωρο-χρονική ασυνέχεια της μισθωτής εργασίας αντικαθιστά, έτσι, τον συνεχή χώρο και χρόνο των προηγούμενων μορφών κοινωνικής οργάνωσης της εργασίας ή, ορθότερα, τις πολλαπλές και διαδοχικές ασυνέχειες που προσδιορίζονταν από τη διαδοχική εναλλαγή των καθηκόντων.
            Η ανεργία φαίνεται να αίρει ακριβώς αυτόν τον χωρο-χρονικό διαχωρισμό που συνεπάγεται η μισθωτή σχέση εργασίας. Με την ανεργία, δηλαδή, την απουσία της εργασίας, αποκαθίσταται ένα συνεχές στη ζωή του άνεργου, μόνο που το συνεχές αυτό βιώνεται ως δυσβάστακτο κενό. Αυτό είναι αποτέλεσμα του γεγονότος ότι η εργασία, πέρα από την ουσιαστική συμβολή της στη δημιουργία των υλικών προϋποθέσεων επιβίωσης και αναπαραγωγής, διαθέτει μια θετικότητα, αποτελεί μια αξία αφ’εαυτής, είναι μια αυταξία, αποκτά μια αξία ηθική και ανεξάρτητη από το συγκεκριμένο οικονομικό της περιεχόμενο. Για το λόγο αυτό, μόνο με την ιστορική εγκαθίδρυση του συστήματος της μισθωτής εργασίας επιβάλλονται οι πολύπλευροι διαχωρισμοί που διακρίνουν τον εργαζόμενο από τον μη εργαζόμενο, διαχωρισμοί οι οποίοι αντανακλώνται στις στατιστικές κατηγορίες της αγοράς  εργασίας.
            Παρά την ισχυρή και πολύπλευρη ιδεολογική παρέμβαση του μεταμοντερνισμού, ώστε να απαξιωθεί διπλά η εργασία, να θεωρηθεί ως οικονομική κατηγορία του παρελθόντος που καθίσταται μουσειακό είδος κάτω από τις επιταγές της σύγχρονης τεχνολογίας και, ταυτοχρόνως, να αναγορευθεί εκ νέου σε δεινό, αναγκαίο κακό, πλην κακό, με την ανάδειξη των ιδεολογιών του ελεύθερου χρόνου, η εργασία στη γενική της μορφή και ανεξαρτήτως του συγκεκριμένου περιεχομένου της διατήρησε τη θετικότητά της. Διατήρησε πολύ δε περισσότερο τη διπλή της θετικότητα, τη θετικότητα της εργασίας εν γένει και τη θετικότητα της συγκεκριμένης εργασίας, στις οριακές εκείνες περιπτώσεις που ο κίνδυνος της ανεργίας έγινε απτός και επικείμενος. Στις αμυντικές στρατηγικές των εργαζομένων και των συνδικάτων απέναντι στις αναδιαρθρώσεις της παραγωγής διακρίνουμε ακριβώς αυτή την εμμονή της διπλής θετικότητας της εργασίας ως αυταξίας.
            Αν παρατηρήσουμε τις αντιδράσεις των εργαζομένων απέναντι στον κίνδυνο της ανεργίας, εδώ και σε άλλες χώρες, θα διαπιστώσουμε ότι η εναγώνια προσπάθεια να διατηρηθούν οι θέσεις εργασίας που τους χαρακτηρίζει όσο διαρκεί η σχέση μισθωτής απασχόλησης αντικαθίσταται από την απογοήτευση, το αίσθημα της ήττας, την αποστράτευση σε σύντομο χρονικό διάστημα μόλις βρεθούν άνεργοι. Προφανώς πρόκειται για μια ήττα, μια συλλογική ήττα, η οποία όμως βιώνεται ως προσωπική αποτυχία από κάθ' έναν άνεργο. Η αποκατάσταση του χωρο-χρονικού συνεχούς συνεπάγεται την εξατομίκευση, έκαστος αισθάνεται μόνος του, αποκομμένος από την εργασία, αποδιωγμένος από τον εργοδότη, απομονωμένος από τους γνωστούς και συναδέλφους, ντρέπεται τους συγγενείς, τους οικείους, τον ίδιο του τον εαυτό. Αισθάνεται άχρηστος, τις ικανότητές του ανύπαρκτες, απαξιωμένες, αδύναμος να αντιδράσει. Αισθάνεται τόσο περισσότερο μόνος, όσο περισσότερα χρόνια ήδη είχε εργασθεί, όσο περισσότερο οργανωμένο ήταν το εργασιακό του περιβάλλον, όσο περισσότερο ειδικευμένη και εκτιμωμένη ήταν η προηγούμενη εργασιακή του θέση. Οι ψυχικές διαταραχές και ο αλκοολισμός είναι μόλις ένα βήμα πιο πέρα.
            Η αστική κοινωνία, η κοινωνία που ζούμε, είναι κοινωνία της ατομικότητας. Θα μου επιτρέψετε να παραθέσω ένα απόσπασμα του Μαρξ, τα διαμάντια της σκέψης του οποίου βιαστικά απεμπολήσαμε μαζύ με τη σκουριά που επικάθησε από τους επιγόνους: "Μονάχα ... στην αστική κοινωνία αντικρύζει το άτομο τις διάφορες μορφές του κοινωνικού δεσμού σαν απλό μέσο για τους ιδιωτικούς του σκοπούς, σαν εξωτερική αναγκαιότητα" [2]. Η εξωτερική αναγκαιότητα που αναφέρει ο Μάρξ δεν είναι παρά οι σχέσεις ανταλλαγής, στις οποίες είναι υποχρεωμένο να εμπλακεί το άτομο-ιδιώτης της αστικής κοινωνίας. Ακριβώς αυτές οι σχέσεις είναι εκείνες που στερούνται από τον άνεργο, οι σχέσεις ανταλλαγής της εργατικής του δύναμης.
            Η αδυναμία του άνεργου να εμπλακεί σε σχέσεις ανταλλαγής της εργατικής του δύναμης, αδυναμία που ισοδυναμεί με ακύρωση της εργατικής του δύναμης, οδηγεί στην κοινωνική αποβολή του ανέργου: Ο άνεργος αποβάλλεται από την κοινωνία ως κάτοχος της εργατικής του δύναμης, ως μέλος του επαγγέλματος και του εργατικού σωματείου, δηλαδή ως γνώστης των εργασιακών τεχνικών και ως εκπροσωπούμενος, ως πολίτης, δηλαδή ως κάτοχος πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, τα οποία αντικαθίστανται από οιωνεί φιλανθρωπικές παροχές του κράτους πρόνοιας.
            Δεν υπάρχει τίποτε σκληρότερο από τη φιλανθρωπία, έλεγε ο Νίτσε. Μιλώντας για τον αποκλεισμό των ανέργων, αλλά και των λοιπών ομάδων που εκδιώκονται από την σημερινή ανταγωνιστική κοινωνία στο όνομα της ανάπτυξης, της συσσώρευσης και της προόδου, ας μη το λησμονούμε.
            Για την οδύνη της ανεργίας οι άνεργοι δεν μίλησαν ποτέ για τον εαυτό τους. Αλλοι μίλησαν για κείνους, μερικές φορές - ελάχιστες - στο όνομά τους. Ο κόσμος της ανεργίας είναι ο κόσμος της σιγής, πολύ περισσότερο σήμερα που η κραυγαλέα σιωπή των ανέργων αποσιωπάται και σκεπάζεται από την θορυβώδη αμετροέπεια των ΜΜΕ. Ομως, η σιγή ανιχνεύεται στη μαζική επιστροφή των γυναικών του Λαυρίου στα οικιακά καθήκοντα, στον εγκλεισμό και στην απομόνωση του οίκου, των γυναικών που υπήρξαν εργάτριες στη κλωστοϋφαντουργία για πολλά χρόνια. Ηχεί δυνατότερα στο εναγώνιο ψάξιμο για τη δουλειά από τις άλλες άνεργες της κλωστοϋφαντουργίας στη Νέα Ιωνία, ψάξιμο κατά μήκος της γραμμής του ηλεκτρικού ως τον Πειραιά, γιατί το οικογενειακό μέσο μεταφοράς κατέχεται από τον σύζυγο, μόνο πια προμηθευτή ή άνεργο κι αυτόν με μεγαλύτερη, όμως, γεωγραφική κινητικότητα, εξ αιτίας ακριβώς του τοπικού εγκλωβισμού της συζύγου. Διακρίνεται στην "έλλειψη ευελιξίας και προσαρμοστικότητας" των ανέργων ανδρών στις δύο περιοχές που αδυνατούν να διακρίνουν ευκαιρίες νέας επαγγελματικής σταδιοδρομίας, άλλες από αυτές της τέχνης που μάθανε από νεαρά ηλικία, πολλοί από παιδιά, στις πρώην ανθούσες βιομηχανίες. Στους ανέργους που βίωσαν τους ρυθμούς και τα καθήκοντα της βιομηχανίας με τρόπο ώστε να αδυνατούν να προσαρμοστούν στα ευέλικτα καθήκοντα της βιοτεχνίας και του εμπορίου.  Στη σιγή εκείνων που θεωρούν τύχη να εξασφαλίσουν τρεις μήνες δουλειά στις κατασκηνώσεις του Λαυρίου ή λίγους περισσότερο μήνες στα δημοτικά έργα[3].
            Στη δική τους σιγή απαντά η σιγή του κράτους, της πολιτικής και των πολιτικών. Εσφαλαν επειδή πρόλαβαν να γίνουν βιομηχανικοί εργάτες και δεν πρόλαβαν να πάρουν σύνταξη. Το σφάλμα αυτό πληρώνουν ως παραβάτες των νόμων του ανταγωνισμού, της τεχνολογίας και της προόδου. Οταν η ελληνική οικονομία ανακάμψει ούτε εμείς δεν θα μιλάμε πια γι' αυτούς. Μια εικόνα μόνο θα μείνει, χαραγμένη στο μυαλό μου, μια σκηνή πριν οκτώ χρόνια, Σεπτέμβριο του 1987 στη Μαδρίτη έξω από ένα μουσείο, όπου ένας άνδρας καθόταν στα σκαλιά της εισόδου, λίγο παράμερα. Φορούσε κοτλέ κοστούμι γκρί-μπεζ, πουκάμισο και γραβάτα. Ενα μεγάλο καπέλο, ρεμπούμπλικα που τα λέγαμε παλαιά, εξαιρετικά περιποιημένος. Το δεξί χέρι ανοικτό, περίμενε την ελεημοσύνη των επισκεπτών, ενώ, ταυτόχρονα, το αριστερό έκρυβε το πρόσωπο. Μακάρι να τον δείτε σήμερα σαν εφιάλτη.


[1]           Μ. Χορκχάϊμερ - Τ. Αντόρνο, Η Διαλεκτική του Διαφωτισμού, εκδ. Υψηλον. 1986, σελ. 156.
[2]           Κ. Μαρξ, Βασικές Γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας (Grundrisse), Τόμος Α', μετ. Δ. Διβάρης, εκδ. Στοχαστής, 1989, σελ. 54.
[3]           Α. Δεδουσόπουλος - Κ. Φωτεινοπούλου, Ερευνες τηε Τοπικής Αγοράς Εργασίας; Νέα Ιωνία και Καλαμάτα, Πάντειο Πανεπιστήμιο και ΠΕΤΑ, 1992, Π. Γετίμης - Α. Δεδουσόπουλος, Αναπτυξιακό Σχέδιο Λαυρίου, Πάντειο Πανεπιστήμιο και ΟΑΕΔ, 1994.

Τρίτη 26 Απριλίου 2011

ΖΟΥΜΕ ΕΝΑ ΘΡΙΛΕΡ (2η εκδοχή)


Διαβάζοντας εφημερίδες, μπλογκς, ειδήσεις και σχόλια, παρακολουθώντας τις εκπομπές γνώμης που τις λένε "ειδήσεις" στην τηλεόραση, κατάλαβα πολύ καλά, για άλλη μια φορά, ότι οι ιδεολογισμοί που διατρέχουν την επιχειρηματολογία των κυβερνώντων είναι τόσο ισχυροί που οδηγούν σε μια επικίνδυνη διαστροφή της πραγματικότητας. Αυτό θα ήταν, ενδεχομένως, ενδιαφέρον. Θα ήταν μια καλλιτεχνική παρέμβαση και μάλιστα θεατρικού χαρακτήρα, ενός είδους θεάτρου, του θεάτρου του παραλόγου, στα συμβαίνοντα. Φοβάμαι, όμως, ότι είναι τόσο προφανώς βίαιη η αδιαφορία τους για τον "μέσο" πολίτη, για όλους, δηλαδή, εμάς πλην των ελάχιστων γνωστών και αφανών κερδοσκόπων, που είναι απλώς κυνικά επικίνδυνη. Το θέαμα που οργανώνεται, που παύει να είναι ένα απλό θέαμα, αλλά μας εγκαλεί ως πρωταγωνιστές και ως κομπάρσους, δεν είναι θεατρικό δρώμενο του απόλυτου παραλογισμού[1].
Η ελληνική πολιτική και οικονομική ζωή έχει αποκτήσει τα τελευταία δυο τουλάχιστον χρόνια τη δομή ενός καλά οργανωμένου θρίλερ. Από τις εφησυχαστικές σκηνές της αρχής, την πλασματική αρμονία που έκρυβε στο βάθος της εικόνας τις έντονες αντιθέσεις, από τις βεβαιότητες για το μέλλον και από τα ειδυλλιακά τοπία, ανακαλύψαμε σταδιακά, ίχνος με ίχνος, σημάδι με σημάδι, την παρουσία του "κακού".  Και το κακό έχει φανερωθεί, πλέον, με όλη του τη δόξα, την ένταση και τη δύναμή του με τη μορφή του χρηματιστικού κεφαλαίου, να το πω παραβολικά, με τη μορφή του βαμπίρ[2].
Ας μιλήσουμε λοιπόν υπαινικτικά, χρησιμοποιώντας μεταφορές και αναλογίες. Μήπως η παραβολική γλώσσα μπορέσει και φθάσει καλύτερα στα αυτιά και στο μυαλό. Άλλωστε, οι αναλύσεις περισσεύουν, ό,τι έπρεπε να ειπωθεί αλλιώς, έχει ειπωθεί εδώ και μήνες, περισσότερο από έναν χρόνο τώρα. Και τα αδιέξοδα των πολιτικών επιλογών είχαν επισημανθεί με απόλυτη ακρίβεια.
Αν θέλουμε να μιλήσουμε υπαινικτικά για τα πράγματα, μπορούμε να βρούμε χιλιάδες αναλογίες. Θα αρκεστώ σε ελάχιστες, παραπέμποντας τον αναγνώστη στο έξοχο κείμενο του Moretti για τα λοιπά. Η άυλη υλικότητα του βαμπίρ και η άυλη υλικότητα του χρήματος αποτελούν το κοινό στοιχείο που επιτρέπει τις παραβολές να ξεδιπλωθούν.
Όπως στο θρίλερ πρέπει να κυριευθούμε από τον τρόμο: Τρόμο για το γεγονός ότι τίποτα δεν μπορεί να μας προσφέρει προστασία, έστω και προσωρινή[3]. Τρόμο για το γεγονός της διαπιστωμένης ή καλλιεργημένης ως αποδειγμένης ανεπάρκειας μας, της αδυναμίας αντίστασης στο κακό. Τρόμος από το ακατανόητο της φύσης του.
Όπως το βαμπίρ το χρηματιστικό κεφάλαιο είναι παγκοσμιοποιημένο: Δεν δεσμεύεται από γεωγραφικές περιοχές ή εθνικά σύνορα. Έχει μια αρχική «πατρίδα», αλλά την αφήνει, κυκλοφορεί σαν κοσμοπολίτης, αποκτά άλλες εστίες και πολλαπλασιάζει τον εαυτό του χωρίς περιορισμό, χωρίς όρια, εθνικά, κοινωνικά, ανεξαρτήτως φυλής ή φύλου.
Όπως το βαμπίρ στις λαϊκές δοξασίες και στη λογοτεχνία, το χρηματιστικό κεφάλαιο πρέπει να κληθεί για να σ' επισκεφθεί. Απαιτείται η πρόσκληση-πρόκληση με τη μορφή της λαγνείας, της σωματοποιημένης αμαρτίας. Σαν το καλό θρίλερ, όλοι μας πρέπει να αισθανθούμε συν-ένοχοι, φορείς της αμαρτίας της αδικαιολόγητης καλοπέρασης, ώστε να γίνουμε τα επόμενα ατομικά και συλλογικά θύματα του σύγχρονου βαμπιρισμού. Το μέγεθος της αμαρτίας δεν έχει σημασία, ούτε καν αν αυτή τελέστηκε: αρκεί η σκέψη, η επιθυμία είναι το κάλεσμα του τέρατος.
Και όπως στο καλό θρίλερ οι κανόνες της φύσης και της λογικής καταργούνται, οι αγαπημένοι μας σχολιαστές παραβιάζουν κάθε έννοια λογικής, κάθε έννοια επιστημονικής γνώσης, κάθε έννοια κοινωνικής σχέσης. ΠΡΟΚΑΛΟΥΝ ΤΗ ΜΕΘΟΔΕΥΜΕΝΗ ΣΥΓΧΥΣΗ. Η απώλεια της λογικής, ο φόβος ότι έχουν τρελαθεί, είναι η κοινή εμπειρία όσων έρχονται σε άμεση επαφή με το βαμπίρ. Το μυαλό δεν χωράει αυτό που οι αισθήσεις πιστοποιούν: ένας λαός με ψυχικές διαταραχές, οι έρευνες ψυχικής υγείας πιστοποιούν αυτό που ήταν ήδη γνωστό από το μεσοπόλεμο, από τις έρευνες της Jahoda στους άνεργους βιομηχανικούς εργάτες της Γερμανίας. Δε χρειάζεται να ενστερνιστούμε τη συνωμοσιολογία της Klein, ως ερμηνευτικό πλαίσιο, για να αποδεχθούμε τα αποτελέσματα του shock  treatment: τον απόλυτο αποπροσανατολισμό, το νοητικό χάος.  
Το μόνο που μας λεν είναι ότι το τέρας θέλει να τραφεί. Και όπως στη λογοτεχνία και τη λαϊκή παράδοση το τέρας τρέφεται με αίμα, το αίμα των ζωντανών, το αίμα της ζωντανής εργασίας (πέστε το υπεραξία, αν θέλετε). Και κάθε φορά ο πολλαπλασιασμός των θυμάτων μειώνει τον αριθμό των δυνητικών θυμάτων. Είναι μια διαδικασία κλειστή, αδιέξοδη, αυτοκαταστροφική, για το ίδιο το βαμπίρ, όχι μόνο για τα θύματα.
Και όπως στη λογοτεχνία και στη λαϊκή παράδοση το βαμπίρ δρα τη νύχτα, δηλαδή στο σκοτάδι, στο παρασκήνιο. Η δράση του δε γίνεται ποτέ δημόσια, δεν κοινοποιείται. Μόνο τα αποτελέσματά της γίνονται γνωστά, το μετά, όχι το πριν ή το τώρα.
Και το μόνο όπλο για την καταστροφή του δεν είναι παρά το φως (το φως της γνώσης και της επιστήμης) και το παλούκι στην καρδιά. Και αν η επιστήμη, δηλαδή, η επιστημονική κοινότητα δεν κάνει το χρέος της, το παλούκωμα μένει ως μόνη εναλλακτική λύση για τη σωτηρία.


[1]               Αν και πήρε προσωρινά στοιχεία κωμικοτραγικά με εκείνα τα απολαυστικά: το περίστροφο πάνω στο τραπέζι, το όπλο οπλίστηκε κοκ., κάτι από γουέστερν σπαγγέτι παιγμένο από ατάλαντους ηθοποιούς. Σύντομα το κωμικό υποχώρησε και το τραγικό κυριάρχησε. Το απόλυτο σκηνοθετικό εύρημα, βεβαίως, παραμένει το διάγγελμα του Καστελόριζου: Δεν είναι μόνο η εικαστική αντίθεση μεταξύ της ομορφιάς του νησιού και του τραγικού περιεχομένου του. Είναι η σαφής αποστασιοποίηση του εκφωνητή του διαγγέλματος από τον τόπο του δράματος. Το δηλούμενο άμεσο: «εγώ είμαι έξω και πέρα». Ο Σωτήρας ανέκαθεν δεν μπορούσε να μην είναι παρά «έξω και πέρα», επείσακτος στο δράμα, αμέτοχος στα όσα έχουν οδηγήσει στην τραγική στιγμή, τη συμπύκνωση των αντιθέσεων και αντιφάσεων. Έξω και πέρα, δηλαδή, αθώος του αίματος τούτου.   
[2]               Η παραβολή μεταξύ βαμπίρ και χρηματιστικού κεφαλαίου δεν είναι εφεύρημά μου: Υπάρχει στο Κεφάλαιο του Μαρξ και έχει αξιοποιηθεί με ιδιαίτερα γόνιμο τρόπο από τον Franco Moretti στο NLR, 136, σ' ένα άρθρο με τίτλο "the Dialectic of Fear"
[3]               Τα μελλοντικά θύματα του Δράκουλα αισθάνονται άνετα επισκεπτόμενα το κάστρο-καταφύγειό του, όσο έχουν άγνοια. Μετά αντιλαμβάνονται με τρόμο ότι ούτε το σπίτι τους δεν προσφέρει την παραμικρή προστασία.  

Παρασκευή 15 Απριλίου 2011

Η ΕΞΑΠΛΩΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΣΦΑΛΟΥΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ ΣΤΟΝ ΔΗΜΟΣΙΟ ΤΟΜΕΑ

Το κείμενο αυτό είχε παρουσιαστεί σε ημερίδα του Συλλόγου ΔΕΠ του Παντείου Πανεπιστημίου πριν 2 χρόνια. Το ανασύρρω με την ευκαιρία της χθεσινής απόφασης του Αρείου Πάγου.
Επειδή και γνωρίζουμε γιατί μιλάμε, και μνήμη έχουμε

http://dl.dropbox.com/u/16235601/%CE%97%20%CE%95%CE%9E%CE%91%CE%A0%CE%9B%CE%A9%CE%A3%CE%97%20%CE%A4%CE%97%CE%A3%20%CE%95%CE%A0%CE%99%CE%A3%CE%A6%CE%91%CE%9B%CE%9F%CE%A5%CE%A3%20%CE%95%CE%A1%CE%93%CE%91%CE%A3%CE%99%CE%91%CE%A3.pdf

Σάββατο 26 Μαρτίου 2011

Η ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ ΤΗΣ ΕΡΩΤΙΚΗΣ ΠΡΑΞΗΣ

Το κείμενο αυτό είναι ήδη 20 ετών σχεδόν. Γράφτηκε με στόχο να διακωμωδήσει την κρατούσα οικονομική θεώρηση, την οικονομική ορθοδοξία, και να δείξει τις εγγενείς της ανεπάρκειες. Στα είκοσι αυτά χρόνια, τα πράγματα έχουν χειροτερεύσει ακόμα περισσότερο.
            Αν και γραμμένο να δημοσιευτεί στον ΠΟΛΙΤΗ, δεν έγινε δεκτό από τον Άγγελο. Μου είπε ότι ήταν πολύ «τεχνικό», αν και νομίζω ότι μάλλον ξενίστηκε. Έμεινε λοιπόν αδημοσίευτο όλα’ αυτά τα χρόνια, γυρίζοντας μεταξύ φίλων προς τέρψιν.
            Λίγα χρόνια μετά το νόμπελ οικονομικών δόθηκε σε συνάδελφο εξ Αμερικής που προσέγγισε το όλο θέμα με τρόπο παραπλήσιο, αλλά χωρίς ίχνος σαρκασμού. Χάσαμε εγώ την ευκαιρία να λύσω το οικονομικό μου πρόβλημα και η Ελλάδα να δοξαστεί. Ίσως να είχαμε σώσει και το δημόσιο πανεπιστήμιο από τη λαίλαπα που έρχεται… (Ελπίζω να καταλάβατε ότι δεν έχω καβαλήσει κανένα καλάμι, απλώς σαρκάζω και αυτό-σαρκάζομαι. Το λέω γιατί φοβάμαι ότι το χιούμορ έχει γίνει δυσεύρετο στους καιρούς μας).
            Τα παραδείγματα είναι παρμένα από το τότε. Την τηλεοπτική εκπομπή της κας Τριφύλη «Ραντεβού στα Τυφλά», μια συνέντευξη του συναδέλφου κ. Βέλτσου, δηλώσεις πολιτικών του τότε, κλπ.
            Αυτά, καλή διασκέδαση    

http://dl.dropbox.com/u/16235601/%CE%97%20%CE%A0%CE%9F%CE%9B%CE%99%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%97%20%CE%9F%CE%99%CE%9A%CE%9F%CE%9D%CE%9F%CE%9C%CE%99%CE%91%20%CE%A4%CE%97%CE%A3%20%CE%95%CE%A1%CE%A9%CE%A4%CE%99%CE%9A%CE%97%CE%A3%20%CE%A0%CE%A1%CE%91%CE%9E%CE%97%CE%A3.pdf

Σάββατο 12 Μαρτίου 2011

FERMER LA BOUCHE

Η φωτογραφία είναι του Rocco Morabito. Με τίτλο “The Kiss of Life” τιμήθηκε το βραβείο Pulitzer το 1968. Ήρθε στην προσοχή μου από τη δημοσίευση στο Facebook από μιαν άγνωστη, ευαίσθητη, φίλη, τη Μαρία Πουλινάκη, που την περιέλαβε σ’ ένα φωτογραφικό άλμπουμ με το γενικό τίτλο «fermer la bouche».

            Το θέμα είναι δύο εναερίτες. Ο ένας, κτυπημένος από τον ηλεκτρισμό, χάνει τις αισθήσεις του και κρέμεται από τις αναρτήσεις ανάποδα. Ο άλλος σπεύδει και προσπαθεί να τον κρατήσει στη ζωή, δίνοντας το φιλί της ζωής.










            Ας πάρουμε απόσταση από τη μορφή, την εξαιρετική φωτογραφία, και ας μείνουμε στο περιεχόμενο. Χωρίς αμφιβολία η μορφή είναι τόσο καταλυτική, που εύκολα δημιουργεί συνειρμούς και εναλλακτικά, επάλληλα περιεχόμενα. Υποκειμενικά σε μεγάλο βαθμό, αλλά ας γίνω σαφέστερος.
            Πρώτη σκέψη που πέρασε από το μυαλό μου, ήταν ότι η εργασία εξακολουθεί, παρά τα περί αντιθέτου θρυλούμενα, να είναι σωματοποιημένη. Η απτή υλικότητα της εργασίας, το σώμα, εξακολουθεί να είναι όργανο, εργαλείο, μηχανή σύνθετη, μοναδική, προικισμένη με την τελειότητα της έλλογης δύναμης και επιδεξιότητας. Και, ταυτοχρόνως, μηχανή ευαίσθητη, ευπαθής, με όρια στις δυνατότητες και όρια στην καταπόνηση.
            Την αντίρρηση την ακούω ήδη: Η φωτογραφία είναι του 1968, πριν η ρομποτική, η τηλεματική, τα σύγχρονα επιτεύγματα εκδιώξουν μαζικά την εργασία από το χώρο της υλικής παραγωγής και την στρέψουν στις ευγενείς υπηρεσίες. Είναι έτσι, άραγε;
            Μήπως η συγκίνηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης, πριν λίγους μήνες μόλις, αφορούσε κάποιο ρομπότ που κλείστηκε στις στοές του ορυχείου στη μακρινή Χιλή, ή ζωντανές ανθρώπινες υπάρξεις που έβγαζαν στην επιφάνεια τον κρυμμένο θησαυρό της φύσης με τα σώματά τους; Μήπως τα χιλιάδες, δυστυχώς, εργατικά ατυχήματα στη χώρα μας δεν έχουν θύματα ανθρώπινα σώματα και όχι ηλεκτρονικά κυκλώματα και μικροτσίπς; Ή οι αστυφύλακες, ένας κλάδος υπηρεσιών, συγκρούονται με τους διαδηλωτές σε εικονικά πεδία και οι γυναίκες που καθαρίζουν σπίτια και γραφεία, που φροντίζουν νήπια και γέρους σχεδιάζουν τις υπηρεσίες σε πολύπλοκες εφαρμογές τηλεματικής για να τις εκτελέσουν ρομπότ;     

            Η σωματικότητα της εργασίας δεν έχει εγκαταλείψει κανέναν εργαζόμενο. Στοιχεία του σώματος, μάτια, δάκτυλα, νευρώνες, κύτταρα του εγκεφάλου, του ανθρώπινου εγκεφάλου, χρησιμοποιούμε καθισμένοι μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, γράφοντας κείμενα, μιλώντας ηλεκτρονικά, λύνοντας εξισώσεις, αναπτύσσοντας υποδείγματα και εκτιμώντας παραμέτρους. Τα δάκτυλα εμφανίζουν παραμορφώσεις, τα μάτια πονάνε, το σώμα αδρανεί και η μέση πιέζεται, τα πόδια μουδιάζουν, τα μυαλά αδειάζουν. Τα σώματα εργάζονται και πάσχουν από τον ποδοσφαιριστή μέχρι τον χορευτή, από το δάσκαλο μέχρι τον ζαχαροπλάστη, από τον χλιδάτο επαγγελματία ως τον ταπεινό συλλέκτη σκουπιδιών. Με διαφορετικούς βαθμούς σωματοποίησης χωρίς αμφιβολία, με διαφορετικούς βαθμούς έκθεσης στον κίνδυνο που συνεπάγεται αυτή η δραστηριότητα, αλλά περί αυτού ακριβώς πρόκειται: για διαφορές στην ένταση, αλλά όχι για διαφορές τέτοιες που ακυρώνουν τη σωματικότητα της εργασίας.

            Αλλά, νομίζω ότι το σημαινόμενο της φωτογραφίας είναι κάτι περισσότερο από την υπόμνηση της σωματοποιημένης εργασίας – της μόνης δυνατής εργασίας. «Το φιλί της ζωής» δηλώνει σχέσεις, σχέσεις μεταξύ σωμάτων, μεταξύ εργαζομένων. Καθώς ο «ανέπαφος» σπεύδει και αγκαλιάζει τον «παθόντα», καθώς στηρίζει το κεφάλι του στη δύσκολη αυτή ισορροπία, καθώς προσπαθεί να εμφυσήσει ανάσα στους αδρανείς πνεύμονες, να κρατήσει τη ζωή πριν εγκαταλείψει το ανεστραμμένο σώμα του κεραυνοβολημένου εναερίτη, αυτή η σχέση βγαίνει στην επιφάνεια, αποκαλύπτεται σ’ όλο το μεγαλείο της, αποτυπώνεται μοναδικά από το φωτογραφικό φακό.
            Σχέσεις μοιράσματος της δουλειάς, του κόπου, του κινδύνου, της αγωνίας για το σήμερα και το αύριο. Σχέσεις που γίνονται συντροφικές, ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΕΣ. Μόνο αυτή η σχέση οδηγεί τον ένα να προσπαθήσει να σώσει τον άλλον. Η αίσθηση ενός κοινού στοιχείου, μιας κοινής μοίρας. Η ζωή σου, ζωή μου. Και αυτή η ανάγκη αλληλεγγύης μεταξύ τους τον οδηγεί να σπεύσει, να μη διστάσει, να μη σκεφτεί, αλλά να εκφράσει άμεσα και ακαριαία αυτό που αισθάνεται, δηλαδή να κάνει αυτό που θα ήθελε να γίνει για εκείνον σε μιαν αντίστοιχη στιγμή, όταν αυτός θα ήταν το θύμα.
           
            Να μην σκεφτεί τι, δηλαδή; Τον κίνδυνο για τον εαυτό του, για τη δική του ασφάλεια; Τον κίνδυνο να λυθούν οι ιμάντες, να σπάσουν από το βάρος, να τους γκρεμίσουν και τους δυό; ‘Όχι βέβαια. Να μην σκεφτεί ότι, καθώς κρατά διπλωμένο το κορμί και το κεφάλι, καθώς οι πνεύμονες πιέζονται από τα σπλάχνα, καθώς οι αναρροφήσεις είναι πιθανές, η τεχνική αναπνοή δεν είναι political correct. Να μη σκεφτεί, δηλαδή, την πιθανή ματαιότητα της πράξης.
            Γιατί, ελπίζω να το καταλάβουμε κάποτε πλήρως, ματαιότητα της πράξης αλληλεγγύης δεν υπάρχει. Και όταν μας εγκαλούν γιατί δείχνουμε την αλληλεγγύη μας, ατομική ή συλλογική, παρά το γεγονός ότι το θετικό αποτέλεσμα είναι τόσο απίθανο, τόσο δύσκολο να επιτευχθεί, τόσο εκτός πραγματικότητας, να μπορούμε να απαντήσουμε με τον τίτλο του άλμπουμ της Μαρίας: Fermer la bouche, ή αλλιώς, ΒΓΑΛΤΕ ΤΟ ΣΚΑΣΜΟ.             











 

Τρίτη 8 Φεβρουαρίου 2011

ΔΙΔΑΣΚΟΝΤΑΣ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Σαν σήμερα, 8 Φεβρουαρίου, το 1828 γεννήθηκε στην πόλη Ναντ ο Ιούλιος Βερν. Φαντάζομαι ότι δεν υπάρχει συνομήλικός μου που να μη διάβασε κάποια από τα βιβλία του. Ο υπογραφόμενος είχε καμιά δεκαπενταριά από αυτά σε μια εξαιρετική έκδοση – νομίζω του Αστέρα – με χοντρό κόκκινο εξώφυλλο και τις παλιές γκραβούρες για εικονογράφηση. Χαμένα και αυτά, όπως και αρκετά άλλα, σε συνθήκες μυστηρίου.
            Ωστόσο, μια συνεργασία με το φίλο και συμμαθητή μου Γιάννη επέτρεψε και στους δυο μας να διαβάσουμε πολύ περισσότερα: Είχαμε κανονίσει μεταξύ μας να δωρίζει ο ένας στον άλλο βιβλία του Βερν στις αντίστοιχες εορτές: ονομαστικές, γενέθλια, Χριστούγεννα, κλπ., με προσυνεννόηση για την αγορά. Ταξιδεύαμε λοιπόν με τον Βερν σ’ όλο τον κόσμο: στην Αφρική, στην Ωκεανία, στη Νότια Αμερική, στις Ηνωμένες
Πολιτείες (παράξενη διαθήκη), ταξιδεύαμε πάνω από τις θάλασσες και κάτω από τις θάλασσες, στον αέρα και στο διάστημα, με σιδηρόδρομο, καράβια, υποβρύχια, αεροπλάνα και διαστημόπλοια, με άμαξες, βαρκούλες και αερόστατα. Μάθαμε γεωγραφία ψάχνοντας τους χάρτες, αρχές φυσικής και μαθηματικών, αποκλειστήκαμε σε νησιά ναυαγοί και σε φάρους στην άκρη του κόσμου, γνωρίσαμε, ή έτσι νομίσαμε, άγνωστους λαούς.
            Τώρα θα μου πείτε, και δικαίως, τι σχέση έχουν αυτά περί Βερν με τη διδασκαλία της πολιτικής οικονομίας; Όχι, δεν πρόκειται να κάνω κάποια ανάγνωση του Βερν από την οπτική αυτή. Μια ιστορία θα πω, ιστορία πραγματική, σε πρώτο πρόσωπο.
            Όταν ξεκίνησα να διδάσκω στο Πανεπιστήμιο, ένα από τα μαθήματα που έκανα ήταν η Πολιτική Οικονομία. Αντικείμενο, βεβαίως, ο Μαρξ. Εκεί, λοιπόν, γύρω στο 1990, την εποχή των μεγάλων καταρρεύσεων, οι φοιτητές άκουγαν Μαρξ και έβγαζαν σπυριά. Το μάθημα ήταν υποχρεωτικό, ήταν ανάγκη να το παρακολουθήσουν και να το διαβάσουν, αλλά ενδιαφέρον bellow zero, όπως λεν οι σύγχρονοι.
            Σκέφτηκα, λοιπόν, μια μεγάλη αλλαγή: να καταργηθεί το μάθημα από υποχρεωτικό και να γίνουν στη θέση του δύο κατ’ επιλογήν μαθήματα με τίτλο «Σχολές Οικονομικής Σκέψης». Στα μαθήματα αυτά θα γινόταν στην αρχή ορισμένες παραδόσεις φιλοσοφίας και επιστημολογίας των οικονομικών και μετά μια ιστορική περιδιάβαση στους εμποριοκράτες, την κλασική πολιτική οικονομία, για να φθάσουμε στο Μαρξ και το έργο του.
            Αμ’ έπος, αμ’ έργον, βρέθηκα στο αμφιθέατρο για την πρώτη διάλεξη. Θέμα, πώς μεταβάλλεται διαχρονικά το αντικείμενο της πολιτικής οικονομίας, καθώς προσδιορίζεται από κοινωνικές διεργασίες και τον τρόπο θεώρησης της πραγματικότητας. Είχα βρει, εν προκειμένω, και ένα γλαφυρό, κατά τη γνώμη μου, παράδειγμα, οικείο στο ακροατήριο.
            Άρχισα, λοιπόν, να μιλάω για λογοτεχνία και, πιο συγκεκριμένα, για δυο βιβλία, δυο μεγάλες αφηγήσεις. Η πρώτη ήταν «Η Διήγηση του Αρθούρου Γκόρντον Πυμ» του Εντγκαρ Άλλαν Πόε, και η δεύτερη «Η Σφίγγα των Πάγων» του Ιουλίου Βερν (ελπίζω να σας έφυγε η απορία).
            Το πρώτο γραμμένο λίγο πριν το 1840, το δεύτερο το 1897, μια απόσταση σχεδόν 60 χρόνων μεταξύ τους, αλλά ένα κοινό στοιχείο. Η Σφίγγα των Πάγων αποτελούσε τη συνέχεια του έργου του Πόε, αφού, όχι μόνο η Διήγηση ήταν η αφορμή για το βιβλίο του Βερν, αλλά και ένας ήρωας της Διήγησης έχει ενεργό ρόλο στην εξέλιξη της ιστορίας της Σφίγγας. Αυτή η ταυτότητα επέτρεπε να αναδειχθούν οι διαφορές στην οπτική των δύο συγγραφέων, ειδικότερα στα κίνητρα που ώθησαν τους αντίστοιχους ήρωες στη δίνη της περιπέτειας.
            Το κίνητρο στον Πόε ήταν απλό: Η περιπέτεια για την περιπέτεια, το κρυστάλλωμα του ρομαντισμού. Το κίνητρο στο Βερν ήταν πιο σύνθετο. Η περιέργεια αφ’ ενός, δηλαδή η γνώση και η λύση ενός μυστηρίου, αλλά, κυρίως, η κατάκτηση. Η εκστρατεία στο Νότιο Πόλο οργανώνεται και με σκοπό να ανακαλυφθούν πλουτοπαραγωγικές πηγές που θα γίνουν αντικείμενο εκμετάλλευσης.
            Αυτά περίπου προσπαθούσα να πω, πώς αλλάζει, δηλαδή, η θεώρηση του κόσμου που μας περιβάλλει, πώς αλλάζουν οι αντιλήψεις και πώς αυτές οι αλλαγές μεταβάλλουν και τον τρόπο που οι οικονομολόγοι αντιλαμβάνονται την οικονομία και το οικονομικό πρόβλημα και, επομένως, την επιστήμη τους.
            Καθώς έλεγα λοιπόν αυτές τις «σοφίες», αντιλαμβάνομαι ότι τα πρόσωπα στο ακροατήριο έχουν παγώσει και τα μάτια με κοιτάζουν με τρόμο και απελπισία. Αντιλαμβάνομαι ότι κάτι δεν πάει καλά.
            «Τον Πόε τον ξέρετε;» ρώτησα. Παγερή σιωπή. Ο πάγος στην αίθουσα μεταφέρθηκε στη σπονδυλική μου στήλη και άρχισε τα σουλάτσα πάνω-κάτω.
            «Τον Βερν, όμως, θα το έχετε διαβάσει» είπα προσδοκώντας τη σωτήρια επιβεβαίωση. Σφάλμα μέγα. Η παγωνιά έμεινε εκεί αιωρούμενη πάνω από τα έδρανα και τους απόμακρους φοιτητές. Πέρασαν λίγα δευτερόλεπτα σαν ώρες. Ένα χέρι σηκώθηκε από μια φοιτήτρια που καθόταν μπροστά. Η σωτηρία, σκέφτηκα.
            «Μήπως είναι εκείνος που τον έδειχνε η τηλεόραση σε κινούμενα σχέδια;» άκουσα την τρεμάμενη, διστακτική φωνή της να λέει.
            Πώς δεν έπαθα εγκεφαλικό! Παρακαλούσα να μπορούσα να εξαφανιστώ, να γίνω μυρμηγκάκι να χωθώ σε καμιά χαραμάδα ή μύγα να φύγω από την ανοικτή πόρτα πετώντας. Άλλαξα γραμμή άρον-άρον, τελείωσα όπως – όπως το μάθημα, και γύρισα ράκος στο γραφείο.
            Πολιτισμικό χάσμα. Η γενιά της μεταπολίτευσης είχε κάκιστη σχέση με τη λογοτεχνία και το βιβλίο και το διάβασμα. Είχα μπροστά μου, το συνειδητοποιούσα οδυνηρά, τη γενιά της τηλεόρασης, της εικόνας και της ταχύτητας εναλλαγής της. Καλύτερη ή χειρότερη από εμάς τους παλαιότερους δεν ξέρω, ούτε είναι σημαντικό. Διαφορετική, όμως, σίγουρα.
            Πήρα το μάθημά μου. Δεν υπάρχουν αυτονόητα στην αίθουσα διδασκαλίας. Αν αυτό με έκανε, επίσης, καλύτερο ή χειρότερο καθηγητή, δεν ξέρω. Ξέρω όμως ότι με άλλαξε.